ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 143/2023)
25 Φεβρουαρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Γ. Θεοδώρου για Αργυρού & Συνεργάτες, για τον Εφεσείοντα.
Σ. Χατζηκωνσταντή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείοντας αντιμετώπισε πρωτόδικα την κατηγορία της υποκλοπής ιδιωτικής συνομιλίας κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 3(1)(α) του Περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση και Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου 92(Ι)/1996 («ο Νόμος»). Συγκεκριμένα, του αποδόθηκε ότι στις 21.3.2016 εσκεμμένα υπέκλεψε το περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας μεταξύ του ιδίου και άλλων προσώπων, δηλαδή ηχογράφησε ιδιωτική συνομιλία που είχε ο ίδιος με άλλα επτά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού («Κ.Ο.Τ.») η οποία αφορούσε θέματα επαγγελματικής φύσης.
Ο εφεσείοντας δεν παραδέχτηκε την κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η υπεράσπιση του εφεσείοντα, προέβαλε αμφισβήτηση ότι η επίδικη συνομιλία, την οποία πράγματι ηχογράφησε, ήταν «ιδιωτική» εν τη εννοία του Νόμου. Το μεγαλύτερο μέρος της πρωτόδικης διαδικασίας διεξάχθηκε στη βάση παραδεκτών γεγονότων. Εκ πλευράς Κατηγορούσας Αρχής κλήθηκαν δύο μάρτυρες κατηγορίας ενώ ο εφεσείοντας, μετά που κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, παραδίδοντας σχετικά γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Α.
Όπως προκύπτει μέσα από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, ο εφεσείοντας ήταν υπεύθυνος του γραφείου του Κ.Ο.Τ. στο εξωτερικό. Το 2016 η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου του Κ.Ο.Τ. διενήργησε οικονομικό έλεγχο και διαπίστωσε διάφορα ζητήματα οικονομικής φύσης. Ο Κ.Ο.Τ. προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία και τον Φεβρουάριο του 2016 έθεσε τον κατηγορούμενο σε αναγκαστική άδεια μέχρι να ολοκληρωθούν οι έρευνες. Τον Μάρτιο του 2016 ο Πρόεδρος και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Κ.Ο.Τ., με δική τους πρωτοβουλία, διευθέτησαν συνάντηση μαζί του ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει στα όσα αναφέρονταν στην έκθεση του Τμήματος Εσωτερικού Ελέγχου και να αποφασιστεί κατά πόσο θα επέστρεφε στα καθήκοντά του ή αν θα τερματιζόταν η απασχόλησή του. Η συνάντηση έγινε στις 21.3.2016 στα γραφεία του Κ.Ο.Τ. και διήρκησε σχεδόν δύο ώρες. Ο εφεσείοντας τελικά απολύθηκε, τον Ιούνιο του 2016. Καταχώρησε σχετικά αγωγή εναντίον του Κ.Ο.Τ. σε Δικαστήριο του εξωτερικού διεκδικώντας αποζημιώσεις, λόγω της απόλυσής του.
Τον Οκτώβριο του 2016 τα μέλη του Κ.Ο.Τ. πληροφορήθηκαν, στο πλαίσιο εκδίκασης της εν λόγω αγωγής, ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε ηχητικό αρχείο στο οποίο ήταν καταγεγραμμένη η συνομιλία που είχαν στη συνάντηση στις 21.3.2016. Κανένας εξ αυτών δεν είχε ενημερωθεί ότι ο εφεσείοντας θα ηχογραφούσε τη συνομιλία τους, ούτε και έδωσε τη συγκατάθεσή του για την ηχογράφηση.
Ο εφεσείων ανέφερε στη γραπτή του δήλωση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι προτού μεταβεί στη συνάντηση στις 21.3.2016, ο δικηγόρος του στο εξωτερικό τον συμβούλευσε να ηχογραφήσει το περιεχόμενο ολόκληρης της συνομιλίας μεταξύ του και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Κ.Ο.Τ. για να χρησιμοποιηθεί, όπως του εξήγησε, σε δικαστική διαδικασία στο εξωτερικό σε αίτηση εργατικών διαφορών μεταξύ του και του Κ.Ο.Τ., πράγμα το οποίο και έπραξε. Όπως ανέφερε, η συνομιλία αφορούσε επαγγελματικά και υπηρεσιακά θέματα και επρόκειτο για αποκλειστικά δικές του απόψεις-απαντήσεις αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους είχε τεθεί υπό καθεστώς αναγκαστικής άδειας. Δεν συζητήθηκε οποιοδήποτε προσωπικό θέμα, παρά μόνο επαγγελματικά ζητήματα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως αναφέρει στην εκκαλούμενη απόφασή του, το μοναδικό θέμα το οποίο κλήθηκε να αποφασίσει, ήταν κατά πόσο η εν λόγω συνομιλία ήταν «ιδιωτική». Παρέθεσε σχετικά το Άρθρο 2 του Νόμου το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«“ιδιωτική επικοινωνία” σημαίνει οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή ή άλλης μορφής επικοινωνία ή οποιαδήποτε τηλεπικοινωνία ή ηλεκτρονική επικοινωνία γίνεται από πρόσωπο κάτω από περιστάσεις κατά τις οποίες είναι λογικό το πρόσωπο αυτό να αναμένει ότι δε θα υποκλαπεί ή θα παρακολουθηθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός από εκείνο το οποίο σκοπείται να λάβει την επικοινωνία αυτή και περιλαμβάνει τη ραδιοεπικοινωνία και την ενσύρματη επικοινωνία».
Αποφάσισε ακολούθως ότι αποδείχτηκαν, πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο. Ενδιαφέρει το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο παραθέτουμε αυτούσιο από την πρωτόδικη απόφαση:
«Η συνομιλία έγινε στα γραφεία του Οργανισμού. Αφορούσε θέματα οικονομικής φύσης του Οργανισμού τα οποία προέκυψαν μετά από εσωτερικό έλεγχο. Οι παρευρισκόμενοι συμμετείχαν ενεργά στη συνομιλία, υποβάλλοντας ερωτήσεις στον κατηγορούμενο και σχολιάζοντας τις απαντήσεις του. Ουδείς γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος τους ηχογραφούσε, ούτε έδωσε τη συγκατάθεση του προς τούτο. Υπό τις περιστάσεις, δεν ήταν λογικό να αναμένουν ότι ο κατηγορούμενος ηχογραφούσε τα όσα λέχθηκαν και ότι στη συνέχεια θα τα χρησιμοποιούσε σε δικαστική διαδικασία εναντίον του Οργανισμού.
Ο λόγος για τον οποίο ο κατηγορούμενος προέβη στην ηχογράφηση, ήτοι για να την καταθέσει σε δικαστική διαδικασία στο εξωτερικό – με κάθε σεβασμό στις θέσεις του κατηγορούμενου – δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση.»
Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου αμφισβητείται με δύο λόγους έφεσης. Με τον πρώτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και κατά παράβαση της νομοθεσίας έκρινε και αποφάσισε ότι στον όρο «ιδιωτική επικοινωνία» όπως αυτός απαντάται στον Νόμο, εμπεριέχεται οποιασδήποτε μορφής επικοινωνία. Ειδικότερα προβάλλεται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγκώνισε τον σκοπό του νομοθέτη με την κατοχύρωση της υποκλοπής ιδιωτικής επικοινωνίας, ως ποινικά κολάσιμης πράξης.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ότι δικαιούχος και/ή πληγής της ποινικά κολάσιμης πράξης για την οποία κατηγορείται ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος και ότι το περιεχόμενο της υποκλαπείσας ιδιωτικής επικοινωνίας αφορούσε ζητήματα τα οποία ενέπιπταν και/ή εμπίπτουν στη σφαίρα αυτοδιάθεσης του κατηγορούμενου.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αναφέρει ότι ο όρος «υποκλοπή» ερμηνεύεται στο Άρθρο 2 του Νόμου ως «παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας» και ο όρος «παρακολούθηση» περιλαμβάνει την «μαγνητοφώνηση». Σύμφωνα με τα αναντίλεκτα και παραδεκτά γεγονότα που είχε ενώπιόν του, ο κατηγορούμενος - εφεσείοντας στις 21.3.2016 ηχογράφησε τη συνομιλία που είχε με τα μέλη του Κ.Ο.Τ εν αγνοία τους και χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Επομένως ορθά κατέληξε ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα υπέκλεψε την επίδικη συνομιλία. Ακολούθως, ορθά και πάλι, ανέφερε ότι το μοναδικό επίδικο θέμα που παρέμενε προς επίλυση ήταν κατά πόσο η εν λόγω συνομιλία ήταν «ιδιωτική».
Η θέση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ήταν ότι στη συνάντηση συζητήθηκαν «υπηρεσιακά ζητήματα τα οποία ως τέτοια δεν δύνανται να εμπίπτουν στη σφαίρα ιδιωτικής ζωής και κατ’ επέκταση «ιδιωτικής επικοινωνίας». Προέβαλε επίσης τη θέση ότι οι παραπονούμενοι στερούνται έννομου συμφέροντος και/ή νομιμοποίησης καθότι ο κατηγορούμενος διέθεσε πληροφορίες οι οποίες ενέπιπταν και εμπίπτουν στη σφαίρα αυτοδιάθεσής του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, παρέπεμψε στο Άρθρο 2 του Νόμου που ερμηνεύει τον όρο «ιδιωτική επικοινωνία», το οποίο έχουμε αναφέρει πιο πάνω. Αφού ανέφερε ότι κανείς εκ των παρευρισκόμενων δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος τους ηχογραφούσε ούτε και έδωσε τη συγκατάθεσή του προς τούτο, οι παρευρισκόμενοι συμμετείχαν ενεργά στη συνομιλία υποβάλλοντας στον κατηγορούμενο ερωτήσεις για τα θέματα οικονομικής φύσης που προέκυψαν μετά από τον εσωτερικό έλεγχο και σχολίασαν τις απαντήσεις του. Κατέληξε δε, ότι υπό τις περιστάσεις δεν ήταν λογικό να αναμένουν ότι ο κατηγορούμενος ηχογραφούσε τα όσα λέχθηκαν και ότι ακολούθως θα τα χρησιμοποιούσε σε δικαστική διαδικασία εναντίον του Κ.Ο.Τ. και έκρινε την εν λόγω συνομιλία ως ιδιωτική, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι αυτός προέβηκε στην ηχογράφηση για να την καταθέσει σε δικαστική διαδικασία στο εξωτερικό, αναφέροντας ότι αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση.
Ο όρος «ιδιωτική συνομιλία» με τη συνηθισμένη την καθημερινή έννοια αναφέρεται σε συζήτηση που γίνεται μόνο μεταξύ συγκεκριμένων ατόμων και δεν είναι δημόσια, δηλαδή δεν την βλέπουν ή δεν την ακούν άλλοι, δεν προορίζεται να κοινοποιηθεί δημόσια και μένει εμπιστευτική ανάμεσα στους συμμετέχοντες. Από τη συνήθη ερμηνεία επίσης της φράσης εξυπακούεται ότι τέτοια συνομιλία θεωρείται εμπιστευτική και προσωπική και δεν μεταφέρεται σε τρίτους χωρίς άδεια.
Ο Νόμος με βάση τον οποίο στοιχειοθετούνται τα αδικήματα για τα οποία έχει καταδικαστεί πρωτόδικα ο εφεσείοντας, προβλέπει συγκεκριμένες διαδικασίες οι οποίες είναι και αυστηρές σε σχέση με άρση του απορρήτου της ιδιωτικής επικοινωνίας, ποιο πρόσωπο μπορεί να υποβάλλει την αίτηση και τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται για να δοθεί τέτοια άδεια και μάλιστα από Δικαστήριο, καταδεικνύοντας έτσι την αυστηρή προφύλαξη του δικαιώματος της ιδιωτικής επικοινωνίας.
Σύμφωνα επίσης με τη φυσική σημασία της φράσης ιδιωτική επικοινωνία σημαίνει ότι η ανταλλαγή πληροφοριών γίνεται μόνο μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων και δεν είναι προσβάσιμη στο ευρύ κοινό. Πιο απλά είναι μία συνομιλία ή επικοινωνία που δεν είναι δημόσια, δεν προορίζεται για να δημοσιευτεί και προστατεύεται από τρίτους. Η συνομιλία σε κλειστή ομάδα εμπίπτει εντός του όρου «ιδιωτική επικοινωνία». Η αναδρομή στον συγκεκριμένο Νόμο αποκαλύπτει ότι δεν επιτρέπεται άρση απορρήτου παρά μόνο ως ο Νόμος προβλέπει ούτε για ιδιωτικές διαφορές. Πρέπει να συντρέχουν σοβαροί λόγοι που προβλέπονται από τον Νόμο και επίσης να τηρηθούν αυστηρά οι πρόνοιες του Νόμου. Υπάρχει επίσης χρονικός περιορισμός του δικαιώματος της άρσης ιδιωτικής επικοινωνίας και η διαδικασία αυτή εποπτεύεται και ελέγχεται από το Δικαστήριο. Ας μην ξεχνά κάποιος ότι το δικαίωμα της ιδιωτικής επικοινωνίας είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο. Συγκεκριμένα με το Άρθρο 17 του Συντάγματος προστατεύεται το δικαίωμα σεβασμού και προστασίας μεταξύ άλλων της ιδιωτικής ζωής ενός ατόμου και επίσης είναι απαραβίαστο το απόρρητο κάθε επικοινωνίας. Σχετικό είναι επίσης το Άρθρο 15 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ο όρος «ιδιωτική επικοινωνία» καλύπτει κάθε προφορική επικοινωνία όπου το άτομο αναμένει ιδιωτικότητα. Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ v. ΜΙΧΑΛΗ ΣΠΥΡΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 157/2022, ημερομηνίας 31.10.2025, το Εφετείο εξέτασε λόγο έφεσης που αφορούσε ότι σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Νόμου και την ερμηνεία η οποία δίνεται στον όρο «ιδιωτική επικοινωνία», δεν ήταν δυνατή η καταδίκη του εφεσείοντα καθότι αφορά μόνο την περίπτωση παρακολούθησης ή υποκλοπής η οποία διενεργείται από τρίτο πρόσωπο. Επομένως, δεν καλύπτει την περίπτωση υποκλοπής ή παρακολούθησης από ένα εκ των δύο συμμετεχόντων σε ιδιωτική επικοινωνία, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση του άλλου συμμετέχοντος. Παραθέτουμε πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση με το οποίο συμφωνούμε πλήρως και το οποίο θεωρούμε ότι τυγχάνει εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση:
«Εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή την εν λόγω εισήγηση. Για λόγους τους οποίους παραθέτουμε στη συνέχεια, η απάντηση μας είναι αρνητική. Αρχίζοντας από τον ορισμό της ιδιωτικής επικοινωνίας στο Άρθρο 2 του Νόμου, δεν συμφωνούμε ότι επιτρέπει την παρακολούθηση και δη τη μαγνητοφώνηση του περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας από το ένα μέρος, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση του άλλου μέρους στην επικοινωνία. Κατά τη γνώμη μας, η ερμηνεία την οποία εισηγείται ο συνήγορος του Εφεσείοντος, είναι αντίθετη προς το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής και απορρήτου της επικοινωνίας που διασφαλίζουν τα Άρθρα 15.1 και 17.1 του Συντάγματος, αντίστοιχα. Στο Άρθρο 17.2 του Συντάγματος τίθενται εξαντλητικά οι περιπτώσεις στις οποίες χωρεί επέμβαση στο απόρρητο της επικοινωνίας.
Με βάση το τεκμήριο συνταγματικότητας των νόμων, τεκμαίρεται ότι o νομοθέτης είχε την πρόθεση να νομοθετήσει εντός των ορίων του Συντάγματος. Σύμφωνα με τις αρχές ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, αν είναι δυνατόν, τα Δικαστήρια θα ερμηνεύσουν τον νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος (βλ. The Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides (1966) 3 C.L.R. 640, Police v. Ekdotiki Eteria (1982) 2 C.L.R. 63, Lapertas Fisheries Ltd κ.ά. ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 335). Εν προκειμένω φρονούμε ότι ο ορισμός της ιδιωτικής επικοινωνίας στο Άρθρο 2 του Νόμου, δύναται να ερμηνευτεί κατά τρόπο συμβατό με τα Άρθρα 15.1 και 17.1 του Συντάγματος.
Υπογραμμίζεται ότι η «ιδιωτική επικοινωνία» προστατεύεται από τη στιγμή που ο συνομιλητής έχει τη λογική προσδοκία ότι η επικοινωνία του παραμένει ιδιωτική έναντι οποιουδήποτε, συμπεριλαμβανομένου του συνομιλητή του, όσον αφορά την καταγραφή και διατήρηση του περιεχομένου της. Εάν επιτρεπόταν η καταγραφή και διατήρηση του περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση ενός των συνομιλητών, θα ακυρωνόταν ο ουσιαστικός πυρήνας του απορρήτου, δηλαδή η ελευθερία του ατόμου να εκφράζεται ελεύθερα, με τη βεβαιότητα ότι τα λεγόμενά του θα παραμείνουν μεταξύ των συνομιλητών. Η καταγραφή μετατρέπει την τηλεφωνική επικοινωνία σε μόνιμο «έγγραφο» με όλες τις δυνατότητες εκμετάλλευσης και διαρροής, γεγονός που αντιβαίνει στην έννοια της εμπιστευτικότητας. Χωρίς την προστασία αυτή, οι πολίτες θα ήταν επιφυλακτικοί σε κάθε ιδιωτική επικοινωνία, γνωρίζοντας ότι τo περιεχόμενο της θα μπορούσε να καταγραφεί και χρησιμοποιηθεί εναντίον τους, οδηγώντας σε αυτολογοκρισία και περιορισμό της ελεύθερης έκφρασης. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ατομικά Δικαιώματα, 4η έκδοση (2012) του Π.Δ. Δαγτόγλου, σελ. 354, παρ. 546α:
«Η προφορική συνομιλία είναι περαστική, το γραπτό κείμενο αντιθέτως μένει (verba volant, scripta manent). O συνηθισμένος συνομιλητής δεν προσέχει τα λόγια του όσο τα γραπτά του. Η χαλαρότητα του απορρήτου μιας συνομιλίας τελεί υπό τον σιωπηρό όρο ότι δεν αποτυπώνεται σε μαγνητοταινία. Μία τέτοια μαγνητοταινία που αποτυπώθηκε χωρίς τη γνώση του ενός από τους συνομιλητές παραβιάζει πάντοτε το κατά το άρθρο 19 Συντ. Απόρρητο της επικοινωνίας και αποτελεί αθέμιτο αποδεικτικό μέσο».
[Ιδία υπογράμμιση]
Επισημαίνεται ότι το Άρθρο 19 του Ελληνικού Συντάγματος προστατεύει το απόρρητο της επικοινωνίας κατά τρόπον ανάλογο με το Άρθρο 17 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ιδιαίτερα διαφωτιστική και καθοδηγητική ως προς την εμβέλεια του απορρήτου της επικοινωνίας, είναι η Απόφαση 1/2001, ημερ. 11.1.2001, της ολομέλειας του Αρείου Πάγου στην οποία αποφασίστηκε ότι «.η μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας χωρίς τη συναίνεση ενός των συνομιλητών αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της συνταγματικά προστατευόμενης ελεύθερης άσκησης της επικοινωνίας [άρθρα 2 §1, 9 §1 εδ. Β' και 19 Σ και άρθρο 8 ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), σε συνδ. προς το άρθρο 28 §7 Σ]». Το σκεπτικό του Αρείου Πάγου, περιέχεται στο κάτωθι απόσπασμα:
«Στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα και μάλιστα «πρωταρχικά», αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται και η ελευθερία της επικοινωνίας, αφού μέσω και αυτής εκφράζεται και πραγματώνεται η αξία του ανθρώπου. Η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 9 παρ. 1 εδαφ. β΄ του Συντάγματος, που ορίζει ότι «η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη», καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων». Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταποκρίσεως ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταποκρίσεως ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό. Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Η εν αγνοία, όμως, και χωρίς τη συναίνεση ενός των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας ενέχει παγίδευσή του και συνεπώς, αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας. Γι' αυτό, ασχέτως του χώρου όπου έγινε η συνομιλία, η μαγνητοταινία, στην οποία αυτή χωρίς τη συναίνεση του ετέρου των συνομιλητών αποτυπώθηκε, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί εναντίον του σε πολιτική δίκη, ανεξαρτήτως του προσώπου που επιχείρησε τη μαγνητοφώνηση, δηλ. Έστω κι αν πρόκειται για πρόσωπο που μετέσχε στη μαγνητοφωνηθείσα συζήτηση. Πράγματι, η απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να γίνεται έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να οδηγήσει ‑υπό την επίκληση της ανάγκης αποκτήσεως αποδεικτικού μέσου για ενδεχόμενα δικαιώματα‑ στη γενίκευση της χρήσεως μαγνητοφώνων από τους συνομιλητές προσώπων, η φωνή των οποίων θα καταγραφόταν χωρίς τη συναίνεσή τους. Κατ' αυτόν, όμως, τον τρόπο η ελευθερία της επικοινωνίας θα περιοριζόταν, διότι τότε ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική, έστω, έκφρασή του, στα πλαίσια μιας προφορικής ιδιωτικής συζητήσεως, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια υπό άλλες περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο εναντίον του, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν τα σύγχρονα τεχνικά μέσα παρέχουν ευρείες δυνατότητες αλλοιώσεως του περιεχομένου των αποτυπώσεων, οι οποίες (αλλοιώσεις) είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να διαγνωσθούν.»
[Ιδία υπογράμμιση]
Ανάλογες είναι οι επισημάνσεις οι οποίες γίνονται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε στη θεμελιώδη υπόθεση Police v. Georghiades (1983) 2 C.L.R. 33, οι οποίες υιοθετήθηκαν και επαναλήφθηκαν από την ολομέλεια, στην υπόθεση Αστυνομία ν. Γιάλλουρου (1992) 2 Α.Α.Δ. 147, όπου τονίστηκαν τα εξής:
«Τo δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής είναι συνυφασμένο με το στοιχείο της ατομικότητας του ανθρώπου και τη διαφύλαξη του στον κοινωνικό χώρο. Στην ιδιωτική του ζωή και τις ιδιαίτερες επικοινωνίες με τους συνανθρώπους του, όπως είναι η τηλεφωνική επικοινωνία, το άτομο δικαιούται να λειτουργεί ελεύθερα και να δρα αυτόνομα. Ο κίνδυνος για παράνομη σκέψη, σχεδιασμό ή δράση στην ιδιωτική του ζωή και στην επικοινωνία του με το συνάνθρωπό του .. είναι υπαρκτός.
Αντισταθμίζεται όμως από το βέβαιο κίνδυνο καθήλωσης της αυτόνομης λειτουργίας του ανθρώπου στον ιδιαίτερο χώρο του που αναπόφευκτα θα επιφέρει η παρακολούθηση και κατόπτευση της ιδιωτικής του ζωής και επικοινωνίας. Όπως υποδείξαμε στη Georghiades, είναι μέσα από τις διεργασίες της ελεύθερης και αυτόνομης σκέψης που διαμορφώνεται η προσωπικότητα και εκδηλώνεται δημιουργικότητα του ανθρώπου, τόσο ευεργετική για τον ίδιο και το κοινωνικό σύνολο. Η ανθρώπινη φύση συνιστά και προσδιορίζει το λόγο για τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του ατόμου, αναγκαία για την περιφρούρηση της προσωπικότητας του και την ισορροπημένη λειτουργία του στον κοινωνικό χώρο. Επέμβαση στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και του απόρρητου της επικοινωνίας επιτρέπεται μόνο για τους σκοπούς που καθορίζουν τα άρθρα 15.2 και 17.2 του Συντάγματος εφόσο τούτο κρίνεται αναγκαίο από το νομοθέτη».
Παρότι τα γεγονότα των υποθέσεων Georghiades και Γιάλλουρου αφορούσαν παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας από τρίτο πρόσωπο, οι πιο πάνω παρατηρήσεις, ισχύουν κατ' αναλογία (mutatis mutandis) και στην υπό εξέταση περίπτωση.
Η προρρηθείσα ερμηνεία του όρου «ιδιωτική επικοινωνία» ενισχύεται έτι περαιτέρω, εκ του ότι με βάση το Άρθρο 3(2) του Νόμου, οι διατάξεις του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζονται σε σχέση με πρόσωπο το οποίο:
«(α) Έχει την προηγούμενη ρητή έγκριση για παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας από το πρόσωπο που προβαίνει ή έχει προβεί στην επικοινωνία αυτή και από το πρόσωπο το οποίο έλαβε ή σκοπείται να λάβει την επικοινωνία αυτή ή από το ένα από τα δύο σε περίπτωση άσεμνων, ενοχλητικών ή απειλητικών ανώνυμων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων».
(Ιδία υπογράμμιση)
Από την πιο πάνω διατύπωση προκύπτει ευθέως ότι απαιτείται η συναίνεση και των δυο μερών στην ιδιωτική επικοινωνία για «παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενό της».
Υπό το φως των ανωτέρω, η μαγνητοφώνηση της επίδικης ιδιωτικής επικοινωνίας από τον Εφεσείοντα εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση του Εφεσίβλητου, εμπίπτει στον ορισμό της ιδιωτικής επικοινωνίας με βάση το Άρθρο 2 του Νόμου.»
Τα πιο πάνω θεωρούμε ότι έχουν εφαρμογή και στην παρούσα υπόθεση, ως επέκταση των οποίων και οι δύο λόγοι έφεσης που προβάλλονται από τον εφεσείοντα είναι καταδικασμένοι σε αποτυχία και απορρίπτονται.
Η θέση του εφεσείοντα ότι η ιδιωτική επικοινωνία καλύπτει μόνο θέματα ιδιωτικής ζωής και όχι επαγγελματικής και συνεπώς η υπό κρίση συνομιλία, που αφορούσε μόνο επαγγελματικά/υπηρεσιακά ζητήματα, δεν καλύπτεται από τον όρο αυτό, δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Ο όρος ιδιωτική δεν αναφέρεται στο αντικείμενο της επικοινωνίας αλλά στον τρόπο διεξαγωγής της και δη της εμπιστευτικότητας που τον περιβάλλει.
Η έφεση αποτυγχάνει, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο