ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 178/2019)
27 Φεβρουαρίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΕΑ ΚΩΣΤΑ
Εφεσείων
και
ΜΥΡΟΦΟΡΑΣ ΑΛΩΝΕΥΤΗ
Εφεσίβλητης
------------------------------------
Παρασκευάς Καύκαρος για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Άλεξ Θέμης για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη
------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Παπαδοπούλου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Οι διάδικοι είναι ιδιοκτήτες όμορων ακινήτων στο χωριό Ποταμίτισσα στη Λεμεσό και ειδικότερα ο Εφεσείων είναι ιδιοκτήτης του Τεμαχίου 163 και η Εφεσίβλητη των Τεμαχίων 89 και 164. Το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από αξιολόγηση κατέληξε ότι περί το 2008 - 2009 με οδηγίες του Εφεσείοντος ανεγέρθηκε περίφραξη η οποία καρφώθηκε στην οικία της Εφεσίβλητης, περιφράσσοντας και μέρος του Τεμαχίου 164 ιδιοκτησίας της και επιπλέον επιστρώθηκε αποχετευτικός λάκκος που βρισκόταν στο τεμάχιο της Εφεσίβλητης. Επιδίκασε συναφώς υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντος αποζημιώσεις ύψους €3.350 ως συνέπεια παράνομης επέμβασης από μέρους του Εφεσείοντος.
Ο Εφεσείων προσβάλλει την πιο πάνω Απόφαση με επτά Λόγους Έφεσης (ο Λόγος Έφεσης 8 που αφορούσε στην απόρριψη της Ανταπαίτησης δεν προωθήθηκε). Μελέτη αυτών αλλά και της αιτιολογίας που τους συνοδεύει καταδεικνύει ότι ο Εφεσείων ουσιαστικά προσβάλλει την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την εξαγωγή ευρημάτων από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι από την εν λόγω μαρτυρία δεν δικαιολογείτο η πρωτόδικη κατάληξη περί παράνομης επέμβασης, καθώς και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι απαιτείτο η προηγούμενη επίλυση συνοριακής διαφοράς για την απαίτηση ζημιάς για παράνομη επέμβαση από μέρους της Εφεσίβλητης - Ενάγουσας.
Κρίνουμε χρήσιμο, ως εισηγήθηκε και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα, να εξετάσουμε πρώτα τον τέταρτο Λόγο Έφεσης με τον οποίο προβάλλεται η θέση ότι η επίδικη διαφορά αποτελεί συνοριακή διαφορά και ότι η αγωγή για παράνομη επέμβαση είναι πρόωρη ένεκα του ότι θα έπρεπε οι διάδικοι να είχαν πρώτα αποταθεί στον Διευθυντή του Κτηματολογίου για επίλυση της ως τέτοιας.
Όπως αναφέρεται στο Άρθρο 58 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224:
«Επίλυση διαφορών ως προς τα σύνορα
58.-(1) Όταν αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης, ο Διευθυντής επιλύει τη διαφορά αυτή, σε πρώτο στάδιο, κατόπι ειδοποίησης που δίνεται στα μέρη τουλάχιστο δεκατέσσερις ημέρες προηγουμένως, η οποία πληροφορεί αυτά για το χρόνο κατά τον οποίο θα επιθεωρηθούν τα υπό αμφισβήτηση σύνορα και κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή άλλης διαδικασίας αναφορικά με τη διαφορά αυτή, εκτός αν αυτή επιλύθηκε σε πρώτο στάδιο όπως προνοείται στο άρθρο αυτό.
(2) Ο Διευθυντής δύναται να αποφασίσει επί της διαφοράς στην περίπτωση απουσίας οποιουδήποτε μέρους που ειδοποιήθηκε όπως προνοείται στο εδάφιο (1).
(3) Μόλις ο Διευθυντής αποφασίσει επί διαφοράς συνόρων, δίνει ειδοποίηση στα εμπλεκόμενα στη διαφορά μέρη για την απόφαση του και τοποθετεί τέτοια ορόσημα ως ήθελε θεωρήσει σκόπιμο για κατάδειξη της γραμμής των συνόρων όπως αυτή αποφασίστηκε από αυτόν και προβαίνει σε τέτοιες καταμετρήσεις και σημειώσεις όπως δυνατό να απαιτούνται προς διακρίβωση της θέσης των οροσήμων.
(4) Η δαπάνη τοποθέτησης των οροσήμων βαρύνει το μέρος το οποίο κατά τη γνώμη του Διευθυντή, βρίσκεται σε άδικο και η δαπάνη αυτή δύναται να εισπραχθεί κατά τον τρόπο που προβλέπεται από τον περί Εισπράξεως Φόρων Νόμο».
(ίδια έμφαση)
Προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό ότι η διαδικασία του Άρθρου 58 του Κεφ. 224 εφαρμόζεται όπου αναφύεται διαφορά ως προς τα σύνορα. Θέση της Εφεσίβλητης εξ αρχής με την αγωγή της, στηριζόμενη και στην οριοθέτηση που έγινε από τον χωρομέτρη Μ.Ε.3 από το 2014, αποτελούσε ότι όλα τα επίδικα σημεία βρισκόντουσαν εντός των τεμαχίων της, πράγμα που έγινε δεκτό από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ούτε και ζητούσε με την αγωγή οποιοδήποτε καθορισμό συνόρων ή δήλωση πως τα επίμαχα σημεία εμπίπτουν εντός της ιδιοκτησίας της, αιτήματα που ενδεχομένως θα ήταν εκτός του πλαισίου αγωγής και θα ενέπιπταν εντός της διαδικασίας που προβλέπει το πιο πάνω Άρθρο. Τα πιο κάτω λεχθέντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μας βρίσκουν σύμφωνους:
«Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα δεν αιτήθηκε στον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για επίλυση συνοριακής διαφοράς αφού, ως η ίδια έθεσε και έχει γίνει αποδεκτό, γνώριζε ποια ήταν τα σύνορα των τεμαχίων της. Ανεξαρτήτως τούτου, στην προκειμένη περίπτωση παρουσιάστηκε μαρτυρία του ιδιώτη χωρομέτρη που επιβεβαίωσε τα σύνορα των τεμαχίων της Ενάγουσας, η μαρτυρία του οποίου έχει επίσης γίνει αποδεκτή και η μαρτυρία του οποίου μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει το υπόβαθρο για απόδειξη της παράνομης επέμβασης. Εξάλλου σε υποθέσεις που αφορούν παράνομη επέμβαση συνηθίζεται η προσκόμιση μαρτυρίας από το αρμόδιο Κτηματολογικό Τμήμα ή από άλλο εμπειρογνώμονα για να αποδειχθούν οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος για παράνομη επέμβαση στα δικαιώματα του. (βλ. Δημητρίου ν. Εγγλέζου κ.α. (1997) 1(Γ) ΑΑΔ 1285 και Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.α. (2005) 1(Α) ΑΑΔ 245, 252).
Στην παρούσα περίπτωση προσκομίστηκε περαιτέρω αξιόπιστη μαρτυρία από το αρμόδιο κτηματολογικό τμήμα (Μ.Ε.2) που υιοθέτησε ως ορθά τα ευρήματα του Μ.Ε.3 ο οποίος επιβεβαίωσε ότι μέρος του Τεμαχίου της Ενάγουσας βρισκόταν μέσα από την περίφραξη που με τις οδηγίες του Εναγομένου έγινε και ότι ο αποχετευτικός λάκκος που σφραγίστηκε ομοίως βρισκόταν εντός του τεμαχίου της Ενάγουσας οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος έχει επέμβει στο Τεμάχιο 164 της Ενάγουσας».
Όπως εξάλλου λέχθηκε στην Χ”Iωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 844:
«Συνοριακή διαφορά έχουμε στην περίπτωση που το σύνορο περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας ή απεικονίζεται σε σχέδιο και η φιλονικία είναι ως προς το που το φυσικό σύνορο πράγματι ευρίσκεται επί της γης έτσι ώστε να συμμορφώνεται με τον τίτλο ή το σχέδιο».
Δεν ήταν αυτή η περίπτωση εν προκειμένω. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπήρχε αγωγή για το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Εάν ο Εφεσείων θεωρούσε πως υπήρχε διαφορά ως προς τα σύνορα, αυτός θα έπρεπε να είχε ενεργοποιήσει τη διαδικασία επίλυσης τέτοιας, πράγμα που δεν έπραξε. Δεν υφίσταται, όμως, άκαμπτος κανόνας (όπως προωθείται στο περίγραμμα του Εφεσείοντος) ότι όπου εναγόμενος αμφισβητεί με την Υπεράσπιση του πως υπήρξε επέμβαση σε μέρος ιδιοκτησίας άλλου, απαιτείται η προηγούμενη επίλυση συνοριακής διαφοράς για την εκδίκαση αγωγής για παράνομη επέμβαση.
Η Εφεσίβλητη - Ενάγουσα είχε το βάρος να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης, τα οποία περιλαμβάνουν και το ότι η ίδια έχει την κατοχή της συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία. Όπως αναφέρεται και στο Halsbury’s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 38, παρ. 1194 επέμβαση συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση – ενόχληση της κατοχής της περιουσίας κάποιου, αντίθετα με την θέληση του.
Κατ’ επέκταση, ο Λόγος Έφεσης 4 δεν μπορεί να πετύχει.
Οι λοιποί Λόγοι Έφεσης προσβάλλουν ζητήματα αξιοπιστίας των μαρτύρων για την Εφεσίβλητη - Ενάγουσα και τη συνακόλουθη εξαγωγή ευρημάτων. Επί του προκειμένου σημειώνουμε, την καλά νομολογημένη αρχή ότι το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο γενόμενο από το Πρωτόδικο Δικαστήριο έργο της αξιολόγησης (βλ. Παντελής Αναστάση ν. Ανδρέα Φυσέντζου, Πολ. Έφ. 354/14, ημερ. 5.10.2023). Παραθέτουμε απόσπασμα από την απόφαση Ιωάννου ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 26/21, ημερ. 28.2.2024:
«Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ’ εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (βλ. Kyriakou v. Aristotelous (1970) 1 C. L.R. 172 και Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ 300)».
Μαρτυρία προς απόδειξη της αγωγής έδωσε η Εφεσίβλητη, οι Μ.Ε.2 και 3 για τα ζητήματα της χωρομετρικής εργασίας και οι Μ.Ε.4 και 5 για το ζήτημα της προκληθείσας ζημιάς. Οι Λόγοι Έφεσης σε μεγάλο βαθμό αλληλοκαλύπτονται και άρα οι θέσεις του Εφεσείοντος θα εξεταστούν ανά κατηγορία μάρτυρα. Παρατηρούμε δε ότι με τους Λόγους Έφεσης 1 έως 3 εκείνο που προσβάλλεται είναι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το μέρος του ακινήτου στο οποίο ο Εφεσείων - Εναγόμενος προέβη σε εργασίες ανήκει στην Εφεσίβλητη και όχι στον ίδιο, καθώς και το ότι το ακίνητο της Εφεσίβλητης αποτελείται και από γη πέραν των δωματίων. Αυτός ήταν και ο λόγος που η επιχειρηματολογία για τους Λόγους Έφεσης 1 έως 3 ήταν κοινή.
Όσον αφορά στην Εφεσίβλητη, αυτή ανέφερε ότι αγόρασε το ακίνητο της ενοποιημένο και ανακαινισμένο τον Ιούλιο 2007, όταν ήταν ήδη ένα ενιαίο κτίσμα δύο δωματίων. Περιέγραψε τις επεμβάσεις και τη διαδικασία οριοθέτησης συνόρων που προέκυψε μετά από αίτηση για οριοθέτηση που υπέβαλε η ίδια.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε την πολύ καλή εντύπωση που αποκόμισε από την Εφεσίβλητη, τη σταθερότητα και σαφήνεια στις αναφορές της. Σημειώνουμε ότι τα πρακτικά δεν υποστηρίζουν τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Εφεσείοντα ότι οι Μ.Ε.1 και 5 δέχτηκαν ότι οι λάκκοι αποχέτευσης βρίσκονταν μέσα στο Τεμάχιο 163 ιδιοκτησίας του Εφεσείοντος. Αυτή ήταν η θέση των Μ.Υ.1 και 2, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή πρωτοδίκως. Αντιθέτως, εκείνο που η Εφεσίβλητη είπε ήταν πως ο δικός της εξωτερικός χώρος ήταν μικρός («δεν έχω αυλή να βάλει καρέκλες, τόπο, εμένα ήταν μικρός τόπος..») τονίζοντας όμως ότι οι αποχετευτικοί λάκκοι ήταν εντός του δικού της αυτού χώρου.
Ο Μ.Ε.2 έδωσε μαρτυρία υπό την υπηρεσιακή του ιδιότητα ως Ανώτερος Χωρομέτρης στο Τμήμα Χωρομετρίας του Κτηματολογίου Λεμεσού και εξήγησε τη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση του Πιστοποιητικού Οριοθέτησης Τμήματος Ακίνητης Ιδιοκτησίας Τεκμήριο 7 με το οποίο οριοθετήθηκαν τα ακίνητα της Εφεσίβλητης. Σημειώνουμε ότι σε ερώτηση κατά πόσο στους τίτλους εγγραφής των ακινήτων της Εφεσίβλητης Τεκμήρια 1 και 2 αναγράφεται η ύπαρξη αυλής, ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι στα μητρώα του Κτηματολογίου «…δεν έγραφε πάντα την αυλή…» και ότι η καταγραφή δωματίου δεν αποκλείει ότι μπορεί να υπάρχει και αυλή.
Ο Μ.Ε.3, ο οποίος ως Αγρονόμος και Τοπογράφος Μηχανικός είχε προβεί στη χωρομετρική εργασία στα ακίνητα της Εφεσίβλητης, έδωσε μαρτυρία ως πραγματογνώμονας, ιδιότητα που δεν αμφισβητήθηκε. Παραθέτουμε απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση Τ.Ο. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 217/22 κ.ά., ημερ. 12.2.2026 σε σχέση με το καθήκον μαρτύρων εμπειρογνωμόνων:
«Τονίζεται, όμως, ότι υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (Davie v. Edinborough Magistrates (1953) SC 34, Anastassiades v. The Republic (1977) 2 C.L.R. 97, Kouppis ν. The Republic (1977) 2 C.L.R. 361, Philippou ν. Odysseos (1989) 1 C.L.R. 1). Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από το Δικαστήριο, μαρτυρία. Οι εμπειρογνώμονες έχουν επιπλέον καθήκον και υποχρέωση έναντι του Δικαστηρίου να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση (Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 162/14, ημερ. 2.5.2017)».
Η μαρτυρία του Μ.Ε.3 έγινε πλήρως αποδεκτή πρωτοδίκως, αφού το Δικαστήριο κατέγραψε την πειστικότητα της και το ότι ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο όλα τα απαραίτητα στοιχεία και εξήγησε με ακρίβεια το πως κατέληξε στα συμπεράσματά του. Με το Τεκμήριο 17 ο Μ.Ε.3 υπέδειξε ότι το παλαιό στόμιο αποχέτευσης και ο μετρητής της ΑΗΚ ήσαν και τα δύο εντός των τεμαχίων της Εφεσίβλητης.
Το γεγονός ότι ο Μ.Ε.3 δεν είχε κρατήσει αντίγραφα όλων των εγγράφων από τον σχετικό φάκελο του Κτηματολογίου, ειδικά σε συνάρτηση με το ότι αυτός έχει πλέον συνταξιοδοτηθεί, δεν οδηγεί άνευ άλλου στο ότι παρέλειψε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα «πρωτογενή γεγονότα» ως εισηγείται η πλευρά του Εφεσείοντος με τους Λόγους Έφεσης 5 και 6. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Μ.Ε.3 παρουσίασε όλα τα απαραίτητα στοιχεία για σκοπούς της μαρτυρίας του. Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το γεγονός ότι ο Μ.Ε.3 δεν προσκόμισε τα σχέδια χωρομετρίας του 1920 ή άλλων χρόνων μεταγενέστερων, δεν μπορούσε να πλήξει την αξιοπιστία του. Εφόσον δε ήταν η πλευρά του Εφεσείοντος που θεωρούσε ότι τα εν λόγω σχέδια ήταν σημαντικά για σκοπούς των επίδικων γεγονότων, ορθή ήταν και η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι αυτή θα μπορούσε να είχε ζητήσει την κατάθεση τους από τον Μ.Ε.2 ο οποίος δήλωσε ότι είχε μαζί του ολόκληρο τον φάκελο του Κτηματολογίου. Η προαναφερόμενη κατάληξη δεν αποτελεί μετατόπιση του βάρους στους ώμους του Εφεσείοντος όπως προβάλλεται στον Λόγο Έφεσης 6, αλλά απλώς τον γενικό κανόνα ότι ο κάθε διάδικος φέρει το βάρος να αποδείξει τους δικούς του ισχυρισμούς.
Όσον αφορά δε στο ζήτημα της ύπαρξης γης στα ακίνητα της Εφεσίβλητης, ο Μ.Ε.3 επεξήγησε ότι κατά την περίοδο που εξεδόθησαν οι τίτλοι δεν προηγείτο χωρομετρική εργασία και ότι όταν ανεγράφη πάνω στον τίτλο η φράση «ένα δωμάτιο» δεν είχε γίνει χωρομέτρηση ώστε να καταγραφεί και η όποια ύπαρξη γης μέσα στο τεμάχιο.
Δεδομένων των όσων αναφέρονται πιο πάνω δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι υπάρχει λόγος για επέμβαση μας στην αξιολόγηση των Μ.Ε.1, 2 και 3 από το πρωτόδικο Δικαστήριο ή στην εξαγωγή ευρημάτων από τη μαρτυρία τους.
Αυτό οδηγεί στο ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η περίφραξη που ανεγέρθηκε με οδηγίες του Εφεσείοντος καρφώθηκε στον τοίχο της οικίας της Εφεσίβλητης περιφράσσοντας και μέρος του Τεμαχίου 164 που της ανήκει, καθώς και ότι ο λάκκος αποχέτευσης που επιστρώθηκε με οδηγίες του Εφεσείοντος ευρίσκετο επίσης στο Τεμάχιο 164, ήταν απολύτως εύλογη.
Όπως αναφέρεται στο Άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148:
«Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία
43.-(1) Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.
(2) Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς».
Η παράνομη επέμβαση είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου εκτός όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα ή υπάρχει πρόκληση ζημιάς. Παραθέτουμε απόσπασμα από την απόφαση Γεώργιος Λάμπρου κ.ά. ν. Ελένης Κεφάλα κ.ά. (2000) 1 Α.Α.Δ. 1516 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi (1974) 1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou (1975) 1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα...».
Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος (βλ. Γλυκύς ν. Ιερά Μονή Μαχαιρά (1999) 1 Α.Α.Δ. 654, Βασιλείου ν. Ιωάννου, Πολ. Έφ. 374/14, ημερ. 3.4.2023).
Όπως ανέφερε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την απόδειξη της επέμβασης από μέρους της Εφεσίβλητης, το βάρος να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη μετατέθηκε στους ώμους του Εφεσείοντος. Το ότι αυτός δεν το απέσεισε δεν αμφισβητείται, εφόσον η επιχειρηματολογία από μέρους του Εφεσείοντος παρέμεινε μέχρι τέλους ότι τα επίμαχα σημεία βρίσκονται μέσα σε ιδιοκτησία δική του, ισχυρισμοί οι οποίοι δεν έχουν γίνει δεκτοί.
Συναφώς, οι Λόγοι Έφεσης 1, 2, 3, 5 και 6 δεν μπορούν να επιτύχουν.
Με τον Λόγο Έφεσης 7 προσβάλλεται το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί ζημιάς που υπέστη ο τοίχος της Εφεσίβλητης τόσο από νερά που συσσώρευε η σκάλα του Εφεσείοντος, όσο και από καρφώματα στον τοίχο.
Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνουμε ότι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se, όπου όμως δεν αποδεικνύονται ζημιές μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις (βλ. Andrian Holdings Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 1 Α.Α.Δ. 1836, Παπακόκκινου ν. Θεοδοσίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 379).
Είναι ορθή η θέση του Εφεσείοντος ότι η Εφεσίβλητη έφερε το βάρος να αποδείξει τις ζημιές που υπέστη. Αυτό, όμως, έγινε με την αποδοχή της μαρτυρίας των Μ.Ε.4 και Μ.Ε.5. Ειδικά ο Μ.Ε.4 ανέφερε ότι ο ίδιος είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υγρασιών και τρυπημάτων, επιβεβαίωσε δε ότι αυτά υπήρχαν μέχρι και λίγο χρόνο πριν τη μέρα που έδωσε μαρτυρία. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μας που να καταδεικνύει κάποιο σφάλμα στην αξιολόγηση των Μ.Ε.4 και 5 από το πρωτόδικο Δικαστήριο, οδηγώντας κατ΄ επέκταση και στην αποτυχία του Λόγου Έφεσης 7.
Η Έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται έξοδα €2.500 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντος.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο