ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 217/22)
12 Φεβρουαρίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
T. O.
Εφεσείων
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εφεσίβλητης
(Ποινική Έφεση Αρ.: 237/22)
ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
Εφεσείων
v.
T. O.
Εφεσιβλήτου
‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑
Γ. Νεάρχου με Σ. Δημητρίου για Η. Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. και Α. Ανδρέου (κα), για τον Εφεσείοντα στην Ποιν. Εφ. 217/22 και Εφεσίβλητο στην Ποιν. Εφ. 237/22
Ε. Σάββα (κα) για Γενικόν Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη στην Ποιν. Εφ. 217/22 και Εφεσείοντα στην Ποιν. Εφ. 237/22
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Παπαδοπούλου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Το Κακουργοδικείο Πάφου έκρινε ένοχο τον Εφεσείοντα, πατριό της ανήλικης Παραπονούμενης, στην Ποιν. Έφ. 217/22 και Εφεσίβλητο στην Ποιν. Εφ. 237/22 (εφεξής «ο Κατηγορούμενος») σε 18 Κατηγορίες, οι οποίες για σκοπούς κατανόησης μπορούν να ομαδοποιηθούν ως εξής:
(α) Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2018 και 2019:
- για το αδίκημα του βιασμού, κατά παράβαση του Άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (εφεξής «ΠΚ»)
- για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, κατά παράβαση του Άρθρου 6(4)(α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Ν.91(Ι)/14 (εφεξής o «Ν.91(Ι)/14»)
- για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του Άρθρου 6(3) του Ν.91(Ι)/14
- για το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλικίας 13 ετών κατά παράβαση των Άρθρων 3 και 4 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Ν.119(Ι)/2000 (εφεξής ο «Ν.119(Ι)/2000») και του Άρθρου 154 του ΠΚ.
(Κατηγορίες 1 έως 4)
(β) Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Απριλίου και Μαΐου 2019:
- για το αδίκημα του βιασμού, κατά παράβαση του Άρθρου 144 του ΠΚ
- για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, κατά παράβαση του Άρθρου 6(4)(α) του Ν.91(Ι)/14
- για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του Άρθρου 6(3) του Ν.91(Ι)/14
- για το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλικίας 13 ετών κατά παράβαση των Άρθρων 3 και 4 του Ν.119(Ι)/2000 και του Άρθρου 154 του ΠΚ.
(Κατηγορίες 5 έως 8)
(γ) Σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις μεταξύ του έτους 2018 και αρχές Μαΐου 2019
- για τα αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης και σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού και ειδικότερα ότι άγγιζε την Παραπονούμενη με τα χέρια του στο στήθος της, κατά παράβαση του Άρθρου 6(4)(α) και (3) του Ν.91(Ι)/14 (Κατηγορίες 21 και 22)
- για τα ίδια αδικήματα και ειδικότερα ότι φιλούσε την Παραπονούμενη στο στήθος (Κατηγορίες 25 και 26)
- για το αδίκημα της βίας στην οικογένεια, άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση των Άρθρων 3 και 4 του Ν.119(Ι)/2000 και του Άρθρου 151 του ΠΚ, και ειδικότερα ότι την φιλούσε στο στήθος (Κατηγορία 28)
- για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, κατά παράβαση του Άρθρου 6(4) του Ν.91(Ι)/14, και ειδικότερα ότι την φιλούσε στα γεννητικά της όργανα (Κατηγορία 29)
- για τα αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού και της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, και ειδικότερα ότι έβαζε τα χέρια του στα γεννητικά της όργανα, κατά παράβαση του Άρθρου 6(4)(α) και (3) του Ν.91(Ι)/14 (Κατηγορίες 21 και 22) και των Άρθρων 3 και 4 του Ν.119(Ι)/2000 και του Άρθρου 151 του ΠΚ (Κατηγορίες 33, 34 και 36)
- για το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του Άρθρου 4(2)(ιβ) του Ν.119(Ι)/2000 και του Άρθρου 242 του ΠΚ (Κατηγορία 37).
Στον Κατηγορούμενο επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές σε όλες τις Κατηγορίες με μεγαλύτερη αυτήν της 14χρονης φυλάκισης που επιβλήθηκε στις Κατηγορίες 1, 2, 5 και 6.
Με την Ποιν. Εφ. 217/22 ο Κατηγορούμενος προσβάλλει την καταδίκη του, ισχυριζόμενος ότι το Κακουργοδικείο έσφαλε (α) στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων (Λόγοι Έφεσης 1 έως 4), (β) στην εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με το ημερολόγιο, την παρουσία άλλων ατόμων στο σπίτι κατά τη διάρκεια των βιασμών και το ότι η Παραπονούμενη έπεσε θύμα βιασμού (Λόγος Έφεσης 5), (γ) στην αξιολόγηση των Μ.Υ.1 και 2 και των εξ αίματος συγγενών εκ πατρός της Παραπονούμενης (Λόγοι Έφεσης 6 και 7), (δ) στην αξιολόγηση της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου (Λόγοι Έφεσης 8 και 9), (ε) στον χαρακτηρισμό ως υποστηρικτικής της μαρτυρίας των Μ.Κ.7 και 9 και της μαρτυρίας σε σχέση με το ημερολόγιο της Παραπονούμενης (Λόγοι Έφεσης 10 και 11), και (στ) στην αιτιολόγηση, εφαρμογή των κανόνων απόδειξης και της προσέγγισης στη μαρτυρία γενικά (Λόγοι Έφεσης 12 έως 14). Με την Ποιν. Έφ. 237/22 ο Γενικός Εισαγγελέας προσβάλλει την επιβληθείσα ποινή ως έκδηλα ανεπαρκή.
Ποιν. Έφ. 217/22
Όπως φαίνεται από τους Λόγους Έφεσης, μεγάλο μέρος του παραπόνου του Εφεσείοντος εστιάζει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εξαγωγή ευρημάτων από το Κακουργοδικείο. Επαναλαμβάνουμε την καλά νομολογημένη αρχή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι κατά κανόνα σε καλύτερη θέση να κρίνει κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και να αξιολογήσει τους ενώπιον του μάρτυρες. Όπως λέχθηκε στην Σ.Π. ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 468:
«Ένα Δικαστήριο ενώπιον του οποίου καταθέτουν οι διάδικοι και οι μάρτυρες τους, παρακολουθεί τις αντιδράσεις τους, τον τρόπο της ευρύτερης συμπεριφοράς τους στο εδώλιο του μάρτυρα και τις απαντήσεις που δίδουν κατά την κύρια εξέταση, αλλά ιδιαιτέρως κατά την αντεξέταση και αποκομίζει τις ανάλογες εντυπώσεις. Και αυτή είναι μια εγγενής και ιδιάζουσα διεργασία που γίνεται συνειδησιακά από το Δικαστή ως μέρος της όλης ανθρώπινης υπόστασης, (Γιάλλουρος κ.ά. ν. Ψύλλα (2009) 1 Α.Α.Δ. 1552 και Νεοφύτου ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 409). Χρειάζονται πειστικοί και ιδιαίτεροι λόγοι επέμβασης στην πρωτόδικη αξιολόγηση και την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Εφετείο ώστε τα ευρήματα να ανατραπούν, (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816).
Η μαρτυρία δεν πρέπει να εξετάζεται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά, αλλά να αξιολογείται ως ενιαίο σύνολο και με λογική προσέγγιση, (Σταυρινού ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 706 και Παρλάτα ν. Δημητρίου (2014) 1 Α.Α.Δ. 994). Είναι, όπως αποφασίστηκε στην Βούτουνος ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 71, το περιεχόμενο της μαρτυρίας που πρέπει να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση. Ούτε και το Εφετείο με τη σειρά του πρέπει να εξετάζει τις πρωτόδικες αποφάσεις μικροσκοπικά ή να διαφωνεί με μια λέξη ή φράση. Η δικαστική απόφαση διαβάζεται στο σύνολο της ώστε να διαπιστώνεται η ουσία και η σημασία της, (Charitonos a.ο. v. Republic (1971) 2 C.L.R. 40 και Parris v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 186, σελ. 228‑229)».
(βλ. Γ.Ι ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/19, ημερ. 18.9.2020, Kopsinis ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 77/22, ημερ. 30.1.2025 και Ahmed ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 301/24, ημερ. 25.6.2025).
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.5, 7 έως 10, των Μ.Υ.1, 2, 3 και 5, της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου από το Κακουργοδικείο προσβάλλεται με διάφορους Λόγους Έφεσης. Λόγω της αλληλοκάλυψης αυτών, οι Λόγοι Έφεσης 1 έως 11 θα εξεταστούν ταυτόχρονα.
Εμπειρογνώμονες
Ενώπιον του Κακουργοδικείου κατέθεσαν υπό την ιδιότητα του πραγματογνώμονα δύο ψυχολόγοι, οι Μ.Κ.5 και Μ.Υ.3, καθώς και δύο ιατροδικαστές, οι Μ.Κ.12 και Μ.Υ.5. Δεν αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης ότι και οι τέσσερεις προαναφερόμενοι μάρτυρες ορθά θεωρήθηκαν εμπειρογνώμονες, έκαστος στον τομέα του (βλ. Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation (Αρ. 2) (2013) 1 Α.Α.Δ. 543, Σιακόλα ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 110). Η σημασία αυτού έγκειται στο ότι εμπειρογνώμονας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να παραθέσει μαρτυρία γνώμης.
Τονίζεται, όμως, ότι υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (Davie v. Edinborough Magistrates (1953) SC 34, Anastassiades v. The Republic (1977) 2 C.L.R. 97, Kouppis ν. The Republic (1977) 2 C.L.R. 361, Philippou ν. Odysseos (1989) 1 C.L.R. 1). Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από το Δικαστήριο, μαρτυρία. Οι εμπειρογνώμονες έχουν επιπλέον καθήκον και υποχρέωση έναντι του Δικαστηρίου να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση (Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 162/14, ημερ. 2.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:B154).
Το Κακουργοδικείο τόνισε ότι δεν θεώρησε ότι η Μ.Κ.5 ήταν σε πλεονεκτική θέση έναντι του Μ.Υ.3 ως εκ της ιδιότητας της ως κλινικής ψυχολόγου. Ούτε και ευσταθεί η εισήγηση του Εφεσείοντος ότι οι δύο ψυχολόγοι έτυχαν διαφορετικής αντιμετώπισης.
Σε σχέση με τη Μ.Κ.5 το Κακουργοδικείο κατέγραψε την πειστικότητα της μαρτυρίας της, το ότι τα συμπεράσματα της αποτελούσαν προϊόν της εφαρμογής των επιστημονικών κριτηρίων, καθώς και της εμπειρίας της ενώ υιοθέτησε αποδεκτή επιστημονική μέθοδο, το κύρος της οποίας δεν αμφισβητήθηκε. Το Κακουργοδικείο αποδέχτηκε τη διάγνωση της Παραπονούμενης με μετατραυματική διαταραχή, στην οποία είχε προβεί η Μ.Κ.5. Ορθά, ακολούθως, αφού δέχτηκε πως η σεξουαλική κακοποίηση γενικά αποτελεί τραυματικό γεγονός, το Κακουργοδκείο σημείωσε πως, το κατά πόσον η Παραπονούμενη όντως είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση, παρέμενε να αποφασιστεί με βάση την υπόλοιπη μαρτυρία.
Εδώ έγκειτο και ο βασικός λόγος για τον οποίο το Κακουργοδικείο δεν αποδέχτηκε τη μαρτυρία του Μ.Υ.3. Όπως καταγράφει στην πρωτόδικη Απόφαση:
«Διαφάνηκε πως ο Μ.Υ.3, όπως αντιλαμβάνεται την εξέταση ενός παιδιού το οποίο έχει προβεί σε καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση, σκοπός είναι να διαπιστώσει ή να συμπεράνει ο εξεταστής – ψυχολόγος αν το παιδί λέει αλήθεια ή πρόκειται για ψευδή καταγγελία και εν τέλει αν επήλθε ή όχι η σεξουαλική κακοποίηση».
Πράγματι, ο Μ.Υ.3 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι μέρος της εξέτασης που γίνεται στο παιδί είναι να παρακολουθείται πώς αντιδρά την ώρα που λέει μια αλήθεια και μετά να υποβάλλονται ερωτήσεις ώστε να φανεί πώς αντιδρά σε κάτι που δεν είναι αλήθεια «για να μπορείς να προχωρήσεις μετέπειτα εσύ σαν αξιολογητής». Σε διάφορα στάδια, όπως επεσήμανε και το Κακουργοδικείο, άφησε υπονοούμενα ότι η Παραπονούμενη δεν έλεγε αλήθεια, με παραπομπή στα γενέθλια του Κατηγορούμενου και στις αναρτήσεις της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Χαρακτήρισε ως «αδύνατο» το να μην ήταν σε θέση η ανήλικη Παραπονούμενη να προσδιορίσει από πού έγινε ο βιασμός της, χωρίς όμως να την έχει οποτεδήποτε αξιολογήσει ο ίδιος. Προχώρησε μάλιστα και εξέφρασε την άποψη ότι δεν αποκλείεται η Παραπονούμενη να ήταν σεξουαλικά ενεργή με τον σύντροφο της, στηριζόμενος αποκλειστικά στις φωτογραφίες που είδε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι θέσεις του Μ.Υ.3, όπως αναπτύσσονται και στο διάγραμμα του Εφεσείοντος, ότι εφόσον η Παραπονούμενη εμφάνιζε διεισδυτικές σκέψεις θα έπρεπε να θυμάται καλά και να είναι σε θέση να περιγράψει επαρκώς τα καταγγελλόμενα.
Ο εμπειρογνώμονας δεν πρέπει να λειτουργεί ως συνήγορος του διάδικου που τον κάλεσε (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 91/17, ημερ. 2.5.2018, ECLI:CY:AD:2018:B214). Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση R. v. Turner [1975] Q.B. 834, 841:
'An expert's opinion is admissible to furnish the court with scientific information which is likely to be outside the experience and knowledge of a judge or jury. If on the proven facts a judge or jury can form their own conclusions without help, then the opinion of an expert is unnecessary.'
Όπως τονίστηκε στην Ομήρου (πιο πάνω):
«Δεν είναι ο ρόλος του πραγματογνώμονα να καταθέτει ή σχολιάζει επί της αξιοπιστίας ενός συγκεκριμένου μάρτυρα. Το βαρύ και δύσκολο καθήκον της κρίσης της αξιοπιστίας και της τελικής ετυμηγορίας, περιλαμβανομένης της διατύπωσης ευρημάτων, βαραίνει τους δικαστές και όχι οποιοδήποτε άλλο».
Στη Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 390 λέχθηκε ότι:
«…η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη του κατηγορούμενου ανήκει στο Δικαστήριο και δεν γίνεται ανεκτή καμία εξωγενής επέμβαση σ’ αυτό το έργο».
Το κατά πόσο έλαβε χώρα ή όχι η επίδικη σεξουαλική κακοποίηση της ανήλικης αποτελεί το ύστατο ή έσχατο ερώτημα (ultimate question) της υπόθεσης, η κατάληξη επί του οποίου είναι έργο του εκδικάζοντος Δικαστηρίου και όχι οποιουδήποτε εμπειρογνώμονα μάρτυρα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θεωρούμε την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.3 και τη συνακόλουθη απόρριψη της από το Κακουργοδικείο εύλογη. Η δε κατάληξη του ότι ο Μ.Υ.3 έκανε ανεπιτυχή προσπάθεια μείωσης της σημασίας της μαρτυρίας της Μ.Κ.5 υποστηρίζεται από τα πρακτικά. Ούτε και διαφαίνεται, ως εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα, οποιαδήποτε «ποιοτική υπεροχή» της μαρτυρίας του Μ.Υ.3.
Όσον αφορά στη συσχέτιση της μαρτυρίας των Μ.Κ.5 και Μ.Υ.3 με αυτήν της Παραπονούμενης, θα γίνει αναφορά πιο κάτω στην παρούσα.
Οι Μ.Κ.12 και Μ.Υ.5 είναι ιατροδικαστές. Ο Μ.Κ.12 εξέτασε την Παραπονούμενη στις 18.6.2019 στο Σπίτι του Παιδιού και διαπίστωσε «παλαιά ρήξη παρθενικού υμένα» (Τεκμήριο 52), για το οποίο εξήγησε ότι σημαίνει πως η ρήξη έγινε πάνω από 25 μέρες πριν την εξέταση περίπου, η δε ρήξη επέρχεται με είσοδο ξένου σώματος στον κόλπο. Τονίζεται ότι το εύρημα περί ρήξης παρθενικού υμένα δεν αμφισβητήθηκε.
Ο Μ.Υ.5 δεν εξέτασε ο ίδιος την Παραπονούμενη, εξέφρασε όμως απόψεις ως προς την έκθεση του Μ.Κ.12, ισχυριζόμενος ότι ο Μ.Κ.12 θα έπρεπε να είχε λάβει «γυναικολογικής φύσεως ιστορικό» της Παραπονούμενης, να είχε προβεί σε «διερεύνηση του γνωσιολογικού επιπέδου του παιδιού…γύρω από θέματα βασικής αντίληψης της ανατομίας του σώματος της» και να λάβει χώρα αυτοψία του χώρου όπου έγιναν τα επίδικα γεγονότα.
Το Κακουργοδικείο επεσήμανε ότι, ενόψει της μη αμφισβήτησης του ευρήματος περί ρήξης του παρθενικού υμένα, οι εισηγήσεις αυτές του Μ.Υ.5 «…είχαν ως κατεύθυνση να πεισθεί είτε αυτός είτε οποιοσδήποτε ιατροδικαστής για το γεγονός του κατ’ ισχυρισμό βιασμού της ανήλικης…». Συμφωνούμε με το Κακουργοδικείο ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να αποτελέσει μέρος της εμπειρογνωμοσύνης του Μ.Υ.5, αφού αποτελεί το ύστατο συμπέρασμα της δίκης και άρα έργο του Δικαστηρίου ως καταγράφεται πιο πάνω. Ορθά, περαιτέρω, επεσήμανε το Κακουργοδικείο ότι το δωμάτιο της Παραπονούμενης και οι συνθήκες που επικρατούσαν σε αυτό δεν αμφισβητήθηκαν, με αποτέλεσμα να διατηρεί επιφυλάξεις ως προς το τι θα μπορούσε να είχε προσφέρει τυχόν αυτοψία. Υπενθυμίζεται ότι θέση της Παραπονούμενης αποτέλεσε ότι προσποιείτο πως κοιμόταν κατά την ώρα του βιασμού και άρα δεν θα εξυπηρετούσε σε κάτι ένας έλεγχος της ηχομόνωσης του σπιτιού.
Μελέτη των πρακτικών καταδεικνύει ότι ο Μ.Υ.5 όντως προσπάθησε να πείσει το Κακουργοδικείο ότι η Παραπονούμενη ψεύδετο, αναγκάζοντας το Δικαστήριο να παρέμβει. Κατ’ επέκταση, η κατάληξη του Κακουργοδικείου στην Απόφαση του ότι διέκρινε προσωπικές τοποθετήσεις του Μ.Υ.5 «ωσάν να ανέλαβε την υπεράσπιση του κατηγορούμενου, τοποθετούμενος ότι δεν μπορούσε να δεχθεί ότι η ανήλικη ήταν ειλικρινής όταν ανέφερε…ότι δεν γνώριζε ότι «είχε δύο τρύπες»…» βρίσκει έρεισμα στα πρακτικά.
Σημειώνουμε ότι η εισήγηση της πλευράς του Εφεσείοντος περί ταυτόσημης γνώμης των δύο ιατροδικαστών και του Μ.Υ.3 όσον αφορά στην επίγνωση των βασικών λειτουργιών του αναπαραγωγικού συστήματος που ένα άτομο της ηλικίας των 13 - 14 ετών αναμένεται να έχει, δεν βρίσκει έρεισμα στα πρακτικά. Ο Μ.Κ.12 δεν αναφέρθηκε σε τέτοιο πράγμα. Οι ερωτήσεις προς τον Μ.Κ.12 περιεστράφηκαν γύρω από το κατά πόσον η ρήξη του παρθενικού υμένα είναι επώδυνη, στο οποίο επέμενε ότι «ο πόνος είναι σχετικός», αναφέροντας απλώς ότι εάν εισέλθει ξένο σώμα εντός του κόλπου θεωρεί ότι μία 13χρονη θα το καταλάβει. Αυτή η τοποθέτηση δεν αντιφάσκει ή «θέτει εν αμφιβόλω» την αξιοπιστία της Παραπονούμενης, η οποία δεν είπε σε οποιοδήποτε στάδιο ότι δεν αντιλήφθηκε πως είχε εισέλθει το πέος του Κατηγορούμενου μέσα της. Απλώς δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει εάν ο βιασμός ήταν κολπικός ή πρωκτικός. Η διείσδυση ήταν δεδομένη για την ίδια.
Με αυτά τα δεδομένα δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης μας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων από το Κακουργοδικείο.
Μαρτυρία Συγγενικών Προσώπων
Θέση του Κατηγορούμενου αποτελεί ότι υπήρξε διαφορετική προσέγγιση του Κακουργοδικείου κατά την αξιολόγηση των Μ.Κ.7, 8, 9 και 10, ήτοι του θείου, πατέρα, θείας και γιαγιάς της Παραπονούμενης αντίστοιχα, με αυτήν των Μ.Υ.1 και 2, ήτοι της μητέρας και του αδελφού της.
Ο Μ.Κ.7 περιέγραψε στο Δικαστήριο την περίπτωση όπου είχε θυμώσει στην Παραπονούμενη ένεκα του ότι οδήγησε το ποδήλατο της επικίνδυνα. Η Παραπονούμενη τότε είπε στον εξάδελφο της, γιο του Μ.Κ.7, «αν σας πω πως εγώ περνώ στο σπίτι μου εννά μείνετε όλοι σας με το στόμα ανοιχτό». Αυτή η συνομιλία προκάλεσε ανησυχία στον Μ.Κ.7, ο οποίος το μετέφερε στη σύζυγο του, τη Μ.Κ.9. Η τελευταία ανέφερε ότι προσπάθησε να μιλήσει με την Παραπονούμενη, η οποία της είπε πως την στεναχώρησε το ότι της θύμωσε ο Μ.Κ.7, επειδή ένιωσε σαν να έβλεπε τον Κατηγορούμενο μπροστά της. Επίσης η Παραπονούμενη είχε πει στην Μ.Κ.9 ότι ο Κατηγορούμενος είχε βρει ένα χαρτάκι στη τσάντα του σχολείου της που έγραφε τα ονόματα της ίδιας και ενός αγοριού και ότι ο Κατηγορούμενος τής θύμωσε, ρωτώντας την αν αγαπά άλλον, αναγκάζοντας την να φάει το χαρτί και λέγοντας της ότι είναι πουτάνα. Αυτά προκάλεσαν ιδιαίτερη ανησυχία στην Μ.Κ.9 αφού θεώρησε ότι έδειχναν ζήλια από πλευράς Κατηγορούμενου προς το άτομο της Παραπονούμενης. Γι’ αυτό το λόγο είπε τις υποψίες της στη γιαγιά της Παραπονούμενης, τη Μ.Κ.10.
Οι Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9 δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση περί του ότι όντως έλαβαν χώρα τα πιο πάνω. Η ουσία της μαρτυρίας τους έγκειται στο πώς ξεκίνησε η αποκάλυψη από μέρους της Παραπονούμενης των επίδικων γεγονότων. Ως εκ τούτου δεν θεωρούμε ότι τίθετο οποιοδήποτε ζήτημα αμφισβήτησης της ειλικρίνειας τους.
Η Μ.Κ.10 γιαγιά, αναφερόμενη στη στενή σχέση που έχει με τα παιδιά του γιού της, του Μ.Κ.8, περιέγραψε τα συμβάντα στις 11.5.2019 όταν η Παραπονούμενη αποφάσισε να μετακομίσει πλέον μαζί της λέγοντας της την ιστορία με το χαρτάκι και για τη βία προς αυτήν από μέρους του Κατηγορούμενου. Παρά την έγνοια που η Παραπονούμενη είχε για τις συνέπειες που θα είχε η μητέρα και τα αδέλφια της αν ο Κατηγορούμενος πήγαινε φυλακή, πείστηκε ότι έπρεπε να πει στον πατέρα της τι συνέβαινε. Έτσι έλαβε χώρα η πρώτη καταγγελία στην Αστυνομία. Μετά το περιστατικό με τους Μ.Κ.7 και 9, η Μ.Κ.10 υποψιάστηκε ότι κάτι συμβαίνει και προσπάθησε να πείσει την Παραπονούμενη να της πει. Σταδιακά η Παραπονούμενη της είπε ότι ο Κατηγορούμενος έβαζε τα χέρια του μέσα από τα ρούχα της και την άγγιζε. Η Μ.Κ.10 τα ανέφερε στον πατέρα της Παραπονούμενης. Μετά που η Μ.Κ.10 έδωσε την κατάθεση της, η Παραπονούμενη της εκμυστηρεύτηκε ότι ο Κατηγορούμενος την είχε βιάσει δύο φορές. Την επόμενη μέρα με τον πατέρα της Παραπονούμενης μετέφεραν την τελευταία για να την εξετάσει ιατροδικαστής.
Ο πατέρας της Παραπονούμενης, ο Μ.Κ.8, έκανε αναφορά σε καταδίκη του Κατηγορούμενου προ δεκαετίας λόγω του ότι χτυπούσε τα παιδιά. Ακολούθως αναφέρθηκε στα όσα έλαβαν χώρα στις 11.5.2019 που η Παραπονούμενη αποφάσισε να μετακομίσει στο σπίτι της γιαγιάς της και στο ότι η Μ.Κ.10 του είπε πως ο Κατηγορούμενος βρίζει και δέρνει την Παραπονούμενη, πράγμα που του επιβεβαίωσε και η ίδια η Παραπονούμενη. Προχώρησε ο ίδιος σε καταγγελία στην Αστυνομία για βία στην οικογένεια. Στις 13.6.2019 ήρθε η Παραπονούμενη μαζί με τη γιαγιά της και του είπε ότι ο Κατηγορούμενος έβαζε τα χέρια του μέσα από τη φανέλα της και τής χάιδευε το στήθος και τα γεννητικά της όργανα. Η Παραπονούμενη ήταν διστακτική στο να πάνε στην Αστυνομία επειδή δεν ήθελε να μεγαλώσουν οι αδελφές της χωρίς πατέρα, αλλά ο ίδιος τής εξήγησε ότι έτσι θα βοηθήσει τόσο την ίδια όσο και τις αδελφές της. Στις 17.6.2019 ενημερώθηκε από τη μητέρα του για το ότι η Παραπονούμενη ισχυρίστηκε πως ο Κατηγορούμενος την είχε βιάσει και ο Μ.Κ.8 έδωσε τη συγκατάθεση του να εξεταστεί η ανήλικη από ιατροδικαστή. Με την Παραπονούμενη μετακόμισε στη Λευκωσία, μετά που η μικρή έκανε απόπειρες αυτοκτονίας, ώστε να είναι μακριά από τον Κατηγορούμενο. Περιέγραψε επίσης συνομιλία που ο ίδιος είχε με τη Μ.Υ.1, μητέρα της Παραπονούμενης, την οποία συνομιλία άκουσε και η ανήλικη, κατά τη διάρκεια της οποίας η Μ.Υ.1 είπε πως για εκείνη η Παραπονούμενη «έχει πεθάνει».
Το Κακουργοδικείο παρέθεσε την αρχή ότι στις περιπτώσεις όπου μάρτυρες έχουν στενή φιλική ή επαγγελματική σχέση με τους κατηγορούμενους ή παραπονούμενους, το Δικαστήριο οφείλει να είναι πολύ προσεκτικό στην αποτίμηση της μαρτυρίας τους. Κατέγραψε ότι η σχέση των Μ.Κ.8 και 10 ως πατέρας και γιαγιά, το οδήγησε να είναι σε «έντονη εγρήγορση». Παρά ταύτα, διέκρινε σαφήνεια και καθαρότητα στα λεγόμενα των Μ.Κ.8 και 10, στοιχεία τα οποία οδήγησαν στη με συνέπεια και αταλάντευτη εξιστόρηση των όσων μαρτύρησαν. Αναζητώντας κίνητρο για εκδίκηση έναντι είτε του Κατηγορούμενου είτε της Μ.Υ.1, κατέληξε με εύλογη αιτιολόγηση ότι τέτοιο δεν είχε καταδειχθεί.
Σημειώνουμε ότι ο Μ.Κ.8 δέχτηκε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει κατά πόσον αυτά που η Παραπονούμενη τού είπε είναι αλήθεια, απλώς εξέφρασε την πεποίθηση ότι με βάση την ιατροδικαστική έκθεση, και γνωρίζοντας την κόρη του, αληθεύουν. Εξήγησε επιπλέον ότι η ανήλικη δεν ένιωθε άνετα να του μεταφέρει κάποια περιστατικά και λεπτομέρειες και τα έλεγε στη γιαγιά της.
Η Μ.Υ.1, μητέρα της Παραπονούμενης και σύζυγος του Κατηγορούμενου, ανέφερε ότι η σχέση των δύο ήταν σαν να ήταν ο πραγματικός της πατέρας. Ο Κατηγορούμενος ήταν αυστηρός μεν αλλά δεν χτύπησε ποτέ κάποιο από τα παιδιά. Θέση της ήταν ότι η Παραπονούμενη έφυγε από το σπίτι λόγω παρατήρησης που της έκανε ο Κατηγορούμενος για αταξία. Όταν ρωτήθηκε η Μ.Υ.1 από τη Λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας αν ήθελε να έχει επικοινωνία με την Παραπονούμενη η Μ.Υ.1 απάντησε ότι θέλει τον χρόνο της. Θεωρεί ότι αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Παραπονούμενη προέβη στην καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου.
Ο Μ.Υ.2 αδελφός της Παραπονούμενης ανέφερε ότι στο σπίτι είναι όλοι αγαπημένοι. Εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Παραπονούμενη δεν λέει αλήθεια επειδή ο ίδιος είναι ο τελευταίος που κοιμάται και θα το είχε αντιληφθεί εάν συνέβαινε κάτι. Κατ’ επιλογή δική του δεν έχει σχέσεις με την Παραπονούμενη μετά που αυτή έφυγε από το σπίτι, ένεκα του ότι θεωρεί πως με τα ψέματα της δεν σεβάστηκε καθόλου την οικογένεια.
Το Κακουργοδικείο απερίφραστα κατέγραψε την αρνητική εντύπωση που άφησαν οι Μ.Υ.1 και 2. Ιδιαίτερα για την Μ.Υ.1 επισήμανε τις αντιφάσεις στις οποίες περιέπεσε, όπως το ότι δήθεν τηλεφωνούσε στην Παραπονούμενη μετά που η τελευταία έφυγε από το σπίτι, πράγμα που δεν υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη κατά τη μαρτυρία της, όπως και τις διαφορετικές εκδοχές μεταξύ της Μ.Υ.1 και του Κατηγορούμενου σχετικά με το πώς αυτός βρήκε το χαρτάκι. Απολύτως λογικός ήταν και ο προβληματισμός του Κακουργοδικείου ως προς το ότι η Μ.Υ.1 δεν συζήτησε καθόλου το θέμα της ρήξης του παρθενικού υμένα της Παραπονούμενης με την ίδια αλλά περιορίστηκε στο να ψάξει στο διαδίκτυο με ποιους άλλους τρόπους μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο. Ομοίως, το ότι ως μάνα δεν διερωτήθηκε τί εννοούσε η Παραπονούμενη όταν έγραψε ότι δεν άντεχε άλλο. Επισημαίνουμε και εμείς ότι η Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε πως ο Κατηγορούμενος ποτέ δεν χτύπησε τα παιδιά, πράγμα που αντιφάσκει με την προηγούμενη καταδίκη αυτού για βία στην οικογένεια, επειδή δεν το θεώρησε «σαν κτύπημα». Με τον ίδιο τρόπο η Μ.Υ.1 υποβάθμισε τις απόπειρες αυτοκτονίας και τη νοσηλεία της Παραπονούμενης σε Ψυχιατρικό Κέντρο Νοσηλείας, λέγοντας ότι δεν αποτελούσαν απόπειρες αλλά «απλώς έγδαρε τα χέρια της».
Είναι γεγονός ότι το Κακουργοδικείο προβαίνει σε εικασίες όσον αφορά στα κίνητρα του Μ.Υ.2, οι οποίες είναι εκτός πλαισίου του έργου αξιολόγησης, ιδιαίτερα αφού προβαίνει και σε ψυχολογική ανάλυση στην απουσία οποιασδήποτε επιστημονικής μαρτυρίας. Παρά ταύτα, το κίνητρο δεν σχετίστηκε με την αξιολόγηση, αφού κατέγραψε το Κακουργοδικείο πως δεν έκρινε τον Μ.Υ.2 για την άποψη του ότι ο πατέρας του δεν ασχολείτο μαζί του όταν ήταν μικρός, απλώς την εξέλαβε ως εξήγηση για την αρνητική του στάση προς τον πατέρα του και την επιθυμία του να υποστηρίξει τον Κατηγορούμενο. Εκείνο το οποίο έχει σημασία είναι το ότι ο Μ.Υ.2, παρότι δεν ήταν παρών κατά τα καταγγελλόμενα περιστατικά κακοποίησης, εντούτοις τοποθετείτο, όπως διέκρινε το Κακουργοδικείο, με «εμφανή στοιχεία εμπάθειας» προβάλλοντας ότι η Παραπονούμενη έλεγε ψέματα.
Μελετώντας τη μαρτυρία όλων των πιο πάνω, παρατηρούμε ότι αυτή των μαρτύρων κατηγορίας εστιάστηκε στα γεγονότα που περιέβαλλαν την αποκάλυψη των επίδικων γεγονότων από την Παραπονούμενη. Αντιθέτως, οι Μ.Υ.1 και 2 με τη μαρτυρία τους εξέφρασαν ουσιαστικά την πεποίθηση τους ότι ο Κατηγορούμενος είναι αθώος και η Παραπονούμενη ψεύδεται, εξ ου και επέλεξαν να μην έχουν πλέον επαφή μαζί της.
Δεν διαπιστώνουμε, συναφώς, το Κακουργοδικείο να χρησιμοποίησε διαφορετικά κριτήρια για την αξιολόγηση των συγγενικών προσώπων της Παραπονούμενης. Επρόκειτο για διαφορετικής φύσης μαρτυρία, ενώ επί των γεγονότων που ανέφεραν οι Μ.Κ.7 έως 10, και αποδέχτηκε το Κακουργοδικείο, δεν είχαν αμφισβητηθεί. Αιτιολόγησε τους λόγους για τους οποίους απέρριψε τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και 2 και αποδέχτηκε αυτή των Μ.Κ.7 έως 10. Με κάθε σεβασμό δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό του συνηγόρου για τον Εφεσείοντα πως παραβιάστηκε το δικαίωμα του να κριθεί από αμερόληπτο δικαστήριο. Η κατάληξη μας αυτή απαντά και στον Λόγο Έφεσης 14, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω σχολιασμός του.
Μαρτυρία Παραπονούμενης
Με τον όγδοο Λόγο Έφεσης προσβάλλεται η αξιολόγηση της Παραπονούμενης Μ.Κ.6 ως αξιόπιστης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα στο διάγραμμα του προβάλλει προς υποστήριξη του Λόγου Έφεσης την «επιλεκτική» επίκληση στη μνήμη της Παραπονούμενης, το ότι αυτή δεν έδωσε «συνεκτική ή διαυγή εικόνα» ως προς τη χρονική σειρά των περιστατικών, το γεγονός ότι δεν ανέφερε κάτι για βιασμό στις πρώτες της καταθέσεις, το ότι ευχαρίστησε και τον Κατηγορούμενο όταν έφυγε από το σπίτι, αλλά ιδιαίτερα τον ισχυρισμό της για έλλειψη γνώσης περί των γεννητικών της οργάνων.
Είναι γεγονός ότι η Παραπονούμενη στην οπτικογραφημένη της κατάθεση ημερ. 13.5.2019 (Τεκμήριο 36) αναφέρθηκε μόνο στο περιστατικό που έγινε τη μέρα που έφυγε από το σπίτι (9.5.2019), όπου ισχυρίστηκε ότι την έδειρε ο Κατηγορούμενος στο μάγουλο λόγω του ότι έκανε αταξίες με μία φίλη της. Στην δεύτερη κατάθεση ημερ. 14.6.2019 (Τεκμήριο 20) η Παραπονούμενη, πέραν των ισχυρισμών περί βίας, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος την πείραζε τις νύχτες ενώ ήταν στο κρεββάτι της και συγκεκριμένα ότι πείραζε το σώμα της, άγγιζε και φιλούσε το στήθος και τα γεννητικά της όργανα. Ανέφερε ότι αποφάσισε να το πει στη γιαγιά της ώστε να προστατευτούν και οι αδελφές της. Στην τρίτη κατάθεση της ημερ. 18.6.2019 (Τεκμήριο 26) αναφορά έγινε στο σημείωμα που η Παραπονούμενη άφησε όταν έφυγε από το σπίτι της μητέρας της και στο περιεχόμενο του ημερολογίου της. Στην τελευταία της, τέταρτη κατάθεση ημερ. 5.7.2019 (Τεκμήριο 25) η Παραπονούμενη ανέφερε πλέον ότι ο Κατηγορούμενος την άγγιζε με το πέος του, ότι αυτή ξάπλωνε μπρούμυτα και αυτός ερχόταν από πίσω της και «έβαλεν μέσα» της το γεννητικό του όργανο. Δεν ήταν σε θέση να πει πού ακριβώς όμως το είχε βάλει. Ανέφερε ότι ένιωσε λίγο πόνο, ενώ τη δεύτερη φορά που έγινε το ίδιο, ένιωσε και πάλι πόνο και διαπίστωσε ότι είχε λίγο αίμα όταν πήγε στο αποχωρητήριο.
Αντεξεταζόμενη η Παραπονούμενη δέχτηκε ότι είχε πει ψέμα στην δεύτερη κατάθεση της Τεκμήριο 20 όταν ανέφερε πως δεν είχε γίνει κάτι περισσότερο από αγγίγματα και φιλιά. Ανέφερε ότι ο λόγος που δεν είπε για βιασμό μέχρι την τέταρτη κατάθεση Τεκμήριο 25 ήταν επειδή δεν είχε το θάρρος και ένιωθε πολύ φόβο, καθώς και επειδή ντρεπόταν. Ερωτηθείσα τι συνέβηκε και το είπε τελικά, απάντησε ότι δεν ήθελε να περάσει η μικρή της αδελφή τα ίδια που πέρασε εκείνη.
Όσον αφορά στο κατά πόσον ο βιασμός ήταν κολπικός ή πρωκτικός, η Παραπονούμενη επέμενε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο πίστευε πως οι γυναίκες έχουν μόνο μία τρύπα. Ένιωσε το γεννητικό όργανο του Κατηγορούμενου να μπαίνει μέσα της αλλά δεν ήξερε από πού. Την ακριβή ανατομία τής εξήγησαν η «κα Ειρήνη με την κα Ελένη» (η συνήγορος και η ανακρίτρια). Ερωτηθείσα για το μάθημα Βιολογίας η Παραπονούμενη εξήγησε ότι στο σχολείο δεν μαθαίναν για το από πού μπορεί μία γυναίκα να έρθει σε σεξουαλική επαφή, αλλά απλώς τα μέρη του σώματος της γυναίκας.
Το Κακουργοδικείο κατέγραψε ότι η μαρτυρία ενός παιδιού χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και αντίκρισης. Παραθέτουμε απόσπασμα από την απόφαση R v. B (2010) EWCA Crim. 4 στην οποία παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο:
«We emphasize that in our collective experience the age of a witness is not determinative on his or her ability to give truthful and accurate evidence. Like adults some children will provide truthful and accurate testimony, and some will not. However, children are not miniature adults, but children, and to be treated and judged for what they will, in years ahead, grow to be».
Το Κακουργοδικείο επεσήμανε ότι η πρώτη, απροσδιόριστη, αποκάλυψη έγινε αυθόρμητα όταν η Παραπονούμενη βρέθηκε σε στιγμή πίεσης μετά που της θύμωσε ο θείος της ο Μ.Κ.7. Διαπίστωσε ότι πρόκειται για περίπτωση κλιμακωτής αποκάλυψης, πράγμα που είχε εξηγήσει επιστημονικά και η Μ.Κ.5. Συγκεκριμένα, η Μ.Κ.5 είχε επεξηγήσει ότι η αποκάλυψη είναι μια επίπονη και δύσκολη διαδικασία και γίνεται με μεγάλη δυσκολία, ενώ συνήθως τα παιδιά δεν αποκαλύπτουν ότι υφίστανται κακοποίηση όσο αυτή διαρκεί. Εξήγησε επιπλέον ότι είναι σύνηθες φαινόμενο ένα παιδί να αποκαλύπτει σταδιακά, λέγοντας τα εξής:
«Αρχικά όπως προανέφερα, μπορεί να γίνει και μια τυχαία αποκάλυψη έτσι πιο αόριστη χωρίς πολλές έτσι πληροφορίες. Κάποιες έρευνες χωρίζουν τη φάση αυτή σε δοκιμαστική και ενεργή. Πάντως στο σύνολο των ερευνών φαίνεται ότι σταδιακά και βήμα βήμα ένα παιδί μπορεί να προβεί σε περαιτέρω αποκαλύψεις. Δεν αποκαλύπτει κατευθείαν δηλαδή τα γεγονότα».
Έτσι έγινε και εν προκειμένω.
Όσον αφορά στον χρονικό προσδιορισμό των επίμαχων γεγονότων η Παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν θυμόταν ακριβώς πότε ξεκίνησε ο Κατηγορούμενος να την «πειράζει», αλλά θυμόταν ότι ήταν όταν πήγαινε στην Ε? Δημοτικού. Για την πρώτη φορά που την βίασε, αντεξεταζόμενη κατά πόσο δεν ήταν κάτι που να έμεινε στη μνήμη της ως «κάτι το τρομερό» ώστε να το θυμάται, η Παραπονούμενη απάντησε ότι θυμάται τις λεπτομέρειες του τι έγινε αλλά όχι ακριβώς την ημερομηνία.
Το Κακουργοδικείο σημείωσε, ορθά, πως το γεγονός ότι η Παραπονούμενη δεν θυμόταν επακριβώς τις ημερομηνίες των διαφόρων περιστατικών, δεν αποτελούσε κλονιστικό της αξιοπιστίας της στοιχείο. Τα στοιχεία που έδωσε προσδιορίζοντας τον χρόνο, κρίθηκαν, με βάση την ηλικία της Παραπονούμενης, επαρκή. Η κατάληξη αυτή μας βρίσκει σύμφωνους. Όπως λέχθηκε στην Γ.Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/19, ημερ. 18.9.2020:
«Στις περιπτώσεις διάπραξης σεξουαλικών αδικημάτων που λαμβάνουν χώρα κατ’ επανάληψη και για παρατεταμένη χρονική περίοδο, παρουσιάζεται συνήθως δυσκολία στη διάκριση των επιμέρους περιστατικών και της αντιστοιχίας τους με συγκεκριμένες κατηγορίες. Το θύμα δεν μπορεί να θυμάται και να περιγράψει όλα τα περιστατικά, ιδίως όταν είναι πολλά, όμοια και επαναλαμβανόμενα και ακόμα περισσότερο όταν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη τους. Το πρόβλημα επιτείνεται όταν το θύμα είναι παιδί.
Σημασία έχει σε τέτοιες υποθέσεις ότι το θύμα έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά σε μια χρονική περίοδο, κατ’ επανάληψη, με κάποια συχνότητα και με τους τρόπους που μαρτυρούνται. ‘Αλλωστε έτσι προσδιορίζεται και η εγκληματική συμπεριφορά του δράστη κατηγορούμενου, που προδιαγράφει και την αρμόζουσα ποινή».
(βλ. και Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 271/22, ημερ. 20.12.2023).
Μέσα στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να αντικριστεί και η καταγγελία που είχε γίνει για τον θείο Λένο από τα παιδιά όταν ήταν πιο μικρά. Στο σημείο αυτό τονίζουμε πως δεν ευσταθεί η εισήγηση στο διάγραμμα του Κατηγορούμενου ότι η Παραπονούμενη θυμόταν ξεκάθαρα τα γεγονότα της υπό αναφορά περίπτωσης. Αντιθέτως, όχι μόνο δεν είπε ότι τα θυμόταν αλλά ανέφερε ότι δεν θυμόταν καν αν όντως συνέβηκε.
Σε σχέση με το σημείωμα (Τεκμήριο 16) με το οποίο η Παραπονούμενη ευχαρίστησε όλους, περιλαμβανομένου του Κατηγορούμενου, θέση της ήταν ότι το έπραξε επειδή «δεν ήταν μόνο κακές στιγμές, υπάρχουν και καλές». Επί του σημείου αυτού το Κακουργοδικείο επισήμανε ότι η Παραπονούμενη ήταν αντικειμενική με τον Κατηγορούμενο, περιγράφοντας τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά της συμπεριφοράς του, πράγμα για το οποίο προσέθεσε ότι ενδυναμώνει ακόμη περισσότερο την αντίληψη του πως η μαρτυρία της ήταν γνήσια και αυθεντική χωρίς αλλότρια κίνητρα.
Το ζήτημα του από πού είχε βιαστεί η Παραπονούμενη αποτέλεσε σημείο προβληματισμού για το Κακουργοδικείο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι η Παραπονούμενη ήταν ειλικρινής και ότι η μαρτυρία προέκυψε από την αυθεντική της αντίληψη και αδυναμία της να συγκεκριμενοποιήσει πού αισθάνθηκε μέσα της το πέος του Κατηγορούμενου. Αυτά, αφού ορθά συνυπολόγισε ότι η μαρτυρία προερχόταν από ένα παιδί 12 ετών, φοβισμένο.
Συμφωνούμε επίσης ότι το θέμα δεν αποτελούσε ζήτημα καθαρά ιατροδικαστικής, αφού εξαρτάται και από περιστάσεις όπως ο φόβος, η στενοχώρια και η σύγχυση. Προσθέτουμε πως δεν αποτέλεσε θέση της Παραπονούμενης ότι δεν είχε αντιληφθεί την εισδοχή του πέους του Κατηγορούμενου στο σώμα της, αφού ρητά ανέφερε ότι το αισθάνθηκε να μπαίνει μέσα της. Απλώς δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το ακριβές σημείο της διείσδυσης. Θα λέγαμε μάλιστα ότι η θέση αυτή της Παραπονούμενης μάλλον δείχνει έλλειψη καθοδήγησης της από τρίτους και επιβεβαιώνει το αυθόρμητο και γνήσιο της μαρτυρίας της. Όπως λέχθηκε και στην Θεοδοσίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 279/18, ημερ. 28.7.2020, ECLI:CY:AD:2020:B271:
«Η περιγραφή των γεγονότων από την ανήλικη με τον τρόπο τον δικό της, όπως έκρινε το Κακουργιοδικείο, συνήδε με τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Her Majesty the Queen v. A.A. 2015 ONSC 6278 9/10/2015 Superior Court Justice, Ontario και με τη μαρτυρία της ΜΚ5, ότι ένα παιδί μιλά τη γλώσσα τη δική του και όχι τη γλώσσα των μεγάλων και περιγράφει πράγματα προσωπικά και γεγονότα με τον τρόπο που το ίδιο αντιλαμβάνεται και τα βιώνει…».
Έχοντας αναλύσει τις διάφορες πτυχές της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, το Κακουργοδικείο σημείωσε πως η μαρτυρία αυτής διέπετο από συνοχή και συνέπεια, εντόπισε μάλιστα βεβαιότητα και φυσικότητα στα λεγόμενα της κατά την περιγραφή περιστατικών, συνοδευόμενα από πειστικές λεπτομέρειες και αυθορμητισμό. Όσον αφορά στις εισηγήσεις της πλευράς του Κατηγορουμένου, το Κακουργοδικείο σημείωσε ότι δεν είχε εντοπίσει κάποια αντίφαση άξια λόγου από ένα παιδί με ιστορικό προβλημάτων ψυχικής υγείας. Όπως κατέγραψε:
«Αν και με φτωχό λεξιλόγιο, καμία δυσκολία υπήρξε στην έκφραση ή στη διατύπωση των λεγομένων της προκύπτει, ως επιβεβαιώνεται άλλωστε και από τα πρακτικά της υπόθεσης. Παρά την έκδηλη διστακτικότητα της, στοιχείο ντροπαλότητας, ως κρίνουμε, και έλλειψης οικειότητας με τις πράξεις σεξουαλικού περιεχομένου που καλείτο να περιγράψει, ενώ δεν δυσκολευόταν στις αναφορές που σχετίζονταν με άλλου είδους συμπεριφορά του κατηγορούμενου, είχε σαφή τρόπο έκφρασης και απέδωσε το νόημα των λεγομένων της με καθαρά λόγια, ως εκ τούτου πιο πειστικά και συγκεκριμένα, χωρίς να πλατειάζει. Σημειώνουμε ακόμα πως η μνήμη της, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας της ήταν καλή και δεν παρουσίαζε στοιχεία ύποπτης αδυναμίας».
Τα πιο πάνω οδηγούν στο ότι δεν υπάρχει πεδίο επέμβασης μας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης από το Κακουργοδικείο, η οποία ήταν αιτιολογημένη και λεπτομερής.
Μαρτυρία Κατηγορούμενου
Θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι ουδέποτε άγγιξε την Παραπονούμενη, την οποία βλέπει σαν πραγματική του θυγατέρα. Ούτε την χτύπησε ποτέ. Θεωρεί ότι η Παραπονούμενη είπε αυτά που είπε εναντίον του επειδή ήταν αυστηρός μαζί της και δεν την άφηνε να βγαίνει τα βράδια, καθώς και ότι την έβαλε ο πατέρας της να τα πει ώστε (εκβιαστικά) να του ζητήσει χρήματα.
Το Κακουργοδικείο αποκόμισε αρνητική εικόνα ως προς την αξιοπιστία του Κατηγορούμενου. Μεταξύ άλλων σημειώνουμε ότι, η θέση του Κατηγορούμενου ότι η Παραπονούμενη έκανε σπαγγάτο και άλλες επικίνδυνες γυμναστικές ασκήσεις, αφήνοντας να νοηθεί ότι η ρήξη του παρθενικού της υμένα οφείλετο σε αυτές, απορρίφθηκε από το Κακουργοδικείο, το οποίο επισήμανε ότι αφενός δεν είχε υποβληθεί στην Παραπονούμενη και, αφετέρου, ούτε ο Κατηγορούμενος ούτε η Μ.Υ.1 είχαν πει ότι η Παραπονούμενη τους παραπονέθηκε οποτεδήποτε για πόνο ή αίμα εξαιτίας τέτοιας ενασχόλησης.
Λογική ήταν και η παρατήρηση του Κακουργοδικείου ότι ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου πως ήθελε την Παραπονούμενη να επιστρέψει στο σπίτι για να είναι κοντά στη μητέρα της δεν συνήδε με το ότι η ίδια η μητέρα, η Μ.Υ.1, δεν ήθελε να έχει επικοινωνία μαζί της. Χαρακτήρισε ως ύποπτη τη διόρθωση της κατάθεσης του Κατηγορούμενου ώστε να λέει ότι έπαιρνε τα κορίτσια για ύπνο μόνο όταν ήταν πιο μικρές και πιο μετά, όταν μεγάλωσαν, πήγαιναν μόνες τους. Πέραν της εύλογης παρατήρησης του Κακουργοδικείου ότι δεν εξήγησε πού οφειλόταν η αρχική του απάντηση στην Αστυνομία, ορθά παρατήρησε και ότι η νέα εκδοχή βρισκόταν σε αντίφαση με τη μαρτυρία της Μ.Υ.1.
Δεν συμφωνούμε συναφώς, με τη θέση που προβάλλεται στο διάγραμμα του Κατηγορουμένου ότι η προσέγγιση του Κακουργοδικείου είχε σκοπό να δικαιολογήσει την καταδικαστική ετυμηγορία παρά να εξετάσει πραγματικά τα λεγόμενα του (Κατηγορούμενου). Το Κακουργοδικείο αιτιολόγησε το γιατί δεν αποδέχτηκε τη μαρτυρία του και δεν παρέχεται πεδίο για επέμβαση μας.
Εν όψει των πιο πάνω οι Λόγοι Έφεσης 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9 και 14 δεν μπορούν να πετύχουν.
Υποστηρικτική Μαρτυρία - Λόγοι Έφεσης 10 και 11
Η διαφορά της υποστηρικτικής μαρτυρίας από την ενισχυτική μαρτυρία επεξηγήθηκαν στην Δ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 57/20, ημερ. 6.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:B432 ως εξής:
«Η πιο πάνω θέση, με κάθε σεβασμό, είναι άνευ ερείσματος και, ενδεχομένως, να είναι το αποτέλεσμα παρανόησης και/ή σύγχυσης μεταξύ υποστηρικτικής και ενισχυτικής μαρτυρίας. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό ότι ενισχυτική μαρτυρία είναι μαρτυρία που τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι, όχι μόνο διαπράχθηκε αδίκημα, αλλά και ότι εκείνος που το διέπραξε είναι ο Εφεσείων (Meitanis v. The Republic (1967) 2 C.L.R. 31), ενώ υποστηρικτική μαρτυρία (supportive evidence), είναι η μαρτυρία που δυνατόν να τεκμηριώνει και να στηρίζει τη μαρτυρία ενός μάρτυρα - στην προκείμενη περίπτωση της Παραπονούμενης - ως προς τα επίδικα ζητήματα (Hadjisavva alias Koutras v. The Republic (1976) 2 C.L.R. 13, Κουσουλίδης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 10/2018, ημερ. 9/11/2018 και Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω))».
Σημειώνουμε ότι, όπως αναφέρθηκε στην Z.A.H. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 137/22 κ.ά., ημερ. 8.11.2024, τέτοια υποστηρικτική μαρτυρία δεν είναι απαραίτητο να αφορά στον κατηγορούμενο αλλά είναι δυνατόν να αφορά οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα καλείται κάποιο Δικαστήριο να αποφασίσει.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο με τον Λόγο Έφεσης 10 εισηγείται ότι η μαρτυρία των Μ.Κ.7 και 9 εσφαλμένα κρίθηκε ως υποστηρικτική αφού πρόκειται για αυτοεξυπηρετικές δηλώσεις.
Το ζήτημα εξετάστηκε με το ίδιο υπόβαθρο στην Κ.Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 145/22, ημερ. 31.7.2025 στην οποία οι Μ.Κ.4, 8 και 9 ήσαν μέλη της οικογένειας της εκεί παραπονούμενης και η Μ.Κ.10 η Αστυφύλακας και έδωσαν μαρτυρία ως προς την αποκάλυψη σε αυτούς από την παραπονούμενη της σεξουαλικής κακοποίησης. Παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα το οποίο απαντά στα πιο πάνω εγειρόμενα:
«Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.4, 8, 9 και 10 προσβάλλεται ειδικά με τον Λόγο Έφεσης 5 σε συνάρτηση με εισήγηση για εσφαλμένη αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας. Θεωρούμε ότι ο Λόγος Έφεσης 4 αφορά τους ίδιους μάρτυρες, παρά το ότι τόσο στην αιτιολογία του όσο και στο διάγραμμα της ευπαίδευτης συνηγόρου για τον Εφεσείοντα, δεν διευκρινίζεται ποια είναι η μαρτυρία την οποία θεωρεί «αυτοεξυπηρετική». Με τον Λόγο Έφεσης 9 προσβάλλεται η κατάληξη του Κακουργοδικείου ότι αριθμός μαρτύρων, μεταξύ αυτών οι Μ.Κ.4, 8, 9 και 10, κρίθηκαν αξιόπιστοι. Κρίνουμε συνεπώς χρήσιμο όπως εξεταστούν όλα τα πιο πάνω ταυτόχρονα.
…………
Μελετώντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης από το Κακουργοδικείο διαπιστώνουμε ότι οι μόνες άλλες μαρτυρίες στις οποίες γίνεται αναφορά είναι αυτές της Μ.Κ.6 και της Μ.Κ.8. Ρητά, όμως, το Κακουργοδικείο καταγράφει ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.6 έχει βαρύτητα μόνο ως προς την εξήγηση των αντιδράσεων της παραπονούμενης και όχι ως προς την αλήθεια των λεχθέντων της. Για την Μ.Κ.8 η αναφορά περιορίζεται στο ότι η παραπονούμενη προσπάθησε και προηγουμένως να της πει τι της συνέβαινε, αλλά η Μ.Κ.8 δεν το αντιλήφθηκε.
Δεν συμφωνούμε ότι τα πιο πάνω συνιστούν αυτοεξυπηρετικές δηλώσεις της παραπονούμενης εν τη εννοία του Νόμου. Τα όσα δε λέχθηκαν από τους Μ.Κ.4, 8, 9 και 10 αφορούν στον τρόπο και χρόνο κατά τον οποίο η παραπονούμενη αποκάλυψε την κακοποίηση την οποία υφίστατο. Με δεδομένο πως η όλη γραμμή υπεράσπισης σαφώς εμπεριείχε την υποβολή ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης συνιστούσε κατασκεύασμα, οι πιο πάνω δηλώσεις ήταν με βάση το Άρθρο 30(2) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, επιτρεπτές ως εξαίρεση του σχετικού κανόνα (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης», των Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη, 2014, σελ. 687). Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, μαρτυρία προηγούμενων δηλώσεων ενός μάρτυρος με σκοπό την ενίσχυση της αξιοπιστίας του εκτός «(α)...(β)..» δεν προσφέρονται για την αλήθεια του περιεχομένου τους αλλά για τη συνέπεια στην εκδοχή της παραπονούμενης. Περαιτέρω, αφορούν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αποκάλυψε για πρώτη φορά τη σεξουαλική κακοποίηση την οποία υπέστη. Η υποβολή καθυστερημένου παραπόνου και η εξήγηση η οποία προσφέρεται για την καθυστέρηση αποτελούν ζητήματα τα οποία άπτονται της αξιοπιστίας της παραπονούμενης (βλ. Γ.Π.Β. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 5/2020, ημερ. 30.7.2021)».
Μέμφεται επίσης ο Εφεσείοντας την κατάληξη του Κακουργοδικείου να χαρακτηρίσει ως υποστηρικτική μαρτυρία το ημερολόγιο της Παραπονούμενης. Εντούτοις, μέσα από την αιτιολογία του Λόγου Έφεσης 11 προβάλλει ότι εκείνο που προσβάλλεται ουσιαστικά είναι αυτή καθ’ αυτή η αποδοχή του ημερολογίου και του περιεχομένου του.
Η Παραπονούμενη ανέφερε ότι έγραφε στο ημερολόγιο Τεκμήριο 14 από τον καιρό που ήταν μαθήτρια της Στ? Τάξης Δημοτικού. Θέση της ήταν ότι την τέταρτη σελίδα την είχε γραμμένη από πριν αλλά την ξαναέγραψε μετά που έφυγε από το σπίτι της μητέρας της, λόγω του ότι σκίστηκε στην προσπάθεια της να ανοίξει το ημερολόγιο. Όντως, πριν από την εν λόγω σελίδα εξέχει ένα μέρος σκισμένης σελίδας.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα διερωτάται πώς είναι δυνατό να σκίστηκε η τέταρτη σελίδα αντί η πρώτη, αλλά προσθέτει και ότι η Παραπονούμενη αλλοίωσε το περιεχόμενο του ημερολογίου. Το επιχείρημα αυτό παραγνωρίζει ότι στην έκτη σελίδα, για την οποία δεν υπήρξε καμμιά αναφορά και δεν εγείρεται ζήτημα αλλοίωσης, η Παραπονούμενη γράφει:
«Θεούλη μου δεν μπορώ άλλο να έρχεται τις νύχτες. Δεν αντέχω άλλο και όταν του λέω πως δεν μου αρέσει φεύγει και την επόμενη μέρα γίνεται πάρα πολύ σκληρός μαζί μου. Δεν αντέχω άλλο θέλω τον παπά μου».
Εν όψει των πιο πάνω και της Νομολογίας που παρατίθεται, δεν βρίσκουμε οτιδήποτε μεμπτό στα πιο κάτω λεχθέντα από το Κακουργοδικείο:
«Τέλος θεωρούμε πως υποστηρικτική μαρτυρία, στην εκδοχή της ανήλικης, συνιστά και το ημερολόγιο της – Τεκμήριο 14 – στο οποίο έγραψε διάφορες σκέψεις της που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, σε χρόνο ανύποπτο και όχι για σκοπούς ενίσχυσης της καταγγελίας της. Άλλωστε όταν έφυγε από το σπίτι δεν το πήρε μαζί της αλλά το πήρε αργότερα όταν επισκέφθηκε τη μητέρα της που γέννησε την αδελφή της Λ..».
Οι Λόγοι Έφεσης 10 και 11 δεν ευσταθούν.
Ευρήματα Δικαστηρίου και Συστατικά Στοιχεία Βιασμού - Λόγος Έφεσης 5
Πριν την όποια ενδεχόμενη ενασχόληση με την ουσία του Λόγου Έφεσης 5, θα πρέπει να πούμε ότι παρατηρείται ένα σοβαρό δικονομικό κώλυμα, όσον αφορά την ίδια την εξέταση του. Με το διάγραμμα του ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα αναπτύσσει τη θέση ότι ακόμη και αν γίνει πλήρως αποδεκτή η μαρτυρία της Παραπονούμενης δεν υπήρχε το υπόβαθρο για θεμελίωση καταδίκης στις Κατηγορίες 1 έως 8 δυνάμει του Άρθρου 144 του Π.Κ. ως ίσχυε τότε. Η ουσία της θέσης αυτής είναι ότι πριν την τροποποίηση του προαναφερόμενου Άρθρου, για να αποδειχθεί βιασμός έπρεπε να υπήρχε εισδοχή του πέους στον κόλπο της παραπονούμενης.
Στον ίδιο τον Λόγο Έφεσης 5 όμως, ή έστω στην αιτιολογία του δεν προβάλλεται τέτοιο επιχείρημα. Υπενθυμίζουμε ότι δεν επιτρέπεται η διεύρυνση λόγου έφεσης με την ανάδειξη νέων ζητημάτων είτε στην αιτιολογία είτε στο διάγραμμα. Όπως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρέα κ.ά., Ποιν. Έφ. 13/22 κ.ά., ημερ. 25.2.2025:
«Οι λόγοι έφεσης επί του εφετηρίου χωρίζονται σε δύο τμήματα, τον «λόγο έφεσης» και την «αιτιολογία». Στον «λόγο έφεσης», με περιεκτικό, συνοπτικό και στοχευμένο τρόπο προσδιορίζεται επακριβώς ο λόγος για τον οποίο ο εφεσείων παραπονιέται. Με τον τρόπο αυτό, το Εφετείο δύναται με ευκολία να εντοπίσει και να κατανοήσει το παράπονο του εφεσείοντος και με ανάλογη στόχευση, να το εξετάσει και να δώσει απάντηση. Στην «αιτιολογία» σε απόλυτη και περιοριστική συνάφεια με τον «λόγο έφεσης», χωρίς αχρείαστους πλατειασμούς, παρατίθενται οι λεπτομέρειες του «λόγου έφεσης». Ως προδιαγράφει και ο υπότιτλος, δίνεται η αιτιολογία του λόγου έφεσης με παραπομπή σε σχετικά γεγονότα, σε επίμαχες αναφορές στην εκκαλούμενη απόφαση, αλλά και σε βοηθητική νομολογία όπου χρειάζεται. Δεν επιτρέπεται στην «αιτιολογία» η έγερση, επέκταση ή ανάπτυξη θεμάτων που δεν καλύπτονται από τον «λόγο έφεσης», ο οποίος αποτελεί το μόνο και μοναδικό υπόβαθρό προς εξέταση. Όπου γίνεται τούτο, οι αναφορές αγνοούνται από το Εφετείο. Στην Alkis H. Hadjikyriacos (Frou Biscuits) Public Ltd v. Ευσταθιάδης Πολ. Έφεση 322/2013, ημερ.16.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:A305, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα:
«Όπως είναι νομολογημένο, ένα θέμα που δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο έφεσης, όπως στο προκείμενο, αλλά παρείσφρησε ως μέρος της αιτιολογίας του λόγου έφεσης, δεν εξετάζεται. (Βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238). Περαιτέρω, οι λόγοι έφεσης αποτελούν το περιοριστικό πλαίσιο της έφεσης. Δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από αυτό. Οτιδήποτε προβάλλεται ως λόγος έφεσης δεν εξετάζεται, και είναι απαραίτητο όπως με την αιτιολογία προσδιορίζονται τα συστατικά στοιχεία του λόγου έφεσης που καθιστούν μια απόφαση τρωτή. (Βλ. Προκοπίου v. Ryan κ.ά. (2012) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1982).»
Εντούτοις, για σκοπούς πληρότητας, σημειώνουμε ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης ως προς το ότι ένιωσε το πέος του Κατηγορούμενου να μπαίνει μέσα της, σε συνδυασμό με το ότι είχε αίμα μετά τη δεύτερη φορά που αυτό συνέβη, το ότι δεν είχε ποτέ σεξουαλική επαφή με άλλο άντρα και τη διαπίστωση του ιατροδικαστή Μ.Κ.12 περί ρήξης παρθενικού υμένα, δικαιολογούσαν απολύτως την κατάληξη του Κακουργοδικείου ότι ο Κατηγορούμενος έβαλε το πέος του και τις δύο φορές στον κόλπο της Παραπονούμενης. Δεν πρόκειται για εικασίες, ως εισηγείται η πλευρά του Εφεσείοντος, αλλά για εύλογο συμπέρασμα βασιζόμενο σε αποδεκτή άμεση μαρτυρία περί διείσδυσης στο σώμα της.
Παραθέτουμε απόσπασμα από την Κ.Ι. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Επιπλέον σημειώνουμε ότι δεν είναι μεμπτή η εξαγωγή εύλογων συμπερασμάτων από το εκδικάζον Δικαστήριο, όπου φυσικά αυτό δικαιολογείται από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατ' επέκταση η μομφή που προβάλλει ο Εφεσείων για χρήση από το Κακουργοδικείο λέξεων όπως «προφανώς», ή η ερμηνεία λεχθέντων από μάρτυρες ως προς το πρόσωπο στο οποίο αυτοί αναφέρονταν, εμπίπτει ακριβώς στην αξιολόγηση των όσων το Δικαστήριο διαπιστώνει στο πλαίσιο της ζώσας διαδικασίας».
Ως προς το ημερολόγιο οι θέσεις του Εφεσείοντος έχουν ήδη απαντηθεί στο πλαίσιο του Λόγου Έφεσης 11 πιο πάνω. Στην αιτιολογία του Λόγου Έφεσης γίνεται αναφορά σε εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τη διάρκεια των βιασμών δεν υπήρχε κανένας στο σπίτι. Πέραν του ότι αυτό δεν αναπτύχθηκε περαιτέρω στο διάγραμμα, δεν έχουμε εντοπίσει τέτοια αναφορά στα ευρήματα του Κακουργοδικείου.
Ούτε και ο Λόγος Έφεσης 5 μπορεί να πετύχει.
Λόγοι Έφεσης 12 και 13
Με τους Λόγους Έφεσης αυτούς προβάλλεται ότι η πρωτόδικη Απόφαση πάσχει από πλημμελή ή ανεπαρκή αιτιολογία, καθώς και ότι το Κακουργοδικείο απαιτεί από την Υπεράσπιση να αποδείξει την αθωότητα του Κατηγορουμένου.
Είναι καλά νομολογημένο ότι δεν απαιτείται ενασχόληση με όλα τα επιχειρήματα που εγείρονται από τους διάδικους (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 41). Το Κακουργοδικείο, όπως έχει αναλυθεί πιο πάνω, αιτιολόγησε πλήρως την κατάληξη του και το γιατί αποδέχτηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Αιτιολόγησε και επεξήγησε γιατί δεν έκανε δεκτή τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου και των Μ.Υ.1 και 2. Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί έχουν απορριφθεί ήδη πιο πάνω με λεπτομέρεια και απαντούν πλήρως στα όσα εγείρονται και με τους Λόγους Έφεσης 12 και 13.
Κατ’ επέκταση η Ποιν. Έφ. 217/22 υπόκειται σε απόρριψη ως αβάσιμη.
Ποιν. Εφ. 237/22 κατά της Ποινής
Με την Έφεση του ο Γενικός Εισαγγελέας προσβάλλει την ποινή που επιβλήθηκε στις Κατηγορίες 1 - 3, 5 - 7, 21, 22, 25, 26, 29, 33 και 35 ως έκδηλα ανεπαρκή. Το Κακουργοδικείο επέβαλε τις πιο κάτω ποινές:
- Για το αδίκημα του βιασμού, ποινή φυλακίσεως 14 ετών (Κατηγορίες 1 και 5),
Για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά κατάχρηση θέσης εξουσίας, ποινή φυλακίσεως 14 ετών (Κατηγορίες 2 και 6),
- Για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, ποινή φυλακίσεως 9 ετών (Κατηγορίες 3 και 7),
- Για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά κατάχρηση θέσης εξουσίας, ποινή φυλακίσεως 6 ετών (Κατηγορίες 21, 25, 29 και 33),
- Για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, ποινή φυλακίσεως 4 ετών (Κατηγορίες 22 και 26).
Σημειώνουμε ότι στην Κατηγορία 35 ο Κατηγορούμενος είχε αθωωθεί και άρα δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή. Θεωρούμε ότι η αναφορά στην Κατηγορία αυτή στον Λόγο Έφεσης οφείλεται σε σφάλμα.
Επαναλαμβάνουμε την πάγια αρχή ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής αλλά απλώς εξετάζει κατά πόσο αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο που καθορίζεται από τη Νομολογία και που αρμόζει στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Z.A.H. (πιο πάνω)).
Η σοβαρότητα, ιδιαίτερα των αδικημάτων της Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιού και του Βιασμού είναι αυταπόδεικτη από το ότι. τόσο στο Άρθρο 6(4)(α)(7) του Ν.91(Ι)/14 όσο και στο Άρθρο 144 του Π.Κ. η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης δια βίου.
Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Εφεσείων ήταν πατριός της Παραπονούμενης, η οποία ήταν μόλις 12 ετών όταν αυτός άρχισε να την παρενοχλεί. Στην όλη του συμπεριφορά δεν μπορεί να αγνοηθεί και ο φόβος που ένιωθε η Παραπονούμενη για αυτόν ένεκα της βίας που της ασκούσε, χτυπώντας την και βρίζοντας την. Μάλιστα σε ένα τέτοιο επεισόδιο που ο Κατηγορούμενος της χτυπούσε το κεφάλι στο πάτωμα, η ανήλικη φοβήθηκε τόσο πολύ που ούρησε πάνω της. Βασικά, εκμεταλλευόμενος τη θέση ισχύος που είχε έναντι ενός ανυπεράσπιστου παιδιού, ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε το παιδί που κανονικά όφειλε να προστατεύει ως πατριός του, προς ικανοποίηση των νοσηρών του επιθυμιών. Δεν μπορούμε να μην λάβουμε υπόψη ότι η ανήλικη Παραπονούμενη έκανε τρεις προσπάθειες αυτοκτονίας, νοσηλεύτηκε στο Τμήμα Ενδονοσοκομειακής Νοσηλείας Εφήβων και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή μέχρι σήμερα. Αναγκάστηκε δε να μετακομίσει με τον πατέρα της στη Λευκωσία ώστε να είναι μακριά από τον Κατηγορούμενο κατόπιν εισηγήσεων συμβουλευτικών ψυχολόγων.
Όπως αναφέρεται στο Άρθρο 19(γ) του Ν.91(Ι)/14, όπου το αδίκημα διεπράχθη από μέλος της οικογένειας του θύματος, ή από πρόσωπο που έχει κάνει κατάχρηση θέσεως εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας, θα λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ως επιβαρυντικός παράγοντας.
Τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε είναι ιδιαίτερα σοβαρά, εφόσον τραυματίζουν τον ψυχικό και σωματικό κόσμο ενός αθώου παιδιού (βλ. Λευκαρίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 1165). Στην Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 178/17, ημερ. 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457 αναφέρθηκε ότι:
«Η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται, και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας».
(βλ. και D.G.S. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 148/23, ημερ. 20.9.2024, Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 184/15, ημερ. 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B72).
Στην Κ.Ι. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής επικυρώνοντας την επιβολή 20ετούς ποινής φυλακίσεως, τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα:
«Το Κακουργοδικείο έλαβε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Εφεσείοντα, την ηλικία του, το χαμηλό του μορφωτικό επίπεδο και τις προσωπικές του περιστάσεις. Αφού καθοδηγήθηκε από τη σχετική Νομολογία, επισήμανε ότι ο Εφεσείων αντί να «…φυλάσσει, προσέχει, επιβλέπει και να φροντίζει την παραπονούμενη και να της φέρνει την χαρά, το χαμόγελο, την ευτυχία και τα πιο πάνω αναφερθέντα συναισθήματα, συνεπικουρούμενα από συμβουλές για προστασία της από ξένους και άγνωστους, έφερε την ανηθικότητα, την καταρράκωση της ψυχής και του σώματος της, την δυστυχία, την βεβήλωση και τον εξευτελισμό της αγνής και ανόθευτης ψυχής και υπόστασης του προσώπου της παραπονούμενης…». Ορθά κατέγραψε ότι η περίπτωση φέρνει στην επιφάνεια μια αρρωστημένη και απεχθή συμπεριφορά η οποία υποσκάπτει τα θεμέλια της οικογένειας όπως τα γνωρίζουμε. Τόνισε, περαιτέρω, τον έντεχνο τρόπο που ο Εφεσείων χρησιμοποίησε για να προβεί στις αποτρόπαιες πράξεις του παρουσιάζοντας τες ως παιχνίδι, την συνεχή και συστηματική κακοποίηση της παραπονούμενης και το γεγονός ότι τη μία φορά που η παραπονούμενη αντιστάθηκε την χτύπησε προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη ενώ σε άλλες περιπτώσεις της έλεγε ότι δεν θα πάνε βόλτα με τα σκυλιά αν δεν ενδώσει».
Στην υπόθεση Μ.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 48/20, ημερ. 29.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:B367 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 27 ετών για συστηματική σεξουαλική κακοποίηση ανήλικης με κολπική και πρωκτική επαφή με τη χρήση απειλών.
Στη Γ.Χ. ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 586 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 20 ετών για βιασμούς, αιμομιξία και διαφθορά νεαρής γυναίκας.
Στην Δ.Β.Γ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 3/22, ημερ. 29.2.2024 επικυρώθηκε 20ετής ποινή φυλάκισης για σεξουαλική κακοποίηση δύο ανήλικων παιδιών από τον θείο τους.
Στην προκειμένη περίπτωση το Κακουργοδικείο έλαβε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Εφεσείοντα και τις προσωπικές του περιστάσεις, τονίζοντας όμως ότι σε τέτοιες περιπτώσεις αυτά καθίστανται παράγοντες δευτερευούσης σημασίας. Έλαβε υπόψη προς οφελος του Κατηγορούμενου το χρόνο που παρήλθε και το ότι η υπόθεση είχε αρχικά καταχωριστεί με αρ. 4065/19 αλλά διακόπηκε μετά που ακούστηκαν πέντε μάρτυρες λόγω αλλαγής στη σύνθεση του τότε Κακουργοδικείου και επανακαταχωρίστηκε.
Επισημαίνουμε ότι το Κακουργοδικείο κατέγραψε ότι έλαβε υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα «την εξωδικαστηριακή τιμωρία» την οποία θα υποστεί ο Κατηγορούμενος λόγω της φύσης των αδικημάτων και των διαταγμάτων που θα εκδοθούν δυνάμει των Άρθρων 14 και 22 του Ν.91(Ι)/14. Όπως αναφέρθηκε στην Α.Ν.Κ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 136/22 κ.ά., ημερ. 1.8.2025:
«Περαιτέρω εκρίθη δικαιολογημένο πρωτοδίκως να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας η εξωδικαστηριακή τιμωρία του καθότι δυνάμει του Άρθρου 22 του Ν.91(Ι)/2014, το όνομα και τα στοιχεία του θα τοποθετηθούν σε αρχείο το οποίο διατηρεί η Αστυνομία, τα οποία διαβιβάζονται σε άλλα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν θα μπορεί να εργοδοτηθεί σε χώρο όπου δυνατόν να έχει επαφές με παιδιά περιλαμβανομένων χώρων ξενοδοχείων και εστιατορίων, και δεν θα μπορεί να παρουσιάσει πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου, το οποίο απαιτείται στον τομέα της τουριστικής βιομηχανίας, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται στην επαγγελματική του αποκατάσταση. Σε σχέση με την εξωδικαστηριακή τιμωρία ως μετριαστικό παράγοντα το Κακουργοδικείο άντλησε καθοδήγηση από την υπόθεση Αστυνομίας ν. Α.Α. κ.ά., Ποιν. Έφ. 4/21 κ.ά., ημερ. 1.7.2021.
Με κάθε σεβασμό υπάρχει σαφής διαφοροποίηση των γεγονότων της εν λόγω υπόθεσης στην οποία η εξωδικαστηριακή τιμωρία σχετιζόταν με την κοινωνική χλεύη και διασυρμό των εφεσιβλήτων ένεκα της διάπραξης των συγκεκριμένων αδικημάτων. Εν προκειμένω (i) η τοποθέτηση του ονόματος του Εφεσείοντος σε αρχείο το οποίο διατηρεί η Αστυνομία, (ii) ότι συνεπεία τούτου με βάση τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 22(6) δεν θα μπορεί να εργοδοτηθεί σε «επαγγελματικές ή οργανωμένες δραστηριότητες ή δραστηριότητες εθελοντικού χαρακτήρα, οι οποίες περιλαμβάνουν τακτικές επαφές με παιδιά», και (iii) η υποχρέωση βάσει του Άρθρου 20 του ιδίου Νόμου, για κοινοποίηση και ενημέρωση άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών για τα στοιχεία που αναφέρονται στο Άρθρο 22, εφαρμόζονται δια νόμου συνεπεία της επιβολή ποινής. Δεν συνιστούν επομένως εξωδικαστηριακή τιμωρία. Ωσαύτως η διαταγή η οποία εκδίδεται από το Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 14(1) δεν συνιστά εξωδικαστηριακή τιμωρία αλλά μέρος της ποινής».
Παρά ταύτα, δεν θεωρούμε ότι το πιο πάνω σφάλμα επενήργησε ουσιωδώς στην επιμέτρηση της ποινής ώστε να την καταστήσει έκδηλα ανεπαρκή.
Εν όψει των πιο πάνω καταλήγουμε ότι οι επιβληθείσες ποινές καίτοι μπορούν σίγουρα να χαρακτηριστούν ως επιεικείς, δεν είναι έκδηλα ανεπαρκείς ώστε να επιτρέπουν την παρέμβαση μας.
Η Ποινική Έφεση 237/22 υπόκειται σε απόρριψη ως αβάσιμη.
Κατάληξη
Στη βάση των πιο πάνω τόσον η έφεση 217/2022 όσον και η έφεση 237/2022 απορρίπτονται.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο