ΚΩΣΤΑΣ ΝΕΣΤΩΡΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 26/2026, 10/2/2026
print
Τίτλος:
ΚΩΣΤΑΣ ΝΕΣΤΩΡΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 26/2026, 10/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 26/2026)

 

10 Φεβρουαρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΚΩΣΤΑΣ ΝΕΣΤΩΡΟΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

___________________________

Σ. Αργυρού με Ρ. Χρυσοστόμου (κα) για Σωτήρης Αργυρού & Συνέταιροι, για τον Εφεσείοντα.

Ε. Κωνσταντίνου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο εφεσείων αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Του αποδίδεται ότι κατά την 22.1.2026 συμπεριφέρθηκε με τρόπο που προκάλεσε παρενόχληση στους εργάτες συγκεκριμένης εταιρείας, συγκεκριμένα ότι στην προσπάθειά του να τους αποτρέψει να εργάζονται, αφαίρεσε το προστατευτικό δίκτυ του εργοταξίου, έριξε προς το μέρος των εργατών ένα μεγάλο μέρος μπετόν και τους έριξε νερό. Του αποδίδεται, επίσης, ότι διέπραξε κοινή επίθεση εναντίον των εν λόγω εργατών και, τέλος, ότι παρέβηκε τους όρους δικαστικού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στις 13.1.2026 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 66/26, δηλαδή πλησίασε και παρενόχλησε τους εργαζόμενους στο εργοτάξιο της εν λόγω εταιρείας.

 

Κατά την ημερομηνία εμφάνισης ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στις 30.1.2026, αρχικά ζητήθηκε χρόνος ώστε ο εφεσείων να απαντήσει στις κατηγορίες, καθ’ ότι, ως αναφέρθηκε, η συνήγορος του εφεσείοντα δεν είχε λάβει το μαρτυρικό υλικό. Εισακούγοντας το αίτημα αυτό, το πρωτόδικο Δικαστήρια όρισε την υπόθεση στις 2.3.2026 για απάντηση στις κατηγορίες. Ακολούθησε, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, αίτημα κράτησης του εφεσείοντα, το οποίο στηρίχτηκε στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Αναφέρθηκε η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών αλλά και εκκρεμουσών υποθέσεων εναντίον του εφεσείοντα. Μεταξύ των όσων τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αναφέρθηκε ότι ο εφεσείων είχε εμφανιστεί, στις 13.1.2026, ενώπιον του ίδιου πρωτόδικου Δικαστηρίου, στην υπόθεση 66/2026, οπόταν και τέθηκαν όροι εγγύησης αλλά και διάταγμα με το οποίο του απαγορευόταν να πλησιάζει τους εργαζόμενους στο εργοτάξιο. Η πλευρά του εφεσείοντα έφερε ένσταση στο αίτημα κράτησης, αλλάζοντας, παράλληλα, και τη θέση περί της αναβολής για απάντηση, ζητώντας να απαντήσει στις κατηγορίες και όπως οριστεί η υπόθεση για ακρόαση ενωρίτερα. Προβλήθηκε, από την πλευρά του εφεσείοντα, ζήτημα κακόβουλης δίωξης, μη ύπαρξης κατηγορητηρίου ή επίδοσής του στον εφεσείοντα σε μία από τις αναφερόμενες από την Κατηγορούσα Αρχή υποθέσεις και ύπαρξη πιστοποιητικού λευκού ποινικού μητρώου σε αντίθεση με την αναφορά της Κατηγορούσας Αρχής. Προβλήθηκαν, περαιτέρω, οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα και ο ρόλος προστάτη της οικογένειας και των εγγονών του, ιδιαιτέρως ενός από αυτά που ως αναφέρθηκε, είναι με σύνδρομο Down. Ως προς την υπόθεση, αναφέρθηκε, επίσης ότι δεν υφίσταται ικανοποιητική μαρτυρία που να φανερώνει παραβίαση του διατάγματος από τον εφεσείοντα, ενώ η δίωξή του είναι αποτέλεσμα των διαφορών που υφίστανται ως αποτέλεσμα εργασιών του Δήμου στη γειτνιάζουσα της οικίας του εφεσείοντα οικοδομή.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στις αρχές που αφορούν το θέμα της κράτησης ενός κατηγορουμένου, εξέτασε τα ενώπιόν του στοιχεία, ως είχαν τεθεί προς υποστήριξη του αιτήματος, αλλά και όσα αναφέρθηκαν και από τη συνήγορο του εφεσείοντα, και κατέληξε ότι δικαιολογείτο το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής στη βάση του κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων. Διέταξε, συνεπώς, την κράτηση του εφεσείοντα μέχρι την επόμενη δικάσιμο, η οποία μετά από τη μη παραδοχή των κατηγοριών από τον εφεσείοντα, ορίστηκε να είναι η 18.3.2026 για ακρόαση της υπόθεσης.

 

Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με τέσσερεις λόγους έφεσης. Με τον πρώτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο εφεσείων παρέβηκε το διάταγμα Δικαστηρίου και έκρινε ότι θα έπρεπε να παραμείνει υπό κράτηση χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε υποστηρικτική μαρτυρία από τους εργάτες της οικοδομής ότι παρέβηκε το διάταγμα. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης αποδίδεται σφάλμα στο πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς το ότι δεν εξαιρέθηκε από τη διαδικασία παρακοής του διατάγματος αφού είναι το ίδιο που εξέτασε το διάταγμα λίγες μέρες προηγουμένως, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να είναι αμερόληπτο Δικαστήριο κατά παράβαση του Άρθρου 6(1) της ΕΣΔΑ. Με τον τρίτο λόγο έφεσης αποδίδεται σφάλμα στο πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς το ότι όρισε την υπόθεση για ακρόαση μετά από ένα μήνα και 20 ημέρες για μαρτυρία μόνο δύο αστυνομικών, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το ως άνω άρθρο της ΕΣΔΑ και το Άρθρο 30(2) του Συντάγματος το οποίο προνοεί το δικαίωμα κατηγορουμένου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του εφεσείοντα με αποτέλεσμα να παραβιάζονται οι πρόνοιες του Άρθρου 11.1 του Συντάγματος ότι «έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας».

 

Έχουμε με προσοχή ακούσει και εξετάσει τα όσα οι δύο συνήγοροι έχουν θέσει ενώπιόν μας με την επιχειρηματολογία τους. Μας έχει, επίσης, απασχολήσει καθετί σχετικό με την υπό κρίση διαδικασία. Ως υποδεικνύουμε, επανειλημμένως, σε υποθέσεις που αμφισβητείται η κράτηση ενός προσώπου, το τι αμφισβητείται είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιόν του.

 

Στην A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022, εξηγείται ότι:

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286

 

Παρατηρείται ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι έφεσης δεν έχουν ως αντικείμενό τους την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την ύπαρξη κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μεσοδιάστημα. Κινδύνου που αποτελεί αυτοτελή λόγο για κράτηση ενός κατηγορουμένου. Το τι αμφισβητείται είναι η πρωτόδικη κρίση επί άλλων θεμάτων.

 

Ξεκινώντας από τον δεύτερο λόγο έφεσης, προκύπτει, από το πρακτικό της επίδικης συνεδρίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι ουδόλως τέθηκε τέτοιο θέμα εξαίρεσης του πρωτόδικου Δικαστή στη βάση του ότι ο ίδιος είχε εκδώσει το διάταγμα το οποίο κατ’ ισχυρισμόν παραβιάστηκε. Εν πάση περιπτώσει, το τι θα μπορούσε να λεχθεί είναι ότι ουδέν έρεισμα έχει μία τέτοια εισήγηση. Το γεγονός ότι το ίδιο το Δικαστήριο εξέδωσε ένα διάταγμα, ουδόλως στερεί από αυτό τη δικαιοδοσία να εξετάσει κατ’ ισχυρισμόν παρακοή του, ούτε το καθιστά μη αμερόληπτο. Με κάθε σεβασμό, η υπόθεση στην οποία η πλευρά του εφεσείοντα αναφέρεται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης δεν υποστηρίζει τη θέση της.

 

Ο πρώτος λόγος έφεσης, επίσης στερείται ερείσματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποφάσισε ότι ο εφεσείων παρέβηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου και εξήγησε το πως το Δικαστήριο διαχειρίζεται το μαρτυρικό υλικό. Είναι προφανές ότι το στάδιο κατά το οποίο εξετάζεται τέτοιο αίτημα κράτησης απαιτεί εξέταση του μαρτυρικού υλικού στην όψη του μόνο. Το δε γεγονός ότι η συναφής μαρτυρία προερχόταν από δύο αστυνομικούς δεν στερεί από μόνο του την ικανοποίηση του τι απαιτείται σε αυτό το στάδιο. Αβάσιμος κρίνεται και αυτός ο λόγος έφεσης.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης αφορά τον προγραμματισμό της υπόθεσης από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αμφισβητείται το εύλογο του ορισμού της υπόθεσης για ακρόασή της μετά από πάροδο ενός μηνός και 20 ημερών, επειδή η υπόθεση θα αφορά τη μαρτυρία δύο αστυνομικών μόνο. Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους οι θέσεις και εισηγήσεις της πλευράς του εφεσείοντα. Ο προγραμματισμός της υπόθεσης είναι θέμα που το πρωτόδικο Δικαστήριο διαχειρίζεται, έχοντας υπ’ όψιν τόσο τα όσα αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση όσο και το ευρύτερο πρόγραμμα του Δικαστηρίου, με σκοπό πάντοτε την εύρυθμη λειτουργία του Δικαστηρίου και τη διεκπεραίωση, εντός ευλόγου χρόνου, του δικαστικού έργου. Τέτοια θέματα δεν είναι μετρήσιμα ώστε να είναι ευχερές, κατά απόλυτο τρόπο, να κρίνεται ως παράλογη και λανθασμένη η κρίση του Δικαστηρίου για τον χρόνο ορισμού μίας υπόθεσης ώστε να μπορεί να ακουστεί κατά την εν λόγω ημερομηνία. Εφόσον η πρωτόδικη κρίση δεν παραβιάζει το αντικειμενικά εύλογο του χρόνου, είναι προφανές ότι υποκειμενική θεώρηση, είτε του συνηγόρου, είτε των μελών του Εφετείου, δεν θα ήταν δυνατόν να υποκαταστήσει τη θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο οποίος είναι γνώστης όλων των παραγόντων που λαμβάνονται υπ’ όψιν κατά τον ορισμό μίας υπόθεσης.

 

Δεν θεωρούμε ότι ο χρόνος που το πρωτόδικο Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για να ακουστεί εκφεύγει του αντικειμενικά ευλόγου. Δεν υφίσταται, υπό τας περιστάσεις, πεδίο επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση. Ενεργώντας δικαστικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο ρύθμισε την ενώπιόν του διαδικασία, ώστε, ως ανέφερε, αυτή να μπορεί να ξεκινήσει σαν ακρόαση. Αβάσιμος κρίνεται και αυτός ο λόγος έφεσης.

 

Τέλος, ο τέταρτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο μη λήψη υπ’ όψιν των περιστάσεων του εφεσείοντα. Ούτε αυτή η εισήγηση φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στο τι κρίθηκε πρωτοδίκως. Αναφορικά με τις αρχές που αφορούν τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, σχετική είναι η απόφασή μας στην IGNATOVA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 268/2025, ημερομηνίας 14.10.2025. Ως εξηγήσαμε στην εν λόγω απόφασή μας, επιπρόσθετο στοιχείο προς υποστήριξη του δικαιολογημένου διαταγής κράτησης, αποτελεί το ότι ο εφεσείων φέρεται να τέλεσε τα υπό κρίση αδικήματα ενώ τελούσε υπό όρους εγγύησης για άλλη υπόθεση (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΝΤΕΜΛΟΖ, Ποινική Έφεση 100/25, ημερομηνίας 24.4.2025, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Ποινική Έφεση 84/24, ημερομηνίας 16.4.2024, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. MOHAMMAD SERAQ κ.ά, Ποινική Έφεση 269/24, ημερομηνίας 23.1.2025).

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιόν του, περιλαμβανομένου και του γεγονότος ότι ο εφεσείων προηγουμένως είχε αφεθεί ελεύθερος με όρους οι οποίοι περιλαμβάνουν το σχετικό απαγορευτικό διάταγμα, και κατέληξε ότι η κράτηση του εφεσείοντα ήταν δικαιολογημένη, θεωρώντας ότι οι προσωπικές περιστάσεις του δεν ήταν δυνατόν να υπερφαλαγγίσουν τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων.

 

Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση. Το τι προκύπτει είναι ότι ο εφεσείων, έχοντας τεθεί υπό όρους εγγύησης σε άλλη υπόθεση και υπό διάταγμα απαγόρευσης συγκεκριμένων ενεργειών, φέρεται να ενήργησε κατά παράβαση αυτού εντός ολίγων ημερών. Έχοντας, συνεπώς, κριθεί ότι υφίστατο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι την επόμενη δικάσιμο, το θέμα τελειώνει εδώ. Ως λέχθηκε στην ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 109: «Έχουμε την άποψη πως από τη στιγμή που διαπιστώνεται η πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων και η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορουμένου με εγγυήσεις.  Η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα των κατηγορουμένων περιλαμβανομένου και εκείνου της ατομικής ελευθερίας».

 

(βλ. επίσης ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 309/2025, ημερομηνίας 13.1.2026).

 

Καθ’ όλα επιτρεπτή κρίνεται η πρωτόδικη κατάληξη.

 

Ως αποτέλεσμα, η παρούσα έφεση κρίνεται αβάσιμη στο σύνολό της και ως τέτοια απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο