ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2019)
10 Φεβρουαρίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΙΑΝΟΥ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ
ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ ΝΙΚΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ-ΣΤΑΥΡΙΑΝΟΥ
2. ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ
Εφεσείοντες/Ενάγοντες
και
ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ
Εφεσίβλητη/Εναγόμενη
-------------------------------
Χρίστος Νεοφύτου για Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε., για τους εφεσείοντες
Χριστιάνα Συμεού για Μάκης Αναστασίου & Σία, για την εφεσίβλητη
-------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Το 1983, η Νίκη Στυλιανού (αποβιώσασα από 2.10.2013) ενοικίασε το διαμέρισμα αρ. 10 σε πολυκατοικία που βρίσκεται επί της οδού Κανάρη 24, στους Αγίους Ομολογητές στη Λευκωσία. Το εν λόγω διαμέρισμα χρησιμοποιείτο από την κα Στυλιανού ή/και από την αδελφή της Γλυκερία Φιλιππίδου ως ινστιτούτο αισθητικής. Κατά την ανέγερση της πολυκατοικίας περί το 1975 εγκαταστάθηκε στο εν λόγω διαμέρισμα, υπό την ευθύνη και έλεγχο της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (εφεξής ΑΗΚ), ηλεκτρικός συσσωρευτής θέρμανσης (θερμοσυσσωρευτής). Στις 6.3.2008 εξερράγη πυρκαγιά στο εν λόγω διαμέρισμα, η οποία κατ’ ισχυρισμό, προκλήθηκε λόγω της υπερθέρμανσης του καλωδίου παροχής του εν λόγω θερμοσυσσωρευτή. Τούτο, επίσης κατ’ ισχυρισμό, οφειλόταν σε αμέλεια της ΑΗΚ η οποία συνίστατο στην επικίνδυνη κατασκευή και/ή εγκατάσταση του θερμοσυσσωρευτή και/ή στον ανεπαρκή αρχικό έλεγχο και/ή στη μη συντήρηση και/ή στην παράλειψη αναβάθμισης του, ώστε να συνάδει με ισχύοντες κανονισμούς ασφαλείας.
Ως αποτέλεσμα της πυρκαγιάς, μεταξύ άλλων, το διαμέρισμα υπέστη εκτεταμένες ζημιές, η επιχείρηση του ινστιτούτου αισθητικής πλήγηκε οικονομικά και η κα Στυλιανού υπέστη νευρικό κλονισμό. Για τις ζημιές αυτές, οι δύο αδελφές (ενάγουσες 1 και 2 αρχικά) καταχώρησαν την αγωγή 2997/10, διεκδικώντας αποζημιώσεις συνολικού ύψους €136.700, πλέον ενδιάμεση οφέλη €1.500 μηνιαίως. Στην πορεία, όπως προαναφέραμε, η κα Στυλιανού απεβίωσε και αντικαταστάθηκε στη διαδικασία από τον διαχειριστή της περιουσίας της - νέο ενάγοντα 1.
Η ΑΗΚ με την Υπεράσπιση που καταχώρισε απέρριψε εντελώς την εναντίον της απαίτηση, αρνούμενη κάθε ευθύνη για το συμβάν, την εν γένει ύπαρξη ζημιών και/ή εν πάση περιπτώσει το ύψος και την έκταση των όποιων ζημιών. Η υπόθεση έτσι οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση έδωσαν μαρτυρία τέσσερις μάρτυρες. Ο νέος ενάγοντας 1 (ΜΕ1), ο ηλεκτρολόγος μηχανικός ΠΛ (ΜΕ2) και η ενάγουσα 2 (ΜΕ3). Από πλευράς ΑΗΚ, έδωσε μαρτυρία ο υπάλληλος του τμήματος επιθεώρησης εγκαταστάσεων, ΛΛ (ΜΥ1). Κατατέθηκε και μεγάλος αριθμός εγγραφών ως τεκμήρια.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του ημερ. 8.7.2019 αφού κατέγραψε τις δικογραφημένες θέσεις και την εκατέρωθεν δοθείσα μαρτυρία, σημείωσε ότι η υπόθεση ως αστικής φύσεως, κρίνεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ότι στην προκειμένη περίπτωση καθοριστική ως προς την κατάληξη, θα ήταν η αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας (σελίδες 16-17). Στη συνέχεια της απόφασης του, το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολείται με τη διεργασία της αξιολόγησης (σελίδες 17-21), αποδεχόμενο τη μαρτυρία του ΜΥ1 και απορρίπτοντας τη μαρτυρία των τριών μαρτύρων των εναγόντων (ΜΕ1-3). Τελικώς, αν και προβαίνει σε κάποια σχόλια και συμπεράσματα από τη δοθείσα μαρτυρία, κρίνει ότι η απαίτηση παρέμεινε «απογυμνωμένη» από πλευράς μαρτυρίας και πειστηρίων και την απορρίπτει με έξοδα σε βάρος των εναγόντων.
Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δυσαρέστησε τους ενάγοντες (εφεξής οι εφεσείοντες), οι οποίοι την προσβάλλουν με πέντε λόγους έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι το βάρος απόδειξης καθ΄ όλα τα στάδια της ακροαματικής διαδικασίας ή/και ειδικότερα στο θέμα της ευθύνης της εγκατάστασης της ηλεκτρικής συσκευής ή/και της πρόκλησης της πυρκαγιάς ήταν στους ώμους των εναγόντων και όχι της εναγόμενης. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρίζονται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, με τον τρίτο λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αδικαιολόγητα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλοι οι μάρτυρες των εναγόντων ήταν αναξιόπιστοι, προβαίνοντας επί τούτου σε διάφορους σχολιασμούς περί δήθεν άσχημης εντύπωσης που του προκάλεσαν, μη στηριζόμενο σε νομικούς λόγους, γεγονός που καταδεικνύει προκατάληψη, αλλά και κατάφωρη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας στην αξιολόγηση του ΜΥ. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι ελλείπει συμπέρασμα απόδειξης της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ενέργειας ή παράλειψης των εναγόμενων και της αξιούμενης ζημιάς, στη βάση των ευρημάτων του και πώς ούτε οποιαδήποτε από τις αξιούμενες ζημιές μπορεί να κριθεί ότι έχει αποδειχθεί. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο έφεσης υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα δεν εξέτασε όλα τα επίδικα ενώπιον του θέματα εκδίδοντας μια ελλιπή και αναιτιολόγητη απόφαση.
Κατά την ενώπιον μας ακροαματική διαδικασία, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υιοθέτησαν τα περιγράμματα αγόρευσης τους, ενώ επιχειρηματολόγησαν και προφορικά εστιάζοντας σε κάποια από τα κύρια σημεία των εκατέρωθεν θέσεων τους. Διεξήλθαμε με προσοχή τα εμπεριστατωμένα περιγράμματα αγόρευσης και αναφορά θα γίνει στη συνέχεια, εκεί και όπου κριθεί αναγκαίο.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες παραπονιούνται για την εσφαλμένη εφαρμογή του βάρους απόδειξης. Για να έχει υπόσταση ένα τέτοιο παράπονο, θα πρέπει κατ’ αρχάς στο δικόγραφο, η προβληθείσα απαίτηση, κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο να στηρίζεται σε αποκρυσταλλωμένη νομική βάση. Η νομική βάση της συγκεκριμένης απαίτησης ήταν το αστικό αδίκημα της αμέλειας κατά παράβαση του άρθρου 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Ειδικά για το αστικό αδίκημα της αμέλειας, θα πρέπει να παρατίθενται λεπτομέρειες σε ξεχωριστή παράγραφο, ώστε να γνωρίζει ο αντίδικος ακριβώς τι είναι που του καταλογίζεται και να μπορεί συνακόλουθα να απαντήσει. Οι λεπτομέρειες αυτές αποτελούν το μοναδικό βάθρο για να αποδοθεί αστική αμέλεια στο αντίδικο μέρος (βλ. Kouris Dam Joint Venture κ.ά. v. Λουρουντζιάτη (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 716). Το ίδιο ισχύει όταν προβάλλεται ισχυρισμός για συντρέχουσα αμέλεια (βλ. Kakou v. Adriatica Societa Per Azioni Di Navigazione (1980) 1 C.L.R. 357). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ελλείπει από το δικόγραφο η παράθεση κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο, λεπτομερειών αμέλειας - στοιχείο που θα μπορούσε αφ’ εαυτού να έχει καταλυτικές συνέπειες για την τύχη της αγωγής.
Στην αιτιολογία του λόγου έφεσης (παράγραφος 1.5) γίνεται αναφορά στο άρθρο 52 του Κεφ. 148 το οποίο προβλέπει τα εξής:
«Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση µε ζηµιά, κατά την οποία αποδεικνύεται—
(α) ότι η ζηµιά προκλήθηκε από οποιοδήποτε επικίνδυνο πράγµα ή φωτιά ή ζώο, ή λόγω της διαφυγής οποιουδήποτε πράγµατος, διαφυγή του οποίου ενδέχεται να προκαλέσει ζηµιά, και
(β) ότι ο εναγόµενος ήταν ο ιδιοκτήτης ή είχεν την ευθύνη του πράγµατος ή ήταν ο κάτοχος της ιδιοκτησίας από την οποία έγινε η διαφυγή του εν λόγω πράγματος,
ο εναγόµενος φέρει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν υφίσταται αµέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση µε το επικίνδυνο αυτό πράγµα ή τη διαφυγή του πράγµατος αυτού.»
Ως προκύπτει από το άρθρο, αφού αποδειχθούν οι προϋποθέσεις (α) και (β) τεκμαίρεται η αμέλεια και εναπόκειται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν ήταν αμελής. Καμία επίκληση αυτού του άρθρου γίνεται στο δικόγραφο από τους εφεσείοντες ούτε και υπάρχει ένδειξη στο δικόγραφο, ότι οι εφεσείοντες σκόπευαν να στηριχθούν στις διατάξεις του. Τούτο, μολονότι δεν ήταν υποχρεωτικό, ως θέμα πρακτικής, θα ήταν καλό να είχε γίνει. Εν πάση περιπτώσει και εξέτασης να τύγχανε, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έσφαλε στην εφαρμογή του βάρους απόδειξης. Η μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά των εφεσειόντων απορρίφθηκε στο σύνολο της και συνεπώς δεν αποδείχθηκαν οι προϋποθέσεις των παραγράφων (α) και (β), ώστε να ετίθετο θέμα μετάθεσης του βάρους απόδειξης στους ώμους της εφεσίβλητης. Επί του προκειμένου να επισημάνουμε, ότι η εφεσίβλητη αρνήθηκε στην Υπεράσπιση της ότι είχε την οποιαδήποτε ευθύνη για τη λειτουργία ή συντήρηση του θερμοσυσσωρευτή, αρά εναπόκειτο στους εφεσείοντες, με αξιόπιστη και πειστική μαρτυρία, να το αποδείξουν.
Στο περίγραμμα αγόρευσης των συνηγόρων των εφεσειόντων γίνεται εκτενής επίκληση και του άρθρου 55 του Κεφ. 148 που εισαγάγει τον κανόνα Res Ipsa Loquitor (τα πράγματα μιλούν από μόνα τους) με την εισήγηση ότι τύγχανε εφαρμογής, κάτι που το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά τη σχετική αναφορά που γίνεται στην αγόρευση των συνηγόρων στην πρωτόδικη διαδικασία, παρέλειψε να εξετάσει. Ο κανόνας, να υπενθυμίσουμε, τυγχάνει εφαρμογής όταν ζημιά προκαλείται από ιδιοκτησία επί της οποίας ο εναγόμενος έχει τον πλήρη έλεγχο και ο ενάγοντας στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των περιστατικών που προκάλεσαν το συμβάν, το οποίο οδήγησε στη ζημιά και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η επέλευση του συμβάντος που προκάλεσε τη ζημιά συνδέεται περισσότερο με το ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να επιδείξει επιμέλεια παρά με το ότι επέδειξε επιμέλεια. Σε τέτοια περίπτωση ο εναγόμενος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δεν υπήρξε αμελής (βλ. Ζερβού κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2013) 1 Α.Α.Δ. 38 και D. SKAROS ENTERPRISES LTD v. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Πολιτική Έφεση 496/2012, ημερ. 26.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A394).
Στην προκειμένη περίπτωση δεν τύγχανε εφαρμογής ο κανόνας, πρώτον διότι, ως προαναφέραμε, δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη είχε τον έλεγχο (πόσο μάλλον τον πλήρη έλεγχο) του θερμοσυσσωρευτή και δεύτερον, διότι τα περιστατικά που προκάλεσαν το συμβάν ήταν γνωστά και όχι άγνωστα στους εφεσείοντες, αφού κάλεσαν και πραγματογνώμονα για να τα αποδείξει (τον ΜΕ2) (βλ. Ιωαννίδης v. Καλλία ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Intercosmetics Ltd (2011) 1(B) Α.Α.Δ. 1522). Τούτο, το επισήμανε ρητά το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελίδα 17 της απόφασης του ως εξής:
«Ως τίθενται οι ισχυρισμοί εκ μέρους τους [των εναγόντων] τόσο οι δικογραφημένοι, όσο και οι ισχυρισμοί των ΜΕ, δεν υπάρχει οτιδήποτε άγνωστο αναφορικά με την επίδικη πυρκαγιά. Σαφώς αποδίδεται σε συγκεκριμένη κακοτεχνία και παράλειψη των εναγόμενων. Συνεπώς επαφίεται στους ενάγοντες να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που έχουν για να αποδείξουν τη συγκεκριμένη προβαλλόμενη εκδοχή τους».
Επομένως κανένα σφάλμα δεν υπήρξε από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του βάρους απόδειξης.
Ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η απόφαση είναι αναιτιολόγητη. Ο λόγος αυτός, ως αναφέρεται στο περίγραμμα αγόρευσης των συνηγόρων τους (σελίδα 14) σχετίζεται και με τον λόγο έφεσης 3 με τον οποίο παραπονιούνται για την απόρριψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων που κάλεσαν ως αναξιόπιστους, μη στηριζόμενο «σε νομικούς λόγους γεγονός που καταδεικνύει προκατάληψη» και «κατάφωρη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας στην αξιολόγηση του ΜΥ». Ομοίως, σχετίζεται με τον λόγο έφεσης 5 (σελίδα 15 του περιγράμματος) με τον οποίο οι εφεσείοντες αναφέρονται πάλι σε «αναιτιολόγητη απόφαση», αλλά και σε «προκατάληψη» του πρωτόδικου Δικαστή.
Εν όψει της συνάφειας των λόγων έφεσης αυτών, θα τους εξετάσουμε μαζί. Ευθέως ή εμμέσως οι λόγοι στρέφονται κατά της αξιολόγησης της μαρτυρίας που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Να υπενθυμίσουμε συνεπώς τις εφαρμοστέες αρχές, με τις οποίες είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε στην απόφαση AUTOMIND ENTERPRISES LIMITED v. ΚΥΘΡΟΜΑΚ (ΑΣΦΑΛΤΙΝΚ) ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση 366/2018, ημερ. 31.1.2024, επισημαίνοντας τα εξής:
«Επαναλαμβάνουμε τον νομολογιακό κανόνα ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει με ευκολία στην πρωτόδικη αξιολόγηση μαρτύρων και μαρτυρίας, η οποία αξιολόγηση αποτελεί τη συνισταμένη της κρίσης του Δικαστηρίου επί της ζώσας ενώπιoν του παρουσιασθείσας μαρτυρίας.
Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Tekinder Pal κ.α. v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551:
«Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων. (Δέστε Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ. 1275).»
Επέμβαση είναι δυνατή σε πολύ περιορισμένες περιπτώσεις όταν τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είτε αντιστρατεύονται τη λογική των πραγμάτων, είτε συγκρούονται με άλλη αποδεκτή από το ίδιο το Δικαστήριο μαρτυρία, είτε διαπιστώνεται πλημμελής αξιολόγηση των δεδομένων. Παραπέμπουμε στις αποφάσεις Bullows v. Νεοφύτου (1994) 1 Α.Α.Δ. 41, Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου (2006) 1 Α.Α.Δ. 236 και Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας ν. Κώστα Α. Ζαχαρία Λτδ (2006) 1 Α.Α.Δ. 705).»
Στην Badar v. Ηλία, Πολιτική Έφεση 17/2014, ημερ. 25.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:A400 σημειώθηκαν τα εξής σχετικά:
«Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά άλλα στην τρέχουσα ενότητα παρά να θυμίσουμε, μαζί και με κάποια άλλη πρόσφατη νομολογία, ό,τι είχαμε συναφώς την ευκαιρία να εκφράσουμε στην Ιωάννου ν. C.T.C. Automotive Ltd, Π.Ε. 396/14, ημ. 6.10.22, ECLI:CY:AD:2022:A437:
«...Έχει καταστεί πλέον τετριμμένο - με αμετάβλητη ωστόσο και εξέχουσα τη σπουδαιότητα που η αρχή αυτή εκφράζει - πως μονάχα εκεί που τα πρωτόδικα συμπεράσματα και ευρήματα περί αξιοπιστίας μαρτύρων και μαρτυρίας (κρινόμενα αντικειμενικώς) δεν είναι ευλόγως επιτρεπτά ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία (ή κρίνονται ανυπόστατα ως ουσιωδώς αντιφατικά), μπορεί αναλόγως να υπάρξει εφετειακή επέμβαση (Νεοκλέους ν. Θεοδότου, Π.Ε. 40/14, ημ. 8.6.22, ECLI:CY:AD:2022:D243, Χαραλαμπίδη ν. Μιχαήλ και Άλλων, Π.Ε. 304/13, ημ. 16.7.21, ECLI:CY:AD:2021:A316, Περατικού ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Π.Ε. 287/13, ημ. 16.6.21), ECLI:CY:AD:2021:A254...».
Προσθέτως, στην Μιχαηλίδης ν. Οικονομίδη, Π.Ε. 94/13, ημ. 30.6.22, ECLI:CY:AD:2022:D288, το Εφετείο υπέμνησε για πολλοστή φορά, πως:
«.........................................................................................................................
[...]θέματα που σχετίζονται με την αξιοπιστία των μαρτύρων εμπίπτουν εντός της αρμοδιότητας των Πρωτόδικων Δικαστηρίων αφού αυτά είναι που βλέπουν και παρακολουθούν τους μάρτυρες την ώρα που αυτοί καταθέτουν (Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία (2011) 1(Γ) ΑΑΔ, 2192). Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα κρίνεται σε ένα πολύ ευρύ πλαίσιο, περιλαμβάνει δε και την υποκειμενική αντίληψη φιλαλήθειας των μαρτύρων εκ μέρους του εκδικάζοντος Δικαστή (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 407). Ισχυρισμοί ενώπιον του Εφετείου ότι η πρωτόδικη αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι εσφαλμένη ή αδικαιολόγητη θα πρέπει να τεκμηριώνονται με πειστικά επιχειρήματα. [...] Περαιτέρω τυχόν αντιφάσεις ή αδυναμίες που υπάρχουν στη μαρτυρία δεν αποτελούν λόγο επέμβασης του Εφετείου, εκτός αν είναι τόσο ουσιώδεις ώστε να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε τη μαρτυρία ως αξιόπιστη».
Σχετικές επίσης είναι οι υποθέσεις Παπαναστασίου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 284/2014, ημερ. 16.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:A7 και Μαρκίδου και Παπαμάρκου, Πολιτική Έφεση 288/2018, ημερ. 16.7.2024.
Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, κρίνουμε ότι δεν υπάρχει περιθώριο επέμβασης μας στην προκειμένη περίπτωση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταγράφει στις σελίδες 17-21 της απόφασης του, με περισσή αιτιολογία, τους λόγους απόρριψης της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων της πλευράς των εφεσειόντων. Για τον ΜΕ1 εξηγεί ότι δεν είχε γνώση για τα γεγονότα και ουσιαστικά μετέφερε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς και κατάθεσε τεκμήρια με τα οποία δεν είχε άμεση σχέση. Δεν δίστασε να καταφύγει σε γενικότητες, αλλά και να προβεί σε εικασίες για να πείσει, σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σαφώς, δεν μπορεί να αναμένεται να προσδοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία προσώπου, απομακρυσμένο σε επαφή και γνώση από τα γεγονότα της υπόθεσης. Όταν δε το πρόσωπο αυτό, ακροβατώντας λεκτικά, επιχειρεί να επικαλύψει με πρωτογενή αυθεντικότητα τα λεγόμενα του, τα περιθώρια διάσωσης της αξιοπιστίας του, περιορίζονται δραστικά.
Για τη ΜΕ3, το πρωτόδικο Δικαστήριο στις σελίδες 19-20 επισημαίνει με ιδιαίτερη επίταση την προβολή διαζευκτικών θέσεων επί ουσιαστικών γεγονότων και δη τα όσα αφορούσαν στη λειτουργία του ινστιτούτου αισθητικής και των κατ’ ισχυρισμό ζημιών που αυτή υπέστη (ήταν η ενάγουσα 2). Ενδεικτικό το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελίδα 19:
«Ανάλογη εικόνα μου έχει έντονα προκαλέσει και η ενάγουσα 2, ΜΕ3. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να υποστηρίξει την εκδοχή που παρουσιάζεται στην αγωγή, στην οποία είναι ενάγουσα, κατ΄ ισχυρισμό (έστω διαζευκτικό) χρησιμοποιούσε το εν λόγω διαμέρισμα για επαγγελματικούς σκοπούς ως ινστιτούτο αισθητικής, κατ΄ ισχυρισμό (έστω διαζευκτικό) υπέστηκε όλες τις δικογραφημένες ζημιές και διεκδικεί όλες τις αξιώσεις, ενώ η ίδια ανέφερε ότι η αδελφή της χρησιμοποιούσε το διαμέρισμα και η ίδια, όταν επέστρεψε από το Μουσκάτ, κάποτε βοηθούσε οικονομικά την αδελφή της και μεταξύ τους τα έβρισκαν. Η ίδια δε, υπέγραψε το ενοικιαστήριο για να μην διακοπεί η ενοικίαση προς την αδελφή της, ενώ κάποια μηχανήματα τα πλήρωσε η ίδια και της επέστρεφε τα χρήματα η αδελφή της. Και ενώ εξηγεί αυτά, αναφέρει στη μαρτυρία της (πράγματι αξιοπρόσεκτο) τον διαζευκτικό ισχυρισμό ότι «εγώ ή/και η αδελφή μου, Νίκη Στυλιανού, υπεστήκαμε ζημιά φήμης και πελατείας αφού ο κύκλος εργασιών έχει καταρρεύσει». Δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής η αναφορά της, ως προς τη σχέση της με το ινστιτούτο, ότι ήταν η αδελφή της, είχε κάποιες ώρες να πάει εκεί να την περιποιηθούν κι αυτήν. Μπορούσε μια βδομάδα να πάει και τρεις φορές, άλλη μία. Η ίδια δεν εργαζόταν στον ινστιτούτο, ως είπε».
Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής ή στοιχείο αυθαιρεσίας στην πιο πάνω προσέγγιση. Τουναντίον.
Για πραγματογνώμονες, όπως τους ΜΕ2 και ΜΥ1, για τους οποίους διαμαρτύρονται ιδιαίτερα οι εφεσείοντες, μολονότι είναι διαφορετικής φύσης η μαρτυρία τους, υπόκεινται και αυτοί στους ίδιους κανόνες αξιολόγησης όπως και οι λοιποί μάρτυρες, με επιπρόσθετο της αξιοπιστίας, να εξετάζεται η εν γένει πραγματογνωμοσύνη τους, η τεκμηρίωση και η πειστικότητα των λεγομένων τους, αλλά και η σαφήνεια της διαβιβασθείσας άποψης τους, στοιχεία βαρυσήμαντα ώστε να μπορεί το Δικαστήριο, στηριζόμενο σ΄ αυτή τη μαρτυρία, να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα και να διαμορφώνει ιδίαν άποψη, επί του επίμαχου, επίδικου θέματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο καταγράφει μια σειρά από λόγους γιατί προτίμησε τη μαρτυρία του ΜΥ1 αντί αυτής του ΜΕ2 (σελίδες 17-18 και 20-21). Ειδικά για τον ΜΕ2 επισήμανε την προχειρότητα με την οποία εξέτασε τα ζητήματα. Επιπλέον, ένα κεντρικό θέμα της μαρτυρίας του ήταν η ύπαρξη ξύλου στον επίδικο θερμοσυσσωρευτή, μέσω του οποίου φερόταν να περνούσε καλώδιο από το οποίο ξεκίνησε η φωτιά (κατ’ ισχυρισμό στοιχείο κακοτεχνίας). Σε κάποια στιγμή της μαρτυρίας του όμως, παραδέχθηκε ουσιαστικά ότι η γνώση του για την ύπαρξη ξύλου, προερχόταν από άλλους θερμοσυσσωρευτές και όχι από τον επίδικο. Τούτο, όπως ορθά σημείωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, έσειε συθέμελα την όλη κρίση και μαρτυρία του.
Πριν κλείσουμε με τους λόγους έφεσης αυτούς θα πρέπει να σημειώσουμε και τα εξής: Η αποτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων γίνεται στη βάση των δια ζώσης διαπιστώσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, της εμπειρίας του δικαστή, του ορθολογισμού και της εφαρμογής καθιερωμένων νομολογιακών αρχών, όχι στη βάση «νομικών λόγων» ως αναφέρουν οι εφεσείοντες. Ομοίως, η αρχή της αναλογικότητας για την οποία γίνεται λόγος, δεν έχει καμία σχέση με τη διεργασία αξιολόγησης της μαρτυρίας. Τέλος, η αναφορά σε «προκατάληψη» του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι βαριά κατηγορία που όχι απλώς θίγει τον συγκεκριμένο δικαστή, αλλά «βάλλει» γενικότερα κατά της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και της ακεραιότητας των λειτουργών της. Ισχυρισμοί για προκατάληψη δικαστή θα πρέπει να πλαισιώνονται με στοιχεία και να υποβάλλεται σχετική καταγγελία προς το αρμόδιο σώμα προς εξέταση - ήτοι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Η αβασάνιστη και ατεκμηρίωτη εκτόξευση κατηγορίας για «προκατάληψη» ώστε να προσβληθεί κατ’ έφεση, δικαστική απόφαση που δεν αρέσει, με κάθε σεβασμό, αφήνει περισσότερο εκτεθειμένο τον κατήγορο, παρά τον πρωτόδικο Δικαστή.
Απορρίπτονται οι λόγοι έφεσης 2, 3 και 5.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης αφορά τα ζητήματα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πράξης και ζημιάς και της απόδειξης των υπό διεκδίκηση ζημιών. Σε υποθέσεις αστικής αμέλειας και όχι μόνον, η απόδειξη αιτιώδους συνάφειας είναι προϋπόθεση για την επιδίκαση της όποιας ζημιάς (βλ. M.C. JEWELLERY LTD v. UNICARS (2010) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1477). Πέραν της αιτιώδους συνάφειας, η αξίωση για την επιδίκαση ειδικών ζημιών, θα πρέπει να αποδεικνύεται με αυστηρότητα (βλ. Ηρακλέους v. Πίτρου (1994) 1 Α.Α.Δ. 239, Ηρακλέους v. Ταχύπλοου σκάφους “Νίκη” κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 510, Κούνουνα v. Κώστα Κυριάκου & Υιός Λτδ και αντίστροφα (2001) 1 Α.Α.Δ. 2126 και Πουργουρίδης v. Εταιρεία Ανάπτυξης Γης Περικλής Κωνσταντίνου Λτδ (2009) 1(B) Α.Α.Δ. 784). Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου, με συνειρμούς και υποθέσεις να τις αλιεύει, μέσα από σπασμωδικές ή ελλειμματικές αναφορές στα δικόγραφα, τη μαρτυρία ή και τις αγορεύσεις.
Να αρχίσουμε από το προφανές. Η απόρριψη των προηγούμενων λόγων έφεσης, δεν αφήνει περιθώριο επιτυχίας του παρόντος λόγου έφεσης. Χωρίς αξιόπιστη, πειστική μαρτυρία από πλευράς εφεσειόντων, δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί είτε αιτιώδης συνάφεια είτε η οποιαδήποτε ζημιά. Παρόλα ταύτα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ίσως εκ του περισσού, πραγματεύεται τα ζητήματα αυτά, επισημαίνοντας στη σελίδα 22 της απόφασης του, ότι ενόψει ακριβώς των ευρημάτων του, δεν αποδείχθηκε αιτιώδης συνάφεια.
Για την απόδειξη ή καλύτερα για τη μη απόδειξη των ζημιών το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά, παρατηρεί τα εξής:
«Από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, όχι μόνο φαίνεται ότι συγκεκριμένα στοιχεία δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος της ζημιάς, αλλά επίσης προκύπτει ότι ουσιαστικά πρόκειται για αυθαίρετο υπολογισμό, χωρίς να έχει τεθεί στο Δικαστήριο οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία. Πέραν των κονδυλίων για τα οποία δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη, κάτι τέτοιο σαφώς ισχύει για τα διεκδικούμενα στις παρ. 18, 20 και 22 της έκθεσης απαίτησης. Πέραν τούτου, ακόμη και τα κατατεθέντα τεκμήρια δεν θα μπορούσαν να αποδείξουν ζημιά. Κάποια αποτελούν προσφορά ή κοστολόγηση αγοράς που δεν απεδείχθη ότι υλοποιήθηκε, κάποια αναφέρονται σε γενικά στοιχεία και άλλα δημιουργούν ερωτηματικά με βάση το περιεχόμενό τους. Όπως το Τεκμήριο 12, στο οποίο περιλαμβάνονται αναφορές σε διάφορα είδη, αλλά και ανεξήγητες χρεώσεις με το ΦΠΑ να είναι μεγαλύτερο της χρέωσης. Ή το Τεκμήριο 15, το οποίο περιλαμβάνει απόδειξη με αναφορά σε αυχενικό σύνδρομο.
Κρίνω ότι κανένα κονδύλι από τα αξιούμενα δεν έχει αποδειχτεί με την αυστηρότητα που πρέπει να αποδεικνύονται ειδικές αποζημιώσεις».
Σε τέτοιες περιπτώσεις, το απόφθεγμα του Λόρδου Goddard όπως εκφράστηκε στη γνωστή υπόθεση Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd [1948] 64 T.L.R. 177 παραμένει πάντοτε επίκαιρο. Το υπενθυμίζουμε, σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:
«Οι Ενάγοντες θα πρέπει να καταλάβουν ότι αν εγείρουν αγωγές για αποζημιώσεις, εναπόκειται σ’ αυτούς να αποδείξουν τη ζημιά τους. Δεν είναι αρκετό να καταγράψουν τις λεπτομέρειες, και τρόπον τινά να τις πετούν στο κεφάλι του δικαστηρίου, λέγοντας “Αυτά έχω απωλέσει, και σας ζητώ να μου αποδώσετε αυτές τις αποζημιώσεις”. Θα πρέπει να το αποδείξουν.»
Ενόψει των πιο πάνω απορρίπτεται και ο τέταρτος λόγος έφεσης.
Κατ’ ακολουθία όλων των πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €4.000 έξοδα έφεσης πλέον ΦΠΑ υπέρ της εφεσίβλητης.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο