ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΑΛΑΖΗΣ v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 405/2019, 27/2/2026
print
Τίτλος:
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΑΛΑΖΗΣ v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 405/2019, 27/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 405/2019)

 

27 Φεβρουαρίου, 2026

 

[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Εφεσείοντας/Εναγόμενος 3

 

και

 

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ

Εφεσίβλητη/Ενάγουσα

 

-------------------------------

 

Ευστάθιος Ευσταθίου για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον εφεσείοντα

Ανδρέας Ποιητής και Κωνσταντίνος Κότροφος για Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την εφεσίβλητη

 

-------------------------------

 

          ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η ενάγουσα/εφεσίβλητη, με αγωγή που καταχώρισε στις 4.5.2012, εδραζόμενη σε σύμβαση δανείου που συνομολόγησε με τον εναγόμενο 1 (πρωτοφειλέτη) στις 22.7.2009 και σύμβαση εγγύησης ημερ. 23.7.2009 με τους εναγόμενους 2, 3 και 4 (εγγυητές), αξίωνε εναντίον όλων, αλληλέγγυα και ξεχωριστά το ποσό των €277.473,17 πλέον τόκο 9,75% όπως και διάταγμα εκποίησης του ακινήτου με αριθμό υποθήκης Υ3391/2012 που ενέγραψε ο εναγόμενος 1 προς όφελος της ενάγουσας.

 

         Οι εναγόμενοι 1-3, προς τους οποίους επιδόθηκε η αγωγή, αντέδρασαν. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι 1 και 2, καταχώρισαν από κοινού Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και ο εναγόμενος 3 καταχώρισε δική του, ξεχωριστή, Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση.

 

         Τελικά όμως οι εναγόμενοι 1 και 2 υπαναχώρησαν και στις 28.11.2017 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και ξεχωριστά για το πιο πάνω ποσό των €277.473,17 πλέον τόκο 6% ετησίως, καθώς και διάταγμα εκποίησης του ακινήτου με αριθμό υποθήκης Υ3391/2012 εναντίον του εναγόμενου 1 - με αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για τον εναγόμενο 1 για περίοδο δεκαοκτώ μηνών και για την εναγόμενη 2 «εφ΄ όρου ζωής».

 

         Η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 4 αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 21.11.2018 λόγω μη επίδοσης της.

 

         Σε σχέση με τον εναγόμενο 3 (εφεσείοντα) η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση, έδωσαν προφορική μαρτυρία οκτώ πρόσωπα. Έξι για λογαριασμό της εφεσίβλητης (ΜΕ1-6) και δύο για λογαριασμό του εφεσείοντος (ΜΥ1 και 2), μεταξύ των οποίων και ο ίδιος (ΜΥ1). Παράλληλα, κατατέθηκε μεγάλος αριθμός εγγράφων ως τεκμήρια. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην εκκαλούμενη απόφαση του ημερ. 30.8.2019 και συγκεκριμένα για τους λόγους που εξηγεί στις σελίδες 46-50, αποδέχτηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία των ΜΕ1-6, αλλά για τους λόγους που αναλυτικά εξηγεί στις σελίδες 50-52 (και επόμενες) απέρριψε τη μαρτυρία του εφεσείοντος. Το ίδιο πράττει και για τη μαρτυρία του ΜΥ2, με την αιτιολογία του να παρατίθεται στις σελίδες 58-59 της πρωτόδικης απόφασης.

 

         Η προφορική μαρτυρία και γενικά η εκδοχή του εφεσείοντος ήταν πρωτεύουσας σημασίας για την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επομένως είναι σημαντικό να δούμε με προσοχή την αιτιολογία του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής. Την παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσια:

 

(σελίδες 50-52 της πρωτόδικης απόφασης)

 

            «Όσον αφορά τον Εναγόμενο 3, Μ.Υ.1, ήταν καταφανής η προσπάθεια που κατέβαλλε να αποποιηθεί και να αποτινάξει από τους ώμους του το βάρος των συνεπειών της σύμβασης εγγύησης που φέρεται να υπέγραψε, χρησιμοποιώντας κάθε ισχυρισμό, μερικές φορές και αντίθετων μεταξύ τους, που κατά την άποψη του θα τον απάλλασσε από αυτή, μη διστάζοντας να πει ψέματα στο Δικαστήριο.

 

            Συγκεκριμένα, ενώ σε ένα από τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης αναφέρεται ότι δεν υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης και αυτός ο ισχυρισμός υποβλήθηκε και στην Μ.Ε.1 από τον κ. Αυγουστή και από την άλλη αν υπέγραψε αυτό έγινε υπό παράνομες συνθήκες, ο Εναγόμενος 3 στην παράγραφο 28 της γραπτής - δήλωσης κατάθεσης του, Έγγραφο Β, δηλώνει ότι υπέγραψε τη σύβαση εγγύηση, άσχετα με τις κατ' ισχυρισμό δικαιολογίες και περιστάσεις που έγινε αυτό, αναφέροντας ότι παρόντες ήταν και οι εναγόμενοι 1 και 4 που υπέγραψαν και αυτοί τα διάφορα έγγραφα.

 

            Με βάση τη μαρτυρία της Μ.Ε.5 που έγινε αποδεκτή και την παραδοχή πλέον του ιδίου του εναγόμενου ότι υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης το Δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι δεν υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης.

 

            Στην υπόθεση Χαρούς ν. Χαρούς κ.α. (2010) 1 ΑΑΔ 267 η Ενάγουσα είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι ποτέ δεν είχε κάνει τέτοια πληρεξούσια και από την άλλη ζήτησε αν το Δικαστήριο δεν την πιστέψει να εξετάσει αν έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες στον εναγόμενο 1 να προβεί στις μεταβιβάσεις που έγιναν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αποδοχή και η εξέταση τέτοιας εισήγησης θα ήταν ανακόλουθη με ότι διαπιστώθηκε και αντινομική και η διαζευκτική θέση δεν μπορούσε να εξεταστεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε την πιο πάνω αντιμετώπιση του θέματος ορθή.

 

            Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Μιχαήλ (2012) 1 ΑΑΔ 41 αναφέρθηκε ότι ένας διάδικος ο οποίος απευθύνεται στο Δικαστήριο, προτάσσοντας και προωθώντας μια πλαστή εκδοχή, σε περίπτωση απόρριψης της εκδοχής αυτής, δεν μπορεί να επιζητεί απονομή δικαιοσύνης, σε βάση άλλη από εκείνη που κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί. Αν μετά την κατάρρευση της μόνης προωθηθείσας αξίωσης τους, επιτρέποντας στους εφεσείοντες να προβάλουν τις άλλες δικογραφηθείσες διαζευκτικές αξιώσεις τους, που δεν συναρτούνταν προς δικό τους υπόβαθρο γεγονότων και οι οποίες δεν είχαν υποστηριχθεί από μαρτυρία, αυτό θα ήταν και αντινομικό αλλά και άδικο για τον εφεσίβλητο ο οποίος ουδέποτε είχε την ευκαιρία να αντικρούσει τις άλλες διαζευκτικές εκδοχές.

 

            Ίδια ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση Ιωάννου ν. Χαραλάμπους (2012) 1 ΑΑΔ 507, στην οποία αναφέρθηκε ότι ένας διάδικος οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει.

 

            Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Μούντης ν. Παπαχριστοφόρου (2012) 1 ΑΑΔ 2637.

 

            Στη συγκεκριμένη περίπτωση το ερώτημα είναι κατά πόσο πλέον το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στην εξέταση του άλλου, εντελώς αντίθετου, ισχυρισμού, που είναι γεγονός ότι προώθησε και κατά την αντεξέταση των Μ.Ε., σύμφωνα με τον οποίο υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης αλλά υπό συνθήκες που κατά την θέση του αποτελούν απάτη, ψευδείς παραστάσεις, ψυχική πίεση, εξαναγκασμό, περιλαμβανομένου και του οικονομικού εξαναγκασμού, δόλο, πλάνη και κατά παράβαση του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Ν.197(1)/2003.

 

            Η διαφορά αυτής της υπόθεσης από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αναφέρθηκαν ανωτέρω έγκειται πρώτο στο γεγονός ότι έθεσε κατά την αντεξέταση των Μ.Ε. και την άλλη εκδοχή που αναφέρθηκε αμέσως πριν και δεύτερο κατά την παρουσίαση της υπεράσπισης του δήλωσε ότι υπέγραψε την σύβαση εγγύησης.

 

            Ως προς το δεύτερο, δεν θα είχε καμία σημασία, εκτός του ότι πρόβαλε ένα ψευδή ισχυρισμό στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του που όμως προώθησε κατά την αντεξέταση των Μ.Ε., που αποτελεί ένα ισχυρό στοιχείο για την κρίση περί αναξιοπιστίας του, αν ήταν η μόνη εκδοχή που προωθούσε.

 

            Ως προς το πρώτο, πρέπει να πω ότι, αν και δεν ήταν η μόνη εκδοχή που προώθησε η μη υπογραφή της σύμβασης εγγύησης αλλά και η εκδοχή για υπογραφή της υπό τις παράνομες συνθήκες που κατά τους ισχυρισμούς του υπήρχαν, θεωρώ ότι, αφού όφειλε να επιλέξει μια από τις εντελώς αντίθετες εκδοχές του και δεν το έπραξε μέχρι και πριν την δική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, με την οποία τελικά και ουσιαστικά αναίρεσε και διέψευσε την μια γραμμή που ακολούθησε κατά την αντεξέταση των Μ.Ε., δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει την εκδοχή του για τις συνθήκες υπό τις οποίες υπέγραψε».

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αρκέστηκε όμως μόνον στα πιο πάνω. Αφού αναφέρεται σε δυο νομικές αρχές (του κωλύματος λόγω καταχώρισης σε έγγραφο – estoppel by deed και του κανόνα που απαγορεύει την εξωγενή μαρτυρία), που έκρινε σχετικές, καταγράφει σημαντικά μέρη της μαρτυρίας του εφεσείοντος, προβαίνοντας συνακόλουθα και στις ακόλουθες διαπιστώσεις:

 

(σελίδα 57 της πρωτόδικης απόφασης)

 

            «Πρώτα να λεχθεί ότι το δάνειο εγκρίθηκε στις 21.7.2009, η οποία έγκριση φαίνεται στην αίτηση δανείου Τεκμήριο 11, στην οποία ήδη υπήρχε και το δικό του όνομα ως προτιθέμενος εγγυητής, κάτι για το οποίο δεν υπέβαλε σε κανένα Μ.Ε. ότι το όνομα του αναγράφηκε στο Τεκμήριο 11 χωρίς να το γνωρίζει. Αφού λοιπόν η έγκριση του δανείου από την επιτροπή έγινε στις 21.7.2009, σίγουρα η αίτηση υποβλήθηκε πιο πριν και σίγουρα δεν του ζητήθηκε να μπει εγγυητής μετά τις 21.7.2009. Επομένως γνώριζε ότι θα ήταν εγγυητής πριν τις 21.7.2009.

 

            Τον απίστευτο ισχυρισμό ότι πίστευε ότι υπέγραφε ως εγγυητής για τυπικούς λόγους και μόνο, ακολούθησε ο πιο απίστευτος ισχυρισμός κατά την αντεξέταση, ότι αν και ασκούσε το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού από το 1983 δεν άκουσε ποτέ την φράση ότι ο εγγυητής πληρώνει και ότι είναι και καλοπληρωτής, για να αναφέρει όμως αμέσως μετά σε άλλη ερώτηση, όταν κατάλαβε τι είχε πει, ότι ήξερε αυτό το πράγμα, ότι δηλαδή ο εγγυητής πληρώνει σε περίπτωση που δεν πληρώσει ο πρωτοφειλέτης, αλλά ήταν την αναφερθείσα έκφραση που δεν είχε ακούσει ποτέ προηγουμένως».

 

(και σελίδα 58 της πρωτόδικης απόφασης)

 

            «Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι του εξήγησαν με ταχύτατο ρυθμό τα ογκώδη έγγραφα. Τα μόνα έγγραφα, από αυτά που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και σχετίζονται με αυτό το θέμα, είναι η σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3, που υπέγραψε και αποτελείται από δύο φύλλα χάρτου, ήτοι τέσσερεις σελίδες, το Τεκμήριο 14, μία σελίδα και το Τεκμήριο 15 δύο σελίδες και η γραπτή δήλωση περιουσιακών στοιχείων του Εναγόμενου 1, τα οποία σίγουρα δεν αποτελούν ογκώδη έγγραφα.

 

            Η μόνη περίπτωση να καταλάμβαναν κάποιο μεγαλύτερο αριθμό σελίδων από τις σελίδες των πιο πάνω Τεκμηρίων, που ανέρχονται σε επτά σελίδες, θα ήταν αν του υπέδειξαν τα έγγραφα των δύο υποθηκών Τεκμήρια 2 και 12, έκαστο το οποίο καταλαμβάνει οκτώ σελίδες και τη σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 1 που αποτελείται από τρεις σελίδες, έγγραφα τα οποία όμως ισχυρίστηκε ότι δεν τα είδε. Επομένως ο ισχυρισμός αυτός ξεπερνά τα όρια της υπερβολής και προσλαμβάνει την μορφή ψεύδους, προκειμένου στις συγκεκριμένες περιστάσεις να δικαιολογήσει την υπογραφή του Τεκμηρίου 3».

 

         Στη συνέχεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει σε ευρήματα (σελίδες 59-60). Έπειτα, με περισσή ανάλυση και ενδελέχεια αναφέρεται στις νομικές αρχές απόδειξης ενός χρέους, στα όσα άπτονται της σύμβασης εγγύησης αλλά και σε διάφορες υπερασπίσεις και αιτιάσεις που τέθηκαν από πλευράς εφεσείοντος. Τελικώς, αποφαίνεται ότι, από την αποδεχθείσα, αξιόπιστη μαρτυρία αποδείχθηκε το υπό διεκδίκηση χρέος.

 

         Ειδικά για τον εφεσείοντα, έκρινε ότι η εφεσίβλητη συμμορφώθηκε μεν με τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, όχι όμως με τις προϋποθέσεις του άρθρου 12(1) και (2) του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Ν.197(1)/2003 αφού η επιστολή που απέστειλε προς τον εφεσείοντα, απεστάλη στις 18.11.2011, δηλαδή 19 μήνες μετά την πρώτη καθυστερημένη δόση  στις 22.1.2010. Αρά, η επιστολή δεν απεστάλη  «χωρίς καθυστέρηση» – άρθρο 12(1) ούτε σε «κατάλληλο χρόνο» – άρθρο 12(2). Στη συνέχεια το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι συμφώνως του άρθρου 12(3)(α), η μη συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 12(1) και/ή (2) συνιστά:

 

         (α) παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τον πιστωτή προς τον εγγυητή υπό την έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής, παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Επί τούτου και με αναφορά στο τεκμήριο 9 (εκτίμηση κτήματος) έκρινε ότι δεν θα παραβλάπτετο η τελική ικανοποίηση του εφεσείοντος ως εγγυητή αν κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό στην εφεσίβλητη.

 

         (β) παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης – τεκμήριο 3 (παράγραφοι 11 και 12). Ωστόσο, συνέχισε το πρωτόδικο Δικαστήριο,  η επόμενη παράγραφος 13 του τεκμηρίου 3, στην οποία αναφέρεται ότι, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των ρητρών των παραγράφων 11 και 12, η υποχρέωση του εφεσείοντος για πληρωμή θα αρχίζει από τη στιγμή που θα λάβει από την εφεσίβλητη γραπτή αξίωση με επιστολή, ουσιαστικά μεταβάλλει τις παραγράφους 11 και 12 σε μη ουσιώδεις όρους της σύμβασης εγγύησης. Κατ’ επέκταση και εκ των πραγμάτων δεν αποδείχθηκε παραβίαση ουσιώδους όρου υπό την έννοια του άρθρου 12(3)(β) του Νόμου, ώστε να ετίθετο θέμα εξέτασης των συνεπειών αυτής.

 

         Στη συνέχεια το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε παραβίαση του άρθρου 101 του Κεφ.149 ως ισχυριζόταν ο εφεσείοντας και εξέδωσε απόφαση εναντίον του για ολόκληρο το υπό διεκδίκηση ποσό πλέον έξοδα, απορρίπτοντας συνάμα την ανταπαίτηση που είχε υποβάλει.

 

         Δυσαρεστημένος με την πρωτόδικη απόφαση, ο εφεσείοντας καταχώρισε έφεση. Το δικαίωμα υποβολής έφεσης είναι αναφαίρετο όπως αναφαίρετο είναι και το δικαίωμα προώθησης διαφορετικών, διακριτών λόγων έφεσης. Οι λόγοι έφεσης όμως θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από περιεκτικότητα, σαφήνεια και στόχευση. Η δε αιτιολογία που ακολουθεί θα πρέπει να είναι απολύτως συνεκτική και να απορρέει αποκλειστικά και αταλάντευτα από τα διαλαμβανόμενα στον λόγο έφεσης. Δεν νοείται σε λόγο έφεσης να τίθεται επί τάπητος ένα ευρύ και δυσνόητο φάσμα νομικών και/ή πραγματικών ζητημάτων. Ούτε βεβαίως στη συνακόλουθη αιτιολογία μπορεί να εγείρονται καινούργια, διαφορετικά ή ασύνδετα με τον λόγο έφεσης, ζητήματα. Μήτε και να διευρύνεται αχαλίνωτα με την αιτιολογία, ο λόγος έφεσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα νόθα αυτά ζητήματα δεν εξετάζονται από το Εφετείο (βλ. Γεωργίου κ.ά. ν. Αργυρίδη, Έφεση 2/2024, ημερ. 17.12.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρέα κ.ά., Ποινικές Εφέσεις 13/2022 - 18/2022, ημερ. 25.2.2025, A.L. Krambenes Ltd κ.ά. ν. A.L. Vasiliou Motors Ltd, Πολιτική Έφεση 122/2017, ημερ. 17.7.2025, και Στυλιανού ν. Αριστείδου, Πολιτική Έφεση 214/2019, ημερ. 10.9.2025).

 

         Στην προκειμένη περίπτωση, λυπούμαστε να παρατηρήσουμε, ότι το Εφετήριο περιλαμβάνει ένα συνονθύλευμα αιτιάσεων και επιχειρημάτων κατά της πρωτόδικης απόφασης σε μια προσπάθεια να πληγεί με οποιονδήποτε τρόπο. Περιλαμβάνει δεκατέσσερις (14) λόγους έφεσης ενώ η αιτιολογία του κάθε λόγου αποτελείται από πολλές παραγράφους, οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους από τα γράμματα του αλφαβήτου. Για παράδειγμα η αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης αποτελείται από τις παραγράφους (α) - (ι) όπου σε κάθε παράγραφο, αναδεικνύεται κάτι καινούργιο. Το ίδιο ακριβώς γίνεται και στους επόμενους λόγους έφεσης. Ενδεικτικό της αναφερθείσας εκτροπής είναι το γεγονός ότι στο περίγραμμα αγόρευσης των δικηγόρων του εφεσείοντος, δεν μπόρεσαν καν να ακολουθήσουν κάποια ροή του λόγου που να επιχειρεί έστω, να ακολουθήσει τη σειρά και τη δομή του Εφετηρίου. Αναπτύσσονται επιμέρους επιχειρήματα, με διάσπαρτες αναφορές σε διάφορους λόγους έφεσης, ενίοτε ασύνδετους μεταξύ τους, σε βαθμό που η παρακολούθηση καθίσταται δυσχερής. Σε σχετική υπόδειξη προς τον ευπαίδευτο συνήγορο που εμφανίστηκε ενώπιον μας κατά την ακρόαση, πέραν της απολογίας, περιορίστηκε στο να μας πληροφορήσει ότι δεν θα προωθούσε τον λόγο έφεσης 12, αλλά και την αιτιολογία (α)-(γ) του λόγου έφεσης 14. Έτσι και αλλιώς οι λόγοι έφεσης αυτοί δεν αναπτύσσονται στο περίγραμμα αγόρευσης, κάτι το οποίο εκλαμβάνεται ως εγκατάλειψη (βλ. Αζόφ v. Προδρόμου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 331, Μελικίδης v. Παπαγεωργίου κ.ά. (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 832 και Δημητρίου v. KPMG Ltd, Πολιτική Έφεση 311/2014, ημερ. 24.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:A25).

 

         Με πλήρη σεβασμό προς τα δικαιώματα του εφεσείοντος, δεν μας επιτρέπεται να ακολουθήσουμε αυτή τη θεσμική, δικονομική και ουσιαστική εκτροπή. Τουναντίον, θα επικεντρωθούμε στην εξέταση λόγων έφεσης που συνάδουν με τις επιταγές των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και της προαναφερθείσας Νομολογίας και συνάμα θα προβούμε σε γενική θεώρηση ελέγχου της πρωτόδικης απόφασης.

 

         Ξεκινούμε με τους λόγους έφεσης που άπτονται της αξιολόγησης της μαρτυρίας, ήτοι οι λόγοι έφεσης 6, 7, 8, 9 και 10. Ο λόγος έφεσης 6 αφορά την αξιολόγηση του ΜΕ3, ο λόγος έφεσης 7 του ΜΕ5, ο λόγος έφεσης 8 του εφεσείοντα (ΜΥ1) και ο λόγος έφεσης 9 του ΜΥ2. Ο λόγος έφεσης 10 αφορά και πάλι την αξιολόγηση του εφεσείοντος (ΜΥ1) και με την παράγραφο (α) της αιτιολογίας του λόγου του ΜΥ2 - αναφορικά όμως με την απόρριψη της ανταπαίτησης.

 

         Πρώτα να υπενθυμίσουμε τις εφαρμοστέες αρχές με τις οποίες είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε στην υπόθεση AUTOMIND ENTERPRISES LIMITED v. ΚΥΘΡΟΜΑΚ (ΑΣΦΑΛΤΙΝΚ) ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση 366/2018, ημερ. 31.1.2024, επισημαίνοντας τα εξής:

 

            «Επαναλαμβάνουμε τον νομολογιακό κανόνα ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει με ευκολία στην πρωτόδικη αξιολόγηση μαρτύρων και μαρτυρίας, η οποία αξιολόγηση αποτελεί τη συνισταμένη της κρίσης του Δικαστηρίου επί της ζώσας ενώπιoν του παρουσιασθείσας μαρτυρίας.

 

            Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Tekinder Pal κ.α. v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551:

 

                   «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων. (Δέστε Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ. 1275).»

 

            Επέμβαση είναι δυνατή σε πολύ περιορισμένες περιπτώσεις όταν τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είτε αντιστρατεύονται τη λογική των πραγμάτων, είτε συγκρούονται με άλλη αποδεκτή από το ίδιο το Δικαστήριο μαρτυρία, είτε διαπιστώνεται πλημμελής αξιολόγηση των δεδομένων. Παραπέμπουμε στις αποφάσεις Bullows v. Νεοφύτου (1994) 1 Α.Α.Δ. 41, Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου (2006) 1 Α.Α.Δ. 236 και Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας ν. Κώστα Α. Ζαχαρία Λτδ (2006) 1 Α.Α.Δ. 705).»

 

            Στην Badar v. Ηλία, Πολιτική Έφεση 17/2014, ημερ. 25.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:A400 σημειώθηκαν τα εξής σχετικά:

 

            «Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά άλλα στην τρέχουσα ενότητα παρά να θυμίσουμε, μαζί και με κάποια άλλη πρόσφατη νομολογία, ό,τι είχαμε συναφώς την ευκαιρία να εκφράσουμε στην Ιωάννου ν. C.T.C. Automotive Ltd, Π.Ε. 396/14, ημ. 6.10.22, ECLI:CY:AD:2022:A437:

 

            «...Έχει καταστεί πλέον τετριμμένο - με αμετάβλητη ωστόσο και εξέχουσα τη σπουδαιότητα που η αρχή αυτή εκφράζει - πως μονάχα εκεί που τα πρωτόδικα συμπεράσματα και ευρήματα περί αξιοπιστίας μαρτύρων και μαρτυρίας (κρινόμενα αντικειμενικώς) δεν είναι ευλόγως επιτρεπτά ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία (ή κρίνονται ανυπόστατα ως ουσιωδώς αντιφατικά), μπορεί αναλόγως να υπάρξει εφετειακή επέμβαση (Νεοκλέους ν. Θεοδότου, Π.Ε. 40/14, ημ. 8.6.22, ECLI:CY:AD:2022:D243, Χαραλαμπίδη ν. Μιχαήλ και Άλλων, Π.Ε. 304/13, ημ. 16.7.21, ECLI:CY:AD:2021:A316, Περατικού ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Π.Ε. 287/13, ημ. 16.6.21), ECLI:CY:AD:2021:A254...».

 

            Προσθέτως, στην  Μιχαηλίδης ν. Οικονομίδη, Π.Ε. 94/13, ημ. 30.6.22, ECLI:CY:AD:2022:D288, το Εφετείο υπέμνησε για πολλοστή φορά, πως:

 

            «..................................................................................................................

            [...]θέματα που σχετίζονται με την αξιοπιστία των μαρτύρων εμπίπτουν εντός της αρμοδιότητας των Πρωτόδικων Δικαστηρίων αφού αυτά είναι που βλέπουν και παρακολουθούν τους μάρτυρες την ώρα που αυτοί καταθέτουν (Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία (2011) 1(Γ) ΑΑΔ, 2192). Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα κρίνεται σε ένα πολύ ευρύ πλαίσιο, περιλαμβάνει δε και την υποκειμενική αντίληψη φιλαλήθειας των μαρτύρων εκ μέρους του εκδικάζοντος Δικαστή (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 407). Ισχυρισμοί ενώπιον του Εφετείου ότι η πρωτόδικη αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι εσφαλμένη ή αδικαιολόγητη θα πρέπει να τεκμηριώνονται με πειστικά επιχειρήματα. [...] Περαιτέρω τυχόν αντιφάσεις ή αδυναμίες που υπάρχουν στη μαρτυρία δεν αποτελούν λόγο επέμβασης του Εφετείου, εκτός αν είναι τόσο ουσιώδεις ώστε να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε τη μαρτυρία ως αξιόπιστη».

 

 

            Σχετικές επίσης είναι οι υποθέσεις Παπαναστασίου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 284/2014, ημερ. 16.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:A7 και Μαρκίδου και Παπαμάρκου, Πολιτική Έφεση 288/2018, ημερ. 16.7.2024.

 

            Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, κρίνουμε ότι δεν υπάρχει περιθώριο επέμβασης μας στην αξιολόγηση κανενός εκ των ανωτέρω μαρτύρων. Την αξιολόγηση του εφεσείοντος (ΜΥ1) την έχουμε ήδη παραθέσει αυτούσια ανωτέρω. Οι επισημάνσεις και υποδείξεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο είχε το μοναδικό προνόμιο να δει και να ακούσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, είναι απολύτως θεμιτές, αλλά και λογικές. Ειδικά για τον εφεσείοντα (ΜΥ1), δικαιολογημένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η προσπάθεια του ήταν να αποποιηθεί με κάθε τρόπο ευθύνης και όχι, δια του λόγου του, να διαβιβάσει την αλήθεια προς το Δικαστήριο. Πέραν των όσων άλλων επισήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκδηλη έκφανση αυτής της προσπάθειας ήταν η δικογραφημένη θέση ότι δεν υπέγραψε το εγγυητήριο έγγραφο (παράγραφος 5(α) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης), θέση η οποία προωθήθηκε [μερικώς] και στη δίκη με απευθείας υποβολή του συνηγόρου του προς τον ΜΕ1 (βλ. σελίδα 18, πρακτικό ημερ. 21.11.2018). Η θέση αυτή ανασκευάστηκε δια στόματος του ίδιου του εφεσείοντος, αφού ομολόγησε κατά τη μαρτυρία του ότι στην πραγματικότητα υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης. Η ομολογία  βέβαια ήταν στο πλαίσιο της διαζευκτικής θέσης που προώθησε, ότι η υπογραφή του αποσπάστηκε υπό παράνομες συνθήκες.

 

         Η ακρόαση είναι για τη διαβίβαση της αλήθειας. Η αλήθεια έχει μόνον μια εκδοχή. Δεν χωράνε επ’ αυτής διαζεύξεις. Η καταφυγή σε τέτοιες φανερώνει ανειλικρίνεια και αναξιοπιστία.

 

         Τα ίδια ισχύουν και για τους άλλους μάρτυρες, ήτοι τους ΜΕ3, ΜΕ5 και ΜΥ2. Δεν χωρεί δηλαδή παρέμβαση μας στην αξιολόγηση τους, αφού έγινε με τον ενδεδειγμένο, δικαστικό τρόπο από αναγωγή των πραγματικών λεγομένων τους στο Δικαστήριο. Η αξιολόγηση του ΜΕ3, ο οποίος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον εφεσείοντα παρατίθεται στις σελίδες 47 και 48 της πρωτόδικης απόφασης. Ξεχωρίζει ιδιαίτερα το ακόλουθο απόσπασμα:

 

(σελίδα 48)

 

            «Η αλήθεια των ισχυρισμών του ότι δεν έγινε καμία άλλη προφορική συμφωνία με τον Εναγόμενο 3 ή ότι υποσχέθηκε στον Εναγόμενο 3 ότι το δάνειο θα εκταμιευόταν μετά την έκδοση της Πολεοδομικής και οικοδομικής άδειας, τμηματικά και κατόπιν διατακτικών πληρωμής του ιδίου και ότι το δάνειο ήταν εξασφαλισμένο με τις υποθήκες και η δική του υπογραφή ήταν τυπική, πέραν της σαφήνειας και αμεσότητας της μαρτυρίας του και της άριστης εντύπωσης που άφησε στο Δικαστήριο από τον τρόπο που απαντούσε, η μαρτυρία του συνάδει με τα Τεκμήρια 3, 14 και 15 που υπέγραψε ο Εναγόμενος 3.

 

            Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο και όσα ανέφερε είχαν συνοχή, συνέχεια και συνέπεια. Ήταν δε κατηγορηματικός ότι καμία υπόσχεση, καμία διαβεβαίωση και καμία συμφωνία έγινε για όσα ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται, ανωτέρω και όλα όσα συμφωνήθηκαν φαίνονται στα Τεκμήρια 1, 2 και 3».

 

         Η αξιολόγηση της ΜΕ5, η οποία ήταν παρούσα κατά την  υπογραφή της σύμβασης εγγύησης από τον εφεσείοντα, συναντάται στη σελίδα 49 της πρωτόδικης απόφασης. Την παραθέτουμε και αυτή αυτούσια:

 

            «Σε σχέση με την Μ.Ε.5, αυτή ανέφερε ρητώς ότι ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε στην παρουσία της τη σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 1, της και ο Εναγόμενος 3 τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3, τις οποίες υπογραφές τους στα δύο έγγραφα επιμαρτύρησε με τη δική της υπογραφή επί αυτών ως μάρτυρας των υπογραφών τους.

 

            Μάλιστα, σε σχέση με τον Εναγόμενο 3 ανέφερε ότι πριν υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 3, υπέγραψε την ενημερωτική επιστολή προτιθέμενου εγγυητή, Τεκμήριο 15 και επίσης δήλωση του προτιθέμενου εγγυητή για παραλαβή, Τεκμήριο 14.

 

            Η ατόνηση της μνήμης της, ως προς το εάν ήταν αυτό το δάνειο το οποίο δινόταν τμηματικά ή κάποιο άλλο από αυτά που είχε ο Εναγόμενος 1, μετά από 10 χρόνια, είναι απόλυτα λογικό και ουδόλως μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι ψεύδεται.

 

            Οι εξηγήσεις για την αιτιολογία έγκρισης του δανείου ήταν λογικές, ενώ όσον αφορά την απόρριψη του ισχυρισμού ότι δήθεν απλώς έβαλαν τον Εναγόμενο 3 να υπογράψει και ότι τον εξανάγκασαν, ήταν συνεπής και πειστική ότι δεν ενήργησαν με τον τρόπο αυτό.

 

            Η μαρτυρία της διέπετο από αυθεντικότητα, ειλικρίνεια και συνέπεια.

 

            Ως εκ των ανωτέρω, κρίνεται αξιόπιστη και αποδέχομαι τη μαρτυρία της».

 

         Τέλος, σε σχέση με τον ΜΥ2, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε τα εξής:

 

«Ο Μ.Υ.2 με τη μαρτυρία του ουσιαστικά επιβεβαίωσε τη μαρτυρία της Μ.Ε.1, αφού σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι η διαφορά που υπάρχει στην δική του έκθεση, Τεκμήρια 25 και 26, από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, που ετοίμασε η Μ.Ε.1, έγκειται στο γεγονός ότι αυτός προέβηκε σε χρήση επιτοκίου 5% αντί 8.75% που χρέωσε η Μ.Ε.1 το εκάστοτε ποσό, επειδή έτσι διευθετούσε τις υποθέσεις που ανέλαβε εκ μέρους χρεωστών με τις Συνεργατικές. Η μη όμως συμφωνία για χρέωση εκ μέρους της Ενάγουσας του οφειλόμενου υπολοίπου της παρούσας υπόθεσης με 5%, η οποιαδήποτε άλλη νομική ή συμβατική υποχρέωση της Ενάγουσας να χρεώσει με επιτόκιο 5% το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό, αναπόφευκτα οδηγεί και στην απόρριψη του αποτελέσματος των εκθέσεων του».

 

         Εν ολίγοις, δεν απέρριψε τη μαρτυρία του λόγω ανειλικρίνειας, αλλά λόγω της εμφιλοχώρησης στις εκθέσεις του ενός δεδομένου (χρέωση υπολοίπου με τόκο 5%) που στην πραγματικότητα, δεν υφίστατο.

 

         Προτού ολοκληρώσουμε με τους προαναφερθέντες λόγους έφεσης, θα πρέπει να σημειώσουμε και μια παραδοξότητα. Ο λόγος έφεσης 12, ο οποίος συναρτάται άμεσα με την αξιολόγηση της προαναφερθείσας μαρτυρίας και των συνακόλουθων ευρημάτων στα οποία κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, και ο οποίος αναμφίβολα θα εξεταζόταν από κοινού μ’ αυτούς, τελικώς, όπως προαναφέραμε, δεν προωθήθηκε από πλευράς εφεσείοντος.

 

         Εν όψει των πιο πάνω απορρίπτονται οι λόγοι έφεσης 6, 7, 8, 9 και 10.

 

         Ερχόμαστε στους λόγους έφεσης 1 και 2, οι οποίοι λόγω συνάφειας θα εξεταστούν μαζί.

 

         Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι «το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε σωστά τη νομοθεσία Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο (Ν.197(Ι)/2003 και/ή τη Νομολογία και δη το άρθρο 12 (3) (α) και εσφαλμένα αποφάνθηκε ότι «δεν έχει αποδειχθεί ότι ένεκα της ως άνω παράλειψης της Ενάγουσας παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του Εναγόμενου 3 ως εγγυητή αν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό.» (σελ. 94 της προσβαλλόμενης απόφασης) παραγνωρίζοντας την ενώπιον του μαρτυρία. Περαιτέρω διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι μειώθηκε η αξία του Τεμαχίου 364 με αποτέλεσμα να παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του Εναγόμενου 3 ως Εγγυητή από τον Εναγόμενο 1 – Πρωτοφειλέτη. Αυτό είχε ως συνέπεια το Πρωτόδικο Δικαστήριο να οδηγηθεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα».

 

         Με τον δεύτερο λόγο έφεσης ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι «το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε σωστά τη νομοθεσία Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο (Ν.197(Ι)/2003) και/ή τη Νομολογία και δη το άρθρο 12 (3) (β) και εσφαλμένα αποφάνθηκε ότι «δεν έχει αποδειχθεί ότι ένεκα της ως άνω παράλειψης της Ενάγουσας έχει γίνει παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 3, για να εξεταστούν οι συνέπειες από αυτήν. Επομένως η θέση αυτή του Εναγόμενου 3 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.» (σελ. 95 της προσβαλλόμενης απόφασης), παραγνωρίζοντας την ενώπιον του μαρτυρία».

 

         Δεν θα καταπιαστούμε με τα πολλά, και επιπρόσθετα που παρατίθενται στην αιτιολογία των λόγων έφεσης, αλλά θα επικεντρωθούμε στην ουσία του παραπόνου του εφεσείοντος, όπως αυτόδηλα αναφύεται από το περιεχόμενο των λόγων έφεσης, αλλά και από τα όσα διαφωτιστικά ανέφερε στην ενώπιον μας διαδικασία, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντος, ο οποίος, εστίασε την προφορική του επιχειρηματολογία, αποκλειστικά σ’ αυτούς τους δύο λόγους έφεσης. Μελετήσαμε βεβαίως επισταμένα και τα όσα αναπτύσσονται στα αντίστοιχα περιγράμματα αγόρευσης των δύο πλευρών.

 

         Το άρθρο 12 του πιο πάνω Νόμου διαλαμβάνει τα εξής:

 

            «12. (1) Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.

 

                     (2)  Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή:

 

                             Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα».

 

                     (3)  Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια (1) και (2) του παρόντος άρθρου: -

 

                            (α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη,

 

                            (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο.»

 

         Όπως υποδείξαμε στη σελίδα 8 ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε από μέρους της εφεσίβλητης παραβίαση του άρθρου 12(1) και (2) λόγω της αργοπορημένης αποστολής της επιστολής προς τον εφεσείοντα, ήτοι 19 μήνες μετά την πρώτη καθυστερημένη δόση. Παράλληλα, έκρινε, ορθά, ότι η παράλειψη αυτή βάσει της παραγράφου 3(α), θεωρείται υπό την έννοια του άρθρου 97 του Κεφ.149, παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.

 

(η υπογράμμιση είναι δική μας).

 

         Το άρθρο 97 προβλέπει τα εξής:

 

            «Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται.»

 

         Στη συνέχεια όμως, με αναφορά στο τεκμήριο 9, έκρινε ότι δεν υπήρξε μείωση στην αξία του ενυπόθηκου ακινήτου και άρα δεν παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εφεσείοντα από τον πρωτοφειλέτη.

 

         Στον πρώτο λόγο έφεσης, ο εφεσείοντας υποδεικνύει ότι βάσει του τεκμηρίου 9, η αξία του τεμαχίου 364 μειώθηκε. Αυτό είναι αλήθεια αφού η αξία του τεμαχίου 364 σύμφωνα με την εκτίμηση ημερ. 25.6.2012 ήταν €945.000, συγκριτικά με €1.450.000 που ήταν σύμφωνα με την εκτίμηση ημερ. 7.11.2008. Αυτό όμως αποτελεί μια αποσπασματική ανάγνωση του τεκμηρίου 9. Το ενυπόθηκο ακίνητο περιλάμβανε και το τεμάχιο 363. Η αξία αυτού του τεμαχίου, σύμφωνα με την εκτίμηση ημερ. 3.3.2009 ήταν €225.000, αλλά αυξήθηκε σε €790.000. Σύνολο εξασφάλισης δηλαδή το 2012 ήταν €1.735.000 συγκριτικά με €1.675.000 = αύξηση €60.000.

 

         Ο εφεσείοντος επίσης διαμαρτύρεται ότι παραβλάπτεται η τελική του ικανοποίηση ένεκα του γεγονότος ότι οι υποθήκες της εφεσίβλητης ήταν Β υποθήκες. Επ΄ αυτού να επισημάνουμε τα εξής: Τέτοιο επιχείρημα δεν έχουμε εντοπίσει να εγέρθηκε πρωτόδικα, κάτι που δημιουργεί κώλυμα στην εξέταση του κατ’ έφεση (βλ. Ορουντιώτης κ.ά ν. Loukas Georgiou Management Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 71/2017, ημερ. 14.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:A453, Κουζαλή ν. Gordian Holdings Limited, Πολιτική Έφεση Ε4/18, ημερ. 28.9.2023). Δεν αναφερόμαστε βέβαια στον ισχυρισμό ότι η ύπαρξη των Α υποθηκών του απεκρύβησαν. Τούτο το έθεσε πρωτόδικα και κρίθηκε αναξιόπιστος. Αναφερόμαστε στην ύπαρξη των Α υποθηκών ως παραβλάπτον στοιχείο «της τελικής του ικανοποίησης». Αν ήθελε να εγείρει τέτοιο ζήτημα, ο ίδιος είχε το βάρος να προσκομίσει μαρτυρία σχετικά με το ποσό κάλυψης των Α υποθηκών κατά την ημερομηνία της πρώτης καθυστερημένης δόσης (22.1.2010) συγκριτικά με το ποσό κάλυψης των Α υποθηκών κατά την ειδοποίηση του στις 18.11.2011, για να διαφαινόταν αν υπήρξε αύξηση ή μείωση. Μόνον σε περίπτωση αύξησης των ποσών της εξασφάλισης των Α υποθηκών, θα υπήρχε έδαφος για επ’ αυτού προβολή επιχειρήματος για παράβλαψη της «τελικής του ικανοποίησης».

 

         Περαιτέρω, ο εφεσείων προβάλλει ως παραβλάπτοντα στοιχεία την εν γένει αύξηση του χρέους με την επιβολή επιπρόσθετων τόκων, αλλά και την εκδηλωθείσα αφερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη ως έκφανση της αδυναμίας πληρωμής και/ή των αναφυουσών καθυστερημένων δόσεων. Πέραν και πάλι της έλλειψης προσκόμισης αξιόπιστης μαρτυρίας, παραπέμπουμε στα όσα ειπώθηκαν στην υπόθεση Μουλαζίμη κ.ά. v. Themis Portfolio Management Holdings Limited, Πολιτική Έφεση 418/19, ημερ. 22.5.2025 όπου είχε τεθεί παρόμοιο επιχείρημα. Συγκεκριμένα στις σελίδες 14 -15 της απόφασης σημειώθηκαν τα ακόλουθα σημαντικά:

 

            «Επαναλαμβάνουμε ότι οι εφεσείοντες δεν προσκόμισαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο καμία μαρτυρία. Εισηγείται η συνήγορος της εφεσείουσας 2 ότι αποδεικνύεται ότι συνεπεία της μη ενημέρωσής της «αλλά και συνεπεία της τόσης καθυστέρησης αυξήθηκαν τα ποσά και οι υποχρεώσεις της εγγυήτριας σε τέτοιο βαθμό που συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων της όπως τα Άρθρα 12 του Νόμου και 97 του Κεφ.149 προνοούν.»

 

            Παρόμοια θέση τέθηκε από τη συνήγορο στην παρούσα υπόθεση και στην υπόθεση ΣΤΑΘΗΣ ΜΑΤΟΛΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ κ.α. v. SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LTD, Πολιτική Έφεση αρ. 183/2019, 25/2/2025 στην οποία αποφασίστηκαν από το Εφετείο τα εξής:

 

                     «Είναι προφανές, κατά την άποψή μας, ότι δυνάμει του Άρθρου 97 του Κεφ. 149, οι εγγυητές απαλλάσσονται, μόνο αν αποδειχθεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι συνεπεία της όποιας, κατ' ισχυρισμό παράλειψης κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 12 του Νόμου, «παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.»

 

                     Προκύπτει, ότι η πιο πάνω ρητή εξειδίκευση του είδους της βλάβης, την οποία φέρει το βάρος ο εγγυητής να αποδείξει ότι υπέστη, βάσει των Άρθρων 12 και Άρθρου 97 (ανωτέρω), σαφώς δεν καλύπτεται από τη γενικότητα της θέσης των εφεσειόντων, περί αποδεδειγμένης εμφανούς παραβίασης των δικαιωμάτων τους. Ουδεμία μαρτυρία δόθηκε σε σχέση με την εν λόγω προβλεπόμενη στη νομοθεσία βλάβη, ούτε και θα μπορούσε να εξαχθεί ένα τέτοιο εύρημα περί βλάβης απλώς και μόνο εκ της επικαλούμενης αύξησης του οφειλόμενου ποσού.

 

                     Επισημαίνουμε ότι το Άρθρο 97 του Κεφ.149, αντιστοιχεί στο Άρθρο 139 του Indian Contract Act. Στο σύγγραμμα Pollock & Mulla on Indian Contract and Specific Relief Acts, Volume 2, 16th edition, στη σελίδα 1436, αναφέρονται τα εξής υποστηρικτικά της πιο πάνω ερμηνείας του Άρθρου 97 του Κεφ.149, βασιζόμενα σε ινδική νομολογία:

 

            «In order to attract the provisions of this section, there must not only be an act inconsistent with the rights of the surety, or the omission to do an act which is in the creditor's or employer's duty to do, but it is essential that thereby, the eventual remedy of the surety is impaired.A surety, for instance, will be released if the creditor, due to what he has done, cannot, on payment by the surety, give him the securities in exactly the same condition as the formerly stood in their his hands.»

 

            Εν όψει της παντελούς έλλειψης μαρτυρίας επί του απαιτούμενου, εκ των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών, στοιχείου της βλάβης των εφεσειόντων-εγγυητών, η πιο πάνω θέση των εφεσειόντων, στερείται πραγματικού ερείσματος.»

 

            Παρομοίως, στην παρούσα υπόθεση, η θέση της εφεσείουσας 2 στερείται πραγματικού ερείσματος, εν όψει της παντελούς έλλειψης μαρτυρίας ως προς τη συγκεκριμένη βλάβη που όφειλε να αποδείξει, όπως απαιτείται από το Άρθρο 97 του Κεφ. 149

 

         Ως εκ των ανωτέρω κανένα περιθώριο επιτυχίας του πρώτου λόγου έφεσης υπάρχει.

 

         Ο δεύτερος λόγος έφεσης αφορά στο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε παραβίαση ουσιώδους όρου υπό την έννοια του άρθρου 12(3)(β) του Ν.197(1)/2003. Οι όροι 11 και 12 της σύμβασης εγγύησης (τεκμήριο 3), ουσιαστικά, αποτελούν αναπαραγωγή των άρθρων 12(1) και (2) του Νόμου. Ο όρος 13 προβλέπει τα ακόλουθα:

 

            «Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των δύο προηγούμενων ρητρών, η υποχρέωση του Εγγυητή για πληρωμή δυνάμει της σύμβασης αυτής θα αρχίζει από τη στιγμή που θα γίνει γραπτή αξίωση από τη Συνεργατική με επιστολή που θα παραδοθεί δια χειρός στον Εγγυητή ή θα αποσταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που έχει δηλώσει στη Συνεργατική ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή του.»

 

         Συνεπώς, παρά την ομολογουμένως παραδοξότητα, δεν είναι αυθαίρετη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου (σελίδα 94), ότι, ο όρος 13 μετέβαλλε κατ’ ουσία τους προηγούμενους δύο όρους σε μη ουσιώδεις. Ο όρος 13 ρητά αναφέρεται σε «υποχρέωση του εγγυητή για πληρωμή» και όχι απλώς στο χρονικό σημείο που το ποσό γίνεται απαιτητό, ως υποστηρίζεται στο περίγραμμα αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων του εφεσείοντος.  Μια σύμβαση, θα πρέπει να αναγιγνώσκεται συνεκτικά και συνολικά, ώστε κατά την ερμηνεία της να εξαγάγεται η πραγματική πρόθεση των μερών, αλλά και η σημασία και ουσία επιμέρους όρων.

 

         Εν πάση περιπτώσει και παραβίαση ουσιωδών όρων να κατέληγε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι υπήρξε, τούτο δεν θα απάλλασσε χωρίς άλλο τον εφεσείοντα. Απόλυτα σχετικά επί του προκείμενου είναι τα όσα πιο κάτω αναφέρονται στις σελίδες 15-17 της υπόθεσης Μουλαζίμη (ανωτέρω):

 

            «Το τέταρτο επιχείρημα που τέθηκε στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου έφεσης, προωθήθηκε και πάλι στην υπόθεση ΣΤΑΘΗΣ ΜΑΤΟΛΗΣ, ανωτέρω, και συνίσταται στο ότι η κατ' ισχυρισμό παράλειψη ενημέρωσης, αποτελούσε παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εν τη έννοια του Άρθρου 12(3)(β) του Νόμου, «πράγμα που απαλλάσσει τον εγγυητή».

 

            Στην υπόθεση ΣΤΑΘΗΣ ΜΑΤΟΛΗΣ, ανωτέρω, λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

                     «Το νομικό επιχείρημα των εφεσειόντων ότι η κατ' ισχυρισμό συνακόλουθη παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης, απαλλάσσει τον εγγυητή, δεν είναι απλώς εσφαλμένο, αλλά είναι και κατάφορα αντίθετο με τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Οι  αρχές του δικαίου των συμβάσεων, αναφορικά με τις συνέπειες της παράβασης ουσιώδους όρους σύμβασης, συνοψίζονται στην υπόθεση XENOS TRAVEL LTD ν. PANASOFT AEΠολιτική Έφεση Αρ. 116/2011, 21/2/2017:

 

                            «Με διαπιστωμένη την παράβαση του όρου 14, η οποία κρίθηκε ως ουσιώδης, παρείχετο το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος, εδώ εφεσείοντα, να τερματίσει τη σύμβαση. Η  σύμβαση, όμως, δεν τερματίζεται με την παράβασή της. Η εφεσείουσα δεν άσκησε το δικαίωμα που είχε και δεν προχώρησε σε τερματισμό. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρεί ότι έχει αποδεσμευτεί από τη σύμβαση και απαλλαγεί των δικών της υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν.

 

                            Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Metaxas Loizides Syrimis & Co κ.ά. ν. L. K. Globalsoft Co Ltd (2007) 1 AAΔ 54:

 

                                      «Στην ανάλυση το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα, με τα οποία συμφωνούμε:-

 

                                      «Αποτελεί κοινό τόπο στο δίκαιο των συμβάσεων ότι το αναίτιο μέρος έχει διάφορες επιλογές: είτε να θεωρήσει την παράβαση από το υπαίτιο μέρος ως τερματίζουσα τη σύμβαση, να αποδεχθεί τον τερματισμό εκ μέρους του υπαίτιου μέρους και να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις, οπότε και οι δύο πλευρές απαλλάσσονται από την περαιτέρω εκτέλεση και επιπλέον αποζημιώσεις για τυχόν ζημιά που προέκυψε από την αργοπορία στην εκτέλεση.»

 

            (Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)»

 

            Τα δικαιώματα που προκύπτουν από παράβαση ουσιώδους όρου είναι, επαναλαμβάνουμε, τα πιο πάνω αναφερόμενα στην XENOS TRAVEL, (ανωτέρω) και όχι η αυτόματη απαλλαγή του εγγυητή, όπως υποστηρίζει η συνήγορος των εφεσειόντων

 

         Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προσκομίστηκε αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο εφεσείοντας τερμάτισε οποτεδήποτε τη σύμβαση εγγύησης. Τουναντίον, παρέμεινε αδρανής και σιωπηλός μέχρι την έγερση της εναντίον του αγωγής.

 

         Εν όψει των πιο πάνω απορρίπτονται οι λόγοι έφεσης 1 και 2.

 

         Οι λόγοι έφεσης 3 και 11, τους οποίος προωθεί από κοινού η πλευρά του εφεσείοντας, αφορούν αντιστοίχως ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάνθηκε ότι το δάνειο ήταν πλήρως εξασφαλισμένο και άρα έγκυρο και ότι διέλαθε την προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη ενήργησε με  επαγγελματική αμέλεια. Η αναπτυχθείσα στο εν λόγω περίγραμμα επιχειρηματολογία, με κάθε εκτίμηση, είναι κάπως αντιφατική αφού από τη μια γίνεται παραπομπή (με υποκειμενική βέβαια ερμηνεία) στα λεγόμενα του ΜΕ3 για να υποστηριχθεί η βασιμότητα των λόγων έφεσης και από την άλλη προβάλλονται επιχειρήματα που θα έπρεπε να οδηγήσουν το πρωτόδικο Δικαστήριο σε απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΕ3 ως αναξιόπιστη (σχετικός επ’ αυτού είναι ο λόγος έφεσης 6). Συναφώς, ενίοτε συγκεκαλυμμένα, γίνεται αναφορά στα λεγόμενα του εφεσείοντος για να υποστηριχθούν οι λόγοι έφεσης αυτοί. Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται ότι τα ευρήματα και συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν πλήρως δικαιολογημένα ως αναφύοντα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κρίση του επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ζήτημα με το οποίο έχουμε ήδη ασχοληθεί.

 

         Απορρίπτονται και οι λόγοι έφεσης 3 και 11.

 

         Με τους λόγους έφεσης 4 και 5 προβάλλεται η θέση ότι παραβιάστηκαν ουσιώδεις όροι της σύμβασης δανείου. Επί τούτου επαναλαμβάνουμε τα όσα υποδείξαμε πιο πάνω σε σχέση με τα δικαιώματα του αναίτιου μέρους σε περίπτωση παραβίασης ουσιώδους όρου σύμβασης. Εδώ, ο πρωτοφειλέτης όχι απλώς δεν τερμάτισε τη δανειακή σύμβαση, αλλά ως υποδείξαμε στην αρχή της παρούσας απόφασης, αποδέχτηκε την έκδοση απόφασης εναντίον του για ολόκληρο το διεκδικούμενο ποσό βάσει αυτής, πλέον τόκους.

 

         Περαιτέρω, οι λόγοι προωθούνται και πάλι σε συσχέτιση με τη μαρτυρία [κυρίως] του ΜΕ3. Σε σημεία της επιχειρηματολογίας γίνεται αναφορά σε αναξιοπιστία του μάρτυρα και σε σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου που αποδέχτηκε τη μαρτυρία του ενώ σε άλλα σημεία γίνεται αναφορά σε εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου που είναι «ευθέως αντίθετο με τους ισχυρισμούς του ΜΕ3….». Συναφώς, γίνεται επίκληση της μαρτυρίας του εφεσείοντος,  ειδικά σε σχέση με αναφορά του για υποτιθέμενο «ουσιώδη εξυπακουόμενο και σιωπηρό όρο…» και σε «παραστάσεις… που έγιναν προσυμβατικά από τον ΜΕ3». Το θεωρούμε αχρείαστο να σχολιάσουμε κατά πόσο είναι δυνατό να υπάρξει τέτοιος όρος σε γραπτή σύμβαση δανείου αλλά και ποια η αξία και σχετικότητα των όποιων προσυμβατικών παραστάσεων που τελικώς δεν συμπεριλαμβάνεται στη γραπτή σύμβαση. Περιοριζόμαστε στο να επαναλάβουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε υπό συνθήκες που δεν επιδέχονται από μέρους μας παρέμβασης, ότι, ο ΜΕ3 ήταν αξιόπιστος και ο εφεσείοντας αναξιόπιστος.

 

         Απορρίπτονται οι λόγοι έφεσης 4 και 5.

 

         Απομένει η αιτιολογία (δ) του λόγου έφεσης 14 με την οποία υποστηρίζεται ότι «οποιοδήποτε έγγραφο τυχόν υπέγραψε ο Εναγόμενος 3 ήταν συνεπεία δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων». Η αιτιολογία αυτή είναι ασύνδετη με τον ίδιο τον λόγο έφεσης με τον οποίο υποστηρίζεται απλώς ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 3 ως εγγυητή του Εναγόμενου 1 χωρίς να συντρέχουν προς τούτο οι σχετικές προϋποθέσεις», γεγονός, που ως εξηγήσαμε προηγουμένως, αποκλείει την ενασχόληση με αυτό. Πέραν τούτου, η αόριστη και απροσδιόριστη αναφορά σε «οποιοδήποτε έγγραφο», αλλά και η συμπερίληψη και «δόλου» και «απάτης» και «ψευδών παραστάσεων» στο επιχείρημα, αναδεικνύει με τον πιο γλαφυρό τρόπο την αχαλίνωτη προσπάθεια να πληγεί με οποιοδήποτε τρόπο η πρωτόδικη απόφαση, όχι σε συνάρτηση με πραγματικά σφάλματα αλλά με κάθε λογής αιτίαση και επιχείρημα. Καμία αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο ασχολήθηκε ειδικά με αυτό το θέμα (και με πολλά άλλα), δεν προσκομίστηκε που να παραπέμπει σε δόλο, απάτη ή ψευδείς παραστάσεις. Απορρίπτεται συνεπώς η σχετική θέση.

 

         Κατ’ ακολουθία όλων των πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €4.000 έξοδα έφεσης πλέον ΦΠΑ υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον του εφεσείοντος.

 

 

 

                                                                    ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.

 

 

                                                                    Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

                                                                    Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο