ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΦΛΟΥΡΟΥ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 41/2026, 42/2026, 43/2026, 44/2026, 45/2026, 27/2/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΦΛΟΥΡΟΥ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 41/2026, 42/2026, 43/2026, 44/2026, 45/2026, 27/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

27 Φεβρουαρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 41/2026)

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΦΛΟΥΡΟΥ,

Εφεσείων,

v.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

(Ποινική Έφεση Αρ.: 42/2026)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΙΤΤΑΣ,

Εφεσείων,

v.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

(Ποινική Έφεση Αρ.: 43/2026)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ,

Εφεσείων,

v.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 44/2026)

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΠΙΕΡΗ,

Εφεσείων,

v.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

(Ποινική Έφεση Αρ.: 45/2026)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΛΟΥΡΟΥ,

Εφεσείων,

v.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

Ν. Καντάρα, για τον Εφεσείοντα στην 41/2026.

Χ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες στις 42/2026 και 44/2026.

Κ. Χριστοδουλίδης, για τον Εφεσείοντα στην 43/2026.

Α. Μάρκου, για τον Εφεσείοντα στην 45/2026.

Χ. Προξένου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη στις 41/2026, 42/2026, 43/2026, 44/2026 και 45/2026.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Οι υπό κρίση εφέσεις εκδικάζονται μαζί λόγω του ότι αφορούν την ίδια πρωτόδικη απόφαση. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας παρέπεμψε τους πέντε, ενώπιόν του, κατηγορουμένους στο Κακουργιοδικείο Λάρνακας. Αξίζει να τεθεί ότι ο εφεσείων στην 41/2026 είναι ο κατηγορούμενος 1 πρωτοδίκως, ο εφεσείων στην 42/2026 είναι ο κατηγορούμενος 2 πρωτοδίκως, ο εφεσείων στην 43/2026 είναι ο κατηγορούμενος 3 πρωτοδίκως, ο εφεσείων στην 44/2026 είναι ο κατηγορούμενος 4 πρωτοδίκως και ο εφεσείων στην 45/2026 είναι ο κατηγορούμενος 5 πρωτοδίκως. Προς αποφυγή σύγχυσης, οι εφεσείοντες θα αναφέρονται στην παρούσα ως κατηγορούμενοι 1‑5, αναλόγως της περίπτωσης.

 

Οι κατηγορούμενοι 1‑5 παραπέμφθηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας αντιμετωπίζοντας κατηγορία συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, κατηγορία συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και αποδοχή διάπραξης εγκλημάτων, δύο κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατηγορία απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό κλοπής, κατηγορία εκβίασης και κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Συγκεκριμένα, αποδίδεται στους κατηγορουμένους ότι, μεταξύ των ετών 2023‑2025, συμμετείχαν σε εγκληματική οργάνωση (1η κατηγορία) και έχοντας γνώση των παράνομων σκοπών εγκληματικής οργάνωσης που ασχολείτο με την εκβίαση και την απαίτηση περιουσίας με απειλές, συμμετείχαν σε αυτήν την οργάνωση (2η κατηγορία). Επίσης, ότι συνωμότησαν να διαπράξουν εκβιασμό με σκοπό την αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους και να απαιτήσουν περιουσία με απειλές με σκοπό κλοπής (3η και 4η κατηγορία). Περαιτέρω, ότι, ως εγκληματική οργάνωση, απαίτησαν περιουσία με απειλές, ήτοι χρήματα από ιδιοκτήτες υποστατικών για την παροχή προστασίας (5η κατηγορία) και ότι, ως εγκληματική οργάνωση, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομα περιουσιακό όφελος, εκβίαζαν, ήτοι ζητούσαν χρήματα από ιδιοκτήτες υποστατικών για την παροχή προστασίας (6η κατηγορία). Τέλος, ότι, ως εγκληματική οργάνωση, απέκτησαν χρήματα γνωρίζοντας ότι τα χρήματα ήταν έσοδα από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της απαίτησης περιουσίας με απειλές (7η κατηγορία).

 

Ως ημερομηνία εμφάνισης των κατηγορουμένων ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, ορίστηκε η 19.3.2026. Κατόπιν σχετικού αιτήματος, το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά την προβαλλόμενη ένσταση από πλευράς κάθε ενός από τους κατηγορουμένους, διέταξε την κράτηση αυτών στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας, ενώ, αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, επιπρόσθετα, στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μεσοδιάστημα.

 

Κάθε ένας από τους κατηγορουμένους 1‑5 αμφισβητεί την πρωτόδικη απόφαση για κράτηση του με την έφεση που καταχώρισε.

 

Ο κατηγορούμενος 1 εφεσιβάλει την πρωτόδικη απόφαση με τέσσερεις λόγους έφεσης. Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα χειρίστηκε την υπόθεση ωσάν η κράτηση να αποτελούσε τον κανόνα και όχι την εξαίρεση, ως η πάγια νομολογία, ενώ διαπιστώνεται εσφαλμένη άσκηση δικαστικής κρίσης που δικαιολογεί την επέμβαση του Εφετείου. Ο δεύτερος λόγος έφεσης προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση ως αναιτιολόγητη ή μη επαρκώς αιτιολογημένη. Συναφώς, προβάλλεται η μη ενασχόληση με τις εισηγήσεις της πλευράς του κατηγορουμένου 1 για τρόπους εξασφάλισης της παρουσίας του στη δίκη, κάτι που φανερώνει τον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο διαχειρίστηκε το υπό κρίση θέμα και καθιστά την απόφαση αναιτιολόγητη. Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την ποινή που ενδεχομένως να επιβληθεί και την πιθανότητα καταδίκης, παραγνωρίζοντας και μη αντισταθμίζοντας επαρκώς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1 και τους ισχυρούς δεσμούς του με τη Δημοκρατία. Προβάλλεται ότι δεν αιτιολογήθηκε το πως οι περιστάσεις αυτές δεν μειώνουν τον κίνδυνο μη προσέλευσης στη δίκη. Ο τέταρτος λόγος έφεσης προσβάλλει την κατάληξη ότι υφίσταται ορατή πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου 1, στη βάση μαρτυρικού υλικού το οποίο δεν ήταν τέτοιας ποιότητας και βαρύτητας ώστε να δικαιολογεί την επιβολή του εξαιρετικού μέτρου της κράτησης μέχρι την ημερομηνία της δίκης. Προβάλλεται, μεταξύ άλλων, η απουσία άμεσης ή ενισχυτικής μαρτυρίας που να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει.

 

Οι κατηγορούμενοι 2 και 4 προσβάλλουν την πρωτόδικη απόφαση με εννέα όμοιους λόγους έφεσης. Προβάλλεται πλάνη για τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και τον νόμο αναφορικά με τη διαπίστωση ότι υπήρχε πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που είναι η 7η κατηγορία στο κατηγορητήριο (πρώτος λόγος έφεσης), εσφαλμένη διαπίστωση πιθανότητας καταδίκης για το αδίκημα της εκβίασης και της απαίτησης περιουσίας με απειλές (δεύτερος λόγος έφεσης), πλάνη για την έννοια της εγκληματικής οργάνωσης και εσφαλμένη αξιολόγηση της κοινωνικής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, αναγόμενη σε εγκληματική συμπεριφορά (τρίτος λόγος έφεσης), εσφαλμένη αξιολόγηση του ψηφιακού υλικού και των βίντεο με χρηματικά ποσά χωρίς πραγματική μαρτυρία ή εξατομικευμένη μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με εγκληματική δραστηριότητα και χωρίς διάταγμα πρόσβασης σε επικοινωνίες (τέταρτος λόγος έφεσης), παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας μέσω της μόλυνσης της κρίσης του Δικαστηρίου από άσχετη εκκρεμούσα υπόθεση αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 (πέμπτος λόγος έφεσης), παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και παράλειψη εξέτασης εναλλακτικών περιοριστικών όρων (έκτος λόγος έφεσης), παραβίαση των αρχών της ισότητας των όπλων και της δίκαιης δίκης λόγω παράλειψης της Κατηγορούσας Αρχής να αποκαλύψει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού (έβδομος λόγος έφεσης), παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας λόγω παραγνώρισης της ισχυρής πιθανότητας αθώωσης του εφεσείοντα (όγδοος λόγο έφεσης) και παράβαση της υποχρέωσης εφαρμογής της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο θέμα κράτησης (ένατος λόγος έφεσης).

 

Αναφορά γίνεται στον μη εντοπισμό ύποπτων συναλλαγών, στη μη ύπαρξη γραπτής κατάθεσης από ιδιοκτήτες ή υπεύθυνους συγκεκριμένων υποστατικών για εκβίαση, ενώ, αντιθέτως, συγκεκριμένο πρόσωπο, ιδιοκτήτης υποστατικού, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σχετικό, στην ερμηνεία εκ μέρους της Αστυνομίας αναφορικά με διαπίστωση εγκληματικής οργάνωσης και την παραγνώριση σχετικής εξήγησης, στην ύπαρξη εξηγήσεων για την κατοχή μετρητών που φαίνονταν στα βίντεο, στη μη σύνδεση άλλης υπόθεσης με την παρούσα, στη μη αιτιολόγηση γιατί επιβολή αυστηρών όρων δεν ήταν επαρκής βάση για απόλυση των κατηγορουμένων, στη μη αποκάλυψη διαταγμάτων για πρόσβαση στο περιεχόμενο επικοινωνίας κατηγορουμένου, στην παραγνώριση μαρτυρικού υλικού που καθιστά την πιθανότητα αθώωσης εξαιρετικά υψηλή και στην παραγνώριση νομολογίας του ΕΔΑΔ.

 

Ο κατηγορούμενος 3 εφεσιβάλει την πρωτόδικη απόφαση με πέντε λόγους έφεσης. Προβάλλεται, και από αυτόν, απομόνωση της σοβαρότητας των αδικημάτων, με υπέρμετρη βαρύτητα σε αυτή, παραγνωρίζοντας τους ισχυρούς δεσμούς του κατηγορουμένου 3 με τη Δημοκρατία και τις λοιπές περιστάσεις που περιέβαλαν την υπόθεση (πρώτος λόγος έφεσης), λανθασμένη αξιολόγηση του ζητήματος στη βάση γενικής αποτίμησης ενδεχομένων αντί αποτίμησης εάν ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος με την υπόθεση που αντιμετωπίζει θα διαφύγει (δεύτερος λόγος έφεσης), λανθασμένη συνεκτίμηση των αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων προς εξέταση (τρίτος λόγος έφεσης), μη ξεχωριστή εξέταση των περιστάσεων κάθε κατηγορουμένου και αξιολόγηση των υποκειμενικών τους παραγόντων (τέταρτος λόγος έφεσης) και εσφαλμένη κατάληξη ότι πληρούντο οι αντικειμενικοί παράγοντες του κινδύνου μη προσέλευσης (πέμπτος λόγος έφεσης). Ανάλογες με τους άλλους κατηγορουμένους (ανωτέρω) αναφορές προβάλλονται προς υποστήριξη των λόγων έφεσης.

 

Τέλος, ο κατηγορούμενος 5 προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με τέσσερεις λόγους έφεσης. Προβάλλεται λανθασμένη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθ' ότι η απόφαση κράτησης δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα αντικειμενικά δεδομένα και εξατομικευμένη αξιολόγηση του εφεσείοντα, αλλά σε γενικές εκτιμήσεις (πρώτος λόγος έφεσης), λανθασμένη κατάληξη στο συμπέρασμα ότι υφίσταται ορατή πιθανότητα καταδίκης, στη βάση μαρτυρικού υλικού το οποίο δεν παρουσίαζε την απαιτούμενη ποιότητα, αξιοπιστία και αποδεικτική βαρύτητα, ώστε να δικαιολογεί την επιβολή του εξαιρετικού και έσχατου μέτρου της κράτησης (δεύτερος λόγος έφεσης), λανθασμένη κρίση ότι υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου 5 στο Δικαστήριο χωρίς να εξεταστούν άλλοι τρόποι εξασφάλισης της παρουσίας του, ειδικά οι προτεινόμενοι όροι εγγύησης (τρίτος λόγος έφεσης) και ότι η απόφαση καθορίστηκε παραγνωρίζοντας και υποβαθμίζοντας τις ειδικές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 5 και τους δεσμούς του με την Κύπρο. Ανάλογες με ανωτέρω είναι και οι θέσεις  του συγκεκριμένου κατηγορουμένου προς υποστήριξη των λόγων έφεσης του.

 

Έχουμε με μεγάλη προσοχή εξετάσει καθετί που αφορά τις υπό κρίση εφέσεις, την πρωτόδικη διαδικασία και απόφαση. Ομοίως έχουμε εξετάσει με προσοχή τα όσα οι συνήγοροι έθεσαν ενώπιόν μας με την επιχειρηματολογία τους.

 

Όπως και σε κάθε περίπτωση αμφισβήτησης πρωτόδικης απόφασης αναφορικά με το θέμα κράτησης, το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος. Συγκεκριμένα δε, σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας.

 

Για σκοπούς πληρότητας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286

 

Είναι προφανές από τα όσα αφορούν τους λόγους έφεσης που προβάλλονται από όλους τους κατηγορουμένους ότι, με εξαίρεση το τι αφορά τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων και τον κατηγορούμενο 2, τα όσα προβάλλονται είναι συναφή και επιτρέπουν την παράλληλη εξέταση όλων των εγειρόμενων λόγων έφεσης και θεμάτων μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης απόφασης και κρίσης.

 

Κρίνουμε, όμως, ορθό να ξεκινήσουμε με τον εγειρόμενο λόγο έφεσης εκ μέρους του κατηγορουμένου 2 στην έφεσή του (42/2026) σε σχέση με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων (πέμπτος λόγος έφεσης).

 

Όπως υποδείξαμε στην IGNATOVA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 268/2025, ημερομηνίας 14.10.2025:

 

«Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 111/2025, ημερομηνίας 29.5.2025 λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων:

«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων συνοψίστηκαν στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής:

«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.
(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση
Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».»

 

Ως προκύπτει, από την πρωτόδικη απόφαση, αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, προβλήθηκε ότι αντιμετωπίζει ποινική υπόθεση με συνολικά 11 κατηγορίες, ήτοι απόπειρας φόνου, μεταφοράς και κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, κατοχής, χρήσης και μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κλοπής και κλεπταποδοχής. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι «υπό το φως των συγκεκριμένων στοιχείων, οι επί του προκειμένου φόβοι της Κατηγορούσας Αρχής είναι δικαιολογημένοι». Εξήγησε ότι έστω και εάν τα αδικήματα της εν λόγω υπόθεσης δεν ήταν τα ίδια με της υπό κρίση, η φύση των αδικημάτων των δύο υποθέσεων, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εντελώς διαφορετική, η σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και το όχι μεγάλο χρονικό διάστημα που αυτά φέρονται να έλαβαν χώρα, δημιουργούν εγγενείς ενδείξεις αναφορικά με ροπή του εν λόγω κατηγορουμένου προς το έγκλημα. Με εύλογη πιθανολόγηση κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων εάν ο κατηγορούμενος αφήνετο ελεύθερος.

 

Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε και αποφάσισε το ζήτημα. Ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελεί αυτοτελή λόγο κράτησης ενός κατηγορουμένου. Τα δεδομένα που είχε ενώπιόν του το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέτρεπαν να καταλήξει στην ως άνω διαπίστωση, αποφασίζοντας, στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, υπέρ της κράτησης του κατηγορουμένου 2 και γι' αυτόν τον λόγο. Κρίνουμε ότι δεν παρέχεται πεδίο επέμβασής μας στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία κρίνεται πλήρως αιτιολογημένη, απόρροια των ενώπιόν του στοιχείων. Δεν βρίσκουμε έρεισμα στα όσα προβάλλονται με τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης και ορθά, κρίνουμε, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ικανοποιείτο η συγκεκριμένη βάση κράτησης.

 

Αβάσιμος κρίνεται ο πέμπτος λόγος έφεσης στην 42/2026.

 

Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η πιο πάνω κατάληξή μας καθορίζει, από μόνη της, την τύχη της έφεσής του. Ως έχουμε υποδείξει στην ΝΕΣΤΩΡΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 26/2026, ημερομηνίας 10.2.2026:

 

«Έχοντας, συνεπώς, κριθεί ότι υφίστατο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι την επόμενη δικάσιμο, το θέμα τελειώνει εδώ. Ως λέχθηκε στην ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 109: «Έχουμε την άποψη πως από τη στιγμή που διαπιστώνεται η πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων και η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορουμένου με εγγυήσεις.  Η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα των κατηγορουμένων περιλαμβανομένου και εκείνου της ατομικής ελευθερίας».

(Βλ. Επίσης ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 309/2025, ημερομηνίας 13.1.2026).»

 

Εφόσον, φυσικά, προχωρούμε με την εξέταση των υπόλοιπων λόγων έφεσης όλων των ενώπιόν μας εφέσεων, παράλληλα, λόγω της συνάφειας τους, εξετάζονται, στο πλαίσιο αυτό, και τα όσα ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος προέβαλε με τους υπόλοιπους λόγους έφεσής του.

 

Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου είχε τεθεί, προς υποστήριξη του αιτήματος κράτησης, συγκεκριμένο μαρτυρικό υλικό, το οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε στην απόφασή του ως εξής:

 

«12. Έχω εξετάσει το μαρτυρικό υλικό το οποίο έχει προσκομιστεί και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 στη διαδικασία. Από το εν λόγω μαρτυρικό υλικό προκύπτουν τα κατωτέρω:

Μετά την σύλληψη του Κατηγορούμενου 2 κατόπιν εντάλματος σύλληψης στα πλαίσια άλλης ποινικής υπόθεσης, ο εν λόγω Κατηγορούμενος ερευνήθηκε σωματικά και στην κατοχή του εντοπίστηκαν δύο κινητά τηλέφωνα μάρκας Samsung και iphone τα οποία παραλήφθηκαν ως τεκμήρια (βλ. κατάθεση 3, Αστυφύλακα 265). Τα εν λόγω τηλέφωνα εξετάστηκαν δικανικά και εξάχθηκαν όλα τα επιτρεπόμενα δεδομένα χρήστη, περιλαμβανομένων βίντεο και φωτογραφιών. Σε επιθεώρηση των βίντεο διαπιστώθηκε ότι σε αυτά εντοπίζεται αριθμός βίντεο που αφορούν τα έτη 2023 έως 2025 και σε ένα εκ των βίντεο (αριθμός 20241219) απεικονίζεται ο 2ος Κατηγορούμενος να κρατά στα χέρια του δέσμη με μεγάλο χρηματικό ποσό και να αναφέρει "Σκληρή δουλειά (γελώντας ειρωνικά). Τούτο γίνεται άμαν είσαι το δεξί σιέρι του Φλούρου του Κυριάκου τζιαι το αριστερό σιέρι του Γιόρκου του Δημητρίου. Έτα δαμέ." Οι αναφορές του 2ου Κατηγορούμενου σε Κυριάκο Φλώρου και Γιώργο Δημητρίου φαίνεται να αφορούν τους Κατηγορούμενους 1 και 3. Σε άλλα δε βίντεο (αριθμούς 152527, 210044, 153454, 160406, 20250825, 31971205, 85091015, 130301116, 145550307, 160950825, 48330721, 20250729, 133017) παρουσιάζεται ο 2ος Κατηγορούμενος να έχει στην κατοχή του μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία επιδεικνύει επιδεικτικά και επίσης παρουσιάζονται να βιντεογραφούνται διάφορα οχήματα, μεταξύ των οποίων και το όχημα μάρκας Landrover, μοντέλο Range Rover,  με αριθμούς εγγραφής MBZ483, ιδιοκτησίας του Κατηγορούμενου 5, το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο 1 και στις 21/07/2025 πωλήθηκε στον Κατηγορούμενο 4 με τον Κατηγορούμενο 2 όταν βιντεογραφεί το εν λόγω όχημα να αναφέρεται σε αυτό ως το "Range Rover του μάστρου μου" (βίντεο με αριθμό 204916) (βλ. κατάθεση 3, Αστυφύλακα 265). Βίντεο εντοπίστηκαν επίσης και με συναντήσεις του 2ου Κατηγορούμενου με τον 1ο Κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων και σε απόμερη περιοχή κατά τη διάρκεια της νύχτας όπου ο 1ος Κατηγορούμενος καταφθάνει στο σημείο με το όχημα με αριθμούς εγγραφής MBZ483,  μάρκας Land Rover, μοντέλο Range Rover (βίντεο με αριθμό 20250501).

Σε ένα άλλο δε βίντεο (αρ. 68320310) που εντοπίστηκε στο τηλέφωνο του 2ου Κατηγορούμενου, ο τελευταίος αναφέρει ότι τα χρήματα που παρουσιάζει στο εν λόγω βίντεο προέρχονται από την είσπραξη συγκεκριμένου κέντρου στην περιοχή Μακένζι στην Λάρνακα.

Φαίνεται ουσιαστικά μέσω της πραγματικής μαρτυρίας που έχει στα χέρια της η Αστυνομία, η οποία έχει εξασφαλιστεί από τον 2ο Κατηγορούμενο, τόσο ο τελευταίος όσο και ο 1ος και 3ος Κατηγορούμενος να εμπλέκονται σε τέτοιες δραστηριότητες που επιφέρουν χρηματικά ποσά και δε μετρητά και οι δραστηριότητες αυτές φαίνεται μεταξύ άλλων να περιλαμβάνουν και συναντήσεις σε απόμερες περιοχές κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Από την κατάθεση 44 τώρα της Αστυφύλακα 3624 προκύπτει ότι έγιναν έρευνες σε σχέση με την οικονομική και επαγγελματική κατάσταση των Κατηγορούμενων. Σε σχέση με την οικονομική και επαγγελματική κατάσταση του 1ου Κατηγορούμενου φέρεται ότι ο 1ος Κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης κατά το ήμισυ μαζί με τη σύζυγο του ενός διαμερίσματος €96.000 περίπου. Στην οικία του δε εντοπίστηκε το ποσό των €1050 ως επίσης και 3 ρολόγια και αριθμός χρυσαφικών τα οποία κοστολογήθηκαν περίπου στο ποσό των €2240 (βλ. καταθέσεις 28 και 43). Αφετέρου, από τις έρευνες της Αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι στον 1ο Κατηγορούμενο είναι εγγεγραμμένο ένα όχημα μάρκας BMW με αριθμούς εγγραφής KXH270 (βλ. κατάθεση 44) και κατέχει και χρησιμοποιεί δύο τουλάχιστον οχήματα τύπου Range Rover ‑ το ένα είναι αυτό που παρουσιάζεται να συναντήθηκε με τον 2ο Κατηγορούμενο σε απόμερη περιοχή κατά τη διάρκεια της νύχτας‑ τα οποία όμως είναι εγγεγραμμένα στον 4ο Κατηγορούμενο και το άλλο στον 5ο Κατηγορούμενο, ο οποίος είναι αδελφός του. Από περαιτέρω δε έρευνες που έγιναν σε σχέση με τα οικονομικά δεδομένα των τελευταίων δύο αυτών προσώπων, δηλαδή του 4ου και του 5ου Κατηγορούμενου, που παρουσιάζονται να είναι οι ιδιοκτήτες των οχημάτων που χρησιμοποιεί ο 1ος Κατηγορούμενος και αυτό του 4ου Κατηγορούμενου το αγόρασε από τον 5ο Κατηγορούμενο, διαπιστώθηκε ότι ο μεν 4ος Κατηγορούμενος δεν είναι δηλωμένος στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις να έχει οποιεσδήποτε απολαβές ή έστω να έχει εισοδήματα ενώ ο 5ος, ο οποίος παρουσιάζεται δηλωμένος ως αυτοτελώς εργαζόμενος υδραυλικός με δηλωμένο εβδομαδιαίο εισόδημα €193, την ίδια στιγμή παρουσιάζεται να είναι και δηλωμένος ως εργοδότης του 1ου Κατηγορούμενου (βλ. κατάθεση 44). Σημειώνεται επίσης ότι ο 5ος Κατηγορούμενος φέρεται να είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης 10 οχημάτων και ότι έχει οφειλές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις.

Πρόσθετα των στοιχείων αυτών, από τις καταθέσεις με αριθμούς 32 μέχρι 39 προκύπτει ότι μεταξύ των ετών 2018 μέχρι και 2025 ο 3ος και 4ος Κατηγορούμενος φέρονται να είχαν ελεγχθεί σε διάφορες περιπτώσεις από την Αστυνομία ενώ κυκλοφορούσαν με τον 1ο Κατηγορούμενο και παρουσιάζονταν ως φρουροί ασφαλείας σε νυχτερινά κέντρα της Λάρνακας.

Με άλλα λόγια, από τη συλλεχθείσα μαρτυρία στην όψη της και μόνο και ιδιαίτερα στα όσα εντοπίστηκαν στα βίντεο του 2ου Κατηγορούμενου και στην οικονομική έρευνα που έγινε στους Κατηγορούμενους 1, 4 και 5 αλλά και από σημειωματάριο που εντοπίστηκε στην οικία του 1ου Κατηγορούμενου, κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος έρευνας, και στο οποίο καταγράφονται σημειώσεις που παραπέμπουν σε πρόσωπα και δίπλα από αυτά αναγράφονται συγκεκριμένα χρηματικά ποσά που φέρεται να αφορούν εισπράξεις από ιδιοκτήτες υποστατικών όπως επίσης και ονόματα ή ψευδώνυμα που πιστεύεται ότι ανήκουν στα μέλη της οργάνωσης του Κατηγορούμενου 1, φαίνεται ότι ο 1ος Κατηγορούμενος ελέγχει οργάνωση η οποία δραστηριοποιείται στη Λάρνακα και η οποία εμπλέκεται σε παροχή προστασίας σε νυχτερινά κέντρα, με τον τελικό παραλήπτη των εσόδων από τέτοιες δραστηριότητες να είναι ο 1ος Κατηγορούμενος ο οποίος με την σειρά του φαίνεται να ενεργούσε κυρίως μέσω του 2ου Κατηγορούμενου αλλά και άλλων προσώπων που εντοπίζονται σε νυχτερινά κέντρα στη Λάρνακα να ενεργούσαν εκ μέρους του ως φρουροί ασφαλείας, ως τέτοια πρόσωπα καταγράφηκαν να είναι κατά καιρούς ο 3ος και 4ος Κατηγορούμενος (βλ. κατάθεση 44). Σημειώνεται εδώ ότι ένα από τα ψευδώνυμα που καταγράφονται στο σημειωματάριο του Κατηγορούμενου 1, ήτοι Γιαχούτας, ανήκει στον Κατηγορούμενο 4. Φαίνεται επίσης από την ίδια μαρτυρία ότι ζητούνταν από διάφορους ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων στην Λάρνακα χρηματικά ποσά για προστασία και τους επιβαλλόταν παράνομα η παρουσία εντεταλμένων φρουρών ασφαλείας στα υποστατικά τους. Το γεγονός ότι εντός του μαρτυρικού υλικού φαίνεται να ανακρίθηκε ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου "ΑΜΜΟΣ" και να απάντησε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε (βλ. κατάθεση 32), λαμβάνεται μεν υπόψη ως ένα στοιχείο του μαρτυρικού υλικού αλλά για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, όπου το παρόν Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν αρκεί, άνευ ετέρου, για να μεταβάλει την προαναφερόμενη εικόνα που διαπιστώνεται εκ πρώτης όψεως να αναδύεται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού.

Ούτε όμως και θα μπορούσε να αγνοηθεί σε αυτήν την δημιουργηθείσα εκ πρώτης όψεως εικόνα, το γεγονός ότι στην οικία του 3ου Κατηγορούμενου εντοπίστηκαν μετά από εκτέλεση εντάλματος έρευνας δύο αλεξίσφαιρα γιλέκα, δύο ομοιώματα πιστολιού και ένα πτυσσόμενο ρόπαλο, ενώ στην οικία του 5ου Κατηγορούμενου μετά από δικαστικό ένταλμα έρευνας, φαίνεται ότι εντοπίστηκε και παραλήφθηκε ένα πυροβόλο όπλο κατηγορίας Γ8 (βλ. κατάθεση 22). Το κατά πόσο βεβαίως τα εν λόγω αντικείμενα θα αποδειχθεί να συνδέονται ή όχι με τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι είναι θέμα που δεν θα αποφασιστεί τώρα αλλά όταν η υπόθεση θα δικαστεί επί της ουσίας της (βλ. καταθέσεις 19, 23, 31, 43 και 44).»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέλειψε να ασχοληθεί με τα θέματα που ηγέρθησαν κατά την πρωτόδικη διαδικασία, εξηγώντας ότι τέτοια θέματα που αφορούν το μαρτυρικό υλικό και τα οποία άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, παραμένουν προς εξέταση από το ίδιο το Κακουργιοδικείο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι το τι εξετάζεται στο στάδιο αυτό είναι το μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε οποιασδήποτε μορφής αξιολόγησης αυτού. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και τα υπόλοιπα θέματα τα οποία εγείρονται με τις υπό κρίση εφέσεις, τα οποία περιλαμβάνουν την ισχύ του μαρτυρικού υλικού.

 

Ούτε παρέλειψε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, να αναφερθεί στις προσωπικές περιστάσεις κάθε ενός από τους κατηγορουμένους, επακριβώς ως είχαν τεθεί κατά την ακροαματική διαδικασία του θέματος. Διαπίστωσε προς τούτο ότι οι δεσμοί των κατηγορουμένων θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ισχυροί, εξήγησε όμως, ότι το στοιχείο αυτό δεν οδηγεί από μόνο του σε άφεση των κατηγορουμένων ελεύθερων υπό όρους. Συνυπολογίζοντας όλα τα ενώπιόν του δεδομένα, περιλαμβανομένων των προσωπικών συνθηκών των κατηγορουμένων αλλά και τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων δεν μπορούσαν να υπερφαλαγγίσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτοί αντιμετωπίζουν, την πιθανότητα καταδίκης και τον κίνδυνο επιβολής σε αυτούς αυστηρής τιμωρίας σε περίπτωση καταδίκης τους.

 

Ως αναφέρθηκε στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CORNECI, Ποινική Έφεση 6/2026, ημερομηνίας 19.1.2026:

 

«Απαύγασμα της νομολογίας αποτελεί η αναγκαιότητα διαπίστωσης δεσμών με τον τόπο και τους ανθρώπους τέτοιων ώστε να θεωρείται ότι η ύπαρξη τους αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής προς αποφυγή της δίκης. Ως είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε στην PATEL v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικής Έφεση 293/2025, ημερομηνίας 11.12.2025:

«Είναι ορθό, παράλληλα, να επαναληφθεί, και, επίσης, να καταστεί αντιληπτό, ότι, ακόμη και η διαπίστωση δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εξαντλεί το θέμα υπέρ της επιβολής όρων εγγύησης. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε ότι ουδέποτε θα διατασσόταν η κράτηση Κύπριου πολίτη, ο οποίος, κατά Τεκμήριο, έχει τέτοιους δεσμούς. Ως εξηγείται στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω):

«...είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του».»

Επομένως, ασχέτως του πως μπορεί να χαρακτηριστούν οι δεσμοί ενός προσώπου με τον τόπο και τους ανθρώπους, ισχυροί ή χαλαροί, το ζητούμενο δεν παύει να είναι η επίπτωση που δυνατόν να έχουν επί του κινδύνου μη προσέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Πάντοτε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανάγκης για ορθή απονομή δικαιοσύνης και, επί του προκειμένου ζητήματος, έχοντας κατά νου ότι αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση.»

 

Δεν θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε, είτε στον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε το υπό κρίση θέμα αναφορικά με όλους τους κατηγορουμένους, είτε στις διαπιστώσεις του. Οι προσωπικές περιστάσεις κάθε ενός από τους κατηγορούμενους δεν αποτελούσαν ιδιαίτερες περιστάσεις ώστε να έχρηζαν διαφορετικής θεώρησης. Ούτε η απουσία δεσμών με άλλη χώρα δίδει τέτοια διάσταση στις προσωπικές τους περιστάσεις. Η δε ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 20/2025, ημερομηνίας 10.2.2025, στην οποία παραπεμφθήκαμε, προφανώς αφορά τα δικά της δεδομένα. Δεν διαπιστώνουμε στην όλη διεργασία στην οποία προέβηκε η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής, να παρέλειψε να λάβει υπ' όψιν οτιδήποτε αφορούσε τον κάθε έναν από τους κατηγορουμένους. Το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης δεν φανερώνει τέτοια παράλειψη. Περαιτέρω, απολύτως δικαιολογημένα είναι τα συμπεράσματα στα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε. Η υπόθεση, στο στάδιο αυτό, δεν εξεταζόταν ως ακρόαση της ουσίας της και ορθά το μαρτυρικό υλικό εξετάστηκε στην όψη του και μόνο. Από αυτό, κρίνουμε ορθή τη διαπίστωση περί ικανοποίησης πιθανότητας καταδίκης όλων των κατηγορουμένων. Δεν θα πρέπει να απομονώνονται τα στοιχεία του μαρτυρικού υλικού με αναφορά στον κάθε έναν κατηγορούμενο ξεχωριστά. Υπήρχε στο μαρτυρικό υλικό τέτοια διασύνδεση των στοιχείων που προβλήθηκαν που δικαιολογεί τις διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπ’ όψιν και της φύσης των αδικημάτων τα οποία οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και τα οποία τους αποδίδουν ενέργειες ως ομάδα.

 

Δικαιολογημένη και, εν πάση περιπτώσει, εντός του επιτρεπτού πλαισίου είναι και η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά τη συνεκτίμηση των προσωπικών περιστάσεων του κάθε ενός των κατηγορουμένων με τα αντικειμενικά κριτήρια που αφορούν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Με βάση τις νομολογιακές αρχές, ως ανωτέρω παρατίθενται, καθ' όλα επιτρεπτό είναι το σχετικό συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Ούτε το παράπονο των κατηγορουμένων για μη ενασχόληση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με εισηγήσεις τους για εναλλακτικούς τρόπους εξασφάλισης της παρουσίας τους είναι δικαιολογημένο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε το ότι οι συνήγοροι εισηγήθηκαν επιβολή όρων από το Δικαστήριο, κάτι που δεικνύει ότι έλαβε υπ' όψιν του τις εισηγήσεις αυτές. Για τους λόγους τους οποίους εξήγησε, έκρινε ότι κανένας από τους κινδύνους αυτούς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με οποιονδήποτε άλλο εναλλακτικό μέτρο, εκτός από την κράτηση των κατηγορουμένων. Είχε, στο πλαίσιο της απόφασής του, εξηγήσει ότι ο κανόνας ότι ένας κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος κάμπτεται μόνο κατ’ εξαίρεση, εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Επομένως, δεν διαπιστώνουμε οποιαδήποτε ουσιαστική παράλειψη από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Εξηγείται πλήρως το γιατί το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ως αποφάσισε.

 

Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε τα ενώπιόν του δεδομένα με ισορροπημένο, σφαιρικό και ακριβοδίκαιο τρόπο, εντός του πλαισίου της νομολογίας τόσο των Κυπριακών Δικαστηρίων όσο και του ΕΔΑΔ, χωρίς να υφίσταται πεδίο επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση. Από την ως άνω ανάλυσή μας απαντώνται όλοι οι λόγοι έφεσης που προβάλλονται με καθεμία από τις υπό κρίση εφέσεις, οι οποίοι κρίνονται αβάσιμοι.

 

Συνακόλουθα των ως άνω, οι ποινικές εφέσεις 41/2026, 42/2026, 43/2026, 44/2026 και 45/2026 απορρίπτονται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο