ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 45/2023)
25 Φεβρουαρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
FARHAT ABDELGHAFAR FARHAT MOHAMED,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Ο. Οικονόμου (κα) και Ε. Λαζαρίδου (κα), για τον Εφεσείοντα.
Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας‑Αμμοχώστου, ο εφεσείων αντιμετώπιζε μεγάλο αριθμό κατηγοριών, δώδεκα στο σύνολό τους. Δύο εξ αυτών αποσύρθηκαν, με αποτέλεσμα η πρωτόδικη απόφαση να αφορά τις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 7, 8, 9, 10 και 12. Ο εφεσείων αντιμετώπιζε το αδίκημα του βιασμού, κατά παράβαση του Άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Άρθρων του Ν.115 (I)/2021 (πρώτη κατηγορία), το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης διά διείσδυσης, κατά παράβαση του Άρθρου 146 Α του Κεφ. 154 και Άρθρων του Ν.115(I)/2021 (δεύτερη κατηγορία), το αδίκημα της απαγωγής, κατά παράβαση του Άρθρου 148 του Κεφ. 154 (τρίτη κατηγορία), το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση Άρθρων του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν.119(I)/2000 και του Άρθρου 151 του Κεφ. 154 (τέταρτη κατηγορία), το αδίκημα της πρόκλησης σωματικής βλάβης από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος της οικογένειας, κατά παράβαση Άρθρων του Ν.119(I)/2000 (πέμπτη κατηγορία), το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση Άρθρων του Ν.119(I)/2000 και του Άρθρου 242 του Κεφ. 154 (έβδομη, όγδοη, ένατη και δέκατη κατηγορία) και το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του Άρθρου 91 Α του Κεφ. 154 (δωδέκατη κατηγορία).
Το τι αποδίδετο στον εφεσείοντα είναι ότι, σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ήρθε σε παράνομη συνουσία με την πρώην συμβία του διά στοματικής διείσδυσης του πέους του, χωρίς τη συναίνεσή της, η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας και φόβου. Κατά ανάλογο τρόπο, σεξουαλικά κακοποίησε αυτήν, διεισδύοντας το δάκτυλό του στον κόλπο της, ενώ προηγουμένως την είχε απαγάγει με σκοπό να έρθει σε συνουσία μαζί της χωρίς τη θέλησή της. Αποδίδετο, περαιτέρω, στον εφεσείοντα ότι κατά το ίδιο συμβάν επιτέθηκε άσεμνα στην πρώην συμβία του, φιλώντας την στον λαιμό και στα χείλη και βάζοντας το χέρι της πάνω στο γεννητικό του όργανο, ενώ της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, δαγκώνοντας την στο πρόσωπο, στο στόμα, στον λαιμό και στην πλάτη. Αποδίδετο, επίσης, στον εφεσείοντα ότι σε τέσσερεις ξεχωριστές περιπτώσεις, άλλες από τα ως άνω, επιτέθηκε εναντίον της ίδιας παραπονούμενης, ενώ σε άλλη ημερομηνία της προκάλεσε τρόμο απειλώντας την με βία.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο σε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και του επέβαλε ποινές φυλάκισης. Συγκεκριμένα, 10 χρόνια φυλάκισης στην κατηγορία 1, 8 χρόνια φυλάκισης στην κατηγορία 2, 4 χρόνια φυλάκισης στην κατηγορία 3, 2 χρόνια φυλάκισης σε καθεμία από τις κατηγορίες 4 και 5, 6 μήνες φυλάκισης σε καθεμία από τις κατηγορίες 7, 8, 9 και 10 και 1 χρόνο φυλάκισης στην κατηγορία 12. Το Κακουργιοδικείο διέταξε όπως οι ποινές συντρέχουν και αρχίζουν από 3.4.2022 όταν και ο εφεσείων τέθηκε υπό κράτηση.
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με εννέα λόγους έφεσης που αφορούν την καταδίκη του εφεσείοντα και δύο λόγους έφεσης που αφορούν την ποινή που του επιβλήθηκε.
Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκε αριθμός τεκμηρίων ως παραδεκτά, ενώ, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, κλήθηκαν επτά μάρτυρες και, εκ μέρους του εφεσείοντα, ο ίδιος κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε ακόμη τρεις μάρτυρες υπεράσπισης. Το Κακουργιοδικείο, στην απόφασή του, συνόψισε την εκδοχή της κάθε πλευράς και κατέγραψε την προσκομισθείσα ενώπιον του μαρτυρία, προχωρώντας σε λεπτομερή αξιολόγηση της. Στη βάση αυτής, κατέληξε στα τελικά του συμπεράσματα επί των γεγονότων. Είναι χρήσιμο, για σκοπούς καλύτερης αντίληψης της υπόθεσης, να παραθέσουμε αυτούσιο το απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με τα συμπέρασμα του Κακουργιοδικείου.
«Η παραπονούμενη, η οποία κατάγεται από την Βουλγαρία και ήρθε στην Κύπρο μαζί με τους γονείς της πριν 9 χρόνια, δηλαδή, όταν αυτή ήταν ηλικίας 16 ετών, περί τις αρχές του Δεκέμβρη του 2020 γνώρισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι από την Αίγυπτο μέσω κάποιων κοινών γνωστών. Περί τα τέλη του ίδιου μήνα συνήψαν ερωτικό δεσμό και κατά τον μήνα Απρίλιο του 2021 αποφάσισε να μετακομίσει σπίτι του κατηγορούμενου στο χωριό Δρομολαξιά της επαρχίας Λάρνακας, όπου παρέμεινε μέχρι τις 5.3.2022.
Έξι μήνες μετά την δημιουργία της σχέσης τους, δηλαδή τον Ιούνιο του 2021, τσακώθηκαν για πρώτη φορά, επειδή ο κατηγορούμενος την ζήλεψε, της επιτέθηκε δαγκώνοντας την στα χείλη, στο πρόσωπο, στα χέρια και την πλάτη. Επίσης τον ίδιο μήνα, δηλαδή τον Ιούνιο του 2021, σε άλλη περίπτωση της επιτέθηκε τραβώντας την από τα μαλλιά και χαστουκίζοντας την στο πρόσωπο.
Μετά από ένα μήνα περίπου, δηλαδή κατά τον Ιούλιο του 2021, ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε και πάλι, τραβώντας την από τα μαλλιά και κλωτσώντας την στην κοιλιά και στη λεκάνη της.
Στις 20.11.2021 η παραπονούμενη τσακώθηκε και πάλι με τον κατηγορούμενο επειδή έμαθε από κάποιο φίλο του ότι ήταν παντρεμένος στην Αίγυπτο με ένα μωρό. Έτσι πήρε την απόφαση να φύγει αλλά ο κατηγορούμενος δεν την άφησε να φύγει, πράγμα που έκανε την επόμενη ημέρα.
Στις 22.2.2022 ο κατηγορούμενος της έριξε ένα ποτήρι χυμό στο πρόσωπο και την χαστούκισε. Στη συνέχεια προέβη και σε άλλα χτυπήματα με αντικείμενα σε διάφορα μέρη του σώματος της και κλωτσώντας την στην κοιλιά και στη λεκάνη της.
Στις 25.2.2022, ενώ βρισκόταν στη δουλειά της, την πήρε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος και την απείλησε ότι θα την χτυπούσε και πάλι και μάλιστα χειρότερα από την προηγούμενη φορά. Από το φόβο της λιποθύμησε και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λάρνακας.
Στις 6.3.2022 μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου και έκανε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου ότι για αρκετές ημέρες είχαν λογομαχίες μεταξύ τους και την 1.3.2022 την κτύπησε, ενώ την 6.3.2022 την απείλησε ότι θα την δείρει.
Από τις 30.3.2022 μέχρι και την 1.4.2022, η παραπονούμενη μπλόκαρε το τηλέφωνο του κατηγορούμενου.
Την 1.4.2022 και περί ώρα 20:00, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν έξω από την υπεραγορά όπου εργαζόταν, ο κατηγορούμενος, που όπως είπαμε ανωτέρω η παραπονούμενη του είχε μπλοκάρει το τηλέφωνο, πήγε κοντά της την τράβηξε από τον καρπό του δεξιού χεριού, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 6 και της είπε ότι ήθελε να μιλήσουν. Αν και δεν ήθελε, το έπραξε από φόβο και για να μην προκληθούν προβλήματα και φασαρίες στη δουλειά της.
Στις 2.4.2022 και μεταξύ των ωρών 02:00‑04:00, μετά από έξοδο που είχε μαζί με δύο φίλες της, την Κάτια και την Στέλλα, για φαγητό στη Λάρνακα και στη συνέχεια έξοδο της με την μία από τις δύο φίλες της για ποτό, την Κάτια, όταν επέστρεψαν περί τις 02:00, ο κατηγορούμενος, ο οποίος βρέθηκε στο δρόμο της, όταν είδε την παραπονούμενη να οδηγεί το αυτοκίνητο της, την ακολούθησε και της υπέδειξε να σταματήσει στο πρατήριο καυσίμων «Star Oil», Τεκμήριο 4, όπου είχε σταματήσει το δικό του αυτοκίνητο, πράγμα που έκανε η παραπονούμενη προκειμένου να του πει να σταματήσει να την ενοχλεί.
Ο κατηγορούμενος, που είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο του, πήγε στην πόρτα του οδηγού του αυτοκινήτου της παραπονούμενης και αφού την άνοιξε την ανάγκασε, σπρώχνοντας την, να καθίσει στη θέση του συνοδηγού και αφού αυτός κάθισε στη θέση του οδηγού, Τεκμήριο 4, και κλείδωσε τις πόρτες και τα παράθυρα, οδήγησε το όχημα της παραπονούμενης στη Βιομηχανική Περιοχή Κιτίου, σε συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης, Τεκμήρια 2, 6 και 7, όχι πολύ μακριά από το αναφερθέν πρατήριο καυσίμων, όπου εκεί, την φίλησε στο στόμα και στα χείλη και έβαλε το χέρι της πάνω στο γεννητικό του όργανο, πάνω από το παντελόνι του, χωρίς τη θέληση της, ενώ στη συνέχεια, αφού έβγαλε το παντελόνι μαζί με το εσώρουχο της, τοποθέτησε το δάκτυλο του στο αιδοίο της, χωρίς τη συναίνεση της, διείσδυσε το πέος του στο στόμα της, χωρίς τη συναίνεση της και την εξανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα εκσπερματώνοντας στο στόμα της και επίσης την δάγκωσε στο πρόσωπο, στο στόμα, στο λαιμό και την πλάτη της, Τεκμήριο 1.
Ακολούθως, την μετέφερε στο εν λόγω πρατήριο και αφού πρώτα της πήρε το τηλέφωνο, το οποίο της έδωσε μετά, Τεκμήρια 4, πήρε την τσάντα με τα πράγματα της δουλειάς της και τα τοποθέτησε στο αυτοκίνητο του, Τεκμήριο 4, μετέβη στο σπίτι του. Η παραπονούμενη τον ακολούθησε με το δικό της όχημα, για να πάρει την τσάντα με τα πράγματα της, εντός της οποίας υπήρχαν τα ρούχα και η κάρτα της εργασίας της που κτυπούσε για το ωράριο εργασίας της. Έτσι αφού μετέβη στο σπίτι του ο κατηγορούμενος της έδωσε πάγο και έβαλε στο πρόσωπο της και στη συνέχεια της έδωσε και την τσάντα με τα πράγματα της.
Στη συνέχεια, μετέβη στην οικία των γονέων της, όπου η μητέρα της, ΜΚ3, την περίμενε με κλειστά τα φώτα. Αφού η παραπονούμενη της είπε ότι ήταν εντάξει πήγε στο δικό της δωμάτιο.
Η παραπονούμενη το πρωί στις 2.4.2022 τηλεφώνησε στη φίλη της την Κάτια, ΜΚ4, και της είπε ότι ο κατηγορούμενος την είχε φιλήσει και κτυπήσει, χωρίς να της πει κάτι περισσότερο.
Το μεσημέρι στις 2.4.2022 η Στέλλα, ΜΚ6, αφού πλησίασε την παραπονούμενη ΜΚ2 είδε εντυπώματα από δόντια στο δεξί μάγουλο, όπως και εκδορά στα χείλη και στο πηγούνι, που όπως της είπε η παραπονούμενη, ΜΚ2, της τα προκάλεσε, καθώς και σε άλλα σημεία του σώματος της, ο κατηγορούμενος.
Μετά από αυτό το συμβάν και κατόπιν παρότρυνσης και προτροπής της ΜΚ6, αργότερα την ίδια ημέρα, η παραπονούμενη προέβη σε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου. Η Αστυνομία την παρέπεμψε στο Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου περί ώρα 17:00 την εξέτασε η ΜΚ1 η οποία από εξετάσεις που της έκανε διαπίστωσε και κατέγραψε αυτά που εμφαίνονται στο Έγγραφο Α. Ακολούθως στις 2.4.2022 και μεταξύ των ωρών 19:50‑23:00 η ΜΚ5 έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη, ΜΚ2.
Στις 3.4.2022 η παραπονούμενη, ΜΚ2, εξετάστηκε από ιατροδικαστή ενώπιον του οποίου φωτογραφήθηκε αυτή, Τεκμήριο 1, στο οποίο στις φωτογραφίες 3 και 4 φαίνεται το πρόσωπο της με διάφορα σημάδια σε αυτό και πιο καθαρά στις φωτογραφίες 4 και 5 φαίνεται στη δεξιά παρειά, κάτω από τον δεξιό οφθαλμό της, εντύπωμα από δόντια μήκους 2 εκατοστών, περίπου, χωρίς λύση του δέρματος, όπως διαπιστώνεται από το χάρακα που τοποθετήθηκε στο εν λόγω σημείο. Στις φωτογραφίες 7, 8, 9, 10 και 11 φαίνονται ένθεν και ένθεν στο πάνω μέρος του τραχήλου δύο εκχυμώσεις, κάτω από αυτές στο κέντρο του τράχηλου μώλωπας, δεξιά από αυτό στο λαιμό ένα σημάδι και πιο πάνω δεξιά από αυτό άλλο σημάδι. Στη φωτογραφία 12 εμφαίνονται πιο καθαρά στη δεξιά άνω πλευρά του τράχηλου καλύτερα αυτό που καταγράψαμε ανωτέρω όπως και τα δύο σημάδια που επίσης έχουμε γράψει πιο πάνω, εκ των οποίων το κάτω δεξιά είναι μήκους ενός εκατοστού περίπου όπως φαίνεται στις φωτογραφίες 13 και 14 και το πιο πάνω από αυτό δεξιά επίσης μήκους περίπου ενός εκατοστού όπως εμφαίνονται στις φωτογραφίες 14 και 15. Στη φωτογραφία 21 και καλύτερα στις φωτογραφίες 22 και 23 εμφαίνεται εντύπωμα δοντιών το οποίο είναι μήκους περίπου 5 εκατοστών, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες 24, 25 και 26 του Τεκμηρίου 1 στο κάθετο μέρος της πλάτης και δύο περίπου εκατοστών όπως εμφαίνεται στις φωτογραφίες 27 και 28 του ίδιου τεκμηρίου στο πλάγιο μέρος της αριστερής πλάτης της. Στις φωτογραφίες 40‑49 εμφαίνονται δύο εντυπώματα δοντιών το ένα ελάχιστα πάνω από την παλάμη και το άλλο πιο πάνω και λίγο πιο κάτω από τη μέσα πλευρά του δεξιού αντιβραχίου.»
Έχουμε με μεγάλη προσοχή εξετάσει καθετί που αφορά την υπό κρίση υπόθεση και τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης τους οποίους εξετάζουμε κατωτέρω.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη η αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Προβάλλεται ότι η μαρτυρία αυτή δεν ήταν τέτοιας ποιότητας και στερείτο πειστικότητας αλλά και λογικής συνοχής ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο να στηριχτεί αποκλειστικά σε αυτήν. Τίθενται, προς υποστήριξη της θέσης, συγκεκριμένα στοιχεία που αφορούν τη μαρτυρία, τα οποία, κατά την πλευρά του εφεσείοντα, θα έπρεπε να οδηγούσαν το Δικαστήριο σε διαφορετικά συμπεράσματα.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι οι ενέργειες της παραπονούμενης οδηγούν στο συμπέρασμα περί συναινετικού έρωτα και, με βάση και το παρατεταμένο ιστορικό σεξουαλικού παρελθόντος μεταξύ της παραπονούμενης και του εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αυτοπροειδοποιήθηκε. Αιτιολογικά το μόνο που προβάλλεται είναι ότι το Κακουργιοδικείο θα έπρεπε να οδηγηθεί σε συμπέρασμα συναινετικής σεξουαλικής συνάντησης.
Ο τρίτος λόγος έφεσης προβάλλει τη θέση ότι δεν αποδόθηκε σημασία σε γεγονότα που προβάλλονται στα κλειστά κυκλώματα βιντεοπαρακολούθησης. Αναφορά γίνεται σε γεγονότα που, και πάλι κατά την πλευρά του εφεσείοντα φανερώνουν συναίνεση στις ενέργειες της παραπονούμενης και απουσία βίας από πλευράς εφεσείοντα.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, αποδίδεται σφάλμα στο Κακουργιοδικείο σε σχέση με τη μη απόδοση σημασίας σε στοιχεία της μαρτυρίας που αφορούν τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις μεταξύ παραπονούμενης και εφεσείοντα, περιλαμβανομένης και επικοινωνίας μετά το κατ' ισχυρισμόν συμβάν, τα οποία η παραπονούμενη δεν αποκάλυψε.
Ο πέμπτος λόγος αναφέρεται σε μη απόδοση σημασίας στο τεκμήριο 21, από το οποίο φαίνεται ότι η παραπονούμενη γιορτάζει τα γενέθλια της μαζί με τον εφεσείοντα μετά από τους κατ' ισχυρισμόν ξυλοδαρμούς της από αυτόν.
Ο έκτος λόγος έφεσης αποδίδει σφάλμα στο Κακουργιοδικείο αναφορικά με την αξιολόγηση του εφεσείοντα, αιτιολογώντας τον λόγο αυτόν με τη θέση ότι το Κακουργιοδικείο ήταν αδικαιολόγητα αυστηρό με τον εφεσείοντα σε αντιδιαστολή με τον τρόπο αντιμετώπισης της μαρτυρίας της παραπονούμενης, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στον εντοπισμό ποικίλων εκδοχών και διαφοροποιήσεων στην εκδοχή του προβλήθηκε από τον εφεσείοντα.
Ο έβδομος λόγος έφεσης αποδίδει στο Κακουργιοδικείο εσφαλμένη απόρριψη μέρους της μαρτυρίας του Μ.Υ.3, ιατροδικαστή που κλήθηκε από την Υπεράσπιση.
Με τον όγδοο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι εγείρονται αμφιβολίες με βάση τη μαρτυρία και κατά συνέπεια αμφισβητείται το συμπέρασμα του Κακουργιοδικείου ότι η ενοχή του εφεσείοντα αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Τέλος, όσον αφορά την καταδίκη του εφεσείοντα, με τον ένατο λόγο έφεσης αποδίδεται στο Κακουργιοδικείου ότι κατέληξε σε εσφαλμένα συμπεράσματα γεγονότων. Αιτιολογικά, αναφέρονται όμοιες θέσεις που περιλαμβάνονται σε άλλους λόγους έφεσης ανωτέρω.
Αναφορικά με την ποινή που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, ο δέκατος λόγος έφεσης προσβάλλει αυτήν ως υπερβολική, καθ' ότι δεν εντάσσεται στο πλαίσιο που επιτάσσει η νομολογία για παρόμοιας φύσης υποθέσεις, ενώ με τον ενδέκατο λόγο έφεσης προβάλλεται πλημμελής προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την ποινή, καθ' ότι δεν απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στους μετριαστικούς παράγοντες και συγκεκριμένα στο λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα.
Επιλαμβανόμενοι πρώτα των λόγων έφεσης που αφορούν την καταδίκη, διαπιστώνεται ότι οι πλείστοι, αν όχι όλοι, βασίζονται και έχουν ως κεντρικό θέμα την αξιολόγηση από μέρους του Κακουργιοδικείου της μαρτυρίας και της κατάληξης από αυτό σε συγκεκριμένα συμπεράσματα.
Δεδομένης της αμφισβήτησης αυτής της από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου αξιολόγησης της εν λόγω μαρτυρίας, καθίσταται βοηθητικό να επαναλάβουμε τις αρχές που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
· Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»
Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:
«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»
Όπως έχουμε υποδείξει ανωτέρω οι λόγοι έφεσης προβάλλουν να είναι συναφείς μεταξύ τους με κεντρικό θέμα την αμφισβήτηση της διεργασίας αξιολόγησης της μαρτυρίας από πλευράς του Κακουργιοδικείου και της κατάληξής του σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Η συνάφεια αυτή όλων των λόγων έφεσης επιτρέπει, αν όχι επιβάλλει, την παράλληλη εξέτασή τους μέσα από μία σφαιρική εξέταση της πρωτόδικης απόφασης και κρίσης.
Το τι μπορεί να παρατηρηθεί μέσα από την προσέγγιση των όσων προβάλλονται με τους λόγους έφεσης είναι η προσπάθεια της πλευράς του εφεσείοντα να αναδείξει συγκεκριμένα στοιχεία που αφορούν τη μαρτυρία, αποδίδοντας τους συγκεκριμένα επακόλουθα συμπεράσματα. Τέτοια σημεία περιλαμβάνουν το τηλεφώνημα του κατηγορουμένου στη μητέρα της παραπονούμενης, παράλειψη αναφοράς της παραπονούμενης στην κατάθεσή της για κατακράτηση του τηλεφώνου της και της κάρτας της εργασίας της από τον εφεσείοντα, το ότι η παραπονούμενη ακολούθησε τον φερόμενο βιαστή της, ενώ δεν διέφυγε είτε στον σταθμό βενζίνης είτε μετέπειτα, μη αναφορά σε επικοινωνία της με τον εφεσείοντα μετά τον κατ' ισχυρισμό βιασμό, τις προηγούμενες σεξουαλικές συνευρέσεις τους, αλλά και άλλα τα οποία, ως η επιχειρηματολογία της πλευράς του εφεσείοντα, θα έπρεπε να οδηγούσαν σε διαφορετικά συμπεράσματα, συμπεράσματα συναινετικής σεξουαλικής πράξης, και, κατ' επέκταση, ύπαρξη αμφιβολιών σε σχέση με ενοχή του εφεσείοντα. Ο κάθε ένας από τους εγειρόμενους λόγους έφεσης αφορά τέτοιου είδους αμφισβήτηση της πρωτόδικης κρίσης.
Όπως υποδείξαμε και στην MESFIN v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 211/2025, ημερομηνίας 12.2.2026, το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, πολυσύνθετο ως είναι, δεν περιορίζεται σε αφοριστική, συλλογιστική, βασιζόμενη σε απομόνωση αναφορών ή μη αναφορών στη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα. Εξετάζοντας το ζητούμενο, που είναι η πληρότητα της πρωτόδικης κρίσης, απαραίτητη είναι η μελέτη της προσκομισθείσας μαρτυρίας και σφαιρική μελέτη της πρωτόδικης απόφασης.
Όπως έχουμε ήδη καταγράψει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, με λεπτομέρεια, κατέγραψε την εκδοχή της κάθε πλευράς. Εξέτασε δε, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, καθετί σχετικό, εντάσσοντας και αντιπαραβάλλοντας την κριθείσα μαρτυρία στο σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Εις ό,τι αφορά τη μαρτυρία της παραπονούμενης, ειδικά, έθεσε τους ισχυρισμούς της στη βάσανο της εξέτασής της σε αντιπαραβολή με καθετί που η πλευρά του εφεσείοντα έθεσε προς αμφισβήτησή της (ανάλογα θέματα με τα όσα ηγέρθησαν και ενώπιόν μας). Έχοντας προβεί στην εξέταση αυτή είναι που το Κακουργιοδικείο κατέληξε στα συμπεράσματά του, τόσο ως προς την αξιοπιστία της παραπονούμενης, όσο και επί των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση γενικότερα, αναδεικνύοντας και λαμβάνοντας υπ' όψιν και την ιδιαιτερότητα της υπόθεσης ως προς το ότι η παραπονούμενη ήταν πρώην συμβία του εφεσείοντα με τον οποίο έτυχε περιστασιακά να έχει σεξουαλική σχέση ακόμη και μετά τη διακοπή της σχέσης τους.
Δεν παρέλειψε, παράλληλα, το Κακουργιοδικείο να ασχοληθεί με τα όσα προβλήθηκαν από τον εφεσείοντα, ως μάρτυρα, αλλά και τους υπόλοιπους μάρτυρες που κλήθηκαν να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Και πάλι, είναι με λεπτομέρεια και με πλήρη εξήγηση του σκεπτικού του που το Κακουργιοδικείο κατέληξε στα συμπεράσματά του περί αξιοπιστίας των σχετικών μαρτύρων και αποδοχή ή μη ισχυρισμών τους, χωρίς να είναι βάσιμο το τι αποδίδεται στο Κακουργιοδικείο με τον έκτο λόγο έφεσης.
Δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα στον τρόπο που το Κακουργιοδικείο προσέγγισε τα υπό εξέταση ζητήματα, ούτε εντοπίζουμε πεδίο επέμβασής μας είτε στην προσέγγιση είτε στην κατάληξη σε συμπεράσματα από μέρους του Κακουργιοδικείου. Δεν εντοπίζουμε κενό στη δικαστική κρίση που να θεωρηθεί ικανό να θέσει εν αμφιβόλω την κρίση των γεγονότων από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ούτε τα συμπεράσματα του αντιστρατεύονται την προσκομισθείσα μαρτυρία ή την κοινή λογική. Μέσα από μία ολοκληρωμένη εξέταση των ενώπιόν του στοιχείων, η οποία καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση, το Κακουργιοδικείο κατέληξε σε καθόλα επιτρεπτά συμπεράσματα. Διαφορετική θεώρηση από μέρους μας, υπό τις περιστάσεις που εξηγούμε, θα αντιστρατεύετο τις νομολογιακές αρχές (ανωτέρω) που αφορούν την εξουσία του Εφετείου στα θέματα αυτά.
Κρίνουμε ότι ουδείς από τους λόγους έφεσης έχει έρεισμα για τους λόγους που εξηγούμε ανωτέρω. Η κατάληξη από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου στα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε, καθιστούσε καθόλα επιτρεπτό και το τελικό συμπέρασμα του περί απόδειξης της υπόθεσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και κατάληξης στην ενοχή του εφεσείοντα.
Οι λόγοι έφεσης που αφορούν την καταδίκη, ως αβάσιμοι, απορρίπτονται.
Οι λόγοι έφεσης 10 και 11, οι οποίοι πραγματεύονται την επιβληθείσα ποινή, ως προαναφέραμε, προβάλλουν ότι η επιβληθείσα ποινή δεν εντάσσεται στο πλαίσιο που επιτάσσει η νομολογία για παρόμοιας φύσης αδικήματα και ότι δεν αποδόθηκε η δέουσα σημασία στους μετριαστικούς παράγοντες και συγκεκριμένα το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα.
Έχουμε μελετήσει την πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με την ποινή που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα. Το Κακουργιοδικείο, έχοντας καταγράψει τα γεγονότα που αφορούσαν την υπόθεση, κατέγραψε, επίσης, τα όσα τέθηκαν από την πλευρά του εφεσείοντα προς μετριασμό. Με λεπτομέρεια, το Κακουργιοδικείο ασχολήθηκε με το θέμα του κάθε ενός από τα αδικήματα στα οποία ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος και εξήγησε πώς κατέληξε στις ποινές που επέβαλε.
Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
“Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015 και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).”»
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα υπό κρίση αδικήματα είναι πολύ σοβαρά. Ιδιαιτέρως αυτά που αφορούν σεξουαλικά αδικήματα. Σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων, όπως προκύπτει από τη νομολογία, οι ποινές που θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να είναι αυστηρές και αποτρεπτικές, εν όψει της ιδιαίτερης σοβαρότητάς τους ως εγκλήματα τα οποία στρέφονται κατά των ηθών αλλά προσβάλλουν, παράλληλα, και καταρρακώνουν την προσωπικότητα του θύματος (RANA κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2004) 2 Α.Α.Δ. 489, ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1998) 2 Α.Α.Δ. 529). Όπως επανειλημμένως έχει λεχθεί, οι ποινές που επιβλήθηκαν σε προηγούμενες υποθέσεις, δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, εφόσον, έστω και αν παρουσιάζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά, δεν υπάρχει πάντοτε ταυτοσημία (ΜΙΧΑΗΛ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2003) 2 Α.Α.Δ. 123).
Όσον αφορά το αδίκημα του βιασμού, για το οποίο επιβλήθηκε η μεγαλύτερη από τις επιβληθείσες ποινές, παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. HUNGANU, Ποινική Έφεση 130/2020, ημερομηνίας 20.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:B348:
«Καθ' όσον αφορά την Κατηγορία του βιασμού θα πρέπει εξ' αρχής να υπομνηστεί ότι η φυλάκιση δια βίου που προβλέπεται ως η μέγιστη ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από το Νόμο και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του (xxx xxx Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489, 500). Χωρίς αμφιβολία το αδίκημα αυτό συνιστά μια από τις χειρότερες μορφές καταπάτησης και εξευτελισμού της προσωπικότητας μιας γυναίκας. Και τούτο γιατί παραβιάζει το αναφαίρετο της δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μόνο εφόσον η ίδια δίδει τη συγκατάθεση και αποδοχή της. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας μεγαλύτερης από εκείνη που είναι συνυφασμένη με την διάπραξη του αδικήματος, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 259, Δημοκρατία v. Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ. 562 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 36). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής (Γιάγκου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 67).
Σε σειρά αποφάσεων του, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα (Rana (ανωτέρω) και Σοφοκλέους (ανωτέρω)).
Κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις βιασμού τέθηκαν από τη νομολογία μας μέσα από μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χριστοφή ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 323, έγινε αναφορά στις κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες έχουν καθιερωθεί στην αγγλική υπόθεση R. v. Billam (1986) 8 Cr. App. R.(s) 48 σε περιπτώσεις βιασμού, στην οποία αναφέρθηκε και το Κακουργιοδικείο, οι οποίες ‑ όπως τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ‑ αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, μπορεί να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Παρόμοιες κατευθυντήριες οδηγίες περιλαμβάνονται στο Sexual Offences Definitive Guideline του Συμβουλίου Επιβολής Ποινών του Ηνωμένου Βασιλείου (Sentencing Council) του 2014, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου του 2014 και στο οποίο έκανε αναφορά η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εφεσείουσα. Σύμφωνα με το σκεπτικό της πιο πάνω αγγλικής απόφασης, η εγκληματική συμπεριφορά που καλύπτει κατηγορία βιασμού προσλαμβάνει ακόμη σοβαρότερη μορφή όταν συντρέχουν παράγοντες όπως υπερβολική βία, χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό ή βλάβη στο θύμα, προσεκτικού σχεδιασμού προς υλοποίηση του άνομου σκοπού, επαναλαμβανόμενοι βιασμοί, σεξουαλικός εξευτελισμός του θύματος, καθώς επίσης και επιπτώσεις, ψυχικές ή σωματικές στο θύμα. Πέραν τούτων, η ηλικία του θύματος, ήτοι όταν το θύμα είναι είτε πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο, αλλά και τυχόν προηγούμενες καταδίκες του δράστη, είναι στοιχεία που δικαιολογούν επιβολή ακόμα πιο αυστηρών ποινών (xxx Στυλιανού v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 73/2012, ημερ. 13/10/2015, xxx Tarita και xxx Viorel v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 106/2014 και 114/2014, ημερ. 8/7/2016 και Selmani v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/2013 και 236/2013, ημερ. 5/10/2016).»
Η αυξητική τάση στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης, όχι μόνο αναγνωρίζεται από τη νομολογία αλλά προκύπτει εμπράκτως από τον όγκο των υποθέσεων που τίθενται καθημερινά ενώπιον των Δικαστηρίων. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει δε επανειλημμένως εξηγηθεί, η αποτροπή έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (ΠΙΣΚΟΠΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1999) 2 Α.Α.Δ. 342).
Το Κακουργιοδικείο κατέγραψε στοιχεία τα οποία θεώρησε επιβαρυντικά για τα ενώπιόν του αδικήματα, χωρίς να παραλείπει την αναγκαιότητα εξατομίκευσης της ποινής, χωρίς όμως αυτή η εξατομίκευση να εξουδετερώνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής. Έλαβε υπ' όψιν, ως ελαφρυντικά, τα όσα τέθηκαν ενώπιόν του ως τέτοια, την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, τα όσα αναφέρθηκαν από τη συνήγορό του, το λευκό του ποινικό μητρώο, την ηλικία του και τις επιπτώσεις, ιδιαίτερα τις οικονομικές, που πολυετής ποινή φυλάκισης θα έχει στον ίδιο και στην οικογένεια του.
Ορθά, θεωρούμε, το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το θέμα της ποινής, εξετάζοντας κάθε σχετικό παράγοντα, και δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην όλη, από μέρους του, διεργασία. Από δε τη σχετική νομολογία, δεν διαπιστώνουμε να είναι βάσιμο το παράπονο του εφεσείοντα ότι η επιβληθείσα ποινή εκφεύγει του σχετικού πλαισίου. Ήταν καθ' όλα επιτρεπτό για το Κακουργιοδικείο να λάβει υπ' όψιν τη μεγάλη έξαρση που αδικήματα αυτής της φύσης παρουσιάζουν στον τόπο μας και να επιβάλει την ποινή που επέβαλε. Αντικειμενικά κρινόμενη, η επιβληθείσα ποινή σε κάθε μία από τις κατηγορίες, δεν εκφεύγει του επιτρεπτού πλαισίου ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί υπερβολική υπό τις περιστάσεις και δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης. Δεν υφίσταται, θεωρούμε, πεδίο επέμβασής μας, ούτε στην επιβληθείσα ποινή. Αβάσιμοι κρίνονται αμφότεροι οι λόγοι που αφορούν αυτήν (λόγοι έφεσης 10 και 11).
Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της. Η πρωτόδικη απόφαση, τόσο ως προς την καταδίκη όσο και ως προς την ποινή, επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο