ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση αρ. Ε18/2021)
24 Φεβρουαρίου 2026
[ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Πρόεδρος]
Μαρία ν. Τσιάρτα
Εφεσείουσα
ν.
1. Γεώργιος Α. Τσιάρτας, Α.Δ.Τ. 682557, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Τσιάρτα.
2. Μιχάλης Τσιάρτας,
3. Αντιγόνη Τσιάρτα
4. Παναγιώτα Ξενοφώντος
5. Ιωάννης Τσιάρτας
Εφεσίβλητοι
Για εφεσείουσα: κος Χρίστος Νεοφύτου για Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε.
Για εφεσίβλητη: κος κ. Φρίξος Βρυωνίδης για Α. Βρυωνίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Π.: Η παρούσα εκδικάζεται σε μονομελή σύνθεση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 25.1 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) και του Άρθρου 11.5 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες διατάξεις) Νόμου του 1964 (33/1964).
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα έφεση, η εφεσείουσα που είναι κάτοικος Αμερικής αμφισβητεί ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της εναντίον των εφεσιβλήτων ως εγκαταλειφθείσα, λόγω εκπρόθεσμης καταχώρισης της κλήσης οδηγιών δυνάμει της Δ.30 των παλαιών θεσμών πολιτικής δικονομίας που εφαρμόζονταν κατά την επίδικη περίοδο.
Οι εφεσίβλητοι είναι κληρονόμοι του αποβιώσαντα Ανδρέα Τσιάρτα. Στην πρωτόδικη διαδικασία ήταν οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και 6. Είναι κοινά παραδεκτό ότι ο εναγόμενος 5 που επίσης ήταν κληρονόμος του αποβιώσαντα, απεβίωσε μετά που καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης από κοινού με τους εφεσιβλήτους εναγομένους 1, 2, 3, 4 και 6. Ως αποτέλεσμα δεν καταχωρίστηκε υπεράσπιση εκ μέρους του εναγομένου 5, κάτι που έπραξαν οι εφεσίβλητοι. Για τον εναγόμενο 7 επίσης κληρονόμο του αποβιώσαντα, προκύπτει από τον πρωτόδικο φάκελο ότι εκδόθηκε ερήμην απόφαση εναντίον του, λόγω παράλειψης του να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Για το εναγόμενο 8 Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λίμιτεδ εκκρεμεί η έφεση 20/2021, η οποία στηρίζεται στους ίδιους λόγους με την παρούσα.
Η θέση της εφεσείουσας που είναι αδελφότεκνη του αποβιώσαντος και ξαδέλφη των εφεσιβλήτων κληρονόμων του, είναι ότι κατά το 1996 αγόρασε 6 ακίνητα στο χωρίο Κάτω Μονή της Επαρχίας Λευκωσίας. Στην συνέχεια, ο αποβιώσας με δόλιο τρόπο την έπεισε να του μεταβιβάσει των ½ των ακίνητων, παραπλανώντας την ότι θα δημιουργήσουν σε αυτά επικερδή επιχείρηση. Η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι τα ακίνητα αγοράστηκαν αποκλειστικά με δικά της χρήματα που εξασφάλισε κατόπιν υποθήκευσης της πατρικής της οικίας και ότι η μεταβίβαση του ½ μεριδίου στον αποβιώσαντα ήταν το αποτέλεσμα απάτης και των πιο πάνω ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του.
Στην συνέχεια, ο αποβιώσας υποθήκευσε ένα εκ των πιο πάνω ακινήτων στο εναγόμενο 8 Ταμιευτήριο Λευκωσίας, για σκοπούς εξασφάλισης πιστώσεως στο όνομα του. Είναι η θέση της εφεσείουσας ότι αυτό επιτεύχθηκε αφού εξαπάτησε τον αδελφό του και πατέρα της εφεσείουσας, που κατά τους επίδικους χρόνους ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπο της, ώστε ο τελευταίος να υπογράψει τα έγγραφα υποθήκης εκ μέρους της. Κατά την εφεσείουσα, το δάνειο αυτό εξασφαλίστηκε αποκλειστικά για σκοπούς του αποβιώσαντος και ως εκ τούτου θα πρέπει να εξοφληθεί από την διαχείριση του και όχι με την εξασφάλιση του υποθηκευμένου ακινήτου της.
Για τους πιο πάνω λόγους, η εφεσείουσα καταχώρησε αγωγή ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία αιτείται εναντίον των εναγομένων 1 έως 7, την ακύρωση των μεταβιβάσεων του ½ των πιο πάνω ακινήτων στον αποβιώσαντα, η οποία μεταβίβαση έγινε ως αποτέλεσμα δόλου και απάτης. Αιτείται επίσης εναντίον του εναγομένου 8 Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λευκωσίας Λίμιτεδ, την εξάλειψη και ακύρωση της πιο πάνω υποθήκης ως εξασφαλισθείσας με δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις.
Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να παρατεθεί εν συντομία το δικονομικό ιστορικό της αγωγής όπως προκύπτει από τον πρωτόδικο φάκελο, ώστε να γίνουν κατανοητά τα επίδικα θέματα της παρούσας έφεσης.
Το κλητήριο καταχωρίστηκε στις 21.4.2016 και επιδόθηκε στους εναγομένους μέχρι τις 10.6.2016, πλην του εναγομένου 7 για τον οποίο χρειάστηκε η έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, λόγω του ότι είναι κάτοικος εξωτερικού. Όλοι οι εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης εκτός από τον εναγόμενο 7, για τον οποίο εκδόθηκε ερήμην απόφαση λόγω παράλειψης του να εμφανιστεί. Το σημείωμα εμφάνισης για τους εναγομένους 1 έως 6 καταχωρίστηκε από κοινού από τον ίδιο δικηγόρο. Η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 8.7.2016 ενώ η υπεράσπιση για τους εναγομένους 1, 2, 3, 4 και 6 που είναι οι εφεσίβλητοι στην παρούσα, καταχωρίστηκε στις 6.3.2017. Σε αυτήν αναφέρουν μεταξύ άλλων ότι ο εναγόμενος 5 είχε αποβιώσει, συνεπώς ήταν πλέον χωρίς εκπροσώπηση στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου για τον εναγόμενο 5 δεν καταχωρίστηκε υπεράσπιση, ούτε προκύπτει να έχει προωθηθεί διαδικασία διαχείρισης της περιουσίας του. Το εναγόμενο 8 Ταμιευτήριο καταχώρισε υπεράσπιση στις 4.11.2016. Απάντηση στην υπεράσπιση των εφεσιβλήτων καταχωρίστηκε από την εφεσείουσα στις 19.12.2019. Την ίδια ημέρα ο συνήγορος της εφεσείουσας καταχώρισε και την υπό κρίση κλήση για οδηγίες δυνάμει της Δ.30, υποστηρίζοντας στην αγόρευση του ενώπιον του Εφετείου ότι δεν υπάρχει πρόθεση προώθησης της υπόθεσης εναντίον του αποβιώσαντος εναγομένου 5, αφού δεν έχει διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του.
Στην συνέχεια και αφού η κλήση για οδηγίες ορίστηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στις 8.5.2020 οι εφεσίβλητοι καταχώρισαν αίτηση για ακύρωση τόσο της απάντησης στην υπεράσπιση όσο και της κλήσης οδηγιών, λόγω του ότι κατά τους ισχυρισμούς τους, αυτές καταχωρίστηκαν εκπρόθεσμα, ήτοι 34 σχεδόν μήνες από την καταχώριση της τελευταίας υπεράσπισης. Ζητούσαν επίσης την απόρριψη της αγωγής ως εγκαταλειφθείσας, λόγω παράλειψης της εφεσείουσας να καταχωρίσει εμπρόθεσμα κλήση για οδηγίες.
Η εφεσείουσα υπέβαλε ένσταση με κύριο επιχείρημα ότι με βάση τις οδηγίες πρακτικής δεν είχαν συμπληρωθεί τα δικόγραφα αφού εκκρεμούσε η καταχώριση υπεράσπισης από τον εναγόμενο 5. Ανεξαρτήτως τούτου, ισχυρίστηκε ότι η όποια καθυστέρηση οφείλεται στους εναγομένους αφού το δικονομικό καθεστώς του εναγομένου 5 που απεβίωσε μετά την έγερση της αγωγής αλλά και του εναγομένου 8 που συγχωνεύθηκε με άλλο συνεργατικό ίδρυμα, παρέμεναν αδιευκρίνιστα εξ’ υπαιτιότητας των εναγομένων. Ειδικότερα για τον αποβιώσαντα εναγόμενο 5, η εφεσείουσα επικαλείται προσπάθειες του συνηγόρου της ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον είχε διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του και ποιες οι προθέσεις του για την αγωγή. Μετά όμως από την διαπίστωση ότι οι εφεσίβλητοι δεν επρόκειτο να προχωρήσουν στην καταχώριση διαχείρισης για τον εναγόμενο 5, καταχωρίστηκε η απάντηση στην υπεράσπιση των εφεσιβλήτων και η κλήση για οδηγίες.
Η εφεσείουσα με την ένσταση της, παρέπεμψε επίσης σε αλληλογραφία του συνηγόρου της με την οποία δήλωνε την πρόθεση της για συμβιβασμό της υπόθεσης, υποδεικνύοντας και την ερήμην έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου 7. Τέλος, στην ένσταση αναφέρεται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αφού καταχωρίστηκε καθυστερημένα, ήτοι μετά την καταχώριση της κλήσης για οδηγίες και αφού η κλήση ορίστηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε δυο ημερομηνίες.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του, παραπέμπει στην Δ.30 των παλαιών θεσμών πολιτικής δικονομίας, στην οποία καθορίζεται η υποχρέωση του ενάγοντα να εκδώσει κλήση για οδηγίες, εντός 90 ημερών από την συμπλήρωση των δικογράφων. Με παραπομπή στην απόφαση Πολ. Έφεση 185/17 ημ. 18.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A173, έκρινε ότι η έννοια του όρου «συμπλήρωση των δικογράφων» καθορίζεται με τα προβλεπόμενα στην Δ.26 θ.11 με αναφορά στους αρχικούς διαδίκους. Τόνισε δε ότι η εφεσείουσα καταχώρισε εκπρόθεσμα απάντηση στην υπεράσπιση στις 19.12.2019 χωρίς να λάβει την συγκατάθεση των εφεσιβλήτων, όπως ήταν η περίπτωση στην υπόθεση , Πολ. Εφ. 175/2017, ημερ. 6.2.2018. Τονίστηκε επίσης ότι οι επιστολές που έστειλε η εφεσείουσα στο ενδιάμεσο και οι προσπάθειες συμβιβασμού τις οποίες επικαλείται, δεν δικαιολογούσαν παραβίαση των προθεσμιών που καθορίζονται στους θεσμούς. Λέχθηκε περαιτέρω ότι δεν επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο τα συμφέροντα των εφεσιβλήτων στην αγωγή από την έκδοση της απόφασης εναντίον του εναγόμενου 7. Ούτε και ότι η παράλειψη τους να ζητήσουν απόρριψη της αγωγής σε προηγούμενο στάδιο δεν μπορεί να επενεργήσει υπέρ της παραβίασης των προθεσμιών από την εφεσείουσα. Αντιθέτως, κρίθηκε ότι ήταν η εφεσείουσα που όφειλε με αίτηση της στο πρωτόδικο Δικαστήριο να ζητήσει δυνάμει της Δ.64, την άρση της παρατυπίας αναφορικά με την εκπρόθεσμη απάντηση στην υπεράσπιση, πριν προχωρήσει στην καταχώριση της κλήσης για οδηγίες.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει επίσης ότι υπό κανονικές συνθήκες το Πρωτοκολλητείο θα έπρεπε να ενημερώσει την εφεσείουσα για τη μη καταχώριση απάντησης και αν δεν συμμορφωνόταν θα έπρεπε η αγωγή να τεθεί ενώπιον του σύμφωνα με τη Δ.26 θ.13, για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να απορρίψει την αγωγή λόγω ελλείψεως ενδιαφέροντος προώθησής της «dismiss the action for want of prosecution». Η παράλειψη όμως αυτή του Πρωτοκολλητείου δεν θεραπεύει κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο την παρατυπία της εκπρόθεσμης καταχώρισης της κλήσης οδηγιών.
Στην βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων ότι τόσο η απάντηση στην υπεράσπιση όσον και η κλήση για οδηγίες ήταν εκπρόθεσμες, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να οδηγηθεί σε κανένα άλλο συμπέρασμα, από το ότι η αγωγή θεωρείται εγκαταλειφθείσα και έκθετη σε απόρριψη. Ως εκ τούτου απέρριψε την αγωγή με έξοδα εναντίον της εφεσείουσας.
Η εφεσείουσα με 9 λόγους έφεσης, αμφισβητεί την πιο πάνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ανάγνωση των λόγων έφεσης καταδεικνύει ότι αυτοί περιστρέφονται γύρω από την κατ’ ισχυρισμό λανθασμένη ερμηνεία της Δ.30 από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αμφισβητείται κυρίως η πρωτόδικη κατάληξη ότι η επίδικη κλήση για οδηγίες καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Αλλά και σε αντίθετη περίπτωση, η εφεσείουσα παραπονείται για την άρνηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για παράταση της προθεσμίας, αφού τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης δικαιολογούσαν κάτι τέτοιο και σε καμία περίπτωση δεν καταδείχθηκε η εγκατάλειψη της αγωγής από την ίδια. Χρήζει ως εκ των πιο πάνω μια ερμηνευτική ανάλυση της Δ.30 θθ.1&2 ως αυτή τροποποιήθηκε και η οποία είχε ως εξής, κατά τον χρόνο έκδοσης της υπό κρίση ενδιάμεσης απόφασης:
ΔΙΑΤΑΓΗ 30 : ΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΟΔΗΓΙΕΣ
1. (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών.
(β) Η κλήση για οδηγίες εκδίδεται σύμφωνα με τον συνημμένο Τύπο 25, ο οποίος συμπληρώνεται με τις αναγκαίες λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας προς τούτο και πρόσθετα φύλλα.
(γ) Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη στην παράγραφο (α) πιο πάνω κλήση για οδηγίες, ο εναγόμενος δύναται, εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής και το Δικαστήριο δύναται, επιλαμβανόμενο τέτοιας αίτησης, είτε να απορρίψει την αγωγή με τέτοιους όρους όπως ήθελε κρίνει δίκαιο, είτε να θεωρήσει την αίτηση ως κλήση για οδηγίες δυνάμει της παρούσας διαταγής:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που παρέλθουν άπρακτες οι παραπάνω προθεσμίες, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και το Πρωτοκολλητείο θα θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα.
Νοείται ότι, η έννοια του ενάγοντα και της αγωγής, καλύπτει και τον ανταπαιτούντα διάδικο, και, αναλόγως, την ανταπαίτηση.
(δ) ………………………………………………………………………
(ε)…………………………………………………………………………
2. (α) …………………………………………………………………………
(β) Οι προθεσμίες που προβλέπονται στον Κανονισμό 1(α) και 2(α) ανωτέρω, δύνανται να παραταθούν, εάν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράτασή τους.
Οι παράγραφοι 1 και 3 της Οδηγίας Πρακτικής του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 28.7.2017 στον βαθμό που αφορούν την παρούσα περίπτωση, ήτοι ως προς την διευκρίνιση του πότε θεωρείται ότι τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί, έχει ως εξής:
1. Όπου υπάρχουν πέραν του ενός εναγόμενου σε αγωγή, τότε τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα κατά την έννοια της Δ.30 Κ.1 (α) ώστε να αρχίσει να τρέχει n προνοούμενη προθεσμία όταν τα δικόγραφα συμπληρωθούν υπό την έννοια που προβλέπεται από τη Δ.26 Κ.11 για όλους τους εναγομένους.
2. …………………………………………………………………………..
3. Σε περίπτωση παράλειψης εμφάνισης ενός ή περισσοτέρων, μεταξύ πλειόνων συνεναγομένων, η Δ.30 δεν βρίσκει εφαρμογή σε σχέση με εναγόμενο που παρέλειψε να εμφανιστεί, αλλά εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.17 περί παράλειψης εμφάνισης και η υπόθεση για όσους εκ των εναγομένων δεν καταχωρίσουν εμφάνιση προχωρεί κατά τα προβλεπόμενα στη Δ.17.
4. ……………………………………………………………………………
5. ……………………………………………………………………………
Ο χρόνος έναρξης της προθεσμίας των 90 ημερών, ξεκινά με την συμπλήρωση της δικογραφίας εν τη εννοία της Δ.26 θ.11, ήτοι μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου. Σύμφωνα με τη Δ.26 θ.11 όπου ένα δικόγραφο επακόλουθο της απάντησης δεν έχει διαταχθεί, τότε εντός 7 ημερών από την παράδοση της υπεράσπισης ή απάντησης (αν υπάρχει) ή όπου ένα δικόγραφο επακόλουθο της απάντησης διαταχθεί και ο διάδικος που διετάχθη ή του δόθηκε άδεια να το παραδώσει παραλείπει να το παραδώσει εντός της προθεσμίας που προνοείται, τότε, με την εκπνοή του καθορισμένου προς τούτο χρόνου, τα δικόγραφα θα θεωρούνται συμπληρωμένα. Η προθεσμία αφορά τα δικόγραφα μεταξύ ενάγοντα και εναγομένων και δεν επεκτείνεται σε περίπτωση ανταπαίτησης ή άλλων διαδικασιών όπως πχ. προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου (βλ. , ανωτέρω). Έχει επιπλέον νομολογηθεί ότι η προθεσμία αρχίζει να μετρά από την καταχώρηση της απάντησης στην υπεράσπιση, ακόμα και στις περιπτώσεις που η απάντηση είναι εκπρόθεσμη. Σχετική είναι η απόφαση , (ανωτέρω) όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, έκρινε ότι κακώς η απάντηση δεν λήφθηκε υπόψη αφού είχε μεν καταχωριστεί εκπρόθεσμα και χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, υπήρχε όμως συγκατάθεση της άλλης πλευράς να εκληφθεί ως εμπρόθεσμη.
Στην παρούσα περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τις πιο πάνω πρόνοιες της Δ.30, έκρινε ότι με την παρέλευση της προθεσμίας των 90 ημερών από την καταχώριση των υπερασπίσεων των εφεσιβλήτων – εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 6, τα δικόγραφα της υπόθεσης είχαν συμπληρωθεί.
Η πιο πάνω κατάληξη είναι με όλο το σέβας προς το πρωτόδικο Δικαστήριο εμφανώς λανθασμένη αφού παραγνωρίζει την Οδηγία Πρακτικής του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 28.7.2017, σύμφωνα με την οποία σε αγωγές με πολλούς εναγομένους, τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα όταν αυτά συμπληρωθούν σύμφωνα με την Δ.26 θ.11, από το σύνολο των εναγομένων και όχι για κάποιους από αυτούς.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα παραπέμπει στην παρ. 3 της πιο πάνω Οδηγίας Πρακτικής, στην οποία αναφέρεται ότι η Δ.30 δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις μη εμφάνισης κάποιου εναγομένου, οπόταν έχουν εφαρμογή οι πρόνοιες της Δ.17, σύμφωνα με τις οποίες ο ενάγων δύναται να αιτηθεί την έκδοση ερήμην απόφασης λόγω παράλειψης εμφάνισης. Αυτό έγινε για τον εναγόμενο 7, ο οποίος δεν καταχώρησε εμφάνιση και ως εκ τούτου εκδόθηκε ερήμην απόφαση εναντίον του. Δεν θα μπορούσε όμως να γίνει και για τον εναγόμενο 5, ο οποίος καταχώρησε εμφάνιση από κοινού με τους εφεσιβλήτους – εναγομένους 1, 2, 3, 3 και 6.
Φαίνεται να διαφεύγει της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στην περίπτωση καταχώρισης εμφάνισης, η συμπλήρωση της δικογραφίας για σκοπούς της Δ.30, δεν εξετάζεται ξεχωριστά για τον κάθε εναγόμενο. Αντιθέτως όταν καταχωρείται εμφάνιση, τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα όταν όλοι οι διάδικοι που εμφανίστηκαν καταχωρήσουν τα δικόγραφα τους δυνάμει της Δ.26 θ.11. Ο σκοπός είναι κατά την κρίση μου εμφανής, ώστε να αποφευχθούν πολλαπλές κλήσεις για οδηγίες για κάθε εναγόμενο ξεχωριστά που συμπληρώνει την δικογραφία του. Έτσι, ο ενάγων μπορεί να αναμένει να συμπληρωθεί η δικογραφία για όλους τους εναγομένους που καταχώρισαν εμφάνιση και στην συνέχεια να εκδώσει μια κλήση για οδηγίες για το σύνολο των εναγομένων, αποφεύγοντας πολλαπλότητα διαδικασιών και περιττά έξοδα. Εν πάση περιπτώσει σύμφωνα με την πιο πάνω Οδηγία Πρακτικής, είναι σαφές ότι για να θεωρηθεί ότι έκλεισε η δικογραφία δυνάμει της Δ.30 για τους εναγομένους που καταχώρισαν εμφάνιση, προκειμένου να ενεργοποιηθούν οι προθεσμίες για καταχώριση κλήσης για οδηγίες, θα πρέπει να ολοκληρωθεί η δικογραφία για όλους τους εναγομένους.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος 5 καταχώρησε εμφάνιση κοινή με τους εφεσίβλητους στην παρούσα, που ήταν οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και 6 μέσω του ιδίου συνηγόρου. Στην συνέχεια όμως, υπεράσπιση καταχωρήθηκε μόνο από τους εφεσίβλητους - εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και 6 και όχι από τον εναγόμενο 5, προφανώς λόγω του ότι απεβίωσε και ο συνήγορος του δεν μπορούσε να τον εκπροσωπεί. Ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίον δεν καταχωρήθηκε υπεράσπιση από τον εναγόμενο 5, και ανεξαρτήτως του ότι δεν ζητήθηκε απόφαση εναντίον του λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης, γεγονός παραμένει ότι από την στιγμή που εκκρεμούσε αυτό το δικόγραφο, δεν είχε συμπληρωθεί η δικογραφία της υπόθεσης σύμφωνα με τις Οδηγίες Πρακτικής του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 28.7.2017. Ως αποτέλεσμα, δεν ετίθετο ζήτημα εκπρόθεσμης κλήσης για οδηγίες όπως εισηγούνται οι εφεσίβλητοι και λανθασμένα έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Αλλά ακόμη και αν η κλήση για οδηγίες ήταν εκπρόθεσμη, δεν είναι ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι λόγω αυτού του γεγονότος, δεν μπορούσε να οδηγηθεί σε κανένα άλλο συμπέρασμα, από το ότι η αγωγή επιβάλλεται να θεωρηθεί ως εγκαταλειφθείσα και έκθετη σε απόρριψη. Προκύπτει από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, η λανθασμένη κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αγωγή έπρεπε να θεωρηθεί οπωσδήποτε ως εγκαταλειφθείσα και ότι δεν ετίθετο ζήτημα άσκησης διακριτικής ευχέρειας για παράταση των προθεσμιών, προκειμένου να διασωθεί η διαδικασία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην πιο πάνω διαπίστωση, παρότι δεν τέθηκε ο φάκελος του Δικαστηρίου ενώπιον του για απόρριψη δυνάμει της επιφύλαξης της Δ.30 θ.1 (γ) και παρότι σημειώνει ότι κανονικά αυτή θα έπρεπε να ήταν η σωστή διαδικασία.
Δεν συμφωνώ με αυτή την θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Από την στιγμή που ο φάκελος της υπόθεσης δεν τέθηκε ενώπιον του για απόρριψη ως προβλέπεται από την επιφύλαξη της Δ.30 θ.1 (γ), το πρωτόδικο Δικαστήριο διατηρούσε διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την προθεσμία των 90 ημερών δυνάμει της Δ.30 θ.2 (β). Είναι σαφές ότι με την περαιτέρω τροποποίηση της Δ.30 στις 28.7.2017, έχει καμφθεί η πλήρης αυστηρότητα στις προθεσμίες καταχώρισης κλήσης οδηγιών. Η απόφαση , (ανωτέρω) στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν οδηγεί σε διαφορετική αντίκριση. Αντιθέτως, επιβεβαιώνεται η αρχή ότι με την τροποποίηση της Δ.30 ημερ. 28.7.2017, η αυστηρότητα της προθεσμίας των 90 ημερών έχει καμφθεί. Μεταγενέστερη νομολογία επιβεβαιώνει την θέση ότι η πιο πάνω προθεσμία δεν είναι άκαμπτη. Σχετική είναι η απόφαση , Πολ. Αίτηση 45/18, ημ. 18.5.2018, ECLI:CY:AD:2018:D240 που αφορούσε αίτηση προνομιακού εντάλματος. Στην εν λόγω υπόθεση, το Επαρχιακό Δικαστήριο στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας θεώρησε δικαιολογημένη την παράταση της προθεσμίας της κλήσης για οδηγίες, λόγω του ότι είχε προηγηθεί η εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης του εναγομένου για διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων και φράσεων της έκθεσης απαίτησης ως αχρείαστων, σκανδαλωδών κ.λ.π. Λέχθηκε επί του προκειμένου ότι η εκδίκαση της ως άνω αίτησης για διαγραφή και η επιμονή του αιτητή σε αυτή, οδήγησε εν μέρει στη χρονική εκτροπή, ενώ εν πάση περιπτώσει το Πρωτοκολλητείο δεν ενήργησε στα προβλεπόμενα χρονικά πλαίσια για να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τον φάκελο για απόρριψη, υπό το πρίσμα της Δ.30. Κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εν λόγω απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, αφορούσε άσκηση διακριτικής ευχέρειας και έτσι η ορθότητα της δεν μπορούσε να κριθεί στο πλαίσιο προνομιακού εντάλματος. Λέχθηκαν όμως ταυτόχρονα τα πιο κάτω ως προς την αυστηρότητα των προθεσμιών της Δ.30 θ.1:
« Η υπόθεση Χαραλάμπους ν. Γεωργίου κ.ά. δεν οδηγεί σε διαφορετική αντίκριση αφού ακριβώς επισημάνθηκε ότι με την τροποποίηση της Δ.30, η πλήρης αυστηρότητα στις προθεσμίες έχει καμφθεί. Εν προκειμένω, η ίδια η ενασχόληση του Δικαστηρίου και των διαδίκων με εκκρεμούσα αίτηση που αφορούσε τη δικογραφία έδιδε έρεισμα στην επίκληση της Δ.30 θ.2(β) και οδήγησε το Δικαστήριο να τη χρησιμοποιήσει σε συνδυασμό με τη Δ.64 για να δώσει παράταση κατά τη διακριτική ευχέρεια που του παρείχετο στα πλαίσια της πιο πάνω Διαταγής.»
Ακολούθησαν δύο αποφάσεις του Εφετείου, οι οποίες επιβεβαιώνουν την νομολογιακή αρχή ότι παραβίαση των προθεσμιών της Δ.30 από μόνη της, δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην απόρριψη της αγωγής. Στην υπόθεση Πολ. Έφεση Ε79/23 ημ. 26.9.24, λέχθηκε ότι η μη καταχώριση κλήσης για οδηγίες δυνάμει της Δ.30 από μόνη της, ελλείψει περιστάσεων που να δικαιολογούσαν συμπέρασμα εγκατάλειψης του διαδικαστικού διαβήματος, δεν θα ήταν ορθό, άνευ ετέρου, να οδηγούσε σε απόρριψη του διαβήματος. Η πιο πάνω αρχή, είχε τεθεί με απόλυτη σαφήνεια στην προγενέστερη απόφαση , Πολ. Έφεση Ε80/2023, ημ. 23.9.2024, όπου λέχθηκαν από το Εφετείο τα εξής χαρακτηριστικά:
«Σε συνέχεια με τα προλεχθέντα, θεωρούμε καθήκον να επισημάνουμε ότι το περιεχόμενο της Δ.30 δεν υπαγόρευε την απόρριψη της Κύριας Αίτησης, ως μονόδρομο, λόγω μη καταχώρισης κλήσης για οδηγίες, όταν υποβλήθηκε προφορικό αίτημα από τους εφεσείοντες 1, αλλά παρεχόταν η ευχέρεια στο Δικαστήριο να περισώσει την Κύρια Αίτηση, ούτως ή άλλως, θεωρώντας το αίτημα απόρριψης ως κλήση για οδηγίες, και, επειδή ήταν προφορικό, να δώσει οδηγίες για καταχώρηση κλήσης για οδηγίες, αν επιθυμούσαν οι διάδικοι να ζητήσουν κάτι συγκεκριμένο, ούτως ώστε να προχωρήσει η διαδικασία. Η μη καταχώριση κλήσης για οδηγίες από μόνη της, ελλείψει περιστάσεων που να δικαιολογούν συμπέρασμα εγκατάλειψης του διαδικαστικού διαβήματος, από το πρόσωπο που το εγείρει, δεν είναι ορθό, άνευ ετέρου, να οδηγεί σε απόρριψη του.»
Ακολούθως, το Εφετείο αναφέρει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να μην απορρίψει την κυρίως αίτηση ως έπραξε, δεδομένου και του αδιαμφησβήτητου γεγονότος ότι εκκρεμούσε κατά τον χρόνο υποβολής του προφορικού αιτήματος των εφεσειόντων 1, η έκδοση απόφασης επί άλλης ενδιάμεσης γραπτής αίτησης για παραμερισμό της κυρίως αίτησης. Πρόκειται κατά το Εφετείο για ένα σοβαρό στοιχείο που καταδεικνύει ότι η διαδικασία ήταν εκκρεμούσα και όχι εγκαταλειφθείσα. Έγινε επίσης παραπομπή στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου ., Έφεση 28/2021, ημερ. 23.06.2022 όπου εξετάστηκαν παρόμοια θέματα. Στην εν λόγω απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο ως Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, επιβεβαίωσε την πρωτόδικη κρίση με την οποία δεν απορρίφθηκε αίτηση διατροφής παρότι η κλήση για οδηγίες, εκδόθηκε πέραν των 90 ημερών που προβλέπει η Δ.30 θ.1. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής:
« Η Αίτηση είχε καταχωριστεί την 16.3.2018 και η Υπεράσπιση την 9.5.2018. Δεν ακολούθησε Απάντηση. Καταχωρίστηκε την 19.9.2018 τροποποιημένη Αίτηση. Κατά τον Εφεσείοντα θα έπρεπε μέσα σε 90 ημέρες από 16.5.2018 που θεωρείται ότι συμπληρώθηκε η δικογραφία (Δ.21, Θ.14(1) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) να καταχωριστεί από την Εφεσίβλητη κλήση για οδηγίες (Δ.30, Θ.1(α)) που εφόσον δεν έγινε η Αίτηση θα έπρεπε να είχε θεωρηθεί ως εγκαταληφθείσα (Δ.30, Θ.1(γ) των Θεσμών και να απορριφθεί με έξοδα. Το ζήτημα ήγειρε ο Εφεσείων στην «Τροποποιημένη Υπεράσπιση» που καταχώρισε την 5.11.2018. Γεγονός είναι ότι, όχι μόνο ουδέποτε είχε η Αίτηση τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου για να απορριφθεί, αλλά τουναντίον σε διάφορες ημερομηνίες δόθηκαν οδηγίες, καταχωρίστηκε η τροποποιημένη Αίτηση, η δικογραφία συμπληρώθηκε και σε αυτή τη βάση η υπόθεση εκδικάστηκε. Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της Αίτησης και δίδοντας οδηγίες, θεωρούσε τη διαδικασία εκκρεμούσα και αναμφίβολα όχι εγκαταληφθείσα.»
Στην παρούσα περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατά την κρίση μου, αποφάσισε ότι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να θεωρήσει την αγωγή ως εγκαταλειφθείσα και έκθετη σε απόρριψη. Είναι σαφές από τις προαναφερθείσες αρχές ότι ακόμα και αν η κλήση για οδηγίες ήταν εκπρόθεσμη (που δεν ήταν στην παρούσα περίπτωση αφού τα δικόγραφα δεν είχαν συμπληρωθεί), διατηρούσε διακριτική ευχέρεια να διασώσει την αγωγή, εφόσον έκρινε ότι εφαρμόζονταν στην περίπτωση, οι προϋποθέσεις της Δ.30 θ.2 (β).
Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κατάληξη μου είναι ότι υπό τας περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, τα δικόγραφα δεν είχαν συμπληρωθεί σύμφωνα με την Δ.30 αφού εκκρεμούσε η υπεράσπιση του εναγομένου 5. Ως εκ τούτου, η επίδικη κλήση για οδηγίες δεν ήταν εκπρόθεσμη. Αλλά ακόμα και αν η κλήση για οδηγίες ήταν εκπρόθεσμη όπως λανθασμένα έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν δικαιολογείτο χωρίς άλλο η απόρριψη της αγωγής ως εγκαταλειφθείσας σε εκείνο το στάδιο, και το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει το ενδεχόμενο παράταση της προθεσμίας των 90 ημερών, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που του έδινε η Δ.30 θ.2 (β). Επί του προκειμένου, η παράταση των προθεσμιών θα ήτο η ορθή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Είναι σαφές από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι δεν διαφαίνεται καμία απολύτως πρόθεση εγκατάλειψης της αγωγής από την εφεσείουσα ή πεποίθηση από οιονδήποτε μέρος της διαδικασίας ότι εγκαταλείφθηκε η υπόθεση, ώστε να πρέπει να απορριφθεί η αγωγή λόγω παραβίασης των προθεσμιών. Ιδιαίτερα μετά που κατατέθηκε μαρτυρικό υλικό με την ένσταση της εφεσείουσας, το οποίο κατεδείκνυε ότι αυτή, όχι μόνο δεν εγκατέλειψε την αγωγή αλλά προσπαθούσε να μάθει μέσω επιστολών του συνηγόρου της αν υπήρχε πρόθεση καταχώρισης διαχείρισης της περιουσίας του εναγομένου 5, προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία.
Αξίζει εδώ να επαναλάβω τα όσα τονίστηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση , Πολιτική Έφεση αρ. Ε23/19, ότι ουδέποτε ο σκοπός της Δ.30 ήταν να προκαλέσει ταλαιπωρία ή αδικία σε οποιονδήποτε διάδικο, ιδιαίτερα σε αυτόν που με την συμπεριφορά του δεν επέδειξε πλήρη αδιαφορία ή περιφρόνηση για τις διαδικασίες.
Οι ίδιες αρχές εφαρμόζονται και για την απάντηση στην υπεράσπιση που καταχωρήθηκε μεν εκπρόθεσμα αλλά το πρωτόδικο Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να δώσει παράταση κατά τη διακριτική ευχέρεια που του παρεχόταν στα πλαίσια της Δ.64 (βλ. , ανωτέρω). Η εν λόγω παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ενεργοποιεί κατά την κρίση μου τις εξουσίες του Εφετείου δυνάμει του Μέρους 41.12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και του Άρθρου 25.3 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, σύμφωνα με τις οποίες το Εφετείο στο πλαίσιο εκδίκασης της έφεσης, έχει όλες τις εξουσίες του κατώτερου Δικαστηρίου και δύναται να τις ασκήσει, σε σχέση με ολόκληρο ή μέρος της πρωτόδικης απόφασης.
Όσον αφορά την καταχωρηθείσα κλήση για οδηγίες, δεν τίθεται ζήτημα παράτασης καθότι για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, αυτή δεν είναι εκπρόθεσμη. Όπως αναλυτικά επεξηγήθηκε ανωτέρω, η προθεσμία των 90 ημερών που προβλέπει η Δ.30 δεν έχει εκπνεύσει, με δεδομένο ότι κατά την ημερομηνία καταχώρισης της κλήσης για οδηγίες, η δικογραφία της αγωγής για όλους τους εναγομένους δεν ολοκληρώθηκε. Ανεξαρτήτως τούτου, ακόμα και στην περίπτωση που η κλήση οδηγιών ήταν εκπρόθεσμη, η ορθή διαδικασία ήταν η παράταση των προθεσμιών και όχι η απόρριψη της αγωγής.
Ως επακόλουθο όλων των πιο πάνω, η έφεση εγκρίνεται. Η πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ακυρώνεται στο σύνολο της, συμπεριλαμβανομένης και της πρωτόδικης διαταγής για τα έξοδα. Δίδεται επιπλέον παράταση της προθεσμίας καταχώρησης, του δικογράφου της απάντησης της εφεσείουσας στην υπεράσπιση των εφεσιβλήτων ώστε η επίδικη απάντηση στην υπεράσπιση να θεωρείται ως εμπρόθεσμη. Ο φάκελος να επιστραφεί στο πρωτόδικο Δικαστήριο, προκειμένου να συνεχίσει το συντομότερο δυνατό η προδικασία και η εκδίκαση της ουσίας της αγωγής από άλλο Δικαστή, από το στάδιο που αυτή διακόπηκε λόγω της πρωτόδικης απόφασης.
Επιδικάζονται €3.000,00 έξοδα της παρούσας έφεσης καθώς και τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον των εφεσιβλήτων.
Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου
Πρόεδρος Εφετείου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο