ΞΕΝΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ διά μέσω του κηδεμόνα πατέρα του Γεώργιου Ιωάννου κ.α. v. TERRA SANTA COLLEGE κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. Ε69/2022, 27/2/2026
print
Τίτλος:
ΞΕΝΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ διά μέσω του κηδεμόνα πατέρα του Γεώργιου Ιωάννου κ.α. v. TERRA SANTA COLLEGE κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. Ε69/2022, 27/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Έφεση αρ. Ε69/2022)

                  

ν.

Για εφεσείοντες: κος Χρίστος Νεοφύτου για Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε. 

Για εφεσίβλητους: κα Άντρη Τσαγγαρίδου για Χρ. Π. Μιτσίδης Δ.Ε.Π.Ε.

               

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Π.: Η παρούσα εκδικάζεται σε μονομελή σύνθεση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 25.1 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) και του Άρθρου 11.5 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες  διατάξεις) Νόμου του 1964 (33/1964).

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Η παρούσα έφεση στρέφεται εναντίον ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία έγινε μερικώς αποδεκτή αίτηση των εφεσιβλήτων – εναγομένων 1 έως 4, για διαγραφή ενός τμήματος της έκθεσης απαίτησης των εφεσειόντων – εναγόντων.

Όπως επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, οι ενάγοντες στην αγωγή τους, στηρίζονται σε τρεις βάσεις αγωγής. Συγκεκριμένα κατέγραψαν ως βάσεις αγωγής τη δυσφήμιση, την οποία διαχώρισαν σε προφορική και σε γραπτή, την αμέλεια και την παράβαση νόμιμου καθήκοντος. Στην συνέχεια πριν την επίδοση του κλητηρίου, προχώρησαν με τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης τους χωρίς την έγκριση του Δικαστηρίου, αφού είχαν τέτοιο δικαίωμα δυνάμει της νέας Δ.25 κ.1.

Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης καταλαμβάνει έκταση 25 σελίδων και 62 παραγράφων. Σύμφωνα με αυτήν, ο ανήλικος εφεσείων – ενάγων 1, που ενάγει μέσω των γονέων και κηδεμόνων του, εφεσειόντων – εναγόντων 2 και 3, φοιτούσε κατά τους επίδικους χρόνους στην Ε τάξη του εναγομένου – εφεσίβλητου 1 που είναι Ιδιωτικό Δημοτικό Σχολείο. Στις 24.10.2018 κατά την διάρκεια διαλείμματος, ο ανήλικος βρέθηκε στην αίθουσα διδασκαλίας της τάξης στην οποία φοιτούσε, με θηλιά σχοινιού που ήταν δεμένη στη μια της άκρη σε παράθυρο της αίθουσας και στην άλλην άκρη γύρω από τον λαιμό του. Το σχοινί για καλή τύχη του ανηλίκου έσπασε από το βάρος του, αλλά υπήρχαν εμφανή σημάδια κακοποίησης γύρω από τον λαιμό του. Παραπέμφθηκε αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου κρατήθηκε για νοσηλεία για περίοδο 4 ημερών. Είναι η θέση των εφεσειόντων ότι το επίδικο συμβάν επεσυνέβη ένεκα αμελείας και παράλειψης καθήκοντος του εφεσίβλητου 1 σχολείου και των υπαλλήλων του, λόγω μη λήψης των ενδεικνυόμενων μέτρων για τους σκοπούς προφύλαξης των μαθητών από διάφορους κινδύνους.

Στη συνέχεια, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η δασκάλα του σχολείου εφεσίβλητη 2, η διευθύντρια εφεσίβλητη 3 και η γραμματέας εφεσίβλητη 4, τόσο προφορικά όσο και γραπτώς, προέβησαν σε δυσφημιστικά σχόλια και σε συκοφαντίες εναντίον του ανήλικου για να καλύψουν σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τα δικά τους λάθη και παραλείψεις. Ανάφεραν συγκεκριμένα ότι ο ανήλικος προέβη από μόνος του σε αυτοτραυματισμό, δηλαδή τύλιξε το σκοινί γύρω από τον λαιμό του, αφήνοντας με αυτόν τον τρόπο να εννοηθεί ότι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Τα σχόλια αυτά σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης εκθέτουν τον ανήλικο σε δημόσια περιφρόνηση και διασυρμό με αποτέλεσμα να καταρρακωθεί η προσωπικότητά του και να αναγκαστεί εντέλει να αλλάξει σχολείο.

Ως εκ τούτου, πέραν των αποζημιώσεων για αμέλεια, επιζητούνται με την έκθεση απαίτησης και αποζημιώσεις από τον ανήλικο για ψυχική οδύνη, μετατραυματικό σύνδρομο καθώς και αποζημιώσεις από όλους τους εφεσείοντες για διασπορά φημών που προσβάλλουν την υπόληψη, τον χαρακτήρα και την δημόσια εικόνα τους.

Η πρωτόδικη διαδικασία

Ακολούθησε αίτηση από πλευράς των εφεσιβλήτων – εναγομένων 1 έως 4 με την οποία ζητήθηκε η διαγραφή σειράς παραγράφων από την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης καθώς και η διαγραφή ολοκλήρου του γενικώς οπισθογραφημένο κλητηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει στην ενδιάμεση απόφαση του ότι  οι λόγοι διαγραφής που προβάλλονται μπορεί να διακριθούν σε τρεις (3) βασικές κατηγορίες :

1.    Διαγραφή της αγωγής στο σύνολό της δυνάμει της Δ.27 κ.3.

2.    Διαγραφή μέρους των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης δυνάμει της Δ.19 κ.4 και Δ.19 κ.26.

3.    Διαγραφή ισχυρισμών επειδή εισαγάγουν νέα βάση αγωγής μετά την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης δυνάμει της νέας Δ.25 κ.1.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε για λόγους που εμφαίνονται στην ενδιάμεση απόφαση του, τα αιτήματα υπό παρ. 1 & 3 ανωτέρω για διαγραφή της αγωγής λόγω μη αποκάλυψης αγωγίμου δικαιώματος δυνάμει της Δ.27 κ.3 αλλά και της διαγραφής παραγράφων λόγω κατ’ ισχυρισμόν εισαγωγής νέας βάσης αγωγής μετά την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, δυνάμει της Δ.25 κ.1.

Αντιθέτως αποδέχθηκε την διαγραφή μέρους της έκθεσης απαίτησης δυνάμει του αιτητικού υπό παρ. 2 ανωτέρω, κρίνοντας ότι οι εφεσείοντες παραβίασαν τους κανόνες δικογράφησης του αστικού αδικήματος της προφορικής δυσφήμησης και επιπλέον παρέθεσαν μαρτυρία στην έκθεση απαίτησης που αφορά το αστικό αδίκημα της αμέλειας κατά παράβαση της Δ.19 κ.4. που απαγορεύει την παράθεση μαρτυρίας στα δικόγραφα.   

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση του αυτή αφού προηγουμένως αναφέρθηκε εκτεταμένα στην νομολογία που καθορίζει την δικογράφηση του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης. Επεσήμανε ότι για την γραπτή δυσφήμιση (λίβελλο – libel) ο ενάγων οφείλει να παραθέτει στην έκθεση απαίτησης αυτούσιο το δημοσίευμα και διαδοχικά να καταγράφεται η δυσφημιστική του έννοια (βλ. Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ κα (2011) 1 Α.Α.Δ 474). Όσον αφορά την προφορική δυσφήμιση (συκοφαντία – slander), οι λέξεις που κατ’ ισχυρισμόν έχουν ειπωθεί θα πρέπει να καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Υποδείχθηκε δε ότι γενικότερα σε αγωγές δυσφήμισης, οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν αποτελούν ουσιώδη γεγονότα και επομένως πρέπει να περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης (βλ.. Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings 18η έκδοση μέρος J - Defamation κεφάλαιο 37).

Στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι οι εφεσείοντες συμμορφωθήκαν με τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές αναφορικά με την δικογράφηση της γραπτής δυσφήμισης. Ο ισχυρισμός για γραπτή δυσφήμιση προσδιορίστηκε στο κλητήριο, σε επιστολή ημερομηνίας 31.10.18. χωρίς άλλη εξειδίκευση. Όμως στη μεταγενέστερη τροποποιημένη έκθεση απαίτησης καταγράφηκε αυτούσιο το επίδικο δημοσίευμα, επιστολή ημερομηνίας 31.10.18, καθώς επίσης και το σε ποιους δημοσιεύθηκε.

Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τους ισχυρισμούς για την προφορική δυσφήμιση (συκοφαντία – slander), οι οποίοι παρότι εμφιλοχωρούν στην έκθεση απαίτησης, εντούτοις δεν παρατίθενται οι λέξεις που ειπώθηκαν. Σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, η πιο πάνω παράλειψη των εφεσειόντων να καταγράψουν τις κατ' ισχυρισμόν προφορικές δυσφημιστικές αναφορές, καθιστά αυτούς τους ισχυρισμούς ως ενοχλητικούς, καθότι αυτοί δεν συμμορφώθηκαν με τη θεμελιακή αρχή που επιβάλλει όπως το εκάστοτε δικόγραφο περιλαμβάνει όλους τους ισχυρισμούς που να θέτουν υπόψη του αντιδίκου την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει κατά την ακρόαση. Επίσης, η πιο πάνω παράλειψη παραβιάζει θεμελιακό κανόνα δικογράφησης, ήτοι την υποχρέωση να τεθούν στην έκθεση απαίτησης οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής από το πρωτόδικο Δικαστήριο:

«Αφ' ης στιγμής οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν αποτελούν τα ουσιώδη γεγονότα σε υπόθεση δυσφήμισης, η παράλειψη αναφοράς τους συνιστά παραβίαση βασικού κανόνα δικογράφησης και δεν επιτρέπει στους εναγόμενους να γνωρίζουν την υπόθεση που αντιμετωπίζουν. Έτσι προκαλείται ενόχληση στους εναγόμενους.»

Στην βάση αυτού του σκεπτικού, το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την διαγραφή των ισχυρισμών για προφορική δυσφήμιση που περιέχονταν στις παραγράφους 27, 28 και 33 της έκθεσης απαίτησης μόνο στον βαθμό που καταγράφεται η φράση «προφορική δυσφήμιση».

Επιπλέον, το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την διαγραφή και των παραγράφων 35 και 36 της έκθεσης απαίτησης, αφού  παρά τον θεμελιακό κανόνα της Δ.19 κ.4 πως τα δικόγραφα δεν πρέπει να περιέχουν μαρτυρία, σε αυτές παρατίθετο μαρτυρία, ήτοι αυτούσιες αναφορές από αστυνομική έκθεση που επικαλείται η πλευρά των εφεσειόντων, προκειμένου να αποδείξει το αστικό αδίκημα της αμέλειας.

Η τελική κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ότι δικαιολογείτο η μερική έγκριση της αίτησης με την διαγραφή των παραγράφων  27, 28, 33, 35 και 36 της έκθεσης απαίτησης ενώ τα υπόλοιπα αιτητικά απορρίφθηκαν. Ενόψει δε της μερικής έγκρισης της αίτησης, επιδικάστηκε στους εφεσίβλητους το ½ των εξόδων, πληρωτέων στο τέλος της αγωγής.

Η παρούσα έφεση.

Οι εφεσείοντες με τρεις λόγους έφεσης, αμφισβητούν την πιο πάνω απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

Οι δύο πρώτοι λόγοι έφεσης, αφορούν την διαγραφή των παραγράφων 35 και 36 της έκθεσης απαίτησης. Οι εφεσείοντες προσβάλουν την πρωτόδικη κατάληξη ότι πρόκειται περί μαρτυρίας, που δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στα δικόγραφα. Αντιθέτως, ισχυρίζονται ότι επρόκειτο για απαραίτητους και ουσιώδεις ισχυρισμούς, απολύτως αναγκαίους προκειμένου να αποδείξουν την υπόθεση τους. Αναφέρουν δε ότι η διαγραφή των εν λόγω ισχυρισμών, στερεί στην ουσία από τους εφεσείοντες το δικαίωμα να προβάλλουν τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό γιατί με την διαγραφή των γεγονότων αυτών από την έκθεση απαίτησης δεν θα μπορούν να προσκομίσουν μαρτυρία για την απόδειξη καίριων ισχυρισμών τους και την απόσειση του βάρους απόδειξης που αντιμετωπίζουν σε σχέση με την αιτία αγωγής που αφορά την αμέλεια.

Ο τρίτος λόγος έφεσης αφορά την διαγραφή των παραγράφων 27, 28 και 33 της έκθεσης απαίτησης μόνο στον βαθμό που καταγράφεται η φράση «προφορική δυσφήμιση» με το αιτιολογικό ότι δεν δικογραφούνται οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν και το δυσφημιστικό τους περιεχόμενο.

Νομική πτυχή

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του να διαγράψει τις υπό κρίση παραγράφους της έκθεσης απαίτησης, στηρίχθηκε κυρίως στις πρόνοιες της Δ.19 κ.26 η οποία έχει ως εξής:

"The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action."

Ο πιο πάνω θεσμός αντιστοιχεί στην Αγγλική Δ.19, κ.27 και είχε επεξηγηθεί στην θεμελιακή υπόθεση Knowles v. Roberts, (1888) 38 Ch D 263 από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από τις σελίδες 270-271:

"It seems to me that the rule that the Court is not to dictate to parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But that rule is, of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law; and if a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass, and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond his right.

We have been told this is a matter of discretion for the judge. In one sense it is a matter of discretion, but that, be it observed, does not completely define the situation. The judge is clothed by the rule with power which he may exercise, but the same rule that clothes him with power defines the object for which the power has to be exercised, in the definition which it gives of the subject-matter to which the power should be applied. It becomes, therefore, the duty of the judge who has to apply the rule, to apply his power in a fit case; and a fit case will be that which fulfils the definition of the rule, and in which there are no other circumstances which make it appropriate, and inconvenient, or unjust to apply the power."

Παρά το ότι λοιπόν οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν τον τρόπο που θα δικογραφήσουν τους ισχυρισμούς τους, υπάρχουν κανόνες που πρέπει να τηρούνται, και το Δικαστήριο δύναται να επέμβει εκεί όπου εντοπίζεται παρατυπία ή όπου το δικόγραφο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Μάλιστα, το ζήτημα σύμφωνα με τη Knowles (ανωτέρω) δεν εντάσσεται αποκλειστικά εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά, όπου οι περιστάσεις ικανοποιούν τον ορισμό του κανόνα, το Δικαστήριο έχει καθήκον (“it becomes, therefore, the duty of the judge”) να ασκήσει την εξουσία του για να εκπληρώσει τον σκοπό που ο ίδιος ο κανόνας θέτει, εκτός εάν συντρέχουν άλλες περιστάσεις, οι οποίες καθιστούν άδικη ή ακατάλληλη την άσκηση της εν λόγω εξουσίας του Δικαστηρίου.

Η σύνταξη των δικογράφων διέπεται από δικονομικούς κανόνες οι οποίοι καταγράφονται αναλυτικά στη Δ.19 έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο κύριος σκοπός της Δ.19, κ.26 σύμφωνα με την απόφαση Cybergroup Limited v. Κ. Χαραλαμπίδης κ.ά. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1852, είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με αυτούς τους κανόνες. Λέχθηκε επίσης στην πιο πάνω υπόθεση ότι κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει της Δ.19 κ.26 δεν επιχειρείται διερεύνηση της εγκυρότητας του δικογράφου αφού αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 κ.3. Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του.

Ο πιο θεμελιακός κανόνας, όπως τον χαρακτήρισε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη (1997) 1 Α.Α.Δ. 685, περιέχεται στον κ.4 της Δ.19 . Αναφέρει ότι το δικόγραφο πρέπει να περιέχει συνοπτικά τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο διάδικος και όχι την μαρτυρία που τείνει να τα αποδείξει. Η Δ19 κ.4 έχει ως εξής:

"Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved…"

Στην πιο πάνω υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών (ανωτέρω), λέχθηκε ότι παρόλο που το Εφετείο δεν είναι πρόθυμο να επεμβαίνει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε διαδικαστικά θέματα, έχει καθήκον να αποφασίζει ασκώντας τη δική του διακριτική ευχέρεια, ως προς το κατά πόσο δικόγραφο είναι διατυπωμένο με τρόπο που να προκαλεί αμηχανία στην αντίθετη πλευρά. Τονίστηκε περαιτέρω με παραπομπή στην αγγλική απόφαση Bruce v. Odhams Press Ltd [1936] 1 K.B. 697, 712 ότι η έννοια του ουσιαστικού (material), συσχετίζεται εδώ με ό,τι είναι απαραίτητο. Όσον αφορά την παράθεση μαρτυρίας στα δικόγραφα, χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη (ανωτέρω):

Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί: Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. v. Davies [1938] 1 K.B. 196, 207. Έτσι δεν είναι συγχωρητή η παράθεση ολόκληρου εγγράφου. Είναι αρκετό να δηλωθεί η έννοια και το αποτέλεσμά του.»

Παρατίθεται επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα  Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η  έκδοση, σελ. 44 που αφορά σε δικόγραφα που παραθέτουν έγγραφα ή μια συνομιλία:

"Where any document or conversation is referred to in any pleading, the precise words of the document or conversation should not be stated, but only the effect of the document or the purport of the conversation should be briefly stated."

Η προσέγγιση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ (ανωτέρω), αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να αντιμετωπίζουν δικόγραφα που περιέχουν μαρτυρία αλλά και άλλα ζητήματα πέραν αυτών που επιτρέπονται. Το συμπέρασμα είναι ότι η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς ώστε να μην προκαλείται δυσκολία και αμηχανία στον αντίδικο.

Ο βασικός σκοπός των δικογράφων είναι να επιτρέψουν στον αντίδικο να γνωρίζει με επαρκείς λεπτομέρειες ποια υπόθεση προβάλλεται, ώστε να μπορέσει να προετοιμαστεί κατάλληλα για να απαντήσει. Τα δικόγραφα δεν είναι ένα όργανο που χρησιμοποιείται εις βάρος του αντιδίκου, δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για την επίτευξη του σκοπού, που δεν είναι άλλος από την διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Σχετικό είναι το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine [1994] 72 B.L.R. 26 όπως παρατίθεται στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ (ανωτέρω):

"The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it…………………………………

Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing."

Από την άλλη, οι λέξεις “τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής” (“tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action”), έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια (βλ. Annual Practice 1960, σελ. 477-479). Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιο μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιο αρνείται, το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ’ εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις (βλ. Athina Leathergoods Ltd ν. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α. (2000) 1 ΑΑΔ 787)

   Όσον αφορά όμως την παράθεση μαρτυρίας στα δικόγραφα, είναι προφανές από την προαναφερθείσα νομολογία ότι αυτή ποτέ δεν είναι επιτρεπτή και πρέπει να διαγράφεται αφού από μόνη της προκαλεί αμηχανία στον αντίδικο. Εξαίρεση αποτελεί το αλλοδαπό δίκαιο το οποίο συνιστά ισχυρισμό για την απόδειξη του οποίου προσκομίζεται σχετική μαρτυρία, και ως εκ τούτου πρέπει να δικογραφείται (βλ. μεταξύ άλλων Williams Glyn’s Bank v. The Ship “Maria” (1984) CLR 821). Στην ίδια απόφαση, λέχθηκε ότι παρότι η αίτηση για διαγραφή δικογράφου μπορεί να καταχωρηθεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις πρέπει να καταχωρείται άμεσα και μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιστάσεις θα πρέπει να καταχωρείται μετά το κλείσιμο των δικογράφων. Αυτό, προκειμένου να αποφευχθεί η καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα:

« It is a well settled rule that, although the application may be made at any stage of the proceedings, it should always be made promptly. In Attorney-General of the Duchy of Lancaster v. London and North Western Railway Company [1892] 3 Ch.274, it was held that an application to strike out pleadings should be made by the defendant before filing his defence.

It is only in exceptional circumstances that it may be made after the close, of pleadings but in any event the Court may refuse to hear such an application after the action is set down for trial. In Cross v. Earl Howe [1892] 62 L.J (N.S.) Ch. 342, an application to have plaintiff's statement of claim struck out as frivolous and vexatious, the Court refused the motion, which would otherwise have been acceded to, on the ground of delay once the action was set down for hearing. North, J. had this to say in his judgment:

"My only difficulty is the lateness of the application. I do not think I can stop the action at this stage".

Allowing applications of this kind after such long delay and after the action is set down for hearing, or the hearing has commenced would amount to availing a party, wishing to postpone the hearing, the opportunity of achieving his target by taking steps to have any averment in the pleadings struck out. »

Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Bunkernet Ltd ν. Pno Shipmanagement Ltd κ.α., αγωγή Ναυτοδικείου 9/2013, ημ. 20.11.2017 όπου λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής:

« Παρόλο που το διάταγμα για διαγραφή μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας,  εντούτοις η σχετική αίτηση θα πρέπει πάντοτε να υποβάλλεται έγκαιρα και ως κανόνας πριν το κλείσιμο των δικογράφων. Σε περίπτωση καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, το Δικαστήριο, κατά την κρίση του, μπορεί να μην ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης (βλ. Cross v. Howe, 62 L. J. Ch. 342 και το Αnnual Practice 1958 (ανωτέρω).»

Συμπεράσματα.

Από μελέτη της έκθεσης απαίτησης, προκύπτει ότι οι παράγραφοι 35 και 36 των οποίων διατάχθηκε η διαγραφή από το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρέθεταν αυτούσια αποσπάσματα της αστυνομικής έκθεσης σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Η παραπομπή στα αποσπάσματα της αστυνομικής έκθεσης γινόταν μάλιστα μέσα σε εισαγωγικά, αναφέροντας ταυτόχρονα ότι αυτό γίνεται προκειμένου να αντικρουστούν οι ψευδείς, κατά την άποψη των εφεσειόντων ισχυρισμοί των εφεσιβλήτων.

Είναι σαφές κατά την γνώμη μου ότι δεν πρόκειται για παράθεση γεγονότων αλλά για μαρτυρία που οι εφεσείοντες αποσκοπούν να προσκομίσουν κατά την δίκη, προκειμένου να αποδείξουν την υπόθεση τους για την κατ’ ισχυρισμό αμέλεια των εφεσιβλήτων. Με αυτή την έννοια, οι αναφορές αυτές δεν έχουν θέση δυνάμει της Δ.19 κ.4 στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. Πέραν του ότι η παράθεση αυτής της μαρτυρίας είναι αχρείαστη, προκαλεί αμηχανία και στην πλευρά των εφεσιβλήτων, και προφανώς προβληματισμό, στο κατά πόσον ενδείκνυται να απαντήσουν στο προδικαστικό αυτό στάδιο με το δικόγραφο της υπεράσπισης τους, σε μαρτυρία που σκοπείται να παρουσιαστεί στην ακρόαση της υπόθεσης. Είναι σαφές δηλαδή ότι οι εν λόγω παράγραφοι 35 και 36 της έκθεσης απαίτησης ως έχουν, είναι δυνατόν να προκαλέσουν σύγχυση στους εφεσιβλήτους και καθυστέρηση στη δίκαιη δίκη, με την έννοια της Δ.19 κ.26.

Ως αποτέλεσμα, δεν εντοπίζεται κανένα σφάλμα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο σημείο αυτό. Αντιθέτως, ήταν ορθή δυνάμει της Δ.19 κκ.4 & 26 και της προαναφερθείσας νομολογίας, η πρωτόδικη διαταγή για διαγραφή των εν λόγω παραγράφων από το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης.

Ούτε είναι ορθή η θέση που εξέφρασαν οι εφεσείοντες στους δύο πρώτους λόγους έφεσης αλλά και στην αγόρευση τους στο Εφετείο, ότι η διαγραφή αυτών των παραγράφων, τους στερεί στην ουσία το δικαίωμα να παρουσιάσουν την υπόθεση τους στο Δικαστήριο. Η έκθεση απαίτησης αναφέρεται με πολύ λεπτομέρεια στους ισχυρισμούς των εφεσειόντων για την κατ’ ισχυρισμό αμέλεια των εφεσιβλήτων, και τίποτα δεν τους εμποδίζει να παρουσιάσουν ως μαρτυρία στην ακρόαση, την αστυνομική έκθεση η οποία συντάχθηκε κατά την διερεύνηση του επίδικου συμβάντος. Και αυτό βέβαια είναι επιτρεπτό χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αναφορά στην έκθεση απαίτησης αφού πρόκειται για μαρτυρία που θα προσκομιστεί στην δίκη.  Αυτό που δεν είναι επιτρεπτό, είναι η παράθεση της εν λόγω μαρτυρίας στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. 

Ενόψει των πιο πάνω, οι λόγοι έφεσης 1 και 2 που αφορούν την διαγραφή των παραγράφων 35 και 36 της έκθεσης απαίτησης, κρίνονται ως αβάσιμοι και απορρίπτονται.

Δεν ισχύει το ίδιο για τον 3ο λόγο έφεσης που αφορά την διαγραφή των παραγράφων 27, 28 και 33 της έκθεσης απαίτησης. Υπενθυμίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την διαγραφή των παραγράφων αυτών, μόνο στον βαθμό που καταγράφεται η φράση «προφορική δυσφήμιση» με το αιτιολογικό ότι δεν εξειδικεύεται πως έγινε η προφορική δυσφήμηση ήτοι, δεν αναφέρονται οι δυσφημιστικές λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν προφορικά.

Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στις εν λόγω παραγράφους της έκθεσης απαίτησης και ειδικά στην παράγραφο 28, αναφέρεται ότι η προφορική δυσφήμηση αφορούσε προφορικά δυσφημιστικά σχόλια των εφεσιβλήτων ότι ο ανήλικος «προέβη μόνος του σε αυτοτραυματισμό, ήτοι ότι τύλιξε από μόνος του το σχοινί γύρω από τον λαιμό του», αφήνοντας να νοηθεί ότι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Επεξηγείται δε στην ίδια παράγραφο ότι αυτά τα δυσφημιστικά σχόλια, εκθέτουν τον ανήλικο σε δημόσια περιφρόνηση και διασυρμό της προσωπικότητας του.

Θεωρώ ότι οι πιο πάνω αναφορές είναι αρκούντος ικανοποιητικές ώστε να είναι σύμφωνες με τις απαιτήσεις της νομολογίας στην οποία αναφέρθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως προς την υποχρέωση των εφεσειόντων για επαρκή δικογράφηση των ισχυρισμών τους για προφορική δυσφήμηση. Ως εκ τούτου, εσφαλμένα κατά την κρίση μου το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την διαγραφή των παραγράφων 27, 28 και 33 της έκθεσης απαίτησης στον βαθμό που καταγράφεται η φράση «προφορική δυσφήμιση».

Ενόψει τούτου, ο τρίτο λόγος έφεσης γίνεται αποδεκτός. Η πρωτόδικη διαταγή για διαγραφή των παραγράφων 27, 28 και 33 της έκθεσης απαίτησης στον βαθμό που καταγράφεται η φράση «προφορική δυσφήμιση» ακυρώνεται.

Λόγω της μερικής επιτυχίας της έφεσης με την απόρριψη των λόγων έφεσης 1 και 2 και την αποδοχή του λόγου έφεσης 3, δεν εκδίδω καμία διαταγή για έξοδα της παρούσας έφεσης.

 

 

 

 

Αλέξανδρος Παναγιώτου

Πρόεδρος Εφετείου

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο