Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολιτική Έφεση αρ. Ε86/2025, 11/2/2026
print
Τίτλος:
Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολιτική Έφεση αρ. Ε86/2025, 11/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Έφεση αρ. Ε86/2025 i-justice)

                  

ν.

OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED

Για τον εφεσείοντα 1: κ. Γιώργος Διογένους (εφεσείων αρ. 1) υπό την προσωπική του ιδιότητα.

Για την εφεσείουσα 2: κ. Γιώργος Διογένους για Γιώργος Διογένους & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για την εφεσίβλητη: κα Ανδριανή Χαριλάου για Απόστολο Γεωργίου

                       

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Π.: Η παρούσα εκδικάζεται σε μονομελή σύνθεση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 25.1 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) και του Άρθρου 11.5 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες  διατάξεις) Νόμου του 1964 (33/1964).

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Π. Με την παρούσα έφεση, οι εφεσείοντες αμφισβητούν ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (το πρωτόδικο Δικαστήριο) με την οποία απορρίφθηκε αίτηση τους για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εφεσίβλητης. Η έφεση εκδικάζεται με επίσπευση χωρίς να προηγηθεί προδικασία δυνάμει του Μέρους 41.4 (4) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερομηνίας 22/12/2025.

Για σκοπούς κατανόησης των επίδικων θεμάτων της παρούσας, χρήζει στο σημείο αυτό μια συνοπτική αναφορά στο δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης.

Οι εφεσείοντες καταχώρισαν αγωγή ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία ζητούν την έκδοση απόφασης που να υποχρεώνει την εφεσίβλητη να τους παραδώσει την ελεύθερη κατοχή ενός υποστατικού που απέκτησαν ως αποτέλεσμα πλειστηριασμού και το οποίο η εφεσίβλητη μίσθωνε από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Με την αγωγή τους, επιζητούν επίσης διάφορα ποσά ως αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη, καθώς και αποζημιώσεις στην βάση της ενοικιαστικής αξίας του υποστατικού μέχρι πλήρους παράδοσης του.

Στην συνέχεια, οι εφεσείοντες καταχώρισαν αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει του Μέρους 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ισχυριζόμενοι ότι η εφεσίβλητη δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης στην αγωγή. Η εφεσίβλητη υπέβαλε ένσταση στην έκδοση συνοπτικής απόφασης. Επικαλέστηκε μεταξύ άλλων την συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 18/9/2013 που είχε με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Υποστήριξε ότι η εν λόγω συμφωνία έληξε το 2015 και έκτοτε παραμένει στο υποστατικό, καταβάλλοντας προς τον προηγούμενο ιδιοκτήτη με τη σύμφωνη γνώμη του, το μηνιαίο συμφωνημένο ενοίκιο. Ως εκ τούτου δεν έχει πρόθεση να παραδώσει το κατάστημα στους εφεσείοντες που είναι οι νέοι ιδιοκτήτες, θεωρώντας ότι αυτοί δεσμεύονται από την πιο πάνω συμφωνία ενοικίασης με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη.

Οι εφεσείοντες δεν αποδέχονται ότι υπάρχει σύμβαση ενοικίασης που τους δεσμεύει. Ανεξαρτήτως τούτου, απέστειλαν επιστολή στην εφεσίβλητη με την οποία δίδεται ειδοποίηση τερματισμού της ενοικίασης του ακινήτου, και με την οποία η εφεσίβλητη καλείται να παραδώσει το υποστατικό εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Κάτι που η εφεσίβλητη παρέλειψε να πράξει.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπό κρίση ενδιάμεση απόφαση στο αίτημα των εφεσειόντων για συνοπτική απόφαση, έκρινε ότι δυνάμει του Μέρους 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα στην Δ.18 των παλαιών θεσμών δεν προϋποτίθεται μετατόπιση του βάρους στον καθ’ ου η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Αντιθέτως, ο αιτητής οφείλει όχι απλά να δηλώσει αλλά να αποδείξει με θετικό τρόπο ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας στην υπόθεση του και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Τονίστηκε επίσης ότι η απόδειξη αυτού του στοιχείου εξυπακούει παράθεση εκ μέρους του αιτητή ικανοποιητικής μαρτυρίας, που να στοιχειοθετεί, τόσο την υπόθεση του, όσο και τη θέση του ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας.

Αναφορικά με την ειδοποίηση τερματισμού της ενοικίασης, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι αυτή είναι άκυρη γιατί καθόριζε ότι η περίοδος παράδοσης του υποστατικού εξέπνεε στις 31/8/2023. Λέχθηκε ότι επειδή η ενοικίαση μετά την λήξη της γραπτής συμφωνίας ήταν από μήνα σε μήνα, κάθε μηνιαία περίοδος ενοικίασης εκπνέει την 1η ημέρα εκάστου μηνός και όχι στο τέλος του μήνα που αναφέρει η επίδικη ειδοποίηση.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο σχολίασε και την θέση των εφεσειόντων ότι η κατ’ ισχυρισμό συμφωνία ενοικίασης με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, συνάφθηκε κατά παράβαση του εγγράφου υποθήκης του επίδικου υποστατικού. Είναι η θέση τους ότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης δεν πήρε ποτέ την άδεια ή τη συγκατάθεση των ενυπόθηκων δανειστών για να συνάψει την εν λόγω συμφωνία ενοικίασης με την εφεσίβλητη, κάτι που ρητά προβλεπόταν στο έγγραφο υποθήκης. Αναφέρει επί του προκειμένου το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι πέραν του ότι ο διευθυντής της εφεσίβλητης ισχυρίζεται πως δεν γνώριζε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν υποθηκευμένο, τα έγγραφα υποθήκης στα οποία αναφέρονται οι εφεσείοντες δεν έχουν τεθεί ενώπιον του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, ώστε να είναι σε θέση να εξακριβώσει το βάσιμο των εν λόγω ισχυρισμών.

Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων του, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι σε εκείνο το στάδιο δεν θα μπορούσε να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα με το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης ότι η εφεσίβλητη διέμενε στο επίδικο κατάστημα νόμιμα, όπως είναι η θέση της ή παράνομα, όπως είναι η θέση των εφεσειόντων. Κάτι τέτοιο τονίζει το πρωτόδικο Δικαστήριο μόνο στο πλαίσιο κανονικής δίκης θα μπορούσε να διευκρινιστεί.

Στην βάση του πιο πάνω σκεπτικού, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για συνοπτική απόφαση με έξοδα εναντίον των εφεσειόντων.

Με την υπό κρίση έφεση, οι εφεσείοντες αμφισβητούν την πιο πάνω απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με 6 λόγους έφεσης.

Αμφισβητείται η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δυνάμει του Μέρους 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δεν μεταφέρεται το βάρος απόδειξης στον καθ’ ου η αίτηση να αποδείξει συζητήσιμη υπόθεση και ότι επαφίεται στον αιτητή να αποδείξει με θετικό τρόπο ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας στην αγωγή (1ος λόγος έφεσης).

Επιπλέον, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε με δική του πρωτοβουλία και χωρίς κάτι τέτοιο να έχει εγερθεί ως λόγος ένστασης ότι η ειδοποίηση παράδοσης του υποστατικού ημερομηνίας 27/7/2023 ήταν άκυρη, επειδή με αυτή δίδεται προθεσμία τερματισμού που εκπνέει στις 31/8/2023 και όχι την 1η του μήνα (2ος και 3ος λόγος έφεσης).

Είναι περαιτέρω η θέση των εφεσειόντων ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι μόνο στο πλαίσιο κανονικής δίκης, θα μπορούσε να οδηγηθεί σε ασφαλές συμπέρασμα ότι η εφεσίβλητη κατέχει το επίδικο υποστατικό, νόμιμα, όπως είναι η θέση της ή παράνομα, όπως είναι η θέση των εφεσειόντων και ότι δεν μπορούσε να αποφανθεί σε εκείνο το στάδιο αν η κατ’ ισχυρισμό ενοικίαση δέσμευε τους εφεσείοντες ως νέους ιδιοκτήτες (4ος και 6ος λόγος έφεσης).

Τέλος με τον 5ο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες αμφισβητούν την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία ενώπιον του ως προς το ότι το επίδικο υποστατικό ήταν υποθηκευμένο με υποθήκη που απαγόρευε την ενοικίαση του, χωρίς την άδεια του ενυπόθηκου δανειστή.

Ο 1ος λόγος έφεσης σχετίζεται με το επίπεδο απόδειξης του αιτήματος για συνοπτική απόφαση και κατά πόσον το βάρος μεταφέρεται ή όχι στον καθ’ ου η αίτηση, προκειμένου να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση.

Οι λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης καθορίζονται στο Μέρος 24.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 που έχει ως εξής:

24.2 Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης

(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:

(α)       κρίνει ότι:

(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή

(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

(β)       δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

To Μέρος 24 αποσκοπεί στην παροχή στους διαδίκους, της δυνατότητας να επιλύσουν γρήγορα, αποτελεσματικά και με το λιγότερο δυνατόν κόστος την δικαστική τους διαφορά. Παραπέμπω επί του προκειμένου στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Woolf στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91 που είναι καθοδηγητικό, δεδομένου ότι το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (CPR 24) που ρυθμίζει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, είναι πανομοιότυπο με το Μέρος 24 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023:

«It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Part 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Part 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible.»

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 «Είναι σημαντικό ένας δικαστής σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24. Με τον τρόπο αυτό, υλοποιεί τους πρωταρχικούς στόχους που περιέχονται στο Μέρος 1. Εξοικονομεί έξοδα. Επιτυγχάνει την αποστολή του. Αποφεύγει τη χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, και θα προσέθετα, γενικά, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εάν ο ενάγων έχει μια υπόθεση που είναι καταδικασμένη να απορριφθεί, τότε είναι προς το συμφέρον του να γνωρίζει το συντομότερο δυνατό ότι αυτή είναι η κατάσταση. Ομοίως, εάν μια αξίωση είναι βέβαιο ότι θα ευδοκιμήσει, ο ενάγων θα πρέπει να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατό.»

Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι είναι πολύ σημαντικό για σκοπούς υλοποίησης του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective), το Δικαστήριο σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έτσι αποφεύγεται η χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν ωφελεί κανένα σκοπό και εξυπηρετείται επιπλέον το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης με την σύντομη επίλυση διαφορών στις οποίες καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει επιτατικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

Θα πρέπει όμως εδώ να σημειώσω ότι στην Αγγλία η αντίστοιχη διάταξη CPR 24 τροποποιήθηκε την 1.10.2023, χωρίς όμως οι αλλαγές αυτές να επηρεάζουν την ουσία των αρχών που εφαρμόζονται. Εντούτοις, χρειάζεται κάποια προσοχή κατά τη μελέτη αγγλικών υποθέσεων που στηρίζονται στους αγγλικούς διαδικαστικούς Κανονισμούς. Όχι ως προς τις εφαρμοστέες αρχές που δεν διαφοροποιούνται με τα ισχύοντα στην Κύπρο, αλλά ως προς τη διαδικασία προσκόμισης μαρτυρίας και το είδος των υποθέσεων στις οποίες ρητά δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, όπου εντοπίζονται κάποιες διαφορές στην Αγγλία με τα προβλεπόμενα στο Μέρος 23 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Όμως όσον αφορά τις προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης οι δύο δικονομικές διατάξεις ταυτίζονται με αποτέλεσμα οι εφαρμοστέες στην Αγγλία νομολογιακές αρχές έκδοσης συνοπτικής απόφασης να είναι καθοδηγητικές για τα κυπριακά Δικαστήρια.

Αναφορικά με τη διαδικασία εκδίκασης αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, το  Μέρος 24.4 των Κανονισμών του 2023 αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23 που καθορίζει τη διαδικασία ενδιάμεσων αιτήσεων. Αναφέρεται επίσης ότι η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται στην αίτηση ή επιδίδεται με αυτή:

(α)     προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και

(β)     αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.

Σημαντικό ως προς το βάρος απόδειξης από τον αιτητή είναι το Μέρος 24.4 (3) που αναφέρεται στη μαρτυρία που οφείλει να προσκομίσει για να πετύχει την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Καθορίζεται ότι εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο της μαρτυρίας (αν υπάρχει), ο αιτητής οφείλει να προσδιορίσει στην αίτηση του, τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται. Αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα του αιτητή να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του Κανονισμού 24.5(2).

Η ίδια δυνατότητα για καταχώριση γραπτής μαρτυρίας καθορίζεται από το Μέρος 24.5.1 και στον καθ’ ου η αίτηση, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τις πιο πάνω διατάξεις, έκρινε ότι σε αντίθεση με την Δ.18 των παλαιών θεσμών όπου αρκούσε να παρατεθεί σε ένορκη δήλωση η επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής και η πεποίθηση ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση, με τους νέους Κανονισμούς του 2023, απαιτείται μεγαλύτερο επίπεδο απόδειξης από τον αιτητή. Συγκεκριμένα, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει με θετικό τρόπο ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί με δίκη. Με αυτή την έννοια, κρίθηκε πρωτοδίκως ότι δεν τίθεται ζήτημα μετατόπισης του βάρους απόδειξης στην εφεσίβλητη προκειμένου να τεκμηριώσει συζητήσιμη υπεράσπιση. Αρκούσε μόνο να αποσείσει το αρχικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου περί απόδειξης με θετικό τρόπο της υπόθεσης των εφεσειόντων. Το ζήτημα τέθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως εξής:

«Πλέον, δηλαδή, για όσες αιτήσεις έχουν δικαιοδοτικό υπόβαθρο το Μέρος 24 των ΚΠΔ δεν τίθεται θέμα μετατόπισης βάρους, υπό την εξής έννοια: Ο ενάγοντας οφείλει να αποδείξει με θετικό τρόπο ότι ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική προβολής επιτυχούς υπεράσπισης στην εναντίον του απαίτηση, δηλαδή στην αγωγή και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί με δίκη. Δηλαδή, ο ενάγοντας δεν αρκεί να το δηλώνει απλώς αυτό, αλλά απαιτείται και να το αποδεικνύει. Και η απόδειξή του εξυπακούει παράθεση εκ μέρους του, ικανοποιητικών στοιχείων μαρτυρίας που να στοιχειοθετούν τόσο την απαίτησή του όσο και τη θέση του ότι ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική προβολής επιτυχούς υπεράσπισης στην εναντίον του απαίτηση και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί με δίκη. Δηλαδή, κατόπιν πλήρους ακρόασης.

Εάν το πετύχει αυτό γίνεται αντιληπτό, ότι δεν τίθεται θέμα μετατόπισης βάρους στον εναγόμενο και υποχρέωσής του να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης, αλλά, απλώς, απόσεισης του αρχικού συμπεράσματος/διαπίστωσης του Δικαστηρίου, περί απόδειξης των παραπάνω.»

Είναι ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, επαφίεται στον αιτητή μεγαλύτερο βάρος, σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη Δ.18 των παλαιών θεσμών. Προκύπτει από την ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24, απαιτείται από τον αιτητή είτε η προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας του, είτε ο σαφής προσδιορισμός της γραπτής μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται. Η μαρτυρία αυτή πρέπει να είναι επαρκής και αξιόπιστη με την έννοια ότι τεκμηριώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Μέρος 24.2 και επιπλέον, καταδεικνύει ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί σε δίκη.

Θα πρέπει όμως να σημειωθεί εδώ ότι και με το παλαιό καθεστώς της Δ.18 απαιτείτο από τη νομολογία, πλην της επαλήθευσης της αιτίας αγωγής και της δήλωσης πεποίθησης ότι ο εναγόμενος δεν είχε ουσιαστική υπεράσπιση, η αίτηση για συνοπτική απόφαση να συνοδεύεται από όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται στην επισυναπτόμενη σε αυτήν ένορκη δήλωση ώστε να τεκμηριώνεται η απαίτηση του ενάγοντα. Επιπλέον ο ενόρκως δηλών θα έπρεπε να ήταν πρόσωπο που να μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα. Απουσία προσωπικής γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης ή πληροφορίες από έγγραφα συνταγμένα χωρίς τη συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. μεταξύ άλλων Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1997) 1 Α.Α.Δ. 782 και The Chain Gulf Traders Ltd κ.α ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ (1997) 1 Α.Α.Δ 1168).

 Εν πάση περιπτώσει με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, καθίσταται σαφές ότι επαφίεται ένα επιπλέον βάρος στον αιτητή με την προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται ή με τον προσδιορισμό της γραπτής του μαρτυρίας, προκειμένου ο ίδιος να αποδείξει όχι μόνο την υπόθεση του αλλά και το ότι ο καθ’ ου δεν έχει προοπτικές επιτυχίας.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με την προσαγωγή της πιο πάνω μαρτυρίας από τον αιτητή, θα πρέπει να εκδίδεται χωρίς άλλο συνοπτική απόφαση. Το Μέρος 24.5.1 καθορίζει ότι και ο καθ’ ου η αίτηση από την πλευρά του αν επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία κατά την ακρόαση της αίτησης δύναται να την καταχωρίσει, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.

Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι σε περίπτωση που ο αιτητής παραθέσει με την αίτηση του επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για έκδοση συνοπτικής απόφασης, τότε επαφίεται στον καθ’ ου η αίτηση το βάρος να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

Μπορεί δηλαδή να μην τίθεται ξεκάθαρα ζήτημα μετατόπισης του βάρους απόδειξης στον καθ’ ου η αίτηση όπως επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο αν διαπιστώσει ότι προσκομίστηκε επαρκής και αξιόπιστη μαρτυρία από τον αιτητή, οφείλει να την αντιπαραβάλει με τη μαρτυρία του καθ’ ου η αίτηση, προκειμένου να καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ’ ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη θέση του αιτητή ότι δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα White Book 2021 p.842 par. 24.2.5:

«If the applicant for summary judgement adduces credible evidence in support of their application, the responded becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some other reason for trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicants statement of belief.»

Σε ελεύθερη μετάφραση:

«Εάν ο αιτητής συνοπτικής απόφασης προσκομίσει αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της αίτησης του, ο καθ’ ου η αίτηση υπόκειται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης κάποιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας ή κάποιου άλλου λόγου για διεξαγωγή δίκης.  Το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ’ ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη δήλωση πεποιθήσεων του αιτητή».

Στην παρούσα περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε σφάλμα αρχής, με το να τονίσει την υποχρέωση του αιτητή να παράθεση επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία στην αίτηση του για συνοπτική απόφαση, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Στη συνέχεια, η πρωτόδικη διατύπωση για απουσία μεταφοράς του βάρους απόδειξης στον καθ’ ου η αίτηση, παρότι απόλυτη, δεν είχε κάποια πρακτική σημασία. Αυτό γιατί ακολούθως, πολύ ορθά τονίζεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι μετά την προσκόμιση αξιόπιστης μαρτυρίας από τον αιτητή, ο καθ’ ου η αίτηση οφείλει και αυτός να προσκομίσει μαρτυρία προς τον σκοπό απόσεισης του αρχικού συμπεράσματος του Δικαστηρίου, ως προς την επάρκεια της μαρτυρίας του αιτητή. Είναι δε σαφές ότι στη συνέχεια, το Δικαστήριο έχοντας υπόψη του και αντιπαραβάλλοντας το σύνολο της μαρτυρίας που προσκόμισαν οι διάδικοι, οφείλει να προβεί στην τελική του κρίση, κατά πόσον δηλαδή δικαιολογείται ή όχι η έκδοση συνοπτικής απόφασης.

Αυτή τη συλλογιστική και διαδικασία ακολούθησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η οποία συνάδει πλήρως με τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές. Η έμφαση που δόθηκε στο αυξημένο αποδεικτικό βάρος στον αιτητή και οι εκ του περισσού αναφορές, για απουσία οιουδήποτε βάρους απόδειξης στον καθ΄ ου η αίτηση, δεν διαδραμάτισαν οιοδήποτε ρόλο στη διαδικασία και την εξέταση της εκατέρωθεν μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο στην πράξη εφάρμοσε επί του προκειμένου τις σωστές νομολογιακές αρχές.

Κρίνω ως εκ τούτου ότι ο λόγος έφεσης 1 ως προς την κατ’ ισχυρισμό λανθασμένη εφαρμογή των νομικών αρχών από το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με το βάρος απόδειξης σε αίτηση συνοπτικής απόφασης, δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

Προτού προχωρήσω στην εξέταση των υπολοίπων λόγων έφεσης που αφορούν την ουσιαστική κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την έκδοση συνοπτικής απόφασης, κρίνω αναγκαίο να παραθέσω τις νομικές αρχές που πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη στην εξέταση μιας τέτοιας αίτησης.

Στο σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 840 παράγραφος 24.2.3, γίνεται παραπομπή σε απόσπασμα από την απόφαση Easyir Ltd v Opal Telecom Ltd  [2009] EWHC 339, το οποίο δίδει καθοδήγηση ως προς τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να ακολουθεί σε αιτήσεις συνοπτικής απόφασης κάτω από το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Δικαστής Lewison αφού τονίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, στη συνέχεια στην παράγραφο 15 της απόφασης του, αναφέρει τα εξής:

1.    Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν ο αιτητής έχει ρεαλιστικές (realistic) και όχι φανταστικές (fanciful) πιθανότητες επιτυχίας (Swain v. Hillman [2001] 1 All E.R. 91).

2.    Μια ρεαλιστική αξίωση είναι αυτή που φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (some degree of conviction). Αυτό σημαίνει πως μια αξίωση είναι κάτι παραπάνω από απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472).

3.    Κατά την εξαγωγή του συμπεράσματος του, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» (mini-trial) (Swain v Hillman ανωτέρω).

4.    Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδέχεται τοις μετρητοίς (at face) και χωρίς ανάλυση, τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στη γραπτή  μαρτυρία του αιτητή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ουσιαστική βάση στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται από τον αιτητή, ιδιαίτερα όταν αυτοί έρχονται σε αντίθεση με άλλη γραπτή μαρτυρία (ED & F Man Liquid Products v Patel, ανωτέρω). 

5.    Εντούτοις, κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τα στοιχεία που λογικά αναμένεται να είναι διαθέσιμα στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550).

6.    Παρόλο που κατά τη διάρκεια της δίκης ενδεχομένως να προκύψει ότι μια υπόθεση δεν ήταν πραγματικά περίπλοκη,  αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίζεται χωρίς πλήρη διερεύνηση των περιστατικών κατά τη διάρκεια της κανονικής δίκης, έστω και αν αυτό δεν είναι δυνατόν ή επιτρεπτό στη διαδικασία αίτησης για συνοπτική απόφαση. Έτσι, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι διστακτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, ακόμη και όταν κατά την εξέταση της αίτησης δεν προκύπτει εμφανής διαφωνία για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως η περαιτέρω διερεύνηση των γεγονότων θα μπορούσε να προσθέσει ή να τροποποιήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο Δικαστήριο, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της υπόθεσης σε κανονική δίκη (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63).

7.    Από την άλλη, δεν είναι ασύνηθες μια αίτηση με βάση το Μέρος 24 να εγείρει ένα απλό νομικό ή ερμηνευτικό ζήτημα και, εφόσον το δικαστήριο πεισθεί ότι έχει ενώπιον του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την ορθή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να αποφασίσει την υπόθεση. Ο λόγος είναι πολύ απλός.  Εάν η υπόθεση του καθ’ ου η αίτηση είναι πολύ κακή (bad in law) στην πραγματικότητα δεν θα έχει καμιά προοπτική να ευδοκιμήσει στην αξίωση του ή να υπερασπιστεί επιτυχώς στην αγωγή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση. Ομοίως, εάν η υπόθεση του αιτητή δεν έχει καλή νομική βάση, όσο πιο γρήγορα αποφασιστεί, τόσο το καλύτερο.

Εάν είναι δυνατόν να καταδειχθεί με αποδεικτικά στοιχεία ότι, παρόλο που το Δικαστήριο δεν έχει επί του παρόντος στη διάθεσή του υλικό με τη μορφή εγγράφων ή προφορικών αποδεικτικών στοιχείων που θα έθεταν τα έγγραφα υπό άλλο πρίσμα, το υλικό αυτό είναι πιθανό να υπάρχει και να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμο στη δίκη, θα ήταν λάθος να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, διότι θα υπήρχε πραγματική,  σε αντίθεση με μια φανταστική προοπτική επιτυχίας του καθ’ ου η αίτηση. Ωστόσο, δεν αρκεί απλώς να υποστηριχθεί ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή μπορεί να προκύψει κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει την υπόθεση του καθ’ ου η αίτηση σε κανονική δίκη (ICI Chemicals & Polymers Ltd κατά TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725).

Εκτός από την προϋπόθεση της «πραγματικής προοπτικής επιτυχίας» της αξίωσης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα, το Δικαστήριο εξετάζει και κατά πόσον υπάρχει «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί»

Κάποια παραδείγματα νομολογιακής ερμηνείας της πιο πάνω φράσης «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί» δίδονται στο σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 841 παρ. 24.2.4 υπό τον τίτλο “no other compelling reason (for) a trial”.

Αναφέρω ενδεικτικά την υπόθεση  Bouygues (UK) Ltd v. Dahl-Jensen (UK) Ltd [2000] B.L.R. 522 όπου κρίθηκε ότι η εκκαθάριση της αιτήτριας εταιρείας ήταν επιτακτικός λόγος να απορριφθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση.

Στην υπόθεση Iliffe v. Feltham Construction Ltd [2015] EWCA Civ 715 κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείτο η έκδοση συνοπτικής απόφασης για τον ενάγοντα εναντίον του πρώτου εναγομένου, όταν παρόμοια ζητήματα ανέμεναν να επιλυθούν σε δίκη μεταξύ του πρώτου εναγομένου και άλλων διαδίκων. Στην υπόθεση αυτή, το αγγλικό Εφετείο εξέτασε κατά πόσον θα μπορούσε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση σε πολυμερή διαδικασία, προτού όλοι οι διάδικοι προβάλουν τις θέσεις τους. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αφού τέθηκαν ζητήματα που σχετίζονται με την αιτιώδη συνάφεια, τα οποία θα έπρεπε να αποφασιστούν σε πλήρη δίκη μεταξύ του πρώτου εναγομένου και των άλλων μερών, αυτό συνιστούσε επιτακτικό λόγο για να μην εκδοθεί συνοπτική απόφαση, μόνο εναντίον του πρώτου εναγομένου.

Ένας άλλος λόγος που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην αποδοχή αίτησης για συνοπτική απόφαση, είναι ισχυρισμός από τον εναγόμενο ότι ο ενάγων  ενήργησε δόλια ή ανέντιμα και με αλλότρια κίνητρα περιπλέκοντας τα γεγονότα. Σχετική είναι η απόφαση Fashion Gossip Ltd v. Esprit Telecoms UK Ltd & Ors [2000] EWCA Civ 233, στην οποία η έκδοση συνοπτικής απόφασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμερίστηκε από το Εφετείο. Ο Λόρδος Ward J. συνοψίζοντας  τους λόγους της απόφασης του ανέφερε:

«The summary procedures are, however, meant to deal with the plain and obvious cases and this, I fear, was never one of them. Whilst, therefore, I applaud his boldness, I fear he was wrong to engage this process when, in summary:- (i) the case "raises issues concerning the law of restitution and conspiracy which are not straightforward", to quote the judge's reason for granting permission to appeal; (ii) before the law can be applied and especially where (a) new areas of law are being developed and (b) there are allegations of fraud, there must be a firm foundation of fact and all the facts, every nuance, needs exploration and needs to be firmly established. The beguiling cry of "scam" may be a siren call, and in these uncharted waters, one must steer carefully.»

Σε ελεύθερη μετάφραση:

«Οι συνοπτικές διαδικασίες, ωστόσο, προορίζονται για την αντιμετώπιση των απλών και προφανών περιπτώσεων και αυτή, φοβάμαι, δεν ήταν ποτέ μία από αυτές. Ενώ, επομένως, επικροτώ την τόλμη του (πρωτόδικου Δικαστή), φοβάμαι ότι έκανε λάθος να εμπλακεί σε αυτή τη διαδικασία όταν, συνοπτικά: (i) η υπόθεση «εγείρει ζητήματα σχετικά με το δίκαιο της αποκατάστασης και της συνωμοσίας που δεν είναι απλά», για να παραθέσω τον λόγο του δικαστή για τη χορήγηση άδειας για έφεση. (ii) πριν από την εφαρμογή του νόμου και ειδικά όταν (α) αναπτύσσονται νέοι τομείς δικαίου και (β) υπάρχουν ισχυρισμοί για απάτη, πρέπει να υπάρχει σταθερή βάση γεγονότων και όλα τα γεγονότα, κάθε απόχρωσης, χρειάζονται διερεύνηση και πρέπει να τεκμηριωθούν με σαφήνεια. Η σαγηνευτική κραυγή «απάτη» μπορεί να είναι ένα κάλεσμα σειρήνας, και σε αυτά τα αχαρτογράφητα νερά, πρέπει κανείς να κατευθύνεται προσεκτικά.»

Στο πιο πάνω σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελ. 841, γίνεται αναφορά και στην υπόθεση AC Ward & Sons Ltd v. Caitlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098, στην οποία επικυρώθηκε από το αγγλικό Εφετείο η πρωτόδικη απόφαση, στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε ότι μια αξίωση εναντίον ασφαλιστών δεν μπορούσε να απορριφθεί συνοπτικά όταν οι ασφαλιστές στην υπεράσπιση τους βασίζονταν σε ερμηνεία των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που παρότι ήταν τυποποιημένοι και χρησιμοποιούνταν ευρέως, θεωρήθηκαν δρακόντειοι (draconian). Λέχθηκε ότι η νομιμότητα και τα αποτελέσματα αυτών των όρων απαιτούσαν την εξέτασή τους σε πλήρη δίκη. Κρίθηκε συναφώς ότι ήταν ορθό το πρωτόδικο εύρημα ότι δεν μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας δεν είχε καμία πιθανότητα να ευδοκιμήσει, αποκλειστικά και μόνο λόγω αυτών των τυποποιημένων όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου. Αντιθέτως, υπήρχε επιτακτικός λόγος να εξεταστούν σε κανονική δίκη οι συνθήκες της συμφωνίας και τα αποτελέσματα των όρων αυτών στα δικαιώματα των αιτητών.

Η υπόθεση Akinleye v. East Sussex Hospitals NHS Trust [2008] EWHC 68 QB αφορούσε αγωγή δυσφήμισης από γιατρό εναντίον καταπιστεύματος του NHS που είχε ζητήσει πληροφορίες από άλλο καταπίστευμα του NHS, σχετικά με τον εν λόγω γιατρό που ερευνούσε. Στην αίτηση συνοπτικής απόφασης που καταχώρισε το εναγόμενο καταπίστευμα για απόρριψη της αγωγής, κρίθηκε ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα που προέκυψε, και το οποίο εξέφραζε ανησυχίες ως προς τον επαγγελματισμό και την ειλικρίνεια του γιατρού, προστατευόταν από προνόμιο υπό επιφύλαξη  (qualified privilege) και δεν μπορούσε να θεωρηθεί κακόβουλο. Ως αποτέλεσμα, δεν υπήρχε εύλογη προοπτική επιτυχίας της αξίωσης του γιατρού για δυσφήμιση και εκδόθηκε συνοπτική απόφαση απόρριψης της αγωγής υπέρ του καταπιστεύματος.

Αναφορικά με το επίπεδο απόδειξης, όπως έχει προαναφερθεί, το βάρος είναι στον αιτητή προκειμένου να τεκμηριώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρους 24.2 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Σε τέτοια περίπτωση, επαφίεται στον καθ’ ου η αίτηση να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

Σύμφωνα με το σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 842 παρ. 24.2.6, η διατύπωση του Μέρους 24.2 (“καμία πραγματική πιθανότητα επιτυχίας ..... άλλος επιτακτικός λόγος...............”) υποδηλώνει ότι κατά την κρίση του ζητήματος, το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει ένα αρνητικό τεστ. Κατά την αξιολόγηση των πιθανοτήτων επιτυχίας μιας απαίτησης ή υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν απαιτείται να δεχθεί χωρίς ανάλυση όλα όσα λέει ένας διάδικος στη γραπτή του μαρτυρία (βλ. ED & F Man Liquid Products Ltd v. Patel [2003] EWCA Civ. 472). Εντούτοις, στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται από τους Δικαστές να εγκαταλείψουν τις κριτικές τους ικανότητες (abandon their critical faculties) (βλ. Calland v. Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192), παρότι η εξέταση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 δεν απαιτεί από τον Δικαστή να διεξάγει «μίνι δίκη» (βλ. Swain v. Hillman ανωτέρω).

Επομένως, κατά την ακρόαση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να αποφασίσει επί πραγματικών γεγονότων εκεί όπου η εκδοχή της μιας πλευράς φαίνεται αξιόπιστη και έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η άλλη πλευρά.  Η επιλογή μεταξύ των δυο εκδοχών αποτελεί έργο του εκδικάζοντος Δικαστή και όχι του Δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση συνοπτικής απόφασης (βλ. Fashion Gossip Limited v Esprit Telecoms UK Limited [2000] 7 WLUK 794). Με την εξαίρεση όμως των περιπτώσεων που αυτό που παρουσιάζεται είναι τόσο εγγενώς απίθανο ή αντικρούεται από άλλη εξωγενή μαρτυρία (unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it) όπως αναφέρει ο Ward LJ στην απόφαση Day v. Royal Automobile Club Motoring Services Ltd [1999] 1 Αll ER 1007, 1013,  με την οποία προτείνει την κατ’ αναλογία υιοθέτηση του αρνητικού κριτηρίου, και σε αιτήσεις για παραμερισμό ερήμην απόφασης.

Σχετική με το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ’ ου η αίτηση, είναι η απόφαση Sainsbury's Supermarkets Limited v Condek Holdings Limited [2014] EWHC 2016 (TCC), στην οποία αναφέρεται ότι αρκεί να αποδειχθεί πως η υπόθεση του είναι κάτι περισσότερο από απλώς συζητήσιμη με την έννοια ότι φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας. Λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:

«In deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at trial, namely the balance of probabilities, to the evidence presented: and on an application for summary judgment the court should consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial. However, the Court is not required simply to take all evidence at face value or to accept without question any assertion that may be made: the question is whether the respondent's case carries some degree of conviction.»

Σε ελεύθερη μετάφραση:

«Για να αποφασίσει εάν ο καθ’ ου η αίτηση έχει κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εφαρμόσει το επίπεδο απόδειξης που θα ίσχυε στη δίκη, δηλαδή το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, στα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζονται: και σε μια αίτηση για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμα στη δίκη. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν απαιτείται απλώς να αποδεχθεί τοις μετρητοίς όλα τα αποδεικτικά στοιχεία ή να αποδεχθεί χωρίς αμφιβολία κάθε ισχυρισμό που μπορεί να προβληθεί: το ερώτημα είναι εάν η υπόθεση του καθ’ ου η αίτηση φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας».

Το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση Sainsburys (ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Director of Public Prosecutions v Surin [2025] EWHC 10 (KB) που αφορούσε έκδοση συνοπτικής απόφασης σε αγωγή του δημοσίου για ανάκτηση περιουσίας από παράνομες πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 266 του αγγλικού νόμου περί προϊόντων εγκλήματος (POCA).

Καθοδήγηση ως προς την εκδίκαση αίτησης συνοπτικής απόφασης μπορεί να αντληθεί και από το σύγγραμμα Blackstone's Civil Practice 2018, όπου αναλύεται η εφαρμογή του αντίστοιχου Μέρους 24 των αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφέρεται στη σελίδα 599 παρ. 34.10 του εν λόγω συγγράμματος ότι στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη την εκατέρωθεν γραπτή μαρτυρία και να διερωτηθεί κατά πόσο η υπόθεση μπορεί να ενισχυθεί με μαρτυρία κατά τη δίκη. Όπου η μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, στο απόγειο της, δεν δικαιολογεί την πιθανότητα επιτυχίας, τότε είναι ορθό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (βλ. Akinleye v. East Sussex Hospitals NHS Trust ανωτέρω). Αντιθέτως, όπου καταδεικνύεται κάποια προοπτική επιτυχίας του καθ’ ου η αίτηση, το Δικαστήριο θα αρνηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης και δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Cotton v. Rickard Metals Inc. [2008] EWHC 824 QB).

Αναφέρεται στη συνέχεια στο ίδιο σύγγραμμα ότι το ερώτημα του κατά πόσον υπάρχει μια πραγματική προοπτική επιτυχίας δεν πρέπει να προσεγγίζεται με την εφαρμογή του συνήθους βάρους απόδειξης, ήτοι του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Πολλές υποθέσεις θα επιτύχουν σε κανονική δίκη αλλά δεν θα είναι κατάλληλες για συνοπτική απόφαση επειδή υπάρχουν σε αυτές πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα, διαφωνίες ως προς τα επίδικα γεγονότα ή περαιτέρω ζητήματα που θα πρέπει να διερευνηθούν και επιλυθούν κατά τη διάρκεια μιας πλήρους εκδίκασης της υπόθεσης.

Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι οι αιτήσεις για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να περιορίζονται εντός του αυστηρά καθορισμένου ρόλου τους. Δεν αποσκοπούν στο να αποφευχθεί η δίκη, ειδικά όπου υπάρχουν θέματα που είναι αναγκαίο να εξεταστούν σε ακροαματική διαδικασία. Επιπλέον η ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν θα πρέπει να συνιστά «μίνι – δίκη», στην οποία το Δικαστήριο αποφασίζει επί αμφισβητουμένων γεγονότων. Πρόκειται απλά για μια συνοπτική διαδικασία προκειμένου να διεκπεραιωθούν υποθέσεις, οι οποίες δεν έχουν πραγματική πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κανένας επιτακτικός λόγος να οδηγηθούν σε κανονική ακροαματική διαδικασία.

 Τέλος θα πρέπει να αναφέρω ότι με την εφαρμογή των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δεν επηρεάζεται και εξακολουθεί να ισχύει η βασική νομολογιακή αρχή που ίσχυε κατά την ερμηνεία της Δ.18 των παλαιών  θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ότι το Δικαστήριο οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, η οποία θα πρέπει να εξετάζεται στην Κύπρο και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του Άρθρου 30 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Έτσι, συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο σε καθαρές υποθέσεις, και κατόπιν απόδειξης των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο Μέρος 24, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο στον οποίο θα στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει τη θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 AAΔ 239).

Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας, σημειώνω ότι με τους λόγους έφεσης 2 και 3 αμφισβητείται το πρωτόδικο συμπέρασμα ότι η ειδοποίηση παράδοσης του υποστατικού από τους εφεσείοντες προς την εφεσίβλητη ημερομηνίας 27/7/2023 είναι άκυρη επειδή με αυτή δίδεται προθεσμία τερματισμού που εκπνέει στις 31/8/2023 και όχι την 1η του μήνα. Περαιτέρω, κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν μπορούσε να αποφανθεί σε εκείνο το στάδιο αν οι εφεσείοντες είχαν αποδεχθεί ότι η κατ’ ισχυρισμό ενοικίαση τους δέσμευε τους εφεσείοντες ως νέους ιδιοκτήτες (4ος και 6ος λόγος έφεσης). Σημειώνεται τέλος ότι με τον 5ο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες αμφισβητούν την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία ενώπιον του ως προς το ότι το επίδικο υποστατικό ήταν υποθηκευμένο με υποθήκη που απαγόρευε την ενοικίαση του, χωρίς την άδεια του ενυπόθηκου δανειστή.

 Στην ουσία το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι εφεσείοντες δεν προσκόμισαν επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία που να τεκμηριώνει την υπόθεση τους και ότι η εφεσίβλητη δεν είχε προοπτικές επιτυχίας στην υπεράσπιση της. Δέχθηκε επίσης ότι ήταν ορθή η θέση της εφεσίβλητης ότι υπήρχαν επαρκείς λόγοι για εκδίκαση της υπόθεσης σε ακροαματική διαδικασία. Αιτιολόγησε αυτή του την κατάληξη,  κρίνοντας ότι από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του, δεν ήταν σε θέση να κρίνει κατά πόσον η εφεσίβλητη κατείχε νόμιμα ή παράνομα το επίδικο υποστατικό, κάτι που θα μπορούσε να γίνει μόνον κατόπιν κανονικής ακρόασης της υπόθεσης.  

Ειδικά με τους λόγους έφεσης 4 και 6, σημειώνεται ότι ως προς το νομικό καθεστώς κατοχής του υποστατικού, κρίθηκε πρωτοδίκως ότι πριν την απόκτηση της κυριότητας από τους εφεσείοντες, η εφεσίβλητη κατείχε το υποστατικό με σύμβαση ενοικίασης με τον αρχικό ιδιοκτήτη μήνα με μήνα, μετά τη λήξη της αρχικής γραπτής συμφωνίας ενοικίασης. Αναφέρονται τα πιο κάτω από το πρωτόδικο Δικαστήριο επί του σημείου αυτού:

«Δεδομένης της διαπίστωσής μου ότι το επίδικο κατάστημα υπάγεται στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, δηλαδή του Επαρχιακού Δικαστηρίου και όχι στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμφωνία ενοικίασης, ημερομηνίας 18/9/2013, την οποία είχαν συνάψει οι εναγόμενοι με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του  επίδικου καταστήματος, ήταν για περίοδο 2 ετών από 1/10/2013 και μετά τη λήξη της δεν είχε ανανεωθεί και οι εναγόμενοι συνέχισαν να κατέχουν το επίδικο ακίνητο, η εν λόγω συμφωνία, αυτόματα μετατράπηκε σε ενοικίαση από μήνα σε μήνα. Το ίδιο νομικό καθεστώς ίσχυε, σε κάθε περίπτωση, μέχρι και την ημέρα που οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση από τον ενάγοντα ότι αγόρασε το επίδικο κατάστημα και κατέστη ιδιοκτήτης του.»

Ήταν επιτρεπτό κατά την άποψη μου το πιο πάνω συμπέρασμα του πρωτοδίκου Δικαστηρίου από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του, ως προς το νομικό καθεστώς ενοικίασης του υποστατικού μέχρι την ημέρα που οι εφεσείοντες απέκτησαν την κυριότητα του. Το ζήτημα που έπρεπε να εξεταστεί στη συνέχεια, ήταν αν το Δικαστήριο μπορούσε με το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό να αποφασίσει το νομικό καθεστώς ενοικίασης μετά την απόκτηση της κυριότητας από τους εφεσείοντες. Ως προς το ζήτημα αυτό, οι εφεσείοντες προέβαλαν ότι τέτοια συμφωνία με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, για ενοικίαση μήνα με μήνα, δεν τους δεσμεύει, δεδομένου ότι δεν υπήρξαν ποτέ μέρος της.

Όμως πολύ ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει επί του σημείου αυτού, ότι στην αλληλογραφία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο μεταξύ των διαδίκων δεν προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν είναι αποδεκτή η ενοικίαση μήνα με μήνα από τους εφεσείοντες ή εν πάση περιπτώσει αναφύονται κάποιες αντιφάσεις στις θέσεις τους ως προς την αποδοχή αυτού του νομικού καθεστώτος ενοικίασης μήνα με μήνα, μετά την απόκτηση από αυτούς της κυριότητας του υποστατικού.

Η διαπίστωση αυτή είναι καθοριστική και οδηγεί αναπόφευκτα στην κατάληξη στην οποία πολύ ορθά κατευθύνθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι στο στάδιο εκείνο δεν θα μπορούσε να διαπιστώσει κατά πόσον η εφεσίβλητη κατέχει παράνομα το επίδικο υποστατικό. Εντοπίζεται επί του προκειμένου μια σημαντική διαφορά μεταξύ των διαδίκων ως προς το κατά πόσον οι εφεσείοντες αποδέχθηκαν με τη συμπεριφορά τους το νομικό καθεστώς ενοικίασης μήνα με μήνα. Διαφορά, η οποία θα μπορούσε να επιλυθεί μόνο στο πλαίσιο κανονικής δίκης. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, όταν υπάρχει σε αίτηση συνοπτικής απόφασης αμφισβήτηση γεγονότων, σημαντικών ως προς την επίλυση των επίδικων θεμάτων, το Δικαστήριο θα αρνηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης και δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» σε σχέση με αυτά τα αμφισβητούμενα γεγονότα.

Ενόψει των πιο πάνω οι λόγοι έφεσης 2 και 4 απορρίπτονται.

Υπό τας περιστάσεις οι λόγοι έφεσης 3 και 5 ως προς τη νομιμότητα του τερματισμού της ενοικίασης καθίστανται άνευ αντικειμένου. Είναι σαφές ότι δεν θα μπορούσε να εξεταστεί η νομιμότητα του τερματισμού ενοικίασης του υποστατικού που απέστειλαν οι εφεσείοντες, στην οποία κατά την κρίση μου, το πρωτόδικο Δικαστήριο, προέβηκε εκ του περισσού. Η εξέταση της νομιμότητας τερματισμού της ενοικίασης θα ήταν επιτρεπτή αν ήταν παραδεκτό από τους εφεσείοντες ότι τους δεσμεύει η ενοικίαση μήνα με μήνα ή αν προέκυπτε τέτοιο εύρημα από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και υπό την προϋπόθεση ότι το ζήτημα θα ήταν απλά νομικό. Από τη στιγμή που τέτοιο υλικό δεν τέθηκε και η ορθή κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ότι δεν μπορούσε στο στάδιο εκείνο να διαπιστώσει αν οι εφεσείοντες αποδέχθηκαν τη σύμβαση ενοικίασης μήνα με μήνα, δεν υπήρχε περιθώριο εξέτασης του ζητήματος της νομιμότητας του τερματισμού της. Ούτε οι εφεσείοντες θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι τερμάτισαν νόμιμα μια συμφωνία που κατά την άποψη τους, οι ίδιοι δεν ήταν μέρος της και συνεπακόλουθα δεν τους δεσμεύει.

Αλλά ούτε και ο λόγος έφεσης 5 ευσταθεί. Είναι ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν τέθηκε επαρκές μαρτυρικό υλικό ενώπιον του που να αποδεικνύει ότι το επίδικο υποστατικό ήταν υποθηκευμένο με υποθήκη που απαγόρευε την ενοικίαση του, χωρίς την άδεια του ενυπόθηκου δανειστή, με δεδομένο ότι ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητείται από την εφεσίβλητη. Τα έγγραφα υποθήκης στα οποία αναφέρονται οι εφεσείοντες δεν έχουν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην πρωτόδικη διαδικασία, ώστε να είναι σε θέση να εξακριβώσει το βάσιμο των πιο πάνω ισχυρισμών.

Ενόψει τούτου και ο 5ος λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.

Εν κατακλείδι, κρίνω ότι ήταν ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν δόθηκε επαρκής μαρτυρία από τους εφεσείοντες στον απαιτούμενο σε αίτηση συνοπτικής απόφασης βαθμό, που να τεκμηριώνει την αξίωση της και να καταδεικνύει ότι η εφεσίβλητη δεν είχε πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης.

Αντιθέτως έχουν αναδειχθεί στην υπόθεση τόσο νομικά όσον και πραγματικά ζητήματα για τα οποία υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των μερών, και τα οποία είναι αναγκαίο να αποφασιστούν σε πλήρη ακροαματική διαδικασία.

Ενόψει των πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται με €2.500,00 έξοδα υπέρ εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει.

 

 

 

                                                                 Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου

                                                                 Πρόεδρος Εφετείου


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο