ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 134/2023)
11 Μαρτίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
GLEN PUMAH MBUH,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
________________________
Δ. Μουστούκης για Αλέξανδρο Κληρίδη, για τον Εφεσείοντα.
Λ. Σίγαρ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, μετά από ακροαματική διαδικασία, στην κατηγορία του βιασμού κατά παράβαση του Άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και Άρθρων του Περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και την Ενδοοικογενειακής Βίας και Περί Συναφών Θεμάτων Νόμου Κεφ. 155(Ι)/2021.
Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών, την οποία αμφισβητεί με την υπό κρίση έφεση, με δύο λόγους έφεσης, ως έκδηλα υπερβολική. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλει τη θέση ότι υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκε, σύμφωνα με τα πραγματικά γεγονότα που το περιβάλλουν και της επιβληθείσας ποινής με τρόπο που να παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Ισχυρίζεται σχετικά ότι η επιβληθείσα ποινή διαφοροποιείται αδικαιολόγητα από τη σταθερή γραμμή της νομολογίας που αφορά τις αρχές της επιβολής ποινής.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε βαρύτητα σε νομολογιακά αναγνωρισμένους μετριαστικούς παράγοντες και ότι λανθασμένα, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα σε επιβαρυντικούς παράγοντες της υπόθεσης.
Τα γεγονότα που αφορούν την επίδικη κατηγορία συνοψίζονται από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού στην απόφασή του για επιβολή ποινής, ημερομηνίας 16.6.2023 ως ακολούθως:
«Αργά το απόγευμα της 13/5/2022, η παραπονούμενη, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής, βρισκόταν μαζί με φίλους και συναδέλφους της σε υποστατικό στην Ερήμη, όπου ήπιε 4 μεγάλα ποτήρια μπύρα και ακόμη ένα ποτό και δείπνησε. Ακολούθως η παραπονούμενη μαζί με μερικούς από τους συναδέλφους της μετέβηκε σε συγκεκριμένο νυκτερινό κέντρο στη Λεμεσό όπου ήπιε 3 ποτά βότκα με χυμό ανανά.
Λόγω του μεγάλου αριθμού αλκοολούχων ποτών που κατανάλωσε, η παραπονούμενη ήταν μεθυσμένη, ζαλισμένη, παραπατούσε, δεν μπορούσε να ισορροπήσει στα πόδια της και γενικά δεν μπορούσε να περπατήσει και να συνεννοηθεί με τους γύρω της. Σε κάποια στιγμή ούρησε πάνω της.
Λίγο πριν τις 02:00 η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος έφυγαν μαζί από το νυκτερινό κέντρο. Η παραπονούμενη του ζήτησε να την πάρει σπίτι της αλλά ο κατηγορούμενος τη μετέφερε με δική του πρωτοβουλία στο διαμέρισμα του. Εκεί η παραπονούμενη, η οποία συνέχισε να βρίσκεται στην κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει και έχοντας χάσει τις αισθήσεις της, βρέθηκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι του κατηγορουμένου με τα πόδια της να αγγίζουν στο έδαφος. Εν συνεχεία ο κατηγορούμενος αφαίρεσε όλα τα ρούχα της παραπονούμενης και τα έβαλε στο πλυντήριο για να πλυθούν. Ακολούθως ο κατηγορούμενος έβγαλε και αυτός τα ρούχα του και ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη, δια κολπικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της παραπονούμενης.
Η παραπονούμενη δεν θυμάται να έφυγε από το εν λόγω νυκτερινό κέντρο, ούτε πως έφυγε από αυτό ή οτιδήποτε άλλο από ένα σημείο και μετά. Δεν μπορούσε να υπολογίσει πόση ώρα έμεινε στο νυκτερινό κέντρο. Το επόμενο που θυμόταν, ήταν να είναι ξαπλωμένη ανάσκελα σε ένα κρεβάτι με τα πόδια της ανοικτά και τις πατούσες της πάνω στο στρώμα και ο κατηγορούμενος να βρίσκεται από πάνω της, να της κρατά τα μπράτσα και να εισχωρεί μέσα στον κόλπο της με το πέος του. Ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε βία ούτε η παραπονούμενη αντιστάθηκε στην κατάσταση που βρισκόταν, αλλά κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος εισχωρούσε μέσα της αυτή ένιωθε αμβλύ πόνο στον κόλπο της. Η παραπονούμενη δεν αντιλήφθηκε και δεν γνωρίζει πως σταμάτησε η όλη σεξουαλική πράξη.
Το επόμενο πράγμα που θυμάται η παραπονούμενη είναι ότι ξύπνησε το πρωί, λίγο μετά τις 06:30, εντελώς γυμνή, σε ένα διπλό κρεβάτι, δίχως σεντόνια, σε ένα διαμέρισμα στο οποίο δεν είχε ξαναπάει προηγουμένως και δεν ήξερε πως κατέληξε εκεί. Κατά τον χρόνο αυτό η παραπονούμενη γνώριζε ότι είχε κάμει σεξ λόγω του τρόπου που ένιωθε τον κόλπο της, δηλαδή ένιωθε ότι κάτι είχε εισχωρήσει μέσα του και ένιωθε αμβλύ πόνο. Ήταν ακόμα μεθυσμένη, το μυαλό της ήταν θολό, ανησυχούσε γιατί δεν ήξερε που βρισκόταν και ήταν τρομοκρατημένη.
Λόγω της κατανάλωσης μεγάλου αριθμού αλκοολούχων ποτών η παραπονούμενη, πριν την επίδικη συνουσία, περιήλθε σε κατάσταση που δεν είχε πλήρη συνείδηση του τι γινόταν, δεν μπορούσε να αποφασίσει για τον εαυτό της, τα αντανακλαστικά της και οι κινήσεις της ήταν πολύ μειωμένα και είχε επηρεαστεί η αντίληψη της ενώ στη συνέχεια είχε απώλεια των αισθήσεων της και απώλεια μνήμης. Ταυτόχρονα ο ίδιος ο κατηγορούμενος, από τη στιγμή που η παραπονούμενη τον πλησίασε εξερχόμενη του νυκτερινού κέντρου μέχρι την ώρα που έλαβε χώραν η συνουσία, ήταν σε θέση να αντιληφθεί και αντιλήφθηκε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι αυτή δεν αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε.
Μετά που ξύπνησε, η παραπονούμενη ζήτησε ξανά και ξανά από τον κατηγορούμενο να τη μεταφέρει στο σπίτι της και στο τέλος αυτός αποδέχθηκε και τη μετέφερε στον χώρο στάθμευσης έξω από το στρατόπεδο Επισκοπής όπου την παρέλαβε η φίλη και συνάδελφος της Μ.Κ.2. Καθοδόν προς την Επισκοπή η παραπονούμενη ήταν αναστατωμένη και έκλαιγε. Όταν εισήλθε στο αυτοκίνητο της Μ.Κ.2, η παραπονούμενη ήταν κατατρομαγμένη, έτρεμε, ούρλιαζε και η Μ.Κ.2 δεν την είχε ξαναδεί σε τέτοια κατάσταση. Η παραπονούμενη στη συνέχεια εξετάστηκε από τη γιατρό Μ.Κ.8 και κατά το χρόνο αυτό αυτή ήταν τρομαγμένη, είχε δάκρυα στα μάτια και ήταν σε ψυχολογικό σοκ. Λόγω των όσων βίωσε, η παραπονούμενη στο επόμενο διάστημα έγινε πολύ αγχώδης και έχει τραυματιστεί η «ψυχολογική της υγεία».
Έχουμε μελετήσει την πρωτόδικη απόφαση. Το Κακουργιοδικείο κατέγραψε τόσο τα γεγονότα που αφορούσαν την υπόθεση όπως και όλα όσα τέθηκαν από την πλευρά του εφεσείοντα προς μετριασμό. Ασχολήθηκε με λεπτομέρεια για κάθε ένα από τα θέματα που τέθηκαν, έλαβε υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά του εφεσείοντα όπως και τις προσωπικές του περιστάσεις, και εξήγησε πώς κατέληξε στην ποινή που επέβαλε.
Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015 και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).»»
Πολύ πρόσφατα στην απόφαση μας FARHAT ABDELGHAFAR FARHAT MOHAMED v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 45/2023, ημερομηνίας 25.2.2026, ασχοληθήκαμε με την επιβολή ποινής από πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση με το αδίκημα του βιασμού. Σημειώσαμε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα υπό κρίση αδικήματα είναι πολύ σοβαρά. Ιδιαιτέρως αυτά που αφορούν σεξουαλικά αδικήματα. Σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων, όπως προκύπτει από τη νομολογία, οι ποινές που θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να είναι αυστηρές και αποτρεπτικές, εν όψει της ιδιαίτερης σοβαρότητάς τους ως εγκλήματα τα οποία στρέφονται κατά των ηθών αλλά προσβάλλουν, παράλληλα, και καταρρακώνουν την προσωπικότητα του θύματος (RANA κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2004) 2 Α.Α.Δ. 489, ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1998) 2 Α.Α.Δ. 529). Όπως επανειλημμένως έχει λεχθεί, οι ποινές που επιβλήθηκαν σε προηγούμενες υποθέσεις, δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, εφόσον, έστω και αν παρουσιάζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά, δεν υπάρχει πάντοτε ταυτοσημία (ΜΙΧΑΗΛ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2003) 2 Α.Α.Δ. 123).
Όσον αφορά το αδίκημα του βιασμού, για το οποίο επιβλήθηκε η μεγαλύτερη από τις επιβληθείσες ποινές, παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. HUNGANU, Ποινική Έφεση 130/2020, ημερομηνίας 20.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:B348:
«Καθ' όσον αφορά την Κατηγορία του βιασμού θα πρέπει εξ' αρχής να υπομνηστεί ότι η φυλάκιση δια βίου που προβλέπεται ως η μέγιστη ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από το Νόμο και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του (xxx xxx Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489, 500). Χωρίς αμφιβολία το αδίκημα αυτό συνιστά μια από τις χειρότερες μορφές καταπάτησης και εξευτελισμού της προσωπικότητας μιας γυναίκας. Και τούτο γιατί παραβιάζει το αναφαίρετο της δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μόνο εφόσον η ίδια δίδει τη συγκατάθεση και αποδοχή της. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας μεγαλύτερης από εκείνη που είναι συνυφασμένη με την διάπραξη του αδικήματος, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 259, Δημοκρατία v. Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ. 562 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 36). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής (Γιάγκου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 67).
Σε σειρά αποφάσεων του, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα (Rana (ανωτέρω) και Σοφοκλέους (ανωτέρω)).
Κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις βιασμού τέθηκαν από τη νομολογία μας μέσα από μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χριστοφή ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 323, έγινε αναφορά στις κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες έχουν καθιερωθεί στην αγγλική υπόθεση R. v. Billam (1986) 8 Cr. App. R.(s) 48 σε περιπτώσεις βιασμού, στην οποία αναφέρθηκε και το Κακουργιοδικείο, οι οποίες ‑ όπως τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ‑ αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, μπορεί να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Παρόμοιες κατευθυντήριες οδηγίες περιλαμβάνονται στο Sexual Offences Definitive Guideline του Συμβουλίου Επιβολής Ποινών του Ηνωμένου Βασιλείου (Sentencing Council) του 2014, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου του 2014 και στο οποίο έκανε αναφορά η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εφεσείουσα. Σύμφωνα με το σκεπτικό της πιο πάνω αγγλικής απόφασης, η εγκληματική συμπεριφορά που καλύπτει κατηγορία βιασμού προσλαμβάνει ακόμη σοβαρότερη μορφή όταν συντρέχουν παράγοντες όπως υπερβολική βία, χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό ή βλάβη στο θύμα, προσεκτικού σχεδιασμού προς υλοποίηση του άνομου σκοπού, επαναλαμβανόμενοι βιασμοί, σεξουαλικός εξευτελισμός του θύματος, καθώς επίσης και επιπτώσεις, ψυχικές ή σωματικές στο θύμα. Πέραν τούτων, η ηλικία του θύματος, ήτοι όταν το θύμα είναι είτε πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο, αλλά και τυχόν προηγούμενες καταδίκες του δράστη, είναι στοιχεία που δικαιολογούν επιβολή ακόμα πιο αυστηρών ποινών (xxx Στυλιανού v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 73/2012, ημερ. 13/10/2015, xxx Tarita και xxx Viorel v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 106/2014 και 114/2014, ημερ. 8/7/2016 και Selmani v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/2013 και 236/2013, ημερ. 5/10/2016).»
Η αυξητική τάση στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης, όχι μόνο αναγνωρίζεται από τη νομολογία αλλά προκύπτει εμπράκτως από τον όγκο των υποθέσεων που τίθενται καθημερινά ενώπιον των Δικαστηρίων. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει δε επανειλημμένως εξηγηθεί, η αποτροπή έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (ΠΙΣΚΟΠΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1999) 2 Α.Α.Δ. 342).»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην εκκαλούμενη απόφασή του, κατέγραψε τα στοιχεία τα οποία θεώρησε επιβαρυντικά σε σχέση με το αδίκημα που εξέταζε. Ειδικότερα, έλαβε υπόψη του ότι ο εφεσείοντας «ήταν σε θέση να αντιληφθεί και αντιλήφθηκε την κατάσταση την οποία βρισκόταν η παραπονούμενη περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι αυτή δεν αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε». Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία έχουμε παραθέσει πιο πάνω, ο εφεσείοντας εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση στην οποία περιήλθε η παραπονούμενη η οποία «στερείτο της ικανότητας να συμφωνήσει κατ’ επιλογή να έλθει σε συνουσία μαζί του και κατ’ επέκταση να δώσει τη συγκατάθεση της προς τούτο».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη του το γεγονός ότι η υπόθεση οδηγήθηκε σε πλήρη ακρόαση η οποία είχε ως αποτέλεσμα η παραπονούμενη να υποβληθεί σε μια σκληρή αντεξέταση και τελικά στην ουσία να επαναθυματοποιηθεί. Σχετική είναι η υπόθεση MUHAMAD HAMIED v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2006) 2 Α.Α.Δ. 259. Η μεγάλη συχνότητα με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα του βιασμού λήφθηκε υπόψη από το Κακουργιοδικείο στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το γεγονός ότι σε αυτού του είδους τα αδικήματα θα πρέπει, χωρίς να αγνοούνται οι προσωπικές περιστάσεις του παραβάτη, η ποινή να αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις των αδικημάτων και να είναι αποτρεπτική για την καταστολή τους. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Δ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 57/2020, ημερομηνίας 6.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:B432, έχουν καταλυτική σημασία η φύση του εγκλήματος, οι περιστάσεις διάπραξής του και οι επιπτώσεις στο θύμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης στις αρχές που υιοθετήθηκαν στην υπόθεση ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. HUNGANU (ανωτέρω).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αγνόησε την αναγκαιότητα εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνοντας, επίσης, υπόψη του τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του ως ελαφρυντικά για τον εφεσείοντα, ειδικά το γεγονός ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου, την ηλικία του, ήταν σχεδόν 27 χρονών κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, όπως επίσης και τις προσωπικές οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του, ως αυτές φαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αλλά και ως λέχθηκαν από τη συνήγορό του.
Υπογράμμισε όμως παράλληλα τη σοβαρότητα του αδικήματος που ο εφεσείοντας διέπραξε, τη συχνότητα του παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης, αλλά και την αρχή ότι το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά αδικημάτων αυτής της φύσης, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα (ΙΩΑΝΝΟΥ Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2003) 2 Α.Δ.Δ. 171). Έλαβε επίσης υπόψη του το γεγονός ότι για σχετικά νεαρά άτομα, υπερισχύει η αρχή της υποβοήθησής τους να αναμορφωθούν (ΙΩΑΝΝΟΥ ν. POLICE (1976) 2 CLR 149 και ΣΑΒΒΙΔΗΣ ν. REPUBLIC (1988) 2 CLR 51) αλλά το ότι το νεαρό της ηλικίας τους είναι παράγοντας που συνεκτιμάται μαζί με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες (ΦΑΝΑΡΑΣ Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1999) 2 Α.Α.Δ. 50).
Ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, προσέγγισε το θέμα της ποινής, εξετάζοντας κάθε σχετικό παράγοντα. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην όλη διεργασία του Κακουργιοδικείου. Με βάση και τη σχετική νομολογία, δεν συμφωνούμε με τη θέση του εφεσείοντα, ότι η ποινή που του επιβλήθηκε εκφεύγει του σχετικού πλαισίου. Η επιβληθείσα ποινή αντικειμενικά κρινόμενη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί υπερβολική υπό τις περιστάσεις και τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης. Θεωρούμε ότι δεν υφίσταται πεδίο επέμβασής μας στην ποινή που έχει επιβληθεί. Και οι δύο λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Η παρούσα έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο