ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 5/2026)
(i-justice)
13 Μαρτίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. MARBALE UNIVERSAL CORP
2. VICTOR ALEXANDROVICH PICHUGOV
Εφεσείοντες
και
1. DMITRY NIKOLAYEVICH ANANIEV
2. ALPINIA SERVICES SA
Εφεσίβλητοι
Αίτηση επίσπευσης ημερ. 8.1.2026
---------------------------------------------------------------
Χριστίνα Κότσαπα και Νεόφυτος Ξάνθου για Μ. Κορέλης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για εφεσείοντες
Ανδρέας Ερωτοκρίτου και Ελίνα Νικολαϊδου για A.G. Erotocritou LLC και Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., για εφεσίβλητο 1
Λούκας Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., για ενδιαφερόμενο μέρος/εφεσίβλητη 2
--------------------------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΟΝΗΣ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με απόφαση του ημερ. 25.6.2024 στο πλαίσιο Γενικής Αίτησης απέρριψε αίτημα για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο τριών διαιτητικών αποφάσεων της Δεύτερης Μερικής Απόφασης (Second Partial Award) ημερ. 30.4.2021, της Τρίτης Μερικής Απόφασης (Third Partial Award) ημερ. 26.10.2021 και της Τελικής Διαιτητικής Απόφασης (Final Award) ημερ. 16.1.2022, του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (LCIA) που εκδόθηκαν εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση 1 και του εφεσίβλητου 1/καθ΄ ου η αίτηση 2. Στην πρωτόδικη διαδικασία συμμετείχε και η εφεσίβλητη 2, με την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου μέρους, κατόπιν αδείας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία, παρότι η αίτηση του επιδόθηκε δεόντως.
Η αναγνώριση και εκτέλεση των υπό κρίση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, επιδιώχθηκε κυρίως με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης Περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης (η Σύμβαση), που κυρώθηκε στην Κύπρο με τον Περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν.84/79).
Οι αιτητές προσέβαλαν την ως άνω απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την έφεση 32/2024 και ζήτησαν μέσω αιτήματος τους την επίσπευση της εκδίκασής της. Το Εφετείο (υπό άλλη σύνθεση), αφού άκουσε στις 12.9.2024 τους δικηγόρους των μερών, ενέκρινε το αίτημα με ενδιάμεση απόφαση του που δόθηκε αυθημερόν. Περαιτέρω, αφού έκρινε ότι οι λόγοι έφεσης ήσαν αρκούντως δικαιολογημένοι έδωσε οδηγίες για καταχώριση περιγραμμάτων αγόρευσης.
Το Εφετείο με απόφαση του ημερομηνίας 8.1.2025 επέτρεψε την έφεση και ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση διατάσσοντας όπως ο φάκελος επιστραφεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για συνέχιση εκδίκασης της Γενικής Αίτησης από τον ίδιο δικαστή, ήτοι την εξέταση των ουσιαστικών ενστάσεων των εφεσίβλητων δυνάμει του άρθρου V της Σύμβασης. Διευκρινίζουμε στο σημείο αυτό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του ημερ. 25.6.2024, είχε απορρίψει το αίτημα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνταν οι τυπικές προϋποθέσεις που καθορίζονται στη Σύμβαση.
Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με νέα απόφαση του ημερ. 24.11.2025 (την εκκαλούμενη), αποδεχόμενο μέρος των λόγων ένστασης, απέρριψε την αίτηση σε σχέση με τον εφεσίβλητο 1/καθ΄ ου η αίτηση 2 με έξοδα υπέρ του τελευταίου και εναντίον των εφεσειόντων/αιτητών. (Ταυτόχρονα εξέδωσε διατάγματα ως οι παρ. Α και Β της Αίτησης αναφορικά με τον καθ΄ ου η αίτηση 1).
Οι εφεσείοντες προχώρησαν στην καταχώριση έφεσης την 2.1.2026 μέσω της οποίας προσβάλλουν την ως άνω απόφαση με 7 λόγους έφεσης. Οι εφεσείοντες στο Μέρος Γ, Τμήματα 7 και 8 της Ειδοποίησης Εφεσείοντα υποβάλλουν αίτημα για ορισμό της έφεσης για ακρόαση χωρίς να προηγηθεί προδικασία και για επίσπευση της ακρόασης της έφεσης έναντι παλαιότερων εφέσεων. Το αίτημα στηρίζεται στο Μέρος 41.4(2)(γ)(δ)(θ) και (4) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και τον Κανονισμό 5 των Περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1996 (4/1996) καθώς επίσης και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στις εφαρμοστέες αρχές της Νομολογίας. Περαιτέρω οι εφεσείοντες μέσω επιστολής τους ημερ. 8.1.2026 προς τον Πρωτοκολλητή του Εφετείου προώθησαν παρόμοιο αίτημα.
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στα Τμήματα 7 και 8 της Ειδοποίησης Εφεσείοντα αλλά και τα όσα η πλευρά των εφεσειόντων/αιτητών ανέφερε ενώπιον μας κατά την ακρόαση του πιο πάνω αιτήματος, το αίτημα τους εδράζεται σε δυο λόγους.
Ο πρώτος λόγος είναι ότι το θέμα έχει ήδη αποφασιστεί στο πλαίσιο της Πολιτικής Έφεσης 32/2024 από το Εφετείο υπό διαφορετική σύνθεση αλλά επί της ίδιας νομικής και πραγματικής βάσης, το οποίο έκρινε με απόφαση του ημερ. 12.9.2024 ότι δικαιολογείται η επίσπευση της έφεσης. Εφόσον, συνεχίζει η πλευρά των εφεσειόντων, σε Αγγλία, Ελβετία, Λιχτενστάιν, Αυστρία και Άμστερνταμ η ίδια διαιτητική απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου ενεγράφη και κατέστη εκτελεστή με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης από τα αντίστοιχα αρμόδια Δικαστήρια τα οποία άκουσαν ακριβώς τα ίδια επιχειρήματα (και σε σχέση με το θέμα της δημόσιας πολιτικής), τότε η καθυστερημένη εξέταση της εγγραφής στην Κύπρο θέτει σε κίνδυνο το εθνικό συμφέρον και τη συμμόρφωση της Κυπριακής Δημοκρατίας με τη Σύμβαση. Εάν δε δικαστήριο κράτους μέλους δεν εφαρμόζει τη Σύμβαση, την εφαρμόζει εσφαλμένα ή βρίσκει αμφισβητήσιμους λόγους που δεν καλύπτονται από αυτή για να αρνηθεί την αναγνώριση ή την εκτέλεση είτε κάτω από το Άρθρο IV(1)(β) είτε το Άρθρο V(2)(β), τότε το Κράτος του δικάζοντος δικαστηρίου επισύρει την ευθύνη του σε διεθνές επίπεδο, εφόσον, οι πράξεις των δικαστηρίων θεωρούνται ως πράξεις του ιδίου του Κράτους κατά το διεθνές δίκαιο.
Από τη στιγμή επομένως που, σύμφωνα με την πλευρά των εφεσειόντων, ισχύουν οι ίδιοι παράγοντες και ιδιαίτερες περιστάσεις και στην παρούσα, θα πρέπει να υιοθετηθεί η πιο πάνω απόφαση του Εφετείου ημερ. 12.9.2024, χωρίς μάλιστα να χρειάζεται να ακουστούν επιχειρήματα.
Ο δεύτερος λόγος συνίσταται στο ότι η έφεση θεωρείται επείγουσα ως υπόθεση που αφορά το εθνικό συμφέρον και συμμόρφωση της Κυπριακής Δημοκρατίας με τη Σύμβαση. Σύμφωνα πάντα με την πλευρά των εφεσειόντων, η επικύρωση της Σύμβασης από 172 κράτη μέλη έχει συνδράμει στην εδραίωση της διαιτησίας ως μιας αξιόπιστης μεθόδου επίλυσης διαφορών ανά το παγκόσμιο, μέσω μιας ενιαίας, προβλέψιμης και συνεπούς εφαρμογής των κανόνων αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων. Τα εθνικά δικαστήρια φέρουν την ευθύνη του κράτους μέλους να εφαρμόζουν τα άρθρα της, να μην αναθεωρούν την ουσία των διαιτητικών αποφάσεων και να ακολουθούν πιστά τα κριτήρια αναγνώρισης/εκτέλεσης που αυτή προβλέπει. Η ενδεχόμενη εσφαλμένη ερμηνεία/εφαρμογή ή καθυστέρηση στην υιοθέτηση των αρχών της Σύμβασης θέτει σε κίνδυνο τόσο τη συμμόρφωση της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις διεθνείς της υποχρεώσεις όσο και το εθνικό συμφέρον, βλάπτοντας σοβαρά τη χρηστή δημόσια διοίκηση και τα συμφέροντα της Κύπρου.
Η πλευρά των εφεσιβλήτων μέσα από τις ενστάσεις τις οποίες καταχώρισαν και τα όσα υποστήριξαν ενώπιον μας κατά την ακρόαση του αιτήματος προβάλλουν ότι:
- Δεν συντρέχουν ουσιαστικοί και βάσιμοι λόγοι ούτε εξαιρετικές περιστάσεις ούτως ώστε να δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος.
- Θα πρέπει να ακολουθηθεί ο γενικός κανόνας ότι οι εφέσεις που είναι έτοιμες για ακρόαση, εκδικάζονται κατά χρονολογική σειρά με δεδομένο ότι εκκρεμούν ενώπιον του Εφετείου αρκετές καθυστερημένες υποθέσεις και τυχόν έγκριση του αιτήματος θα οδηγούσε σε άρνηση του αντίστοιχου δικαιώματος άλλων διαδίκων να ακουστούν σε έγκαιρο χρόνο, των οποίων οι υποθέσεις είναι παλαιότερες από την παρούσα.
- Η πλευρά των εφεσειόντων με τη δικονομική της συμπεριφορά δεν έχει επιδείξει ιδιαίτερο ζήλο στην επιτάχυνση της διαδικασίας.
- Η έγκριση του αιτήματος επίσπευσης στο πλαίσιο της Έφεσης 32/2024 δεν προδικάζει την έγκριση του παρόντος αιτήματος, καθότι μεταξύ άλλων η εν λόγω έφεση, μέσω της οποίας προωθείτο ένας και μόνο λόγος έφεσης, ήταν ανεξάρτητη διαδικασία, και αφορούσε άλλη απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που αφορούσε την αξιολόγηση πλήρωσης των τυπικών προϋποθέσεων που καθορίζονται στην Σύμβαση όπου η πλευρά των εφεσίβλητων δεν είχε ενστεί ρητά στο αίτημα επίσπευσης.
- Η παρούσα περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική καθότι με την παρούσα έφεση, αμφισβητείται η ορθότητα της αξιολόγησης της μαρτυρίας που παρουσίασε η πλευρά του καθ΄ ου η Αίτηση σε σχέση με τη δημόσια πολιτική, με βάση γνωμάτευση Ρώσου δικηγόρου, και άλλων δεδομένων και ισχυρισμών που εγέρθηκαν στην πρωτόδικη διαδικασία.
Οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 παρέχουν εξουσία στο Εφετείο για εκδίκαση έφεσης με επίσπευση και κατά προτεραιότητα έναντι άλλων παλαιότερων εφέσεων. Το Εφετείο συμφώνως των προνοιών του Μέρους 41.4(2)(δ) δύναται κατά το στάδιο της προδικασίας να δώσει οδηγίες για επίσπευση της ακρόασης της έφεσης. Περαιτέρω, δυνάμει των προνοιών του Μέρους 41.4(4) το Εφετείο, εφόσον το κρίνει ορθό, είναι δυνατόν να ορίσει έφεση για ακρόαση χωρίς να προηγηθεί προδικασία. Στην πρόσφατη υπόθεση Διογένους κ.ά. ν. Orogeorgio Jewellery Limited, Πολ. Έφ. Ε86/2025, ημερ. 22.12.2025 το Εφετείο υπό μονομελή σύνθεση προβαίνει σε επισκόπηση της σχετικής νομολογίας επί του θέματος αναφέροντας ότι η κατά προτεραιότητα εκδίκαση έφεσης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ότι τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να προχωρήσει σε επίσπευση ακρόασης είναι κυρίως το κατεπείγον του ζητήματος που πρέπει να αποφασιστεί αλλά και ο επηρεασμός της πρωτοβάθμιας διαδικασίας, όταν η έφεση αφορά ενδιάμεση απόφαση σε αγωγή της οποίας η ακρόαση εκκρεμεί (βλ. Polykarpia Hotels Limited κ.ά. ν. Αντώνη Βασιλείου κ.ά., Πολ. Έφ. Ε83/2023, ημερ. 18.12.2023, Milla Global Inc. v. Flystar Holdings Limited κ.ά., Πολ. Έφ. Ε3/2025, ημερ. 29.4.2025). Άλλος σημαντικός λόγος που συνηγορεί στην έκδοση διατάγματος επίσπευσης έφεσης που αμφισβητεί ενδιάμεσο διάταγμα πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι όταν η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου αν αφεθεί η πρωτόδικη διαδικασία να προχωρήσει πριν την εκδίκαση της έφεσης (βλ. Λύρας κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (Αρ. 2) (1997) 1 Α.Α.Δ. 1441). Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Alpha Panareti Public Ltd κ.ά., Πολ. Αίτ. 61/2024, ημερ. 7.6.2024 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υπό μονομελή σύνθεση στο πλαίσιο πρωτόδικης διαδικασίας για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari προέβη σε παρενθετικό σχόλιο (obiter dictum) σε σχέση με το χρόνο εκδίκασης έφεσης που αφορά ενδιάμεση απόφαση, σχετική μεταξύ άλλων, με την έκδοση απαγορευτικών προσωρινών διαταγμάτων. Τονίζεται ότι κάποιες εφέσεις είναι ορθό λόγω της φύσης τους να εκδικάζονται κατά προτεραιότητα. Εντούτοις επαναλαμβάνεται η αρχή ότι η απόφαση για κάτι τέτοιο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Εφετείου. Γίνεται επίσης στη Διογένους κ.ά. (ανωτέρω) αναφορά στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χατζημιτσή κ.ά., Πολ. Έφ. 311/2022 και 333/2022, ημερ. 18.06.2024 όπου στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος για εκδίκαση έφεσης κατά προτεραιότητα, κρίθηκε από το Εφετείο ότι οι κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 δεν δίδουν εξουσία για επίσπευση εκδίκασης μόνο κάποιων από τους λόγους έφεσης.
Στην υπόθεση Διογένους κ.ά. (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης ότι οι ίδιες αρχές ως προς την εκδίκαση έφεσης ισχύουν και στην Αγγλία στην οποία εφαρμόζονται παρόμοιες δικονομικές διατάξεις παραπέμποντας στην Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική του 2021 (White Book 2021, σελ. 2887, παρ. 52.23.3 υπό τον τίτλο «Here by dates and listing windows – expedited hearings») και στην υπόθεση Unilever Plc v. Chefaro Proprietaries Ltd (Application for Expedited Appeal) [1995] 1 W.L.R. 243 όπου λέχθηκε ότι οι εφέσεις που μπορούν να αντιμετωπιστούν ως επείγουσες και δύναται να εκδικαστούν αμέσως ή εντός ολίγων ημερών, περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων υποθέσεις στις οποίες παιδιά ενδέχεται να υποστούν εξαιρετική ζημία, υποθέσεις της σύμβασης της Χάγης, προσφυγές ασύλου σχετικά με την επιστροφή σε τρίτες χώρες, υποθέσεις στις οποίες πρόκειται να εκτελεστεί απόφαση κατοχής, υποθέσεις στις οποίες πρόκειται να δημοσιευθεί φερόμενο παράνομο υλικό ή εφέσεις κατά ενδιάμεσων δικαστικών αποφάσεων που επηρεάζουν συνεχιζόμενη διαδικασία ακρόασης στην ουσία της υπόθεσης. Σύμφωνα ακόμα με τη Διογένους κ.ά. (ανωτέρω):
«Λέχθηκε επίσης στην πιο πάνω υπόθεση ότι το Εφετείο αναγνωρίζει την ανάγκη να δικάσει και να οργανώσει ταχείες ακροάσεις όταν φαίνεται ότι, χωρίς τέτοια επίσπευση,
1. ένας διάδικος μπορεί να χάσει τα μέσα βιοπορισμού, την επιχείρηση ή την κατοικία του ή να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία ή εξαιρετικές δυσκολίες·
2. η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου·
3. η επίλυση πολλών υποθέσεων, που εξαρτώνται από την έκβαση μιας έφεσης, θα καθυστερήσει αδικαιολόγητα ή θα διαταραχθεί η ομαλή διαχείριση ομαδικών ή πολυμερών διαφορών σε κατώτερο δικαστήριο·
4. είναι πιθανό να συνεχιστούν εκτεταμένες αποκλίσεις στην νομολογία, με την προοπτική πολλαπλών εφέσεων έως ότου καθοριστεί η ορθή νομολογιακή πρακτική·
5. θα έβλαπτε σοβαρά τη χρηστή δημόσια διοίκηση ή τα συμφέροντα των πολιτών που δεν αφορά η υπό κρίση έφεση.
Όταν δεν πληρούνται αυτά τα κριτήρια, το Εφετείο συνήθως δεν επιτρέπει ταχεία εκδίκαση εφέσεων για παρεμπίπτοντα ζητήματα ή εφέσεις επί της ουσίας.
Θα πρέπει εντούτοις να τονιστεί ότι η αγγλική νομολογία παρότι βοηθητική δεν είναι πλήρως καθοδηγητική επί του θέματος με την έννοια ότι στην Κύπρο θα πρέπει να συνυπολογίζεται και να λαμβάνεται υπόψη το βεβαρυμμένο πρόγραμμα του Εφετείου, όταν ασκείται η διακριτική του ευχέρεια για επίσπευση εκδίκασης μιας έφεσης.
Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές από την πιο πάνω νομολογία ότι η κατά προτεραιότητα εκδίκαση μιας έφεσης, επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Εφετείου, το οποίο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης».
Υιοθετούμε τις επισημάνσεις του Δικαστηρίου στη Διογένους κ.ά. (ανωτέρω).
Έχουμε μελετήσει με προσοχή τις θέσεις όλων των πλευρών.
Κρίνουμε ότι η απόφαση του Εφετείου ημερ. 12.9.2024 που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Πολιτικής Έφεσης 32/2024 δεν αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο το οποίο θα πρέπει να ακολουθηθεί στο πλαίσιο εξέτασης του παρόντος αιτήματος. Στο πλαίσιο του αιτήματος επίσπευσης στην Πολιτική Έφεση 32/2024 δεν είχε καταχωριστεί γραπτή ένσταση, με τον δικηγόρο του εφεσίβλητου 2 (εφεσίβλητος 1 στην παρούσα διαδικασία) όμως να επιχειρηματολογεί εναντίον του αιτήματος, στάση που ακολούθησε και ο δικηγόρος της εφεσίβλητης 3 (ενδιαφερόμενο μέρος/εφεσίβλητη 2 στην παρούσα διαδικασία). Η πλευρά των εφεσειόντων/αιτητών είχε επιχειρηματολογήσει ότι από τη στιγμή που δεν καταχωρίστηκε ένσταση, γίνονταν αποδεκτά τα γεγονότα που αναφέρονταν στην ένορκη δήλωση που υποστήριζαν το αίτημα. Αντίθετα στην παρούσα υπόθεση έχει καταχωριστεί και από τους δυο εφεσίβλητους γραπτή ένσταση συνοδευόμενη από υποστηρικτική ένορκη δήλωση. Περαιτέρω συμφωνούμε με τη θέση των εφεσιβλήτων ότι η απόφαση ημερ. 12.9.2024 αποτελούσε άλλη ανεξάρτητη διαδικασία που αφορούσε άλλη απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο απέρριψε τη Γενική Αίτηση λόγω μη πλήρωσης των τυπικών προϋποθέσεων που καθορίζονται στη Σύμβαση. Το στοιχείο αυτό φαίνεται να λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο στη σύντομη απόφαση του που δόθηκε αυθημερόν, αφού αναφέρει ότι συνυπολόγισε όλους τους σχετικούς παράγοντες και την ιδιαιτερότητα της υπόθεσης καταλήγοντας στην έγκριση του αιτήματος. Αντίθετα στην παρούσα υπόθεση η έφεση στρέφεται εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο εξέτασε τη Γενική Αίτηση επί της ουσίας της, αξιολογώντας και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, καταλήγοντας στην απόρριψη της.
Επομένως ο πρώτος λόγος στον οποίο στηρίζεται το αίτημα δεν γίνεται δεκτός.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο παρατηρούμε ότι δεν φαίνεται να συμπεριλαμβάνεται στα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για έγκριση αιτήματος επίσπευσης όπως αυτά τίθενται στο πλαίσιο των υποθέσεων Διογένους κ.ά. και Unilever Plc (ανωτέρω). Σημειώνουμε ότι η απόφαση στην Kazakhstan Kagazy PLC & Ors v. Zhunus (formerly Zhunussov) & Anr [2014] EWCA Civ 74 στην οποία παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος για τους αιτητές δεν διαφοροποίησε τα νομολογηθέντα στην Unilever. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν συντρέχουν ουσιαστικοί και βάσιμοι λόγοι ούτε εξαιρετικές περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος. Πρέπει να τονιστεί ότι το ζήτημα εν προκειμένω τέθηκε με γενικότητα και όχι ότι υφίσταται κάποιος συγκεκριμένος λόγος που να αφορά στην υπό κρίση υπόθεση που να δικαιολογεί την επίσπευση. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση ότι τυχόν άρνηση του αιτήματος θέτει σε κίνδυνο το εθνικό συμφέρον, ιδιαίτερα δεδομένου του όλου ιστορικού της υπόθεσης που δεν δημιουργεί οποιαδήποτε εικόνα κωλυσιεργίας ή καθυστέρησης.
Στην υπόθεση Διογένους κ.ά. (ανωτέρω) τονίζεται ότι δεν πρέπει να υποτιμάται το βεβαρυμμένο πρόγραμμα του Εφετείου, «το οποίο διεξάγει ένα καθημερινό αγώνα για εκδίκαση πολύ καθυστερημένων εφέσεων» και ότι:
«… το Εφετείο ανέλαβε την εκδίκαση ενός τεράστιου όγκου καθυστερημένων υποθέσεων (backlog), τυχόν πρακτική για ανεξέλεγκτη εκδίκαση κατά προτεραιότητα όλων των εφέσεων επί ενδιάμεσων αποφάσεων που συνιστούν ΄ένα μεγάλο ποσοστό των εκκρεμουσών εφέσεων, θα επηρέαζε αρνητικά το πρόγραμμα του Εφετείου και την τεράστια προσπάθεια που γίνεται για εξάλειψη των καθυστερημένων εφέσεων σε τελικές αποφάσεις. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το Εφετείο θα πρέπει στο πλαίσιο ενός ορθολογικού προγράμματος εργασίας, να ζυγίζει τα δεδομένα κάθε έφεσης και να προβαίνει στις ανάλογες ρυθμίσεις αν κρίνει ότι κάποια έφεση θα πρέπει να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα, χωρίς να επηρεάζεται ταυτόχρονα το πρόγραμμά εργασίας του Εφετείου και η προσπάθεια εξάλειψης των καθυστερημένων εφέσεων.»
Υιοθετούμε και επαναλαμβάνουμε τα πιο πάνω.
Στην απόφαση του Εφετείου Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Α. Πάρη και Ν. Παρασκευά, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 71/23, ημερ. 18.9.2023 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα, τα οποία επίσης υιοθετούμε:
«Η αρυόμενη εκ του Άρθρου 28 του Συντάγματος Aρχή της Ισότητας, η οποία δεσμεύει το Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 35 του Συντάγματος, επιτάσσει την ίση μεταχείριση μεταξύ ίσων και την άνιση μεταχείριση μεταξύ άνισων (βλ. Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 740/2011 Κουτσελίνη - Ιωαννίδου κ.α. v. Δημοκρατίας κ.α., (2014) 3 Α.Α.Δ. 361, απόφαση πλειοψηφίας).
Ως εκ τούτου, το Εφετείο εκδικάζει κατά κανόνα τις ενώπιόν του εφέσεις με βάση την χρονολογική σειρά καταχώρησής τους, οπότε, η εκδίκαση των ενωρίτερα καταχωρηθείσων εφέσεων κανονικά προηγείται της εκδίκασης των μεταγενέστερα καταχωρηθείσων εφέσεων.
Αυτό διότι, η εκδίκαση των εφέσεων με βάση την χρονολογική σειρά καταχώρησής τους συνιστά αντικειμενικό κριτήριο που διασφαλίζει την ισότητα των ενώπιον του Δικαστηρίου εφεσειόντων, οι οποίοι καταρχήν είναι μεταξύ τους ίσοι.
Ως εύστοχα υποδείχθηκε στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 2369 Σύνδεσμος Υπεραγορών Τροφίμων Κύπρου κ.α. v. Δημοκρατίας, (1997) 3 Α.Α.Δ. 142:
«Στον καθορισμό του χρόνου ακροάσεως των εφέσεων δεν υπεισέρχονται μόνο οι ανάγκες των διαδίκων. Το θέμα είναι ευρύτερο, άπτεται της διάθεσης του χρόνου του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην άσκηση των δικαιοδοσιών του και την τήρηση της αρχής της ισότητας στη διάθεση του χρόνου.
Οι εφέσεις ορίζονται για προδικασία και ακρόαση, κατά χρονολογική σειρά. Μόνο όπου αποκαλύπτονται βάσιμοι λόγοι μπορεί να δικαιολογηθεί η παράκαμψη της σειράς, με την οποίαν ορίζονται οι εφέσεις για ακρόαση. Εκεί όπου το επείγον της ακρόασης της έφεσης αντισταθμίζει τους παράγοντες, που κατά φυσιολογική συνέπεια επενεργούν στη σειρά ορισμού των εφέσεων για ακρόαση».
Βέβαια, στην άνω Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 2369, η επίδικη αίτηση επιδίωκε την απευθείας εκδίκαση της έφεσης χωρίς να προηγηθεί προδικασία, και όχι την σύντομη εκδίκαση γενικά, χωρίς να ζητείται ειδικώς η άρση του σταδίου της προδικασίας· εντούτοις, κρίνουμε, όμως, ότι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της άνω Αναθεωρητικής Έφεσης Αρ. 2369 εκφράζει νομική αρχή η οποία δύναται να εφαρμοστεί γενικότερα επί αιτήσεως ταχείας διαδικασίας εκδίκασης εφέσεων, όπως εν προκειμένω.
Έπεται ότι, για να αποδεχτεί το Δικαστήριο αίτημα εκδίκασης έφεσης κατά προτεραιότητα έναντι των προηγουμένως καταχωρηθείσων, ο αιτητής πρέπει να αποσείσει το βάρος να αποδείξει ότι η εν λόγω έφεση διέπεται από ιδιαίτερες περιστάσεις οι οποίες, εύλογα και αντικειμενικά, την διαφοροποιούν από τις λοιπές εφέσεις, ώστε η κατ' εξαίρεση αποδοχή της αίτησής του από το Δικαστήριο να συνιστά άνιση μεταχείριση ανίσων. Διαφορετικά, η τυχόν αποδοχή της αίτησης για γρήγορη εκδίκαση θα συνιστούσε υποκειμενική, μεροληπτική και ευνοιοκρατική μεταχείριση του αιτητή, διά της οποίας το Εφετείο θα καταστρατηγούσε το Σύνταγμα.»
Με βάση τα πιο πάνω και ο δεύτερος λόγος επί του οποίου στηρίζεται το αίτημα δεν γίνεται δεκτός.
Συνεπεία των πιο πάνω το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί, χωρίς με την κατάληξη αυτή να υποβαθμίζουμε ποσώς την εν γένει σημασία της σύντομης εκδίκασης για τα διάδικα μέρη, στοιχείο απόλυτα κατανοητό και άκρως επιθυμητό σε κάθε υπόθεση. Επί τούτου να σημειώσουμε κλείνοντας ότι η διαφωνία με την κατάληξη και το περιεχόμενο μιας πρωτόδικης απόφασης είναι στοιχείο που ενυπάρχει σε κάθε έφεση και δεν δικαιολογεί προβάδισμα ή προτεραιότητα σε ό,τι αφορά τον ορισμό της.
Συνακόλουθα το αίτημα απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο