ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 54/2026, 55/2026, 56/2026, 13/3/2026
print
Τίτλος:
ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 54/2026, 55/2026, 56/2026, 13/3/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

13 Μαρτίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 54/2026)

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ,

Εφεσείοντα,

v.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

(Ποινική Έφεση Αρ.: 55/2026)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ,

Εφεσείουσα,

v.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητη.

(Ποινική Έφεση Αρ.: 56/2026)

ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΘΕΟΚΛΗ,

Εφεσείοντα,

v.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητη.

__________________________

Ν. Δημητρίου για Νίκος & Χριστόφορος Δημητρίου, για Εφεσείοντα στην 54/2026.

Δ. Τσολακίδης για Τσολακίδης & Κορέλλης Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείουσα στην 55/2026.

Α. Θ. Γιάγκου, για Εφεσείοντα στην 56/2026.

Χ. Προξένου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη στις 54/2026, 55/2026 και 56/2026.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Οι τέσσερις κατηγορούμενοι στην ποινική υπόθεση 1132/2026 παραπέμφθηκαν σε απευθείας δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λάρνακα στις 20.4.2026. Αντιμετωπίζουν από κοινού τέσσερις κατηγορίες κατά παράβαση Άρθρων του Ποινικού Κώδικα και του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/1977 όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, αντιμετωπίζουν την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της εμπορίας ναρκωτικών (1η κατηγορία), ότι στις 6.2.2026 στη Λάρνακα προμηθεύτηκαν από άγνωστο πρόσωπο περί τα 1100 γραμμάρια κάνναβης (2η κατηγορία), και κατείχαν την εν λόγω ποσότητα (3η κατηγορία) με σκοπό να προμηθεύσουν τρίτα πρόσωπα (4η κατηγορία). Ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επίσης την κατηγορία της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης, αδίκημα που φαίνεται να έχει λάβει χώραν την ίδια μέρα, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει άλλες πέντε κατηγορίες κατά παράβαση Άρθρων του Ν.29/1977. Ειδικότερα, του αποδίδονται τα αδικήματα της κατοχής σκευών για λήψη ναρκωτικών, πρόκειται για δύο ζυγαριές ακριβείας με ίχνη κάνναβης (6η κατηγορία) και ένα πλαστικό αλεστήρι με κάνναβη βάρους 0,6 γραμμαρίων (9η κατηγορία), ότι κατείχε περί τα εννέα γραμμάρια κάνναβης (7η κατηγορία) και κατείχε επίσης άλλη ποσότητα δέκα γραμμαρίων κάνναβης (8η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος 4 αντιμετωπίζει επίσης την κατηγορία της συνέργειας μετά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος και ειδικότερα ότι ενώ γνώριζε ότι οι 1ος και 3η κατηγορούμενοι ήταν ένοχοι ποινικού αδικήματος δηλαδή εμπορίας ναρκωτικών παρείχε βοήθεια σε αυτούς με σκοπό να τους δώσει τη δυνατότητα να διαφύγουν την τιμωρία.

 

Ζητήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο έκδοση διατάγματος κράτησης όλων των κατηγορούμενων μέχρι την ημερομηνία της δίκης τους στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Η εισήγηση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής βασίστηκε στην πιθανότητα καταδίκης τους όπως αυτή διαφαίνεται από το μαρτυρικό υλικό που παραδόθηκε στο Δικαστήριο και στη σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτοί αντιμετωπίζουν, για τα οποία προβλέπονται πολυετείς ποινές φυλάκισης.

 

Στο αίτημα για κράτηση των κατηγορουμένων υπήρξε ένσταση από τους συνήγορους όλων των κατηγορουμένων, οι οποίοι εισηγήθηκαν την επιβολή όρων από το Δικαστήριο για την εξασφάλιση της παρουσίας τους στη δίκη τους.

 

Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 2, 3 και 4 υποστήριξαν ότι δεν στοιχειοθετείται ο κίνδυνος φυγοδικίας σε σχέση με αυτούς, καθότι, ως ισχυρίστηκαν, από το μαρτυρικό υλικό υπάρχει ειλικρινής προσδοκία αθώωσης των εν λόγω κατηγορουμένων. Επίσης, προέβαλαν το γεγονός ότι και οι τρεις έχουν ισχυρούς δεσμούς με τη Δημοκρατία και εμφανίστηκαν μόνοι τους στην αστυνομία, μετά την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης εναντίον τους, απομακρύνει και/ή εξαλείφει τον κίνδυνο φυγοδικίας. Στις ίδιες γραμμές ήταν και η θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου 1, ο οποίος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1 και ειδικά στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Επίσης, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 κάλεσε το Δικαστήριο να αγνοήσει τις καταθέσεις προσώπων που αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού αλλά δεν περιλαμβάνονται ως μάρτυρες κατηγορίας στο κατηγορητήριο, επιχειρηματολογώντας ότι εξασθενίζει η πιθανότητα καταδίκης του.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού έκανε αναφορά στη σχετική νομολογία που διέπει το ζήτημα καθώς και στις αρχές στη βάση των οποίων έχει καθορίσει η νομολογία ότι πρέπει να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που αντιμετωπίζει τέτοιο αίτημα, κατέληξε, εξετάζοντας το μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, αλλά και αφού έλαβε υπόψη του τις προσωπικές περιστάσεις κάθε ενός των κατηγορουμένων, ότι υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας για όλους και ότι ο εν λόγω κίνδυνος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με οποιοδήποτε άλλο εναλλακτικό μέτρο εκτός από την κράτησή τους. Έτσι, διέταξε την κράτηση και των τεσσάρων κατηγορουμένων μέχρι τις 20.4.2026, ημέρα που θα παρουσιαστούν ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λάρνακα.

 

Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 καταχώρησαν τις υπό κρίση εφέσεις με τις οποίες αμφισβητούν την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Ο κατηγορούμενος 2, εφεσείοντας στην έφεση 54/2026, παραθέτει δύο λόγους έφεσης στην ειδοποίηση έφεσής του. Αντικείμενο του πρώτου λόγου έφεσης, είναι η θέση του, ότι υπήρξε πλημμελής θεώρηση από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση με την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου 2 για τις κατηγορίες 1-4 που αυτός αντιμετωπίζει, αποδίδοντας στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι λανθασμένα βασίστηκε σε πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος 2 αποθηκεύει τα ναρκωτικά τα οποία προμηθευόταν ο πρώτος κατηγορούμενος. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, προβάλλει τη θέση ότι πέραν του ότι δεν υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου 2, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στάθμισε σωστά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 2, τους δεσμούς του με την Κυπριακή Δημοκρατία και την ανυπαρξία οποιουδήποτε δεσμού με τρίτη χώρα.

 

          Η κατηγορούμενη 3, εφεσείουσα στην έφεση 55/2026, προβάλλει έξι λόγους έφεσης αμφισβητώντας την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Με τον πρώτο λόγο έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα αρχής και παράβαση των αρχών της νομολογίας στην κατάληξη του ότι υπήρχε κίνδυνος φυγοδικίας της χωρίς να δώσει τη δέουσα βαρύτητα στους ισχυρούς δεσμούς της με την Κυπριακή Δημοκρατία και το γεγονός ότι εμφανίστηκε αυτοβούλως στην αστυνομία μετά την ενημέρωσή της περί της έκδοσης εντάλματος σύλληψης εναντίον της, δεδομένα που ως ισχυρίζεται, εξουδετέρωναν τον κίνδυνο φυγοδικίας εκ μέρους της. Παραπονείται επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προσέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στις προσωπικές της περιστάσεις που αποδεικνύουν ισχυρούς δεσμούς με τη Δημοκρατία και εκ των πραγμάτων καθιστούν αμελητέα την πιθανότητα φυγοδικίας. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα κρίνοντας σωρευτικά και όχι εξατομικευμένα την πιθανότητα καταδίκης των κατηγορουμένων, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να διαχωρίσει τη μαρτυρία που αφορούσε κάθε ένα εξ αυτών σε συνάρτηση με τις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. Προβάλλεται με τον τρίτο λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τη μαρτυρία που υπήρχε για την κατηγορούμενη τόσο ενοχοποιητική αλλά και αθωωτική και κατέληξε στην κρίση του με γνώμονα μόνο τη μαρτυρία που επικαλέστηκε η Κατηγορούσα Αρχή. Ο τέταρτος λόγος έφεσης αφορά το επιχείρημα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απάντησε ουσιαστικά στις εισηγήσεις της εφεσείουσας για απόλυσή της με όρους συνοδευόμενους από τα κατάλληλα περιοριστικά μέτρα και δεν έλαβε υπόψη του ότι η προσωρινή κράτηση σύμφωνα και με την Κυπριακή αλλά και την Ευρωπαϊκή νομολογία πρέπει να είναι η έσχατη λύση που δικαιολογείται μόνο όταν οι υπόλοιπες ή άλλες διαθέσιμες επιλογές αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Με τους πέμπτο και έκτο λόγους έφεσης προβάλλονται αντίστοιχα, παραβίαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος και της αρχής της ίσης μεταχείρισης και ότι το διάταγμα κράτησης παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας του μέτρου με τον επιδιωκόμενο σκοπό, κάτι που παραβιάζει το Άρθρο 11 του Συντάγματος.

 

Τέλος, ο κατηγορούμενος 4 με την έφεση 56/2026 προβάλλει οκτώ λόγους έφεσης σύμφωνα με τους οποίους, ως η εισήγησή του, το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε αποφασίζοντας την κράτησή του. Οι λόγοι αυτοί αφορούν ουσιαστικά τους ίδιους λόγους που έχουν προβληθεί από τους άλλους δύο κατηγορούμενους με τις δικές τους εφέσεις, ειδικότερα, λανθασμένη κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την ύπαρξη κινδύνου φυγοδικίας παραγνωρίζοντας ότι ο κατηγορούμενος 4 αυτοβούλως παρουσιάστηκε στον αστυνομικό σταθμό μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψής του δύο μέρες μετά το συμβάν, και χωρίς να λάβει υπόψη τους στενούς δεσμούς του με τη Δημοκρατία. Προβάλλεται επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αναζήτησε εναλλακτικές λύσεις αντί της κράτησης, λανθασμένα έκρινε ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης όλων των κατηγορουμένων χωρίς να τους διαχωρίσει, όπως και τη μαρτυρία για κάθε ένα από αυτούς, παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας του μέτρου με τον επιδιωκόμενο σκοπό, παραβιάστηκε το δικαίωμα ελευθερίας του κατηγορούμενου χωρίς νόμο που να καθορίζει σαφώς τους λόγους για περιορισμό και αφήνοντας την απόφαση στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επηρέασε γενικά το δικαίωμα του εφεσείοντα για δίκαιη διεξαγωγή της δίκης του και το τεκμήριο αθωότητάς του.

 

Όπως φαίνεται μέσα από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, το Δικαστήριο κατέγραψε ενδελεχώς στην παράγραφο 5 της απόφασής του όλους τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν από τους τρεις κατηγορούμενους εφεσείοντες. Αφού ανέφερε τις αρχές της νομολογίας που διέπουν εξέταση αιτημάτων κράτησης και παρέπεμψε σχετικά σε νομολογία, εξέτασε την αρχική αμφισβήτηση όλων αναφορικά με την πιθανότητα καταδίκης τους παραθέτοντας, ορθά, ότι το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε αξιολόγησή του παραπέμποντας σχετικά σε νομολογία. Καταγράφει ενδελεχώς στις παραγράφους 12-16 της απόφασής του τη μαρτυρία και τη σύνδεση εκάστου των κατηγορουμένων με αυτήν και καταλήγει στην παράγραφο 17 ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης όλων των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, χωρίς βεβαίως η διαθέσιμη μαρτυρία να αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Σημειώνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτοί αντιμετωπίζουν και το γεγονός ότι σε περίπτωση καταδίκης τους ενδέχεται να τους επιβληθούν ποινές φυλάκισης αρκετών χρόνων δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην κατηγορία 4 που αντιμετωπίζουν που αφορά κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Σημειώνουμε δε, ότι η ποσότητα για την οποία κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι στην κατηγορία 4 είναι 1100 γραμμάρια κάνναβης.

 

Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο επιμελώς ασχολείται με τις προσωπικές περιστάσεις ενός εκάστου των κατηγορουμένων παραθέτοντας τους δεσμούς που έχουν όλοι με τη Δημοκρατία. Καταλήγει ότι οι δεσμοί όλων των κατηγορούμενων με τη Δημοκρατία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ισχυροί, όμως το στοιχείο αυτό δεν οδηγεί αναπόδραστα στο ότι θα πρέπει να αφεθούν «άνευ εταίρου ελεύθεροι».

 

Ασχολείται επίσης με την εισήγηση των συνηγόρων των κατηγορουμένων 3 και 4 ότι αυτοί (όπως και ο κατηγορούμενος 1) μετέβηκαν αυτοβούλως στην αστυνομία μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον τους, μάλιστα αρκετές μέρες μετά από τα γεγονότα, γεγονός που οι συνήγοροι υπεράσπισης χρησιμοποίησαν για να επιχειρηματολογήσουν ότι αδυνατίζει τον κίνδυνο διαφυγής τους. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο με παραπομπή στη σχετική πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην NIKOS KARSLIDIS ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 294/2025, ημερομηνίας 18.12.2025, όπου πραγματευτήκαμε τις διαφοροποιήσεις που προκύπτουν ως προς τις συνθήκες παράδοσης στην Αστυνομία κατηγορουμένων από τις αποφάσεις ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 607 και ΝΙΚΗΤΑ Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2011) 2 Α.Α.Δ. 54, κατέληξε ότι η αυτόβουλη μετάβαση των κατηγορουμένων 3 και 4 (όπως και του κατηγορουμένου 1) στην αστυνομία μετά την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης αποτελεί στοιχείο που δύναται να συνεκτιμηθεί, δεν είναι όμως από μόνο του καθοριστικό, ούτε αρκεί να αναιρέσει τον κίνδυνο διαφυγής των κατηγορουμένων. Σημείωσε επίσης το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό μόλις οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιλήφθηκαν την παρουσία της αστυνομίας προσπάθησαν να διαφύγουν, ο κατηγορούμενος 1 πεζός και ανακόπηκε, ενώ ο κατηγορούμενος 2 στο όχημα του οποίου επέβαινε η κατηγορουμένη 3 αναχώρησε με το όχημά του με μεγάλη ταχύτητα κτυπώντας αστυνομικά οχήματα μέχρι να ανακοπεί και σχετικά αντιμετωπίζει την κατηγορία 5 που αφορά το αδίκημα της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης. Ο δε κατηγορούμενος 4 γνωρίζοντας από τον κατηγορούμενο 1 τι είχε συμβεί μετέβηκε με το αυτοκίνητό του, παρέλαβε τον κατηγορούμενο 1 και ακολούθως την κατηγορουμένη 2, και τους παρείχε βοήθεια με σκοπό να τους δώσει τη δυνατότητα να διαφύγουν τόσο τη σύλληψη όσο και την τιμωρία και σχετικά αντιμετωπίζει την κατηγορία 11 στο κατηγορητήριο. Επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ως ανωτέρω.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε επίσης με την εισήγηση του συνηγόρου της κατηγορουμένης 3 ότι σε άλλες υποθέσεις που η ποσότητα ναρκωτικών ήταν παρόμοια με αυτά της παρούσας υπόθεσης, η Νομική Υπηρεσία εισηγήθηκε όπως οι κατηγορούμενοι αφεθούν ελεύθεροι με όρους. Ανέφερε ότι δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου η αρχή της ίσης μεταχείρησης που θα πρέπει να διέπει την Κατηγορούσα Αρχή σε υποβολή αιτημάτων κράτησης, σχετική είναι η ΡΙΧΑΡΔΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Υπόθεση 14/2026, ημερομηνίας 28.1.2026, αλλά σημείωσε ότι κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της ιδιαίτερων γεγονότων, του συνόλου του μαρτυρικού υλικού και των περιστάσεων που την περιβάλλουν.

 

Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη δίκη των κατηγορουμένων ο οποίος σύμφωνα με τη νομολογία δεν εξετάζεται κατά απομόνωση, αλλά σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης παραπέμποντας στην υπόθεση TASEV v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 126/2016, ημερομηνίας 1.8.2016 και έκρινε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την εμφάνιση των κατηγορουμένων στο Κακουργιοδικείο, υπενθυμίζουμε, είναι 20.4.2026 και ώρα 8:45, δεν είναι υπό τις περιστάσεις υπερβολικό.

 

Όπως και σε κάθε περίπτωση αμφισβήτησης πρωτόδικης απόφασης αναφορικά με το θέμα κράτησης, το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος. Συγκεκριμένα δε, σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας.

 

Στην πρόσφατη απόφασή μας DAMASCHIN v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 299/2025, ημερομηνίας 19.12.2025, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Είναι προφανές ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος. Συγκεκριμένα δε, σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας. Για σκοπούς πληρότητας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286».

 

Αναφορικά με τους δεσμούς που έχουν κάθε ένας από τους κατηγορούμενους-εφεσείοντες με τη Δημοκρατία παραπέμπουμε τα όσα αναφέραμε πρόσφατα στην απόφαση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CORNECI, Ποινική Έφεση 6/2026, ημερομηνίας 19.1.2026:

 

«Απαύγασμα της νομολογίας αποτελεί η αναγκαιότητα διαπίστωσης δεσμών με τον τόπο και τους ανθρώπους τέτοιων ώστε να θεωρείται ότι η ύπαρξη τους αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής προς αποφυγή της δίκης. Ως είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε στην PATEL v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικής Έφεση 293/2025, ημερομηνίας 11.12.2025:

«Είναι ορθό, παράλληλα, να επαναληφθεί, και, επίσης, να καταστεί αντιληπτό, ότι, ακόμη και η διαπίστωση δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εξαντλεί το θέμα υπέρ της επιβολής όρων εγγύησης. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε ότι ουδέποτε θα διατασσόταν η κράτηση Κύπριου πολίτη, ο οποίος, κατά Τεκμήριο, έχει τέτοιους δεσμούς. Ως εξηγείται στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω):

«...είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του».»

Επομένως, ασχέτως του πως μπορεί να χαρακτηριστούν οι δεσμοί ενός προσώπου με τον τόπο και τους ανθρώπους, ισχυροί ή χαλαροί, το ζητούμενο δεν παύει να είναι η επίπτωση που δυνατόν να έχουν επί του κινδύνου μη προσέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Πάντοτε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανάγκης για ορθή απονομή δικαιοσύνης και, επί του προκειμένου ζητήματος, έχοντας κατά νου ότι αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση.»

 

Πολύ πρόσφατα στην απόφασή μας ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΦΛΟΥΡΟΥ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις: 41/2026, 42/2026, 43/2026, 44/2026, 45/2026, ημερομηνίας 27.2.2026 είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε και πάλι με παρόμοια ζητήματα. Παραπέμπουμε στο εξής απόσπασμα από την απόφασή μας  το οποίο ισχύει, κατ’ αναλογία, και στην παρούσα υπόθεση.

 

«Δεν θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε, είτε στον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε το υπό κρίση θέμα αναφορικά με όλους τους κατηγορουμένους, είτε στις διαπιστώσεις του. Οι προσωπικές περιστάσεις κάθε ενός από τους κατηγορούμενους δεν αποτελούσαν ιδιαίτερες περιστάσεις ώστε να έχρηζαν διαφορετικής θεώρησης. Ούτε η απουσία δεσμών με άλλη χώρα δίδει τέτοια διάσταση στις προσωπικές τους περιστάσεις.

[…]

Δεν διαπιστώνουμε στην όλη διεργασία στην οποία προέβηκε η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής, να παρέλειψε να λάβει υπ' όψιν οτιδήποτε αφορούσε τον κάθε έναν από τους κατηγορουμένους. Το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης δεν φανερώνει τέτοια παράλειψη. Περαιτέρω, απολύτως δικαιολογημένα είναι τα συμπεράσματα στα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε. Η υπόθεση, στο στάδιο αυτό, δεν εξεταζόταν ως ακρόαση της ουσίας της και ορθά το μαρτυρικό υλικό εξετάστηκε στην όψη του και μόνο. Από αυτό, κρίνουμε ορθή τη διαπίστωση περί ικανοποίησης πιθανότητας καταδίκης όλων των κατηγορουμένων. Δεν θα πρέπει να απομονώνονται τα στοιχεία του μαρτυρικού υλικού με αναφορά στον κάθε έναν κατηγορούμενο ξεχωριστά. Υπήρχε στο μαρτυρικό υλικό τέτοια διασύνδεση των στοιχείων που προβλήθηκαν που δικαιολογεί τις διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπ' όψιν και της φύσης των αδικημάτων τα οποία οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και τα οποία τους αποδίδουν ενέργειες ως ομάδα.

Δικαιολογημένη και, εν πάση περιπτώσει, εντός του επιτρεπτού πλαισίου είναι και η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά τη συνεκτίμηση των προσωπικών περιστάσεων του κάθε ενός των κατηγορουμένων με τα αντικειμενικά κριτήρια που αφορούν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Με βάση τις νομολογιακές αρχές, ως ανωτέρω παρατίθενται, καθ' όλα επιτρεπτό είναι το σχετικό συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

Ούτε το παράπονο των κατηγορουμένων για μη ενασχόληση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με εισηγήσεις τους για εναλλακτικούς τρόπους εξασφάλισης της παρουσίας τους είναι δικαιολογημένο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε το ότι οι συνήγοροι εισηγήθηκαν επιβολή όρων από το Δικαστήριο, κάτι που δεικνύει ότι έλαβε υπ' όψιν του τις εισηγήσεις αυτές. Για τους λόγους τους οποίους εξήγησε, έκρινε ότι κανένας από τους κινδύνους αυτούς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με οποιονδήποτε άλλο εναλλακτικό μέτρο, εκτός από την κράτηση των κατηγορουμένων. Είχε, στο πλαίσιο της απόφασής του, εξηγήσει ότι ο κανόνας ότι ένας κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος κάμπτεται μόνο κατ' εξαίρεση, εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Επομένως, δεν διαπιστώνουμε οποιαδήποτε ουσιαστική παράλειψη από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Εξηγείται πλήρως το γιατί το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ως αποφάσισε.»

 

Και στην παρούσα περίπτωση, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε τα ενώπιόν του δεδομένα με ισορροπημένο, σφαιρικό και ακριβοδίκαιο τρόπο. Εφάρμοσε τις αρχές της νομολογίας τόσο των Κυπριακών Δικαστηρίων όσο και του ΕΔΑΔ, χωρίς να υφίσταται πεδίο επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση. Στην απόφασή μας απαντούμε όλους τους λόγους έφεσης που προβάλλονται με κάθε μία από τις υπό κρίση εφέσεις, οι οποίοι κρίνονται αβάσιμοι.

 

Συνακόλουθα των ως άνω, οι Ποινικές Εφέσεις 54/2026, 55/2026 και 56/2026 απορρίπτονται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο