QUSAI MERZO v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 57/2026, 13/3/2026
print
Τίτλος:
QUSAI MERZO v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 57/2026, 13/3/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 57/2026)

 

13 Μαρτίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

QUSAI MERZO,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

___________________________

 

Χ. Κ. Φελλάς, για τον Εφεσείοντα. 

Α. Γιάλλουρου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ο εφεσείων αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Συγκεκριμένα του αποδίδεται ότι, στις 9.2.2026, προμηθεύτηκε από άγνωστο πρόσωπο, είχε στην κατοχή του και είχε στην κατοχή του με σκοπό να προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα 68 γραμμάρια κάνναβης.

 

Κατά την ημερομηνία εμφάνισης ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ζητήθηκε χρόνος ώστε ο εφεσείων να απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε το αίτημα και όρισε την υπόθεση για απάντηση στις κατηγορίες στις 26.3.2026.

 

Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ζητήθηκε, πρωτοδίκως, όπως ο εφεσείων παραμείνει υπό κράτηση στη βάση πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μεσοδιάστημα.

 

Προς υποστήριξη του αιτήματος αυτού, τέθηκε, από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, μέρος του μαρτυρικού υλικού καθώς επίσης και δέσμη αντιγράφων κατηγορητηρίων εκκρεμουσών υποθέσεων που ο εφεσείων αντιμετωπίζει. Ως προκύπτει, από την πρωτόδικη απόφαση, το τι τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αφορά πέντε εκκρεμούσες υποθέσεις, οι οποίες αποδίδουν στον εφεσείοντα, αντιστοίχως, αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και κλοπής, με φερόμενο χρόνο διάπραξης την 8.5.2025, αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και πλημμελήματος, τραυματισμού, κοινής επίθεσης, εισόδου σε ξένη περιουσία, κακόβουλης βλάβης και μεταφοράς μάχαιρας εκτός κατοικίας, με φερόμενο χρόνο διάπραξης την 6.1.2025, αδίκημα παράνομης κατοχής περιουσίας, με φερόμενο χρόνο διάπραξης την 23.7.2025, αδίκημα κλοπής, με φερόμενο χρόνο διάπραξης την 21.12.2024 και αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξη ποινικού αδικήματος, απειλής και κακόβουλης βλάβης, με φερόμενο χρόνο διάπραξης την περίοδο 1.8.2025‑31.8.2025.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην απόφασή του, αφού ανέλυσε τη σχετική με το θέμα νομολογία, εξέτασε τα ενώπιόν του στοιχεία ως είχαν τεθεί προς υποστήριξη του αιτήματος και κατέληξε ότι δικαιολογείτο το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής. Διέταξε, ως αποτέλεσμα, την κράτηση του εφεσείοντα μέχρι την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης.

 

Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με επτά λόγους έφεσης. Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα αρχής σε σχέση με τις νομολογιακές αρχές αναφορικά με το θέμα κράτησης μέχρι τη δίκη και κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων. Προβάλλεται ότι τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν αρκετά ώστε να καταδεικνύουν κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, καθ' ότι το τελευταίο διάστημα ο εφεσείων δεν είχε διαπράξει άλλα αδικήματα. Αναφορά γίνεται στο γεγονός ότι ο εφεσείων είναι πρώην ασυνόδευτος ανήλικος ο οποίος προσπαθεί να δημιουργήσει ένα μέλλον στην Κυπριακή Δημοκρατία στην οποία διαμένει ως αιτητής πολιτικού ασύλου και έχει αρχίσει να εργάζεται για λίγες μέρες τον μήνα.

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης αποδίδει σφάλμα στο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι υπήρχε πιθανότητα καταδίκης ενώ παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας κατά την εξέταση του κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων. Προβάλλεται ότι το συμπέρασμα περί ισχυρής εντύπωσης ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης αδικημάτων είναι λανθασμένο επειδή το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε το γεγονός ότι το διαθέσιμο αποδεικτικό υλικό δικαιολογούσε ο εφεσείων να αφεθεί ελεύθερος με όρους εν όψει ισχυρής πιθανότητας αθώωσης, δεδομένου του τεκμηρίου της αθωότητας.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται πλημμελής προσέγγιση του Δικαστηρίου σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας αναφορικά με το υπό κρίση θέμα. Προβάλλεται ότι το Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία ώστε να καταδείξει κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων, μη λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι τα αδικήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται είναι διαφορετικά από αυτά που επικαλέστηκε η Κατηγορούσα Αρχή.

 

Ο τέταρτος λόγος έφεσης προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση ως αναιτιολόγητη. Προβάλλεται μη τεκμηρίωση και αοριστία στη διαταγή του Δικαστηρίου, καθώς επίσης ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψιν τα προσωπικά περιστατικά και οι προσωπικοί λόγοι οι οποίοι δικαιολογούσαν την απόλυση του εφεσείοντα με εγγύηση, ενώ λανθασμένα δεν έγινε αποδεκτή η πρόταση της Υπεράσπισης για να αφεθεί ο εφεσείων ελεύθερος υπό όρους.

 

Ο πέμπτος λόγος έφεσης αποδίδει σφάλμα στο πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς την κατάληξη αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Προβάλλεται ότι η κατάληξη αυτή είναι εσφαλμένη εν όψει της φύσης των αδικημάτων και του ισχυριζόμενου τρόπου διάπραξής τους. Επίσης, ότι λανθασμένα κρίθηκε ότι τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης είναι παρεμφερή με τις εκκρεμούσες υποθέσεις που αντιμετωπίζει ο εφεσείων.

 

Ο έκτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι εφαρμόστηκαν λανθασμένα οι αρχές που αφορούν την προφυλάκιση, ενώ δεν εξετάστηκαν καθόλου οι εναλλακτικοί όροι οι οποίοι προτάθηκαν από την Υπεράσπιση. Προβάλλεται ότι το Δικαστήριο βασίστηκε σε άλλες υποθέσεις κατά τη διάπραξη των οποίων ο εφεσείων ήταν ανήλικος, ενώ δεν εξετάστηκε καθόλου η επιβολή όρων αντί κράτησης.

 

Τέλος, ο έβδομος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπ' όψιν του την αρχή της ισότητας αδικοπραγούντων. Προς τούτο προβάλλεται ότι ενώ τα ναρκωτικά εντοπίστηκαν στο όχημα ιδιοκτησίας άλλου προσώπου αυτός δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Έχουμε με μεγάλη προσοχή ακούσει και εξετάσει τα όσα οι δύο συνήγοροι έχουν θέσει ενώπιόν μας με την επιχειρηματολογία τους. Μας έχει, επίσης, απασχολήσει καθετί σχετικό με την υπό κρίση διαδικασία. Δεδομένου του ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος, στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιόν του, χρήσιμη είναι η επανάληψη των αρχών που αφορούν την ευχέρεια του Εφετείου να επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.» 

 

Από το περιεχόμενο των λόγων έφεσης και την αιτιολογία αυτών διαπιστώνεται η ύπαρξη τέτοιας συνάφειας ώστε να παρέχεται ευχέρεια για παράλληλη εξέτασή τους μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης απόφασης και κρίσης.

 

Όπως υποδείξαμε στην IGNATOVA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 268/2025, ημερομηνίας 14.10.2025:

 

«Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 111/2025, ημερομηνίας 29.5.2025 λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων:

«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων συνοψίστηκαν στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής:

«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.
(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση
Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως προαναφέρθηκε, ανέλυσε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν το θέμα της κράτησης ευρύτερα, με αναφορά στις τρεις αυτοτελείς βάσεις επί των οποίων μπορεί να βασιστεί διαταγή κράτησης ενός προσώπου ως υποδίκου, ήτοι τον κίνδυνο φυγοδικίας, τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων και τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων. Εξετάζοντας την αυτοτελή βάση του κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας αναφερθεί στη μαρτυρία με βάση την οποία, στην όψη της, ο εφεσείων συνδέεται με τα αδικήματα, κατέγραψε το τι ο εφεσείων αντιμετωπίζει ως εκκρεμούσες υποθέσεις. Λαμβάνοντας υπ' όψιν τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία ο εφεσείων αντιμετωπίζει, τόσο στην υπό κρίση υπόθεση, όσο και στις εκκρεμούσες υποθέσεις, σε συνδυασμό με τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δημιουργείται ισχυρή πεποίθηση ότι υπάρχει κίνδυνος διάπραξης αδικημάτων σε περίπτωση που ο εφεσείων αφήνετο ελεύθερος.

 

Στο πλαίσιο της απόφασής του, με σαφήνεια υπέδειξε ότι αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία κάθε ατόμου και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση και κατά συνέπεια η πρώτη επιλογή είναι πάντοτε η απόλυση υπό όρους, δεδομένου και του τεκμηρίου αθωότητας. Αναφορικά δε με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του, δεν παρέλειψε να αναγνωρίσει ότι τα αδικήματα στις εκκρεμούσες υποθέσεις δεν ήταν τα ίδια με τα αδικήματα στην υπό κρίση υπόθεση, όμως εξήγησε ότι επρόκειτο για ανάλογης σοβαρότητας αδικήματα, τα οποία είχαν τέτοια χρονική εγγύτητα που επέτρεπε τη διαπίστωση ροπής του εφεσείοντα προς την παρανομία. Έλαβε, περαιτέρω, υπ' όψιν του, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι τα αδικήματα που αποδίδονται στον εφεσείοντα φέρονται να διαπράχθηκαν ενόσω αυτός βρισκόταν ελεύθερος στο πλαίσιο των υπολοίπων υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον του.

 

Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε και αποφάσισε το υπό κρίση ζήτημα. Τα δεδομένα που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιόν του του επέτρεπαν να καταλήξει στις ως άνω διαπιστώσεις, αποφασίζοντας, στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, υπέρ της κράτησης του εφεσείοντα. Καθ' όλα δικαιολογημένο, υπό τας περιστάσεις, και επαρκώς αιτιολογημένο διαπιστώνεται να είναι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την τάση του εφεσείοντα προς διάπραξη αδικημάτων, σε βαθμό που αντισταθμίζοντας την ελευθερία του, από τη μια, με την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου γενικά, από την άλλη, να υπερτερεί η προστασία του κοινωνικού συνόλου. Δεν υφίσταται πεδίο επέμβασής μας στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία κρίνεται πλήρως αιτιολογημένη, απόρροια των ενώπιόν του στοιχείων.

 

Ορθή, επίσης, είναι και η απόδοση σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσείων φέρεται να διέπραξε τα αδικήματα ενώ ήταν ελεύθερος στο πλαίσιο άλλων υποθέσεων που αντιμετώπιζε. Ως εξηγήσαμε στην IGNATOVA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (ανωτέρω), κάτι τέτοιο μπορεί να αποτελέσει επιπρόσθετο στοιχείο προς υποστήριξη του δικαιολογημένου διαταγής κράτησης (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΝΤΕΜΛΟΖ, Ποινική Έφεση 100/25, ημερομηνίας 24.4.2025, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Ποινική Έφεση 84/24, ημερομηνίας 16.4.2024, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. MOHAMMAD SERAQ κ.ά, Ποινική Έφεση 269/24, ημερομηνίας 23.1.2025).

 

Είναι η κρίση μας ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ικανοποιείτο η συγκεκριμένη βάση κράτησης, χωρίς να παραλείπει να λάβει υπ' όψιν οτιδήποτε σχετικό. Άνευ ερείσματος είναι τα παράπονα του εφεσείοντα στους λόγους έφεσής του. Άνευ ερείσματος είναι, επίσης, τα όσα προβάλλονται σε σχέση με επιβολή όρων εγγύησης ή υιοθέτηση σχετικής εισήγησης από πλευράς εφεσείοντα. Ως έχουμε υποδείξει στην ΝΕΣΤΩΡΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 26/2026, ημερομηνίας 10.2.2026:

 

«Έχοντας, συνεπώς, κριθεί ότι υφίστατο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι την επόμενη δικάσιμο, το θέμα τελειώνει εδώ. Ως λέχθηκε στην ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 109: «Έχουμε την άποψη πως από τη στιγμή που διαπιστώνεται η πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων και η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορουμένου με εγγυήσεις.  Η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα των κατηγορουμένων περιλαμβανομένου και εκείνου της ατομικής ελευθερίας».
(Βλ. επίσης ΧΡΙΣΤΟΥ
v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 309/2025, ημερομηνίας 13.1.2026, ΦΛΟΥΡΟΥ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 41/2026, 42/2026, 43/2026, 44/2026 και 45/2026, ημερομηνίας 27.2.2026).»

 

Τέλος, το γεγονός ότι δεν διώχθηκε άλλο πρόσωπο στην υπό κρίση υπόθεση ουδόλως καθιστά τον εφεσείοντα θύμα άνισης μεταχείρισης. Τα γεγονότα, ως κατ’ ισχυρισμόν προβάλλονται, δεν υποστηρίζουν ανάμειξη άλλου προσώπου.

  

Για τους λόγους που αναλύουμε πιο πάνω, καθ' όλα επιτρεπτή κρίνεται η πρωτόδικη κατάληξη.

 

Ως αποτέλεσμα, η παρούσα έφεση κρίνεται αβάσιμη στο σύνολό της και ως τέτοια απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο