W. S. v. J. I. K., Πολιτική Έφεση Αρ.: E58/25, 12/3/2026
print
Τίτλος:
W. S. v. J. I. K., Πολιτική Έφεση Αρ.: E58/25, 12/3/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: E58/25)

i-justice

 

12 Μαρτίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

W. S.

Εφεσείων

 

v.

 

J. I. K.

Εφεσίβλητη

 

--------------------

 

 

Χ. Χατζηελευθερίου, για Μ. Νεοφύτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα

Κ. Καρατσής, για N. Pirilides & Associates LLC, για Εφεσίβλητη

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Ο Εφεσείων προσβάλλει την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 21.5.25, με την οποία, αποδεχόμενο προδικαστική ένσταση, έκρινε ότι στη βάση του Άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου δεν είχε γενική δικαιοδοσία να επιληφθεί θεμάτων γονικής μέριμνας των τεσσάρων ανηλίκων τέκνων των διαδίκων  (ηλικίας 3, 8, 11, 14 ετών).

 

Με την εναρκτήρια αίτηση του, ημερομηνίας 30.6.22, ο Εφεσείων αιτείτο τη γονική μέριμνα, επιμέλεια, φύλαξη και φροντίδα των τέκνων του, τον καθορισμό του δικού του τόπου διαμονής ως τόπου διαμονής των τέκνων, τη ρύθμιση της επικοινωνίας τους με την Εφεσίβλητη μητέρα τους και την απαγόρευση εξόδου των τέκνων από τη Δημοκρατία.

 

Ο Εφεσείων δέχεται ότι είναι Κύπριος υπήκοος, με καταγωγή από την Ιορδανία. Στην εν λόγω εναρκτήρια αίτηση του ισχυριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι η Εφεσίβλητη έχει Πολωνική και Γερμανική υπηκοότητα, ότι με την Εφεσίβλητη είχαν τελέσει πολιτικό γάμο το 2008, ότι διέμεναν στη Λεμεσό, ότι μέχρι το 2019 είχαν αποκτήσει τα τέσσερα τέκνα τους και ότι ζούσαν ευτυχισμένοι μέχρι τον Μάρτιο του 2021, που επήλθε διάσταση στη σχέση τους και έκτοτε ζουν χωριστά. Ειδικότερα, ήταν η θέση του ότι στις 6.3.21, εντελώς ξαφνικά και ενώ ο ίδιος ευρίσκετο σε επαγγελματικό ταξίδι στο εξωτερικό, η Εφεσίβλητη τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς ότι αναχωρούσε αεροπορικώς με τα παιδιά τους, με προορισμό τη Γερμανία, για να φροντίζει τη γιαγιά της η οποία κατ’ ισχυρισμόν ήταν άρρωστη. Στην πορεία τον διαβεβαίωνε ότι θα επιστρέψει με τα παιδιά τους μόλις το επέτρεπε η υγεία της γιαγιάς. Ο ίδιος επικοινωνούσε καθημερινά με τα παιδιά μέσω βιντεόκλησης, τους έστελλε χρήματα και τα επισκέφθηκε κάποιες φορές στη Γερμανία. Ξαφνικά όμως, περί τον Σεπτέμβριο του 2021, η Εφεσίβλητη τού ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να μείνει στη Γερμανία. Λόγω της εξέλιξης αυτής, ο ίδιος αφενός κατήγγειλε την Εφεσίβλητη στην Αστυνομία Κύπρου για απαγωγή και αφετέρου, μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης, προώθησε στη Γερμανία διαδικασία επιστροφής βάσει της Σύμβασης της Χάγης του 1980 για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών, («η Σύμβαση της Χάγης»), την οποία κύρωσε ο Ν.11(ΙΙΙ)/1994.

 

Με την Υπεράσπιση της ημερομηνίας 9.11.22, η Εφεσίβλητη ήγειρε προδικαστική ένσταση προβάλλοντας ότι ο Εφεσείων δεν νομιμοποιείται «… να εγείρει την παρούσα διαδικασία και/ή να διεκδικεί τις αιτούμενες θεραπείες καθ’ ότι το Σεβαστό Δικαστήριο στερείται κατά τόπο αρμοδιότητας και/ή δεν έχει κατά τόπο δικαιοδοσία και/ή αρμοδιότητα να υπεισέλθει και/ή να εξετάσει και/ή να επιλύσει τα επίδικα θέματα γονικής μέριμνας που αφορούν τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων που εγείρονται τα οποία από τις 6/3/2021 μέχρι και σήμερα διαμένουν στη Γερμανία και όχι στην Κύπρο».

 

Σχετικά με την προδικαστική ένσταση, η Εφεσίβλητη προέβαλε πως τα θέματα που αφορούν την επιστροφή των τέκνων έχουν ήδη αποφασιστεί στις 10.6.22 από το Οικογενειακό Δικαστήριο του Ντίσελντορφ Γερμανίας. Αυτό έγινε σε αίτηση την οποία καταχώρισε ο Εφεσείων τον Απρίλιο του 2022, ζητώντας επιστροφή των τέκνων βάσει της Σύμβασης της Χάγης (Υπόθεση 269F../22). Το Γερμανικό Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τη γνώμη των παιδιών, απέρριψε την αίτηση εκείνη, με έξοδα εις βάρος του Εφεσείοντος. Η εν λόγω πρωτόδικη απόφαση (10.6.22) κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη κατόπιν απόρριψης της έφεσης του Εφεσείοντος από Γερμανικό Εφετείο, τον Αύγουστο του 2022.

 

Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι ο γάμος της με τον Εφεσείοντα είχε κλονιστεί από τον Ιανουάριο του 2021, οπότε και αποφάσισαν από κοινού να χωρίσουν και περαιτέρω όπως η ίδια μετακομίσει μόνιμα στη Γερμανία μαζί με τα τέκνα τους, λόγω προβλημάτων που είχαν τα δύο εκ των τέκνων στο σχολείο, καθώς και για να έχουν όλα τα τέκνα καλές επιλογές εκπαίδευσης στη Γερμανία. Στις 6.3.21, όταν αναχώρησε με τα ανήλικα, το έπραξε με τη σύμφωνη γνώμη του Εφεσείοντος, ο οποίος και θα ακολουθούσε σε μεταγενέστερο στάδιο για μόνιμη εγκατάσταση, προκειμένου να βρίσκεται κοντά στα παιδιά τους. Ο δε Εφεσείων είχε δώσει τη ρητή συγκατάθεση του για το ταξίδι, τη μετεγκατάσταση τους και την εγγραφή των παιδιών στα Γερμανικά σχολεία ενώ απέστειλε πακέτα με ρούχα και κατέβαλε χρήματα για να αγοράσει η ίδια αυτοκίνητο, για πληρωμή ενοικίου και προέβη σε σειρά άλλων ενεργειών που καταδεικνύουν τη συγκατάθεση του για την εγκατάσταση στο Γούππερταλ (Wuppertal) της Γερμανίας. Η ίδια καταχώρισε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού αφενός στις 5.8.22 αίτηση διαζυγίου και αφετέρου στις 11.8.22 αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση της (πρωτόδικης) απόφασης του Γερμανικού Δικαστηρίου για το θέμα της απαγωγής.

 

Ήταν επίσης η θέση της Εφεσίβλητης δικογραφικά πως αργότερα ο Εφεσείων άλλαξε γνώμη, οπότε τον Ιανουάριο του 2022 την κατήγγειλε στην Κυπριακή Αστυνομία για αρπαγή και κατακράτηση των παιδιών (Π.Κ.248). Βάσει της καταγγελίας αυτής εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης («ΕΕΣ»), δυνάμει του οποίου η ίδια συνελήφθη και μεταφέρθηκε στην Κύπρο στις 6.10.22, όπου ακολούθως αντιμετώπισε σχετικά την ποινική υπόθεση 18106/22.

 

Στην Απάντηση, την οποία καταχώρισε στις 21.2.23, ο Εφεσείων ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι με την εκ μέρους της Εφεσίβλητης καταχώριση αίτησης διαζυγίου (5.8.22), η Εφεσίβλητη αποδέχθηκε τη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού με βάση τα Άρθρα 3 και 12 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 και τα Άρθρα 10, 12 και 20 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1111. Σε σχέση με την απόφαση των Γερμανικών Δικαστηρίων επί τη βάσει της Σύμβασης της Χάγης, υποστήριξε ότι δεν συνιστά απόφαση διαζυγίου ή γονικής μέριμνας και εν πάση περιπτώσει, η απόφαση εκείνη δεν έχει αναγνωριστεί στην Κύπρο, οπότε η Εφεσίβλητη δεν μπορεί να την επικαλείται.

 

Αίτηση για Προδικαστική Εκδίκαση

 

Πρωτοδίκως, μετά την Κλήση για Οδηγίες (21.2.23), ακολούθησε αλλαγή δικηγόρου της Εφεσίβλητης (5.4.23) και εν συνεχεία αίτηση εκ μέρους της, ημερομηνίας 19.10.23, για προδικαστική εκδίκαση της ένστασης περί έλλειψης δικαιοδοσίας. Με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, η πρωτόδικη Δικαστής στις 6.11.23 ενέκρινε αυτή την αίτηση, δίδοντας και ημερομηνία για την προδικαστική εκδίκαση. Παραδόξως όμως έδωσε και οδηγίες όπως αμφότεροι οι διάδικοι καταχωρίσουν έκαστος ένορκη δήλωση μέχρι τότε, πράγμα το οποίο και έπραξαν εν τέλει στις 15.3.24. Ο Εφεσείων καταχώρισε οκτασέλιδη ένορκη δήλωση, συνοδευόμενη μάλιστα από 13 έγγραφα ως τεκμήρια. Εκ μέρους της Εφεσίβλητης παρουσιάστηκε επτασέλιδη ένορκη δήλωση ενός εκ των δικηγόρων της, συνοδευόμενη από τρία έγγραφα ως τεκμήρια. Όπως εξηγείτο, η Εφεσίβλητη είχε αθωωθεί στην προαναφερθείσα ποινική υπόθεση στις 31.5.23, οπότε και επέστρεψε στη Γερμανία, αδυνατώντας να έλθει ξανά στην Κύπρο για σκοπούς της ένορκης δήλωσης. Λίγες ημέρες μετά την αναχώρηση της, ήτοι στις 21.6.23 απέσυρε και την αίτηση διαζυγίου, που είχε καταχωρίσει.

 

Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τον λόγο για τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την καταχώριση ενόρκων δηλώσεων. Μπορούμε όμως με βεβαιότητα να πούμε ότι συνιστούσε εσφαλμένη ενέργεια, η οποία μάλιστα ενέπλεξε το πρωτόδικο Δικαστήριο σε κάποιες ανεπίτρεπτες, σε τέτοιου είδους διαδικασία, αξιολογικές κρίσεις μαρτυρίας κατά την απόφαση του. Σημειώνουμε επί παραδείγματι τον σχολιασμό για τη Βεβαίωση Διαμονής από Κοινοτάρχη (Τεκμήριο 3), τις Βεβαιώσεις από τον Ο.Α.Υ. (Τεκμήριο 5) και την Επιστολή της Astro Bank (Τεκμήριο 10).

 

Δραττόμαστε δε, της ευκαιρίας να υπενθυμίσουμε ότι διαταγή προδικαστικής εκδίκασης νομικού σημείου δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ, σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι σε εκείνες στις οποίες τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση (βλ. Χ¨ Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ (1992)        1 Α.Α.Δ. 949, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ ν. Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. (1991) 1 Α.Α.Δ. 225). Όπως τονίστηκε στην Πιερίδης ν. Keshishian κ.ά. (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 24 «[Τ]ίθεται ζήτημα νομικού σημείου το οποίο μπορεί να εκδικαστεί προκαταρκτικά, μόνο πάνω στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Κάθε δε τέτοιο σημείο υποχρεωτικά κρίνεται με γνώμονα τη δοσμένη πραγματική θεμελίωση του» (βλ. και Liberty Life Insurance Company Ltd v. Παναγιώτου κ.ά. (2014) 1(A) Α.Α.Δ. 558). Η προδικαστική εκδίκαση αφορά νομικό σημείο και σε καμμιά περίπτωση δεν ισοδυναμεί με ακρόαση της υπόθεσης, εμπεριέχουσα αξιολόγηση μαρτυρίας. Ουσιαστικά το πρωτόδικο Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να βεβαιώνεται ότι υπάρχει το υπόβαθρο αδιαμφισβήτητων ή παραδεκτών γεγονότων και μόνο τότε να εκδίδει διαταγή προδικαστικής εκδίκασης νομικού σημείου, εάν πληρούνται βέβαια και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις.

 

Δεν χρειάζεται να δώσουμε άλλη συνέχεια στο διαδικαστικό αυτό σφάλμα. Ούτε χρειάζεται να αναφερθούμε στο εκτενές περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων. Αρκούμαστε στο να σημειώσουμε ότι το υπόβαθρο γεγονότων το οποίο επικαλέστηκαν τα μέρη και το οποίο εν τέλει χρησιμοποίησε το πρωτόδικο Δικαστήριο για την επίλυση του νομικού σημείου, όντως προέκυπτε ως αδιαμφισβήτητο και παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων, ως θα διαφανεί κατωτέρω. Εννοείται πως δεν θα απασχολήσει οποιοσδήποτε πρωτόδικος σχολιασμός ή και αξιολόγηση για αμφισβητούμενα ζητήματα γεγονότων. Ειδικότερα, μετά από παραπομπή στις υποθέσεις Ζήνωνος ν. Ζησάκη (2009) 1 Α.Α.Δ. 661 και Γιαννόπουλος ν. Γιαννοπούλου (2010) 1 Α.Α.Δ. 1917, η πρωτόδικη Δικαστής κατέγραψε ως εξής το κοινό υπόβαθρο γεγονότων και την κατάληξη της:

 

«Όπως προκύπτει από τα όσα ανωτέρω κατέγραψα, κατά το χρόνο καταχώρησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης, ήτοι την 30/6/22, είχε ήδη εκδοθεί η Πρωτόδικη απόφαση στο Δικαστήριο του Ντίσελντορφ (10/6/22) με την οποία δεν διατάχθηκε η επιστροφή των ανηλίκων στην Κύπρο, η οποία επικυρώθηκε στις 19/8/22.

 

Τα ανήλικα ήδη βρίσκονταν στην Γερμανία αδιάλειπτα για 15 μήνες, φοιτούσαν σε σχολεία εκεί, (τουλάχιστον τα τρία μεγαλύτερα παιδιά αφού το μικρότερο ήταν μόλις 21 μηνών), διέμεναν σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Γερμανία με την μητέρα τους, είχαν ήδη αποκτήσει (πριν από τη μετακίνηση τους) την Γερμανική υπηκοότητα, παρά το γεγονός ότι ο αιτητής είναι κύπριος υπήκοος τα ανήλικα δεν απέκτησαν την Κυπριακή Υπηκοότητα, ενώ δεν έχουν, πλην του πατέρα τους, οποιοδήποτε άλλο συγγενή στην Κύπρο σε αντίθεση με τη Γερμανία στην οποία βρίσκονται συγγενείς τους.

 

Συνακόλουθα, με βάση τα όσα ανέφερα, κρίνω ότι κατά την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης, η οποία αφορά στη ρύθμιση της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, τα ανήλικα δεν είχαν τη συνήθη διαμονή τους στην Κύπρο αλλά στη Γερμανία, και ως εκ τούτου κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δυνάμει του Α.8 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2201/2003 γενική δικαιοδοσία να επιληφθεί θεμάτων γονικής μέριμνας των ανηλίκων».

 

(έμφαση δοθείσα)

Λόγος Έφεσης

 

Με τον μοναδικό λόγο έφεσης ο Εφεσείων προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έλαβε υπ’ όψιν την απόφαση του Γερμανικού Δικαστηρίου σε σχέση με την επιστροφή των ανηλίκων, η οποία δεν ενεγράφη και ή δεν αναγνωρίστηκε βάσει του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Ν.121(Ι)/2000. Στην αιτιολογία υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι κατά την καταχώριση της εναρκτήριας αίτησης η συνήθης διαμονή των ανηλίκων ήταν στη Γερμανία,  λαμβάνοντας υπ’ όψιν του την προαναφερθείσα αλλοδαπή απόφαση.

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 3 του Ν.121(Ι)/2000, απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου σημαίνει μεταξύ άλλων απόφαση δικαστηρίου ξένης χώρας με την οποία η Δημοκρατία έχει συνομολογήσει ή συνδέεται με συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, η οποία δικαστική απόφαση είναι εκτελεστή στη χώρα στην οποία εκδίδεται. Βάσει του Άρθρου 4 του Ν.121(Ι)/2000, ο εν λόγω Νόμος εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ζητείται η αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού Δικαστηρίου. Όμως, όπως θα διαφανεί και μέσα από νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δ.Ε.Ε.»), αυτό κατά τη γνώμη μας δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι απαγορεύεται η αναφορά ακόμα και στο απλό γεγονός της έκδοσης μιας αλλοδαπής απόφασης εκτός εάν έχει προηγηθεί η προβλεπόμενη υπό του εν λόγω Ν.121(Ι)/2000 διαδικασία αναγνώρισης.

 

Στην παρούσα συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι: (α) Ο Εφεσείων προώθησε αίτηση σε Γερμανικό Δικαστήριο βάσει της Σύμβασης της Χάγης για επιστροφή των παιδιών στην Κύπρο, (β) Το πρωτόδικο Γερμανικό Δικαστήριο απέρριψε στις 10.6.22 την αίτηση επιστροφής των παιδιών και (γ) Το δευτεροβάθμιο Γερμανικό Δικαστήριο επικύρωσε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση στις 19.8.22. Είναι δίκαιο να διευκρινιστεί περαιτέρω ότι στην Απάντηση του ο Εφεσείων αρνείτο πως το Γερμανικό «Εφετείο δήθεν αποφάσισε να παραμείνουν τα παιδιά στη Γερμανία» (§30.4), πλην όμως δεχόταν ότι με την επικυρωθείσα απόφαση «… απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή για επιστροφή των τεσσάρων ανηλίκων τέκνων» στην Κύπρο.

 

Εν πρώτοις, ας σημειωθεί πως σύμφωνα με το Άρθρο 16 της Σύμβασης της Χάγης οι δικαστικές ή διοικητικές Αρχές του Κράτους στο οποίο έχει μετακινηθεί το παιδί, «δεν αποφασίζουν επί της ουσίας των δικαιωμάτων φύλαξης, μέχρις ότου διαπιστωθεί ότι το παιδί δεν θα επιστρέψει δυνάμει της Σύμβασης». Με βάση την εν λόγω Σύμβαση, στον όρο «δικαιώματα φύλαξης» περιλαμβάνονται και τα δικαιώματα που αφορούν στην επιμέλεια του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα ορισμού του τόπου διαμονής του παιδιού (Άρθρο 5). Συνεπώς ο Εφεσείων έχει κατ’ αρχάς δίκαιο όταν υποστηρίζει το αυτονόητο, ήτοι ότι πράγματι η κατ’ έφεσιν επικυρωθείσα απόφαση δεν αφορούσε ζητήματα γονικής μέριμνας των παιδιών του.

 

Δεν έχει όμως δίκαιο όταν προβάλλει στο περίγραμμα αγόρευσης του πως το πρωτόδικο Δικαστήριο «αποφάσισε ότι αφού το εν λόγω ζήτημα εξετάστηκε στο Δικαστήριο της Γερμανίας τότε ο συνήθης τόπος διαμονής των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων αυτόματα είναι η Γερμανία». Παραθέσαμε προηγουμένως το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε καμμιά περίπτωση δεν ανέφερε αυτό το οποίο προβάλλει ο Εφεσείων. Άλλωστε, σε προηγούμενο σημείο, πριν την τελική κατάληξη του, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν θα ασχοληθεί με τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντος σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους τόσο η αίτηση επιστροφής όσο και η έφεση του στη Γερμανία είχαν απορριφθεί, τονίζοντας ότι θα λάβει υπ’ όψιν μόνον «ως πραγματικό γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, ότι στα πλαίσια της διαδικασίας η οποία κινήθηκε στη Γερμανία … εκδόθηκε απόφαση … με την οποία δεν διατάχθηκε η επιστροφή των ανηλίκων … η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση»».  Εξ ου και το ότι στο εφετήριο, η ουσία του μοναδικού λόγου έφεσης είναι η προβαλλόμενη εισήγηση πως εσφαλμένα ελήφθη υπ’ όψιν η αλλοδαπή απόφαση κατά την απόφανση ότι η «συνήθης διαμονή» των ανηλίκων είναι η Γερμανία.

 

Στο σημείο αυτό να διευκρινίσουμε ότι εφαρμογή στην περίπτωση είχε όντως ο Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 δεδομένου ότι η εναρκτήρια αίτηση γονικής μέριμνας καταχωρίστηκε στις 30.6.22, ήτοι πριν από την 1.8.22 που άρχισε η εφαρμογή του νέου Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1111, ο οποίος αντικατέστησε τον παλαιότερο (βλ. Άρθρο 100). Σύμφωνα με την υπόθεση C-256/10 Purrucker v. Perez, ημερ. 15.7.10, ο Κανονισμός 2201/2003 υπερέχει του εθνικού δικαίου και υπερισχύει έναντι της πλειονότητας των Διεθνών Συμβάσεων, στον βαθμό που αυτές αφορούν θέματα τα οποία ρυθμίζει, υπό τις προϋποθέσεις βέβαια των Άρθρων 59 έως 63 του Κανονισμού. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 2201/2003 «[Ο]ι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς καμιά διαδικασία» (Άρθρο 21.1), ότι οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος δύναται «να ζητήσει την έκδοση απόφασης για την αναγνώριση ή μη αναγνώριση της απόφασης» (Άρθρο 21.3) και ότι εάν η επίκληση της αναγνώρισης γίνεται παρεμπιπτόντως ενώπιον δικαστηρίου τότε «το δικαστήριο αυτό έχει διεθνή δικαιοδοσία να κρίνει σχετικά» (Άρθρο 21.4).

 

Προσθέτουμε και τις επισημάνσεις του Δ.Ε.Ε στην υπόθεση              C-256/09 Purrucker v. Perez, ημερ. 15.7.10, περί του ότι η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για τη δημιουργία ενιαίου δικαστικού χώρου (§70), ότι η αναγνώριση αυτή πρέπει να στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης (§71) και τέλος ότι «αυτή η αμοιβαία εμπιστοσύνη κατέστησε δυνατή τη θέσπιση δεσμευτικού συστήματος διεθνούς δικαιοδοσίας, προς το οποίο οφείλουν να συμμορφώνονται όλα τα δικαστήρια που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2201/2003, και τη συνακόλουθη παραίτηση των κρατών μελών από τους κανόνες της εσωτερικής τους νομοθεσίας περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αλλοδαπών αποφάσεων υπέρ ενός απλουστευμένου μηχανισμού αναγνωρίσεως και εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων στο πλαίσιο διαδικασιών σχετικών με τη γονική μέριμνα» (§72).

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 8.1 του εν λόγω Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 «[Τ]α Δικαστήρια κράτους µέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος µέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής». Το Άρθρο 9 προνοεί περί της διατήρησης (επί τρίμηνο) της δικαιοδοσίας της προγενέστερης συνήθους διαμονής στις περιπτώσεις στις οποίες υφίσταται νόμιμη μετοικεσία του παιδιού. Το δε Άρθρο 10 ρυθμίζει τη δικαιοδοσία σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το παιδί αποκτά νέα συνήθη διαμονή κατόπιν φερόμενης παράνομης μετακινήσεως ή κατακρατήσεως (βλ. υπόθεση C-111/17 PPU, OL v. PQ, ημερ. 8.6.17). Το εν λόγω Άρθρο 10 έχει ως εξής:

 

«Σε περίπτωση παράνοµης µετακίνησης ή κατακράτησης του παιδιού, τα δικαστήρια του κράτους µέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαµονή του αµέσως πριν από την παράνοµη µετακίνηση ή κατακράτησή του διατηρούν την αρµοδιότητά τους έως ότου το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη κατοικία σε άλλο κράτος µέλος, και:

 

α) κάθε πρόσωπο, ίδρυµα ή οργάνωση που έχει δικαίωµα επιµέλειας έχει συγκατατεθεί στη μετακίνηση ή κατακράτηση, ή

 

β) το παιδί έχει διαµείνει σε αυτό το άλλο κράτος µέλος για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους αφότου το πρόσωπο, το ίδρυµα ή οιαδήποτε άλλη οργάνωση που έχει δικαίωµα επιµέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί και το παιδί έχει ενταχθεί στο νέο περιβάλλον του, συντρέχει δε μια από τις παρακάτω προϋποθέσεις:

 

i)    εντός ενός έτους αφότου ο δικαιούχος της επιµέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί, δεν έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής ενώπιον των αρµόδιων αρχών του κράτους µέλους στο οποίο έχει µετακινηθεί ή κατακρατείται το παιδί,

 

ii)   έχει ανακληθεί αίτηση επιστροφής την οποία υπέβαλε ο δικαιούχος της επιµέλειας, και δεν έχει υποβληθεί νέα αίτηση εντός της προθεσµίας που προβλέπεται στο σηµείο i),

 

iii)   έχει περατωθεί υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου του κράτους µέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαµονή του αµέσως πριν από την παράνοµη µετακίνηση ή κατακράτηση κατ' εφαρµογήν του άρθρου 11 παράγραφος 7,

 

iv)  τα δικαστήρια του κράτους µέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαµονή του αµέσως πριν από την παράνοµη µετακίνηση ή κατακράτησή του έχουν εκδώσει απόφαση για επιµέλεια που δεν συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

  Όπως εξηγείται στην υπόθεση C-603/20 PPU, SS v. MCP, ημερ. 24.3.21, (Σκέψη 38), το Άρθρο 10 προβλέπει, όσον αφορά την αρμοδιότητα σε περίπτωση απαγωγής παιδιού, ότι τα δικαστήρια της προηγούμενης διαμονής διατηρούν την αρμοδιότητα τους αλλά αυτή μεταβιβάζεται στα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους από τη στιγμή που το παιδί απέκτησε συνήθη διαμονή στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος και εφόσον, επιπλέον, πληρούται μια από τις (δύο) διαζευκτικές προϋποθέσεις του Άρθρου 10. Προστίθεται εκεί πως πράγματι, διεθνής δικαιοδοσία απονέμεται κατ’ αρχήν στα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του πριν μετακινηθεί ή κατακρατηθεί παρανόμως σε άλλο κράτος μέλος, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας μεταβίβασης της εν λόγω δικαιοδοσίας, εφόσον συντρέχουν ορισμένες ειδικές προϋποθέσεις, στα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί αυτό απέκτησε τη νέα συνήθη διαμονή του, κατόπιν της παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης.

 

Η ειδική αυτή βάση διεθνούς δικαιοδοσίας, την οποία θεσπίζει το Άρθρο 10, εξουδετερώνει το αποτέλεσμα το οποίο θα επέφερε η εφαρμογή του κανόνος γενικής δικαιοδοσίας του Άρθρου 8.1 σε περίπτωση απαγωγής παιδιού, δηλαδή τη μεταβίβαση της δικαιοδοσίας στο κράτος μέλος εντός του οποίου το παιδί απέκτησε νέα συνήθη διαμονή, κατόπιν απαγωγής του. Όπως περαιτέρω αναφέρεται «[Δ]εδομένου ότι αυτή η μεταβίβαση δικαιοδοσίας ενέχει τον κίνδυνο να προσπορίσει δικονομικό πλεονέκτημα στον δράστη της παράνομης πράξης, το Άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003 προβλέπει … ότι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση διατηρούν παρά ταύτα την αρμοδιότητα τους, εκτός αν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις» (Σκέψη 45). Βασικός σκοπός του Κανονισμού 2201/2003 σε σχέση με το ζήτημα της απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας σε περίπτωση απαγωγής, είναι να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ αφενός της ανάγκης αποτροπής του ενδεχομένου η παράνομη πράξη να αποβεί υπέρ του απαγωγέα και αφετέρου της σκοπιμότητας απονομής στο Δικαστήριο, που είναι πλησιέστερο στο παιδί, της δικαιοδοσίας επί αγωγών περί γονικής μέριμνας. Όπως συναφώς αναφέρεται στο προοίμιο του Κανονισμού (§12), κατά πρώτο λόγο θα πρέπει να είναι αρμόδια τα δικαστήρια της (προγενέστερης) συνήθους διαμονής, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις μεταβολής της ή κατόπιν συμφωνίας των δικαιούχων της γονικής μέριμνας.

 

Παρεμβάλλουμε εδώ ότι ακόμα και όταν το εκδικάζον Δικαστήριο κρίνει ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία με βάση το Άρθρο 10, δύναται κατ’ εξαίρεσιν να παραπέμψει την υπόθεση κατά το Άρθρο 15, σε Δικαστήριο άλλου κράτους μέλους, με το οποίο το παιδί έχει ιδιαίτερη σχέση και ως εκ τούτου το αλλοδαπό Δικαστήριο είναι σε θέση να κρίνει καλύτερα την υπόθεση, λαμβανομένου υπ’ όψιν του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού. Όπως εξηγείται στην υπόθεση C-87/22, TT v. AK, ημερ. 13.7.23, το Δικαστήριο του άλλου κράτους μέλους, το οποίο δυνατόν να κριθεί καταλληλότερο εν τη εννοία του Άρθρου 15, «… είναι, κατά κανόνα δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί μετακινήθηκε παράνομα». Εν ολίγοις, ένα Δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία βάσει του Άρθρου 10, δύναται κατ’ εξαίρεσιν και αφού λάβει υπ’ όψιν, κατά τρόπο ισορροπημένο και λογικό, το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού, να παραπέμψει την υπόθεση σε Δικαστήριο άλλου κράτους μέλους, στο οποίο το παιδί μετακινήθηκε παράνομα από τον ένα γονέα, ήτοι χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου.

 

Η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει από πλευράς γεγονότων ουσιώδεις ομοιότητες με την υπόθεση C-35/23, F v. M., ημερ. 20.6.24. Εκεί η μητέρα, με τη θυγατέρα, μετακινήθηκε από τη Γερμανία στην Πολωνία, ισχυριζόμενη ότι το έπραξε κατόπιν συγκατάθεσης. Ο πατέρας υπέβαλε στην Πολωνία αίτηση επιστροφής βάσει της Σύμβασης της Χάγης, η οποία παρομοίως απερρίφθη τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ έφεσιν. Ακολούθως ο πατέρας υπέβαλε αίτηση σε Γερμανικό Δικαστήριο ζητώντας αποκλειστική επιμέλεια, δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής και επιστροφή του παιδιού (αλλά στην Ελβετία, επικαλούμενος παλαιότερη συμφωνία μεταξύ των γονέων). Η αγωγή αυτή στο Δικαστήριο της προγενέστερης διαμονής, για αποκλειστική επιμέλεια, απερρίφθη πρωτοδίκως, με την ίδια όπως εδώ αιτιολογία, ήτοι επί τω ότι το Γερμανικό Δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί επ’ αυτής. Ο πατέρας άσκησε έφεση, υποστηρίζοντας ότι η διεθνής δικαιοδοσία του Γερμανικού Δικαστηρίου απέρρεε από το Άρθρο 10(β) και το Άρθρο 11 §6 και §7 του Κανονισμού 2201/2003, οπότε το Γερμανικό Εφετείο υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δ.Ε.Ε.

 

Υπενθυμίζουμε ότι, στην περίπτωση φερόμενης μετακίνησης χωρίς συγκατάθεση, σύμφωνα με το Άρθρο 10(β), για να αποκτήσει το Δικαστήριο του άλλου κράτους μέλους διεθνή δικαιοδοσία θα πρέπει πρώτον το παιδί να διέμεινε εκεί για τουλάχιστον 12 μήνες, δεύτερον, να έχει ενταχθεί στο νέο περιβάλλον του και τρίτον, να συντρέχει μια από τις άλλες τέσσερεις προϋποθέσεις των υποπαραγράφων (i) έως (iv). Η υποπαράγραφος (iii) αφορά την περίπτωση κατά την οποία έχει περατωθεί υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου της προγενέστερης διαμονής κατ’ εφαρμογήν του Άρθρου 11.7. Η τελευταία αυτή υποπαράγραφος ακριβώς αφορά τη διαδικασία που ακολουθείται με βάση το Άρθρο 11.6, ήτοι την περίπτωση κατά την οποία «ένα δικαστήριο εκδώσει απόφαση για τη μη επιστροφή του παιδιού σύμφωνα με το άρθρο 13 της Σύμβασης της Χάγης». Με άλλα λόγια η έκδοση απορριπτικής απόφασης σε αίτηση επιστροφής βάσει της Σύμβασης της Χάγης και νοουμένου ότι τύχει εφαρμογής το Άρθρο 11.7, σε συνδυασμό με τη στοιχειοθέτηση νέας διαμονής και την ένταξη στο νέο περιβάλλον, οδηγούν σε μεταβίβαση διεθνούς αρμοδιότητας.

 

 

Η προαναφερθείσα υπόθεση C-35/23 (ανωτέρω) έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο πατέρας είχε αρχικά υποβάλει την αίτηση επιστροφής στην Κεντρική Αρχή τρίτης χώρας (Ελβετίας), η οποία τη διαβίβασε στη συνέχεια στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους (Πολωνίας), όπου και εξετάστηκε. Εξ ου και δεν ενδιαφέρουν όλες οι διαπιστώσεις του Δ.Ε.Ε. που αφορούν ειδικά το στοιχείο αυτό. Ενδιαφέρει όμως η αναφορά ότι «… η φερόμενη ως παράνομη μετακίνηση πραγματοποιήθηκε μεταξύ δύο κρατών μελών, δηλαδή αποτελεί κατάσταση η οποία δίχως άλλο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής», δηλαδή του Άρθρου 10 (Σκέψη 60). Κρίνουμε δε χρήσιμη την παράθεση των Σκέψεων 44, 51, 53 και 61, οι οποίες έχουν ως εξής

 

«44.     Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως επιβεβαιώνεται από το άρθρο 11, παράγραφος 8, του κανονισμού 2201/2003, η απόφαση δικαστηρίου κράτους μέλους με την οποία απορρίπτεται αίτηση επιστροφής, βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980, δεν αποκλείει τη δυνατότητα δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους να κρίνει ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού αυτού.

               …………………………………………………………………………………

 

51.   Εντούτοις, από κανένα στοιχείο του γράμματος ή της οικονομίας του άρθρου 10 του κανονισμού αυτού ή των σκοπών που αυτό επιδιώκει δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο προβλεπόμενος στο εν λόγω άρθρο 10 κανόνας ειδικής δικαιοδοσίας, ο οποίος συνίσταται, κατ’ αρχήν, στη διατήρηση της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, καθίσταται ανεφάρμοστος για τον λόγο ότι κινήθηκε ανεπιτυχώς διαδικασία επιστροφής δυνάμει της σύμβασης της Χάγης του 1980 μεταξύ των κεντρικών ή δικαστικών αρχών τρίτης χώρας και κράτους μέλους.

       ………………………………………………………………………………….

 

53. Κατά συνέπεια, ο ορισμός αυτός της παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού αναφέρεται αποκλειστικά σε προσβολή του δικαιώματος επιμέλειας ενός εκ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού αμέσως πριν από την εν λόγω μετακίνηση ή κατακράτηση. Επομένως, δεν εξαρτάται από την εκ μέρους του δικαιούχου της επιμέλειας κίνηση (κατ’ ανάγκην μεταγενέστερη και ενδεχόμενη) διαδικασίας επιστροφής του παιδιού βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980.

        …………………………………………………………………………………

 

61. Τέλος, κατά τέταρτον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ελλείψει σχετικής ρύθμισης του κανονισμού 2201/2003, ότι η εφαρμογή του προβλεπόμενου στο άρθρο 10 του κανονισμού αυτού κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας σε υποθέσεις γονικής μέριμνας εξαρτάται από την εφαρμογή διαδικαστικών κανόνων, όπως οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 11, παράγραφοι 6 και 7, του εν λόγω κανονισμού, οι οποίοι έχουν κυρίως ως αντικείμενο, αφενός, να ρυθμίσουν τη διαβίβαση πληροφοριών σχετικών με απόφαση περί μη επιστροφής, εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 13 της σύμβασης της Χάγης του 1980, οι οποίες πρέπει να γνωστοποιούνται στο έχον διεθνή δικαιοδοσία δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση και, αφετέρου, να καθορίσουν τον τρόπο κοινοποίησης των πληροφοριών αυτών (πρβλ. απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2015, RG, C-498/14 PPU, EU:C:2015:3, σκέψη 46)».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Αυτό το οποίο συνάγεται και πρέπει συνοπτικά να σημειωθεί είναι πως η κατ’ ισχυρισμόν παράνομη μετακίνηση τέκνου αφορά δικαίωμα γονικής μέριμνας το οποίο ούτως ή άλλως προϋπήρχε και το οποίο δεν εξαρτάται από την υποβολή ή όχι αίτησης επιστροφής. Είναι για αυτό που ακόμα και μετά την τυχόν απόρριψη αίτησης επιστροφής, το Δικαστήριο της προηγούμενης διαμονής δύναται να κρίνει ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία βάσει του Άρθρου 10. Βέβαια, παραθέτοντας όλα τα ανωτέρω, δεν παραγνωρίζουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην  παρούσα, παρότι αρχικά παρέθεσε το Άρθρο 10, εντούτοις στην πορεία δεν εστίασε την προσοχή του σε αυτό (ή στο Άρθρο 11.7). Ο χειρισμός αυτός όμως, πέραν του ότι, ως εξηγούμε κατωτέρω, οφείλεται και στον χειρισμό εκ μέρους των διαδίκων, δεν προσβάλλεται με την έφεση και ασφαλώς δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης. Το ουσιώδες, για σκοπούς της έφεσης, είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε οποιοδήποτε περιεχόμενο στην απόρριψη της αίτησης επιστροφής από το Γερμανικό Δικαστήριο, σε αντίθεση με ό,τι προβάλλεται ενώπιον μας. Κατέγραψε μεν το ίδιο το γεγονός της απόρριψης, πλην όμως ούτε ασχολήθηκε με τους λόγους απόρριψης (αν και υπήρχαν τέτοιες αναφορές εκατέρωθεν) ούτε εξήγαγε οποιοδήποτε συμπέρασμα από αυτή καθ’ εαυτήν την απόρριψη. Το ουσιωδέστερο είναι ότι σε καμμιά περίπτωση δεν εξήρτησε τη δική του κρίση και κατάληξη από το γεγονός της απόρριψης της αίτησης επιστροφής με βάση τη Σύμβαση της Χάγης.

 

Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί, υπό τις περιστάσεις, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έπραξε ακριβώς το αντίθετο από ό,τι υποστηρίζει ο Εφεσείων. Στην πραγματικότητα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αγνόησε πλήρως την όποια διαδικασία αίτησης επιστροφής, το περιεχόμενο της και τις εκδοθείσες αποφάσεις και προχώρησε να εξετάσει πρωτογενώς τη δική του γενική δικαιοδοσία. Η πρωτόδικη Δικαστής ακολούθησε την πορεία στην οποία είχαν συμφωνήσει οι διάδικοι τόσον όσον αφορά την καταλληλότητα του νομικού σημείου για προδικαστική εκδίκαση όσον και σε σχέση με το μέρος των γεγονότων τα οποία συνιστούσαν κοινό υπόβαθρο μεταξύ τους. Όπως έχουμε καταδείξει, όντως δεν ήταν όλα τα γεγονότα παραδεκτά ή αναντίλεκτα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και κάποια από αυτά, όπως οι συνθήκες μετοικεσίας συνιστούσαν αντικείμενο  διαφωνίας. Πλην όμως οι διάδικοι, μέσω των συνηγόρων τους συμφώνησαν από κοινού στην προδικαστική εκδίκαση έχοντας πλήρη γνώση του περιορισμένου κοινού υποβάθρου γεγονότων, το οποίο έθεσαν πρωτοδίκως και από το οποίο δεν βρίσκουμε ότι εν τέλει ξέφυγε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Κατά τη δική μας κρίση, αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον δεν εγείρεται κάποιος άλλος λόγος έφεσης, ήτοι παράπονο σε σχέση με κάποιο άλλο γεγονός που έχει ληφθεί υπ’ όψιν.

 

Έτσι εξηγείται το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο περιορίστηκε στο να εξετάσει το θέμα στη βάση του Άρθρου 8.1 δυνάμει του οποίου, όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Γιαννόπουλος (ανωτέρω), καθίστατο αναγκαίο να αποφασιστεί η «συνήθης διαμονή» των παιδιών. Όσον αφορά αυτό το θέμα και τους παράγοντες που λαμβάνονται υπ’ όψιν, είναι αρκετό θεωρούμε, να παραθέσουμε από την υπόθεση C-523/07, A, ημερ. 2.4.09 το ακόλουθο απόσπασμα:  

   

«Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος «συνήθης διαμονή», που απαντά στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού, έχει την έννοια ότι η διαμονή αυτή αντιστοιχεί στον τόπο που εκφράζει κάποια ενσωμάτωση του παιδιού σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Προς τούτο, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η διάρκεια, η κανονικότητα, οι συνθήκες και οι λόγοι της διαμονής επί του εδάφους κράτους μέλους και της μετοικήσεως της οικογένειας στο εν λόγω κράτος, η ιθαγένεια του παιδιού, ο τόπος και οι συνθήκες φοίτησης, οι γλωσσικές γνώσεις καθώς και οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις που έχει το παιδί εντός του εν λόγω κράτους. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να διαπιστώσει τη συνήθη διαμονή του παιδιού, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις ιδιαίτερες πραγματικές περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως».

 

Στην παρούσα περίπτωση, η απόρριψη της αίτησης επιστροφής προφανώς στηριζόταν σε στοιχεία και παράγοντες, που είχαν ενώπιον τους και έλαβαν υπ’ όψιν τους τα Γερμανικά Δικαστήρια. Τα στοιχεία αυτά, οι παράγοντες και γενικά η μαρτυρία την οποία συνεκτίμησαν τα Γερμανικά Δικαστήρια δεν αναφέρονται στην απόφαση του ημεδαπού πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι κατέληξε σε συμπέρασμα, πως η συνήθης διαμονή των παιδιών είναι στη Γερμανία, στηριζόμενο στο ότι είχε απορριφθεί η αίτηση επιστροφής βάσει της Σύμβασης της Χάγης. Η περί του αντιθέτου εισήγηση του Εφεσείοντος δεν ευσταθεί.

 

Ο λόγος έφεσης υπόκειται σε απόρριψη.

 

Κατάληξη

 

  Στη βάση όλων των ποιο πάνω η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €1.900 συν Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ της Εφεσίβλητης και εις βάρος του Εφεσείοντος.

 

 

 

 

                                                                    Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                            Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

                                                                            Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο