ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 114/2026)
19 Μαΐου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
IOANNIS ZOSIMIDIS,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
_________________________________
Α. Χρ. Αλεξάνδρου, για τον Εφεσείοντα
Π. Βαρνάβα για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ο εφεσείων είναι ένας από έξι κατηγορούμενους σε ποινική υπόθεση ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Αντιμετωπίζει, ως κατηγορούμενος 5, από κοινού με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους κατηγορία φόνου εκ προμελέτης, εμπρησμού, κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου, χρήσης και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, κλοπής, κλεπταποδοχής, συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και συνωμοσίας για τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων.
Το θέμα της κράτησης του εφεσείοντα κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας μας έχει απασχολήσει ξανά και αποτέλεσε αντικείμενο της απόφασής μας στην Ποινική Έφεση 89/2026, ημερομηνίας 8.4.2026. Με την απόφαση αυτή επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση περί αναγκαιότητας κράτησης του εφεσείοντα.
Κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 29.4.2026, όταν η πρωτόδικη διαδικασία ήταν ορισμένη για απάντηση, ως προκύπτει και από το πρακτικό της εν λόγω ημερομηνίας, ζητήθηκε όπως η υπόθεση παραμείνει για απάντηση ώστε να μεσολαβήσει αίτημα εκ μέρους των κατηγορουμένων για καλύτερες λεπτομέρειες των κατηγοριών, αίτημα το οποίο θα γινόταν πρώτα προς την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Τέθηκε, επίσης, θέμα του όγκου μαρτυρικού υλικού το οποίο είχε δοθεί στους συνηγόρους Υπεράσπισης με ζητούμενο την πληροφόρηση που θα επέτρεπε τη δυνατότητα για συντομότερη εξέτασή του από τους συνηγόρους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο όρισε προς τούτο την υπόθεση διά απάντηση στις 27.5.2026.
Ο κατηγορούμενος 3 τελεί υπό όρους εγγύησης ενώ οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι δεν ήγειραν ένσταση στο αίτημα κράτησής τους, επιφυλασσόμενοι για κάτι τέτοιο σε άλλη δικάσιμο στη βάση των όσων ανέφεραν. Ένσταση έφερε στην κράτησή του ο εφεσείων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, για τους λόγους που εξήγησε, διέταξε τη συνέχιση της κράτησης του εφεσείοντα.
Ο εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη αυτή κρίση με δύο λόγους έφεσης.
Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα και αντινομικά δεν πραγματεύτηκε καθόλου τη θέση του εφεσείοντα ότι η Κατηγορούσα Αρχή προώθησε βεβιασμένα την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου και χωρίς αυτή να είναι έτοιμη να παρουσιάσει την υπόθεσή της, με επακόλουθο η υπόθεση να αναβάλλεται κατ' επανάληψη με σκοπό η Κατηγορούσα Αρχή να συγκεντρώσει το μαρτυρικό υλικό που αφορά την υπόθεση και να παραδώσει αυτό στην Υπεράσπιση, ως είχε νομική υποχρέωση. Περαιτέρω, η διαδικασία που ακολουθήθηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής μέχρι την καταχώριση του κατηγορητηρίου που αντιμετωπίζει ο εφεσείων και, κατ' επέκταση η κράτησή του, με βάση τη συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής, απολήγει σε κατάχρηση των διαδικασιών.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα, αντινομικά και αναιτιολόγητα, παρέλειψε να συνεκτιμήσει την όλη συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη στέρηση της ελευθερίας του εφεσείοντα και την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του τα οποία προστατεύονται ρητά τόσο από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επίκληση γίνεται αναφοράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί μη παρατήρησης μεμπτής συμπεριφοράς εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής.
Σε πληθώρα αποφάσεων, περιλαμβανομένης και της πιο πάνω αναφερόμενης ZOSIMIDIS v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 89/2026, ημερομηνίας 8.4.2026, αναφερθήκαμε στις αρχές που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στην υπό κρίση άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις όπου το ζήτημα της αναγκαιότητας διαταγής κράτησης έχει τελεσίδικα αποφασιστεί, η εξέταση αιτήματος επιβολής όρων εγγύησης ή ένστασης σε επαναλαμβανόμενο αίτημα κράτησης, διενεργείται με αφετηρία το τελευταίο διαφοροποιητικό γεγονός, εάν υπάρχει. Σχετική είναι, μεταξύ άλλων, η υπόθεση ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 165/20 και 166/20, ημερομηνίας 22.10.2020. Στην απουσία οποιουδήποτε άλλου νέου δεδομένου, το οποίο θα μπορούσε να καταστήσει αναγκαία την επανεξέταση του θέματος κράτησης, το τι παραμένει να πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι ο ουσιαστικός λόγος της επιμήκυνσης του χρόνου κράτησης του κατηγορουμένου (βλέπετε, μεταξύ άλλων, KUENZEL v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 87/2026, ημερομηνίας 6.4.2026).
Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι από το πρακτικό της επίδικης ημερομηνίας διαπιστώνεται ότι ζητήθηκε αναβολή για απάντηση, αφενός λόγω απουσίας ενός εκ των κατηγορουμένων για λόγους υγείας και, αφετέρου για τον λόγο ότι παραδόθηκε πρόσφατα μαρτυρικό υλικό το οποίο οδήγησε στην υποβολή του αιτήματος για παροχή λεπτομερειών προς την Υπεράσπιση. Τέτοια πρόθεση εξέφρασαν όλοι οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, υποδεικνύοντας παράλληλα τον τεράστιο όγκο του μαρτυρικού υλικού που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Αναφορές περί εκκρεμότητας παράδοσης περαιτέρω μαρτυρικού υλικού δεν φαίνεται να επιβεβαιώθηκαν από τον συνήγορο ο οποίος εμφανίστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος, όμως, ανέλαβε να μεταφέρει όλα τα εγειρόμενα ζητήματα στον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση.
Αναφορικά με το αίτημα συνέχισης της κράτησης, διαπιστώνεται ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον εφεσείοντα τοποθετήθηκε επ' αυτού αναφέροντας ότι παρά την επικύρωση της προηγούμενης απόφασης του Δικαστηρίου για κράτηση του εφεσείοντα, επειδή η εν λόγω απόφαση του Εφετείου θα αμφισβητηθεί σε άλλο επίπεδο, εγείρεται ένσταση, υιοθετώντας τα όσα είχαν αναφερθεί την προηγούμενη φορά και επιπρόσθετα επισημαίνοντας ένα στοιχείο για το θέμα του χρόνου. Προς τούτο έγινε αναφορά και ανάλυση των όσων προηγήθηκαν της καταχώρισης της υπό κρίση υπόθεσης, ήτοι την ύπαρξη ξεχωριστής υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων 5 και 6 και εναντίον των κατηγορουμένων 1‑ 4 και την αναστολή τους ώστε να καταχωρηθεί η υπό κρίση υπόθεση εναντίον όλων. Ως δεύτερο στοιχείο, αναφορά έγινε σε μη κατοχή του μαρτυρικού υλικού αλλά και σε παράδοση ογκωδέστατου μαρτυρικού υλικού το οποίο απαιτεί χρόνο για μελέτη του χωρίς να είχε δοθεί προηγουμένως. Η επιχειρηματολογία του συνηγόρου οδήγησε στη θέση ότι δεν υπήρχε ετοιμότητα της Κατηγορούσας Αρχής με την καταχώριση της υπόθεσης ώστε να δοθεί το σύνολο του μαρτυρικού υλικού στην Υπεράσπιση, γεγονός το οποίο θα έπρεπε να συνυπολογιστεί από το Δικαστήριο. Προκύπτει δηλαδή, ότι οι σχετικές εισηγήσεις της πλευράς του εφεσείοντα αφορούσαν την παρέλευση ως άπρακτου μεγάλου χρονικού διαστήματος, περί τους 5 ½ μήνες.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά και σε σχετική νομολογία αναφορικά με το θέμα του χρόνου, εξήγησε ότι έχει συνυπολογιστεί ο χρόνος που ο εφεσείων τελεί υπό κράτηση και θα συνεχίσει να τελεί υπό κράτηση. Κρίθηκε ότι ο χρόνος αυτός δεν είναι υπέρμετρα μεγάλος ώστε να επενεργεί υπέρ της απόλυσης του εφεσείοντα με όρους. Εξήγησε, επίσης, ότι πρόκειται για μία πολύ σοβαρή και πολύπλοκη υπόθεση λόγω της φύσης της αλλά και των προσώπων που εμπλέκονται και ότι δεν έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε θέμα που να αφορά σε μεμπτή συμπεριφορά εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής.
Παρά το ότι θα μπορούσε να λεχθεί ότι η αιτιολόγηση της απόφασης δεν είναι η πληρέστερη, εντούτοις δεν θεωρούμε ότι η πρωτόδικη κρίση πάσχει με τρόπο ώστε να απαιτείται επέμβασή μας. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το τι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε να εξετάσει δεν μπορούσε να παρέμενε ασύνδετο με το τι αυτό εξέτασε και αποφάσισε στις 26.3.2026. Απόφαση η οποία επικυρώθηκε με την απόφαση ημερομηνίας 8.4.2026 στην Ποινική Έφεση 89/2026 (ανωτέρω). Άλλωστε, ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος ενέπλεξε την προηγούμενη διαδικασία για το ίδιο θέμα.
Επομένως, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι στο αρχικό αίτημα για κράτηση του εφεσείοντα, αυτός επικαλείτο εσφαλμένη κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του μαρτυρικού υλικού που αφορούσε την υπόθεση. Δεν μπορεί, επίσης, να παραγνωριστεί ότι μέρος του λόγου αναβολής της υπόθεσης για απάντηση ήταν και ο όγκος του μαρτυρικού υλικού που δόθηκε στην Υπεράσπιση. Σύγχυση προκαλείται από αναφορές περί μη παράδοσης του μαρτυρικού υλικού με τρόπο που να αφήνει να νοείται η παντελής παράλειψη τήρησης αυτής της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν θεωρούμε ότι είναι ορθή μία τέτοια εισήγηση. Το αν παραμένει να δοθεί μικρό μέρος του μαρτυρικού υλικού σε μία υπόθεση όπως η παρούσα, δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα περί κατάχρησης ή στάσης της Κατηγορούσας Αρχής που θα πρέπει να οδηγήσει σε ανατροπή της απόφασης περί κράτησης του εφεσείοντα. Τηρουμένων ασφαλώς των σχετικών υποχρεώσεων της Κατηγορούσας Αρχής και της ετοιμότητας να ανταποκριθεί σε αυτές.
Ούτε βέβαια είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε κατάχρηση των διαδικασιών από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής λόγω των ενεργειών που λήφθηκαν με σκοπό να ανασταλούν προηγούμενες υποθέσεις και να καταχωρηθεί η υπό κρίση η οποία να περιλαμβάνει όλους τους κατηγορούμενους σε μία διαδικασία. Οι συνθήκες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση δεν υποστηρίζουν, κατά την άποψή μας, τις αιτιάσεις της πλευράς του εφεσείοντα. Φυσικά, θα πρέπει να λεχθεί ότι τέτοιο θέμα, περί κατάχρησης, δεν τέθηκε πρωτοδίκως με αυτόν τον τρόπο. Προκύπτει ότι το τι αναφέρθηκε σχετικά με τις προηγούμενες διαδικασίες αφορούσε στη δαπάνη χρόνου με αποτέλεσμα την επιμήκυνση της κράτησης του εφεσείοντα.
Δεν θεωρούμε ότι από τα ενώπιόν μας στοιχεία προκύπτει είτε θέμα κατάχρησης της διαδικασίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, είτε θέμα εσφαλμένης κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με το θέμα της κράτησης του εφεσείοντα. Με βάση όλα τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στοιχεία, οι διαπιστώσεις του όπως έχουν τεθεί ανωτέρω, κινούνται εντός του επιτρεπτού πλαισίου άσκησης της από μέρους του διακριτικής ευχέρειας.
Χωρίς να επιθυμούμε να εμπλακούμε στη διαχείριση της υπό κρίση υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου, εκείνο το οποίο θα μπορούσαμε να συνεισφέρουμε είναι την παρότρυνση όπως η διαδικασία προχωρήσει με γοργούς ρυθμούς προς τον σκοπό έναρξης της εκδίκασής της και εφόσον υφίστανται διαδικαστικά θέματα προς επίλυση, αυτά να επιλυθούν το συντομότερο.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι δεν χωρεί επέμβασή μας στην πρωτόδικη κρίση και κατά συνέπεια η παρούσα έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο