ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 119/2023)
26 Μαΐου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΒΑΡΒΑΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ,
Εφεσείουσα,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Ν. Νικολάου για Νικόλας Γ. Νικολάου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα
Α. Χατζημιχαήλ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Η εφεσείουσα καταδικάστηκε, κατόπιν ακρόασης, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου για το αδίκημα της κλοπής από γραμματέα ή υπηρέτη δυνάμει των Άρθρων 255 και 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, για το οποίο προβλέπεται μέγιστη ποινή δεκατεσσάρων ετών. Της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή. Η έφεση στρέφεται τόσο εναντίον της καταδίκης όσο και εναντίον της ποινής.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το αντικείμενο της δίκης δεν διαπιστώθηκε μέσα σε εύλογο χρόνο, κατ' αντίθεση προς τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης ως καθορίζονται στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και κατ’ επέκταση η διαδικασία είναι άκυρη. Γίνεται δε, μεταξύ άλλων παραπομπή στην XΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΦΑΙΔΩΝΑΣ AΝΔΡΕΑ ν. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 100 στην οποία λέχθηκαν επί του εγειρόμενου ζητήματος τα εξής:
«Κεντρική θέση του εφεσείοντος είναι ότι η ποινική του ευθύνη στις κατηγορίες που αποτέλεσαν το αντικείμενο της δίκης δεν διαπιστώθηκε μέσα σε εύλογο χρόνο κατ' αντίθεση προς τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης ως καθορίζονται στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Έρεισμα για τη θέση του αντλήθηκε από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πρωτίστως από την Ευσταθίου (ανωτέρω). Στην υπόθεση εκείνη το δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη του εφεσείοντος για το λόγο ότι η ποινική του ευθύνη δεν διαπιστώθηκε μέσα σε εύλογο χρόνο. Το ακόλουθο απόσπασμα από την Ευσταθίου υποδηλώνει την προσέγγιση του δικαστηρίου για τις επιπτώσεις που ενέχει απόκλιση από το εχέγγυο της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου μέσα σε εύλογο χρόνο: (σ.303)
«Τέλος τα χρονικά πλαίσια τα οποία παρέχονται από το Δικαστήριο για την εκδίκαση της υπόθεσης και ο χρόνος μέσα στον οποίο ολοκληρώνεται η δίκη αποτελούν ουσιώδη, ίσως τον ουσιωδέστερο, παράγοντα στον καθορισμό του ευλόγου του χρόνου που απαιτήθηκε για την αποπεράτωση της διαδικασίας. Για τους λόγους που έχουν ενωρίτερα αναφερθεί, η υπόθεση αναβλήθηκε επανειλημμένα χωρίς βάσιμο λόγο και χωρίς υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. Ενόψει των διαπιστώσεων στις οποίες έχουμε προβεί κρίνουμε ότι η ποινική ευθύνη του εφεσείοντα δεν προσδιορίστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο κατά παράβαση του συνταγματικού δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2. Το συμπέρασμα αυτό οδηγεί στην ακύρωση της καταδίκης καθώς και της διαδικασίας στο σύνολό της περιλαμβανομένου του διατάγματος για τη σύλληψη του εφεσείοντα και την κατάσχεση της εγγύησής του.»
Στην ίδια υπόθεση το δικαστήριο πραγματεύεται τους παράγοντες που υπεισέρχονται στον προσδιορισμό του εύλογου του χρόνου διαπίστωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου.* Διασαφηνίζεται ότι:
«Αφετηρία για την επιμέτρηση του χρόνου αποτελεί η ημέρα σύλληψης ή καταγγελίας του κατηγορουμένου.»
Οι άλλοι παράγοντες οι οποίοι επενεργούν στον καθορισμό του εύλογου του χρόνου είναι το περίπλοκο της υπόθεσης και η συμπεριφορά των διαδίκων. Παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος υπογραμμίζεται, καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητά της.»
Υπό το φως των ανωτέρω, σημειώνουμε ότι η εφεσείουσα κατηγορήθηκε για αδικήματα που έλαβαν χώραν κατά την περίοδο από την 30.4.2015 μέχρι την 31.10.2015. Η διερεύνηση της υπόθεσης ξεκίνησε περί τις αρχές του 2016 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε την 14.11.2016.
Η εκδίκαση της υπόθεσης ξεκίνησε την 20.11.2018 και περατώθηκε την 15.4.2022 οπότε και η απόφαση επιφυλάχθηκε. Η απόφαση εκδόθηκε την 21.3.2023.
Πρόκειται για υπόθεση εναντίον τεσσάρων κατηγορουμένων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τρεις διαφορετικούς δικηγόρους, ενώ ο τέταρτος κατηγορούμενος χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση. Η κοινή κατηγορία που αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι, όλοι υπάλληλοι υποδοχής σε ξενοδοχείο, ήταν ότι έκαστος έκλεψε από τις εισπράξεις πώλησης εισιτηρίων Wi-Fi, διάφορα ποσά. Υπήρχε επίσης κατηγορία για συνωμοσία να κλέψουν συνολικά το ποσό των €3.529. Οι κατηγορούμενοι τήρησαν το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσαν μάρτυρες. Κατέθεσαν 11 μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι αντεξετάστηκαν επί μακρόν από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων.
Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο ΜΚ9, τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών ο οποίος ήταν το πρόσωπο που εγκατέστησε το πιο πάνω αναφερόμενο μηχανογραφημένο λογισμικό σύστημα έκδοσης εισιτηρίων Wi-Fi, σε ερώτηση του συνηγόρου της εφεσείουσας κατά την αντεξέτασή του ανέφερε χαρακτηριστικά, ότι απάντησε πέντε φορές το ίδιο συγκεκριμένο ερώτημα.
Οι συνήγοροι υπεράσπισης δαπάνησαν αρκετές δικασίμους για να θέσουν στους κύριους μάρτυρες κατηγορίας τη θέση της Υπεράσπισης ότι το όλο μηχανογραφημένο λογισμικό σύστημα έκδοσης των εισιτηρίων πρόσβασης στο Wi-Fi, δεν παρείχε τα εχέγγυα και πληροφορίες για την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην κλοπή για την οποία κατηγορούνταν.
Υπήρξαν και άλλοι λόγοι που συνέτειναν ώστε η δίκη να διαρκέσει ως περιγράφεται ανωτέρω. Παραθέτουμε σύνοψή τους από το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του για την ποινή:
«Περαιτέρω, όπως ήδη ανέφερα και στο πλαίσιο της απόφασης, επρόκειτο για υπόθεση με σωρεία έγγραφα και αρκετούς μάρτυρες, ενώ η εκδίκαση της υπόθεση δεν ήταν απρόσκοπτη και, περαιτέρω, ήταν μακρά. Εν συντομία σημειώνεται ότι, μετά που άρχισε η ακρόαση στην υπόθεση, οι κατηγορούμενοι ζήτησαν να τους παρασχεθούν αντίγραφα όλων των εγγράφων, όχι μόνο των καταθέσεων όπως αρχικά τους είχαν δοθεί, η δε ετοιμασία των εν λόγω αντιγράφων διήρκησε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε άλλο στάδιο κάποιοι από τους κατηγορουμένους ζήτησαν χρόνο για να εξετάσουν το ενδεχόμενο αλλαγής πορείας στην υπόθεση. Η υπόθεση όμως τελικά προχώρησε χωρίς αλλαγή. Προσθέτω για τον παρόντα σκοπό, ότι ένεκα δυσκολίας εντοπισμού μαρτύρων κατηγορίας, η κατηγορούσα αρχή ζήτησε σε διάφορες περιπτώσεις αναβολή ώστε να καθίστατο εφικτό αυτοί να εμφανίζονταν. Έπειτα, ένεκα του μεγάλου όγκου εγγράφων, όπως και της προφορικής μαρτυρίας, μέρος της οποίας χρειάστηκε να δοθεί στο δικαστήριο υπό μορφή πρακτικών, για την ετοιμασία της απόφασης παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο εκείνου που αναμενόταν για την έκδοση της.»
Επιπρόσθετα, αναφέρουμε ότι υπήρξαν και αναβολές λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, είτε λόγω των περιοριστικών μέτρων, είτε σχετιζόμενες με τα ζητήματα υγείας της κατηγορούμενης 1.
Εν όψει όλων των πιο πάνω περιστάσεων, δεν διαπιστώνουμε ούτε αβάσιμες αναβολές, ούτε άλλης μορφής εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι οι ΜΚ3 και ΜΚ4, έδωσαν μαρτυρία περί τα τέσσερα έτη πριν την έκδοση της απόφασης και ότι αυτό, από μόνο του, οδήγησε το Δικαστήριο στην εξαγωγή επισφαλών συμπερασμάτων. Συνδέεται ο παρών λόγος έφεσης με τον τρίτο λόγο έφεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε αξιοπιστία του ΜΚ3 και προχώρησε σε εξαγωγή συμπερασμάτων από τη μαρτυρία του, αφού η έρευνά του και η όλη διεργασία του έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία των μαρτύρων του λογιστηρίου του ξενοδοχείου.
Είναι, θεωρούμε, σημαντικό να επισημάνουμε ότι η μαρτυρία του ΜΚ4 (διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας στην οποία ανήκε το ξενοδοχείο) δεν ήταν ουσιαστική, εν αντιθέσει με αυτή του ΜΚ3, η οποία ήταν καίριας σημασίας. Καθίσταται επομένως σημαντικό, να επεξηγήσουμε ποιες πτυχές της μαρτυρίας του ΜΚ3 ήταν καθοριστικές. Πρόκειται για οικονομολόγο-σύμβουλο επιχειρήσεων, ο οποίος εργαζόταν σε οίκο ελεγκτών, λογιστών και συμβούλων επιχειρήσεων. Η εταιρεία στην οποία ανήκε το ξενοδοχείο ήταν πελάτης του εν λόγω οίκου, και του ζητήθηκε από αυτήν, όπως προβεί σε έρευνα σε σχέση με απώλειες στις πωλήσεις εισιτηρίων Wi-Fi. Ο ΜΚ3 έδωσε καταθέσεις στην Αστυνομία επεξηγώντας γραπτώς αρκετές αναλυτικές καταστάσεις αναφορικά με τα στοιχεία που συνέλεξε, τις οποίες ο ίδιος ετοίμασε. Οι εν λόγω καταθέσεις και οι γραπτές καταστάσεις κατατέθηκαν ως τεκμήρια στη διαδικασία. Το ουσιαστικότερο μέρος της έρευνάς του, συνίστατο στην εξής διεργασία: Από τον τεχνικό που εγκατέστησε το σύστημα έκδοσης των εν λόγω εισιτηρίων (ΜΚ9), του παραδόθηκε η «μνήμη του συστήματος», ήτοι αρχείο στο οποίο καταχωρίστηκαν τα εκδοθέντα κατά την επίδικη περίοδο εισιτήρια, καθώς και λεπτομέρειες για το πώς και πότε χρησιμοποιήθηκαν αυτά. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των ΜΚ9 και ΜΚ3, το κάθε εισιτήριο, εκδιδόταν ή καλύτερα δημιουργείτο, βάσει συγκεκριμένου λογισμικού συστήματος, από ειδική συσκευή έκδοσης εισιτηρίων, η οποία συνδεόταν μέσω ρούτερ (δρομολογητή) με εκτυπωτή ο οποίος εξέδιδε εις διπλούν το εισιτήριο, ένα για τον αγοραστή και ένα για το λογιστήριο. Οι υπάλληλοι υποδοχής έδιδαν οδηγίες έκδοσης των εν λόγω εισιτηρίων μέσω της εν λόγω συσκευής με πάτημα ορισμένων κουμπιών. Το κάθε εκδοθέν εισιτήριο έφερε username (όνομα χρήστη), με βάση το οποίο ο παραλήπτης του θα μπορούσε να ενωθεί με το Wi-Fi. Το username, η ημερομηνία και ώρα έκδοσης του κάθε εισιτηρίου, καθώς λεπτομέρειες αναφορικά με το πότε χρησιμοποιήθηκε, αν δηλαδή υπήρξε πράγματι πρόσβαση βάσει αυτού στο Wi-Fi, υπήρχαν καταγραμμένα στο πιο πάνω αναφερόμενο ηλεκτρονικό αρχείο («μνήμη» του λογισμικού) και παραδόθηκαν στον ΜΚ3. Καίριας σημασίας αποτελεί το ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία, για όλα τα εισιτήρια τα οποία χρησιμοποιήθηκαν, οπωσδήποτε είχε προηγουμένως εκτυπωθεί εισιτήριο, το οποίο έφερε και το username. Διαφορετικά, δεν θα ήταν δυνατή η πρόσβαση βάσει των δημιουργημένων εισιτηρίων, στο Wi-Fi.
Επίσης, ο ΜΚ3 πήρε από το λογιστήριο του ξενοδοχείου τα εισιτήρια, τα οποία του παρέδιδαν οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου μαζί με το εισπραχθέν από τους πελάτες αντίτιμο. Σε γραπτή κατάσταση κατέγραψε ένα προς ένα τα εισιτήρια τα οποία παραδόθηκαν στο λογιστήριο και τα αντιπαρέβαλε με το αρχείο των εισιτηρίων τα οποία καταγράφονταν ως εκδοθέντα στο ηλεκτρονικό αρχείο το οποίο έλαβε από τον ΜΚ9. Σε τρεις στήλες της εν λόγω κατάστασης διαχώρισε όλα τα εκδοθέντα εισιτήρια ως εξής: Στη μία στήλη καταγράφονταν τα εισιτήρια τα οποία εκδόθηκαν και παραδόθηκαν μαζί με το αντίστοιχο αντίτιμο στο λογιστήριο. Στη δεύτερη στήλη, την οποία ονόμασε «F» (Failed), κατέγραψε τα εισιτήρια τα οποία σύμφωνα με το ηλεκτρονικό αρχείο, εκδόθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν, αλλά δεν παραδόθηκε στο λογιστήριο ούτε το εισιτήριο ούτε το αντίστοιχο αντίτιμο. Τονίζουμε και πάλι ότι το ηλεκτρονικό λογισμικό σύστημα κατέγραφε για τα εν λόγω εισιτήρια ότι αυτά χρησιμοποιήθηκαν, μάλιστα με λεπτομέρειες, όπως την ώρα που έγινε χρήση του Wi-Fi, με βάση το username που έφερε το κάθε ένα. Επρόκειτο για 627 εισιτήρια συνολικά. Στην τρίτη στήλη κατέγραψε όλα τα εισιτήρια για τα οποία δεν υπήρξε ξεκάθαρη εικόνα. Όπως ο ίδιος διευκρίνισε, πρόκειται για όλα τα εισιτήρια για τα οποία ίσως να δόθηκαν ως δώρο, ή ίσως να υπήρχε οποιαδήποτε άλλη εξήγηση για την τύχη τους. Η στήλη αυτή περιλαμβάνει και το ενδεχόμενο να υπήρξαν περιπτώσεις του τύπου που ανέφερε κατά την αγόρευσή του ενώπιον του Εφετείου ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας, ήτοι, τις περιπτώσεις όπου δόθηκαν εισιτήρια χωρίς χρέωση, ή υπήρχε διακοπή ρεύματος ή άλλο πρόβλημα στο σύστημα.
Σε σχέση με τα 627 ως άνω εισιτήρια, για τα οποία ούτε το εισιτήριο, ούτε το αντίτιμο παραδόθηκε στο λογιστήριο, ετοίμασε κατάσταση για κάθε κατηγορούμενο ξεχωριστά, βάσει της ώρας έκδοσής τους και την ώρα που αυτός ή αυτή εργαζόταν στην υποδοχή σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας, το οποίο του είχε παραδοθεί από το ξενοδοχείο. Οι εν λόγω καταστάσεις κατατέθηκαν ως τεκμήριο. Δεν συμπεριέλαβε στις εν λόγω καταστάσεις τις περιπτώσεις όπου εργάζονταν πέραν του ενός προσώπου στον χώρο υποδοχής. Με αυτόν τον τρόπο, στη σχετική κατάσταση που αφορούσε την εφεσείουσα, σημείωσε 71 περιπτώσεις κατά τις οποίες εκδόθηκε, ή καλύτερα όπως αναγράφεται, σε αυτή «δημιουργήθηκε» στο λογισμικό σύστημα εισιτήριο, σε συγκεκριμένη ημερομηνία και συγκεκριμένη ώρα, (στοιχεία που προέκυψαν από τη «μνήμη» του συστήματος). Στο ίδιο τεκμήριο κατέγραψε την ώρα που το εισιτήριο χρησιμοποιήθηκε, (και πάλι από στοιχεία που προέκυψαν από την ίδια «μνήμη» του συστήματος). Για κάθε εισιτήριο καταγραφόταν στο σύστημα και κατά συνέπεια στην εν λόγω κατάσταση το κατά πόσον για το κάθε εισιτήριο υπήρξε χρέωση (ύψους €15) (51 εισιτήρια) ή παραχωρήθηκε δωρεάν (20 εισιτήρια). Κατά τις εν λόγω περιπτώσεις, η εφεσείουσα ασκούσε καθήκοντα υποδοχής ως αποκλειστική υπεύθυνη για την εργασία στον εν λόγω χώρο, χωρίς βοήθεια από δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο. Το συνολικό ποσό των 71 αυτών εισιτηρίων, εκδόθηκε την περίοδο 15.5.2015-25.10.2015 και οι συνολικές χρεώσεις για τα 51 από αυτά, ανέρχονταν σε €765, ποσό για το οποίο κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε η εφεσείουσα. Επομένως, καθίσταται ξεκάθαρο ότι η εφεσείουσα κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε μόνο για τις περιπτώσεις έκδοσης εισιτηρίων σε χρόνους όπου ήταν το μόνο άτομο υπεύθυνο στον χώρο υποδοχής και τα οποία πράγματι χρησιμοποιήθηκαν, ήτοι δεν υπήρχε αμφιβολία για την τύχη τους.
Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΚ3 ουσιαστικά επανέλαβε και επεξήγησε τα όσα περιλαμβάνονταν και στις γραπτές του καταθέσεις. Η δε αντεξέτασή του, δεν ήταν τέτοιας σημασίας, ώστε ο χρόνος ο οποίος παρήλθε από αυτήν μέχρι την έκδοση της απόφασης, να μπορούσε να έχει οποιαδήποτε επίδραση ως προς την εντύπωση που ο μάρτυρας αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Η ουσία των όσων κατέθεσε ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου σε γραπτή μορφή και στα τεκμήρια. Ο πιο κάτω σχολιασμός του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα που αναδύεται από τα πρακτικά, αναφορικά με τον ΜΚ3:
«Η μαρτυρία του δεν αντικρούστηκε. Δεν υπήρξε αντίλογος είτε ως προς τη μεθοδολογία, είτε ως προς την αλήθεια των στοιχείων που παρέλαβε.»
Εν όψει των πιο πάνω, κρίνονται ανεδαφικές οι αιτιάσεις της εφεσείουσας σε σχέση με τον χρόνο που παρήλθε από τη μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων μέχρι την έκδοση της απόφασης.
Περαιτέρω, η αναφορά στην αιτιολογία των υπό εξέταση λόγων έφεσης στη μαρτυρία της ΜΚ5, υπεύθυνης λογιστηρίου, και του ΜΚ8, υπάλληλου του λογιστηρίου, ως προς τις προσωπικές τους εκτιμήσεις για τα προβλήματα ή τη λειτουργία του όλου συστήματος έκδοσης εισιτηρίων και παράδοσης του αντιτίμου στο λογιστήριο, ουδόλως επηρεάζει την ξεκάθαρη εικόνα των πραγμάτων όπως παρουσιάστηκαν από τον ΜΚ3 σε σχέση, πάντα το τονίζουμε, με τα εισιτήρια που εκδόθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν, χωρίς να παραδοθεί το αντίτιμο στο λογιστήριο κατά τους επίδικους χρόνους.
Εν όψει όλων των πιο πάνω, οι λόγοι έφεσης 2 και 3 κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη και/ή παραγνώρισε τη μαρτυρία αναφορικά με «τη συσκευή έκδοσης εισιτηρίων Wi-Fi-Router». Εξειδικεύεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη ότι ο ΜΚ9, ο τεχνικός που εγκατέστησε το σύστημα, δεν αναγνώρισε τον εκτυπωτή ο οποίος χρησιμοποιείτο κατά τον επίδικο χρόνο, αναφέροντας ότι δεν τον είχε εγκαταστήσει ο ίδιος. Διαπιστώνουμε ότι η εισήγηση ως προς το πώς λειτουργούσε το σύστημα είναι εσφαλμένη. Το σύστημα λειτουργούσε, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου, ως εξής. Σε ειδική συσκευή υπήρχε λογισμικό έκδοσης εισιτηρίων και η εν λόγω συσκευή συνδεόταν μέσω του router με εκτυπωτή. Όπως προαναφέραμε, η ενοχή της κατηγορούμενης προκύπτει από τα στοιχεία της έκθεσης του ΜΚ3, αναφορικά με τα εκδομένα εισιτήρια τα οποία χρησιμοποιήθηκαν, χωρίς όμως να αποδοθεί η είσπραξη στο ξενοδοχείο. Επίσης, όπως επεξηγήσαμε και ανωτέρω, δεν ήταν δυνατή η πρόσβαση στο Wi-Fi, χωρίς να είχε προηγουμένως εκδοθεί εισιτήριο. Για όσα εισιτήρια ενδεχομένως να υπήρχε κάποια ασάφεια, περιλαμβανομένης και αμφιβολίας λόγω προβλημάτων σε σχέση με τον εκτυπωτή ή ακόμη και με το όλο σύστημα, δεν προσάφθηκαν κατηγορίες.
Όλες οι πιο πάνω επεξηγήσεις μας εντοπίστηκαν και καταγράφηκαν στην εκκαλούμενη απόφαση, ορθά και εύστοχα από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αβάσιμος, επομένως, κρίνεται ο τέταρτος λόγος έφεσης και απορρίπτεται.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε ευρήματα αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Όπως έχουμε αναδείξει ανωτέρω, τα όσα κενά ή αμφιβολίες προβάλλει ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας αφορούν εισιτήρια για τα οποία δεν προσάφθηκαν κατηγορίες. Για όσα εισιτήρια προσάφθηκαν κατηγορίες, ήτοι αυτά τα οποία πράγματι χρησιμοποιήθηκαν, ενώ είχαν εκδοθεί κατά συγκεκριμένους χρόνους κατά τους οποίους η εφεσείουσα εργαζόταν μόνη της στον χώρο υποδοχής, δεν υπήρξε καμία ουσιαστική αμφισβήτηση από την Υπεράσπιση. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό ότι ο συνήγορος της εφεσείουσας, κατά την αγόρευσή του ενώπιον του Εφετείου, υποστήριξε ότι η καθυστέρηση των εργοδοτών της εφεσείουσας να αναθέσουν τη διερεύνηση στον ΜΚ3, ήτοι από τον Μάιο του 2015 οπότε σημειώθηκαν κάποια προβλήματα, μέχρι το πέρας της τουριστικής περιόδου τον Οκτώβριο του 2015, θέτει εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των παραπονουμένων. Όπως αναδείξαμε ανωτέρω, η καταδίκη στηρίχθηκε στην ανεξάρτητη και αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ3, οπότε το επιχείρημα του συνηγόρου κρίνεται ανεδαφικό. Ο πέμπτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Με τον έκτο λόγο έφεσης προσβάλλεται το ύψος της ποινής. Προβάλλεται ότι η ποινή είναι εσφαλμένη επειδή δεν λήφθηκαν υπόψη οι ελαφρυντικοί παράγοντες σε σχέση με την εφεσείουσα, ήτοι το λευκό της ποινικό μητρώο, οι προσωπικές συνθήκες της περιλαμβανομένης της βεβαρημένης κατάστασης της υγείας της, καθώς και η καθυστέρηση μεταξύ της διάπραξης του αδικήματος και της επιβολής της ποινής. Με κάθε σεβασμό, θα διαφωνήσουμε με την εισήγηση αυτή. Αντιθέτως, το πρωτόδικο Δικαστήριο προσμέτρησε δεόντως όλους τους πιο πάνω παράγοντες, εξ ου και (όπως το ίδιο εύστοχα σημείωσε), για ένα αδίκημα για το οποίο η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή έχει αυξηθεί νομοθετικώς δύο φορές από τα επτά έτη στα δεκατέσσερα, επέδειξε επιείκεια. Επεσήμανε, μάλιστα, ότι υπήρξαν αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες για παρόμοιες περιπτώσεις για το ίδιο αδίκημα επιβλήθηκαν κατά πολύ υψηλότερες ποινές φυλάκισης. Εντούτοις, ακριβώς η ενδελεχής στάθμιση των ελαφρυντικών παραγόντων στην οποία προέβη, το οδήγησαν στην επιβληθείσα ποινή. Δεν διαπιστώνουμε συνεπώς κανένα λόγο επέμβασής μας. Ως προς το πεδίο επέμβασης του Εφετείου στην επιβολή ποινής, ενδεικτικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις GEORGIOS TSINTSARATZE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 139/2025, 141/2025, ημερομηνίας 30.10.2025 και ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 212/2025, ημερομηνίας 28.4.2026
.
Ο έκτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Εν όψει όλων των ανωτέρω, η έφεση αποτυγχάνει στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο