ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Έφεση Αρ.: 211/2022
19 Μαΐου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
C.A.C. CORAL,
Εφεσείοντες,
v.
1. AESTAS TRADING LTD,
2. ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΥΡΑΣ,
3. ΝΙΚΟΣ ΛΥΡΑΣ,
4. ΕΙΡΗΝΗ ΛΥΡΑ,
Εφεσίβλητοι.
___________________
Μ. Χατζήκωνσταντή (κα) με Ε. Μάρκου (κα) για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.
Α. Παπαμιχαήλ για Α. Παπαμιχαήλ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.: Πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ – στο εξής η Τράπεζα - και εναντίον των εφεσιβλήτων 1 – 4 (και ενός ακόμη προσώπου μη διάδικου στην έφεση) για το ποσό των €329.277,00, πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 16.11.2005, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των €37.288,00 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 16.11.2005 μέχρι εξοφλήσεως. Στο πλαίσιο ανταπαίτησης εξέδωσε απόφαση υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον της Τράπεζας, με την οποία καθόριζε ότι σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης το ποσό που δικαιούται η Τράπεζα να εισπράξει, από το προϊόν πώλησης ενυπόθηκου, προς όφελος αυτής, ακινήτου, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου, κατά τον χρόνο είσπραξης, κεφαλαίου.
Σημειώνεται, σ’ αυτό το στάδιο, ότι, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης, οι Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, μεταβίβασαν στους εφεσείοντες, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 18 του Ν. 169(Ι)/2015, τις επίδικες συμφωνίες καθώς και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές.
Οι εφεσείοντες διαφωνούν με την πιο πάνω απόφαση. Η διαφωνία τους έγκειται στο ότι τα ποσά, για τα οποία εκδόθηκε η απόφαση, αναφέρονται σε ευρώ, ενώ, ως οι ίδιοι ισχυρίζονται, θα έπρεπε να αναφέρονται σε λίρες Κύπρου ή στην σωστή αντιστοιχία των ποσών από λίρες Κύπρου σε ευρώ και ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο καθόρισε το ύψος του επιτοκίου σε 8% εφαρμόζοντας τον Περί Τόκου Νόμο του 1977 και όχι τον Νόμο 160(Ι)/1999.
Οι εφεσείοντες με τέσσερεις λόγους έφεσης ζητούν, ουσιαστικά, την τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης. Το περιεχόμενο των λόγων έφεσης είναι το ακόλουθο:
«ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Το Πρωτόδικο εσφαλμένα εξέδωσε απόφαση για €329272 ευρώ αντί για £329272 λίρες και για €37288 αντί £37288 ή και δεν εξέδωσε απόφαση στην σωστή αντιστοιχία των ποσών από λίρες Κύπρου σε ευρώ.
……………………………………………………………………………………………
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Το Πρωτόδικο έκαμε ευρήματα αντίθετα με τη μαρτυρία που δέχθηκε σε ότι αφορά τα επιτόκια και το δικαίωμα των Εναγόντων για τροποποίηση τους ή και αυξομείωση τους.
……………………………………………………………………………………………
ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Το Πρωτόδικο λανθασμένα αποφάσισε ότι οι Εφεσείοντες τροποποίησαν μονομερώς τις συμφωνίες τους σε σχέση με τους τόκους παραγνωρίζοντας και αγνοώντας ή και ερμηνεύοντας λανθασμένα τις συμφωνίες που κατατέθηκαν σαν τεκμήρια 4 και 5 και υπογράφονται και από τους Εφεσίβλητους (Εναγόμενους).
……………………………………………………………………………………………
ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε ότι για τους επίδικους λογαριασμούς εφαρμόζεται ο Περί Τόκου Νόμος του 1977 και όχι ο Νόμος 160(Ι)1999 με αποτέλεσμα να εκδώσει λανθασμένη απόφαση τόσο στην απαίτηση όσο και στην ανταπαίτηση.»
Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Τράπεζα στις 11.12.2000, κατόπιν συμφωνίας με την εφεσίβλητη 1, παραχώρησε σ’ αυτή δύο τραπεζικές διευκολύνσεις. Η πρώτη αφορά τρεχούμενο λογαριασμό με όριο 40.000 λίρες Κύπρου και η δεύτερη δάνειο ύψους 390.000 λίρες Κύπρου. Οι δύο τραπεζικές διευκολύνσεις θα χρεώνοντο με τόκο 8% τον χρόνο. Ο τόκος θα καταλογίζετο και θα καταβάλλετο στις 15 Ιουνίου και 15 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο. Η τράπεζα θα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε αποφασίσει να αυξομειώνει το ποσοστό επιτοκίου, μέσα στα όρια του νόμιμου επιτοκίου που θα ίσχυε κάθε φορά, με ειδοποίηση προς τον χρεώστη.
Αναφορικά με τον πρώτο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες, στο περίγραμμα αγορεύσεως τους, αναφέρουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο εύρημα για τα ποσά που οφείλουν οι εφεσίβλητοι, σύμφωνα με τα ποσά που αυτοί όφειλαν κατά την στιγμή του τερματισμού των πιστωτικών διευκολύνσεων στις 16.11.2005 (Τεκμήριο 11). Είναι δε η θέση τους ότι στο συγκεκριμένο τεκμήριο, τα ποσά που αναφέρονται είναι σε λίρες Κύπρου και όχι σε ευρώ.
Διαπιστώνεται, κατ’ αρχάς, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο για τον λογαριασμό του δανείου, στη σελίδα 27 της απόφασης του, αναφέρει «Καταλήγω ότι το οφειλόμενο ποσό είναι το ποσό των €329.277, που είναι το χρεωστικό υπόλοιπο την 16.11.2005, συμπεριλαμβανομένων τόκων υπολογιζόμενων με επιτόκιο 8% ετησίως, αφαιρουμένων όμως οποιωνδήποτε άλλων χρεώσεων.» και εκδίδει απόφαση για το ποσό των €329.277,00 πλέον τόκους και, εν κατακλείδι, αναφέρει για τους τόκους πως «Το συνολικό ποσό που θα ανακτηθεί ως τόκοι δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους, που ήταν ΛΚ370.000 (€666.354.56).».
Αποτελεί, επίσης, κοινή θέση των δύο μερών ότι μετά τον τερματισμό της συμφωνίας οι εναγόμενοι ουδέν ποσόν κατέβαλαν έναντι του χρέους τους. Το ποσό για το οποίο έκδωσε απόφαση το πρωτόδικο Δικαστήριο σχετικά με τον λογαριασμό δανείου είναι αυτό που καθορίζεται και στην επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 11, το οποίο αναφέρεται σε λίρες Κύπρου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι «οι τόκοι που χρεώθηκαν στον συγκεκριμένο λογαριασμό από την ημερομηνία έναρξης του μέχρι και τον τερματισμό του ήταν κατά μέσο όρο 8% όσο είναι και το συμβατικό επιτόκιο». Οι πιο πάνω όμως προσδιορισμοί του πρωτόδικου Δικαστηρίου παραπέμπουν στο ότι αυτό είχε υπόψη του πως το οφειλόμενο ποσό είναι σε λίρες Κύπρου.
Ομοίως, το πρωτόδικο Δικαστήριο για να εκδώσει την απόφαση του για τον τρεχούμενο λογαριασμό, βασίστηκε στο Τεκμήριο 17, το οποίο αποτελεί τους αναδομημένους λογαριασμούς και αναφέρει στην απόφαση του πως «στο εν λόγω Τεκμήριο κατά την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας, ήτοι το ποσό των €37.288, είναι πολύ πλησίον του πραγματικού και μπορεί να αποτελέσει τη βάση για έκδοση απόφασης.». Στο Τεκμήριο 17 αναφέρονται μόνο τα ποσά χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη σε ποιο νόμισμα αναφέρονται. Η χρονική διάρκεια είναι από τις 11.12.2000 μέχρι και τις 16.11.2005 και προσδιορίζεται το ποσό σε 37288. Η 16.11.2005 είναι ημερομηνία τερματισμού και το ισχύον νόμισμα, κατά την μέρα του τερματισμού, ήταν οι λίρες Κύπρου, σ’ αυτό το νόμισμα, άλλωστε, αναφέρεται η επιστολή τερματισμού. Ως εκ τούτου και για τον τρεχούμενο λογαριασμό η απόφαση θα έπρεπε να είχε εκδοθεί σε ευρώ κατά το αντίστοιχο, όμως, ποσό των λιρών Κύπρου.
Καταληκτικά, προκύπτει ότι όλα τα στοιχεία που υπολογίστηκαν από τους εφεσείοντες για τον καθορισμό των οφειλομένων σε αυτούς ποσών, και τα οποία έγιναν αποδεκτά από το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφορούν σε λίρες Κύπρου και ό,τι απέμενε, εκ μέρους του Δικαστηρίου, ήταν η αναπροσαρμογή των λιρών Κύπρου σε ευρώ, και έκδοση, σχετικής, απόφασης, ως ζητούσαν, άλλωστε, οι εφεσείοντες με την Έκθεση Απαίτησης τους, ήτοι ποσά σε ευρώ.
Σύμφωνα με το Άρθρο 25(3) του Ν. 14/1960, μεταξύ άλλων, είναι επιτρεπτό για το Εφετείο να μην «δεσμεύεται υπό oιασδήπoτε απoφάσεως περί πραγματικώv γεγovότωv τoυ εκδικάσαvτoς δικαστηρίoυ και θα έχη εξoυσίαv vα αvαθεωρή τας πρoσαχθείσας απoδείξεις, vα συvάγη τα ίδια αυτoύ συμπεράσματα, vα ακoύη… και δύvαται vα δώση oιαvδήπoτε απόφασιv ή vα εκδώση oιovδήπoτε διάταγμα τo oπoίov αι περιστάσεις της υπoθέσεως δικαιoλoγoύv...».
Περαιτέρω, δυνάμει της πρόνοιας του Μέρους 41.12(1) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, προβλέπεται ότι «Σε σχέση με έφεση το Εφετείο έχει όλες τις εξουσίες του κατώτερου Δικαστηρίου».
Στην υπόθεση Ενωτιάδου v. Πόλεου και άλλου (1998) 1 Α.Α.Δ. 1996, λέχθηκαν τα κάτωθι:
«Έχει επανειλημμένα τονισθεί ότι θέματα ευρημάτων, αξιοπιστίας και καταμερισμού είναι βασικά εντός του πεδίου κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου και το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όπου τα ευρήματα αυτά δεν είναι ικανοποιητικά εν όψει της μαρτυρίας, ή όπου τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δικαιολογούνται με βάση τα γεγονότα. Παρόμοιες αρχές ισχύουν και για την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς και για τον καταμερισμό ευθύνης, όπου το Εφετείο επεμβαίνει και αντικαθιστά τον καταμερισμό με το δικό του, μόνο όπου διαφαίνεται η ύπαρξη κάποιου σφάλματος αρχής ή όπου ο καταμερισμός είναι καταφανώς εσφαλμένος. (Δέστε Meletiou and Another v. Lemis (1969) 1 C.L.R. 558, Christodoulou v. Menicou and Others (1966) 1 C.L.R. 17, Charalambous v. Pillakouris (1976) 1 C.L.R. 198, Elia v. Nicola (1985) 1 C.L.R. 286, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους (1989) 1 Α.Α.Δ (Ε) 298, Αγησιλάου ν. Χρίστου (1989) 1 Α.Α.Δ (Ε) 713, Μαυρίδης ν. Dharaghji και Άλλοι (1990) 1 Α.Α.Δ. 1013, Stavrou v. Papadopoulos (1969) 1 C.L.R. 172, Despotis v. Tseriotou (1969) 1 C.L.R 261, Zarpeteas v. Touloupou and Others (1975) 1 C.L.R. 454, κ.λ.π.)»
Έχοντας λάβει υπόψη μας όλα τα προλεχθέντα, φρονούμε ότι η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που αφορά στην έκδοση απόφασης, ως προς το ύψος σε ευρώ, προφανώς εκ παραδρομής, δεν είναι ορθή. Διαφαίνεται πως όλα τα δεδομένα, τα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο, έλαβε υπόψιν του για το ύψος των ποσών, που όφειλαν οι εφεσίβλητοι στην Τράπεζα, κατά τον χρόνο τερματισμού των τραπεζικών διευκολύνσεων, αναφέρονται σε λίρες Κύπρου, το δε νόμισμα που ίσχυε κατά τον Νοέμβριο του 2005 στην Κύπρο, ήταν οι λίρες Κύπρου και όχι το ευρώ. Συνεπώς, η απόφαση θα έπρεπε να εκδοθεί στο ποσό των ευρώ, αντίστοιχου όμως των λιρών Κύπρου που ήταν οφειλόμενο. Ως εκ τούτου, κρίνουμε πως ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπήρχαν τα δεδομένα τα οποία δικαιολογούσαν την έκδοση απόφασης υπέρ της Τράπεζας και εναντίον των εφεσιβλήτων για το ποσό των €562.602,68 (ήτοι ΛΚ329.277,00) πλέον τόκους και το ποσό των €63.710,27 (ήτοι ΛΚ37.288,00) πλέον τόκους, αντί των μικρότερων ποσών σε ευρώ που εκδόθηκε η απόφαση.
Στην βάση όλων των πιο πάνω, ο πρώτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει.
Ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος έφεσης θα πρέπει να συνεξετασθούν καθότι και για τους τρεις λόγους κύριο ζήτημα είναι η θέση των εφεσειόντων ότι λανθασμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, επιδίκασε τόκο προς 8% και ότι λανθασμένα για τους επίδικους λογαριασμούς εφαρμόζεται ο Περί Τόκου Νόμος του 1977 και όχι ο Νόμος 160(Ι)/1990.
Για τα θέματα που αφορούν και τους τρεις αυτούς λόγους έφεσης το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στο πλαίσιο της αξιολόγησης του ΜΕ1 ανέφερε τα ακόλουθα:
«Απορρίπτω και τη θέση του ότι για όλες τις αυξομειώσεις του επιτοκίου δημοσιεύτηκαν σχετικές ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο και ή ότι η Εναγομένη 1 ενημερώθηκε σχετικά. Με βάση το Τεκμήριο 9, που περιλαμβάνει όλες τις ανακοινώσεις που έγιναν για αλλαγή του επιτοκίου, προκύπτει ότι οι εν λόγω ανακοινώσεις αφορούν μόνο την αλλαγή του βασικού επιτοκίου. Για τις υπόλοιπες αλλαγές, του πρόσθετου επιτοκίου και του ποσοστού επιβάρυνσης, πλην μιας περίπτωσης, (Τεκμήριο 7) δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία ενώπιο του Δικαστηρίου που να δεικνύουν ότι οι Ενάγοντες ενημέρωσαν την Εναγομένη 1 για τις πιο πάνω τροποποιήσεις.»
Μια απλή ανάγνωση, από το Τεκμήριο 8, των ανακοινώσεων που έγιναν για αλλαγή του επιτοκίου, όπως ορθά καταλήγει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφορούν την αλλαγή του βασικού επιτοκίου. Υπάρχει μια επιστολή εντός του Τεκμηρίου 8, ημερομηνίας 10.12.2001 προς την εφεσίβλητη 1 στην οποία αναφέρεται ότι «από 1/1/2002 οι πέραν του συμβατικού επιτοκίου χρεώσεις τροποποιούνται, ως εξής: Α. Πρόσθετο επιτόκιο από 2.75% σε 3% και Β προμήθεια μειώνεται από 0,25% σε 0%». Το Τεκμήριο 7 αποτελεί την επιστολή που οι εφεσείοντες απέστειλαν στην εφεσίβλητη 1 στις 19.02.2001, με την οποία την ενημέρωναν ότι «με την εφαρμογή του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, τα εν λόγω Δάνεια και/ή Τραπεζικές διευκολύνσεις θα χρεωθούν αναδρομικά από 1.1.2001 ως εξής:
Α. ΤΟΚΟΣ
(i) Με βασικό επιτόκιο προς 7% (επτά τοις εκατό) το χρόνο.
(ii) Με πρόσθετο επιτόκιο προς 2,75% (δύο και 0,75 τοις εκατό) το χρόνο
(iii)Σύνολο επιτοκίου 9,75% (εννέα και 0,75 τοις εκατό) το χρόνο επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων λογιζόμενο κατά την κρίση της Τράπεζας και καταλογιζόμενο σε εσάς ή καταβαλλόμενο από εσάς την 30ήν Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου εκτός εάν άλλως σας γνωστοποιηθεί από την Τράπεζα.
Νοείται ότι η Τράπεζα θα δικαιούται να προβαίνει σε ανατοκισμό, σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία και επίσης θα δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της όπως κατά καιρούς με γραπτή ειδοποίηση της προς εσάς ή με ανακοίνωση της στον ημερήσιο τύπο καθορίζει το ύψος του εκάστοτε βασικού και/ή πρόσθετου επιτοκίου ή τον τρόπο υπολογισμού του ή το χρόνο καταβολής του ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη αλλαγή και σε τέτοια περίπτωση το νέο επιτόκιο όπως θα έχει καθοριστεί με τον πιο πάνω τρόπο από την Τράπεζα όπως και οι αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά οποιαδήποτε άλλη αλλαγή θα έχει εφαρμογή από την ημερομηνία της γνωστοποιήσεως δια του ημερήσιου τύπου ή της προς εσάς ειδοποιήσεως.
Στην περίπτωση που θα υπάρχει οποιαδήποτε διάσταση μεταξύ του επιτοκίου που καθορίζεται πιο πάνω με το επιτόκιο οποιουδήποτε Συμβολαίου σας με την Τράπεζα, θα υπερισχύει το επιτόκιο που προβλέπεται στην επιστολή αυτή εκτός εάν η Τράπεζα αποφασίσει διαφορετικά οπότε και θα σας το γνωστοποιεί γραπτώς.
Για υπολογισμό οποιουδήποτε τόκου θα λογίζονται οι μήνες προς όσες ημέρες έχει ο καθένας αλλά για την εξεύρεση του τόκου θα χρησιμοποιείται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος με 360 ημέρες.
B. ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ/ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
(α) Με προμήθεια προς 0,25% (0,25 τοις εκατό) το χρόνο υπολογιζόμενη επί του Μέσου Όρου των Δανείων και/ή Τραπεζικών διευκολύνσεων κατά τη σχετική περίοδο.
(β) Με επιβάρυνση υπέρβασης προς 1,75% (ένα και εβδομήντα πέντε τοις εκατό) το χρόνο επί του ποσού κάθε υπέρβασης ορίου.
(γ) Με επιβάρυνση καθυστέρησης προς 1,75% (ένα και εβδομήντα πέντε τοις εκατό) το χρόνο επί τυχόν καθυστερημένου ποσού.
(δ) Με επιβάρυνση πρόωρης πληρωμής προς 1% (ένα τοις εκατό) το χρόνο επί τυχόν προώρως πληρωθέντος ποσού Δανείου.
(ε) Με επιβάρυνση αχρησιμοποίητου ορίου προς 0% (μηδέν τοις εκατό) το χρόνο επί του ποσού του ορίου που δεν έχει χρησιμοποιηθεί.
(στ) Με Τραπεζικά δικαιώματα όπως κατά καιρούς θ' αποφασίζει η Τράπεζα με ενημέρωση σας.
(ζ) Με οποιαδήποτε άλλα έξοδα, δικαιώματα, φόρους και επιβαρύνσεις θα αποφασίζει η Τράπεζα κατά καιρούς με ενημέρωση σας.
ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΑ ΔΑΝΕΙΑ/ΤΡΑΠΕΖΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ:
Όριο Τρεχούμενου Λογαριασμού Λ.Κ.40000-
Αρ. Λογαριασμού [ ]
Εφάπαξ Δάνειο Αρχικού Ποσού Λ.Κ.390000-
Αρ. Λογαριασμού [ ]
Σημερινό Υπόλοιπο Λ.Κ.391821-
Νοείται βέβαια ότι οι σχέσεις σας με την Τράπεζα θα διέπονται και/ή συνεχίζουν να διέπονται από τους όρους των διαφόρων υφιστάμενων μεταξύ σας και της Τράπεζας συμβολαίων και/ή των συμβολαίων που θα υπογραφούν στο μέλλον από εσάς και την Τράπεζα.»
Επί του ζητήματος των τόκων, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφέρει:
«Ο Α. Καφάς, Μ.Ε.1 κατέθεσε επίσης ότι αμφότερες οι συμφωνίες προέβλεπαν για το δικαίωμα των Εναγόντων να προβούν σε αυξομείωση του επιτοκίου, σχετικές είναι οι αναφορές που γίνονται στην πρώτη Γραπτή του Δήλωση, Ένδειξη Α1, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στις παραγράφους 11 και 13 παραθέτει τους όρους των δύο επιδίκων συμφωνιών συμπεριλαμβανομένου και του όρου για κατ' ισχυρισμό δικαίωμα αυξομείωσης του επιτοκίου. Το κείμενο είναι ταυτόσημο και στις δύο παραγράφους και ως εκ τούτου θα το παραθέσω αμέσως πιο κάτω, μόνο μια φορά:
"Η Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε αποφασίσει να αυξομειώνει το ποσοστό του επιτοκίου μέσα στα όρια του νόμιμου επιτοκίου που θα ίσχυε κάθε φορά, με ειδοποίηση προς τον χρεώστη".
Διαπιστώνω ότι η πιο πάνω δήλωση του δεν υποστηρίζεται από το κείμενο των επιδίκων συμφωνιών, τεκμήρια 4 και 5 και να μου επιτραπεί να την χαρακτηρίσω, "παραπλανητική" .
Στη συμφωνία, Τεκμήριο 4, που αφορούσε την παραχώρηση ορίου παρατραβήγματος σε τρεχούμενο λογαριασμό, προβλέπονται τα πιο κάτω σε σχέση με την επιβολή τόκων:
«3. Οιονδήποτε χρεωστικόν υπόλοιπον του «Λογαριασμού» θα αποφέρη τόκον εις όφελος «της Τραπέζης» προς 8% οκτώ τοις εκατόν ετησίως, καταλογιζόμενον εις τον «οφειλέτη» ή καταβαλλόμενο υπ' αυτού εκάστην 15η Ιουνίου και 15η Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
Νοείται ότι εν περιπτώσει καθ' ην το ως άνω επιτόκιο ήθελε τροποποιηθεί είτε διά νόμου ή δι' αποφάσεως της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου είτε άλλως πως τότε το ανώτατον επιτόκιο ως θα έχει τροποποιηθή θα υποκαθιστά αυτομάτως το ως άνω προνοούμενον επιτόκιον εκτός αν η «Τράπεζα» ήθελεν άλλως πως και κατά την απόλυτον αυτής κρίσιν αποφασίσει οπότε και θα ειδοποιή προς τούτο εγγράφως τον "οφειλέτην".
..........................................................................................................
6. Η «Τράπεζα» θα έχη το δικαίωμα όπως καθ' οιονδήποτε χρόνο και κατά την απόλυτον κρίσιν αυτής περιορίζει το ποσόν της πιστώσεως και αυξομειώνει το ποσοστό του τόκου προμηθείας και εξόδων ειδοποιούσα προς τούτο δι' επιστολής της τον «οφειλέτην». Εις την περίπτωσιν της μη απαντήσεως του «οφειλέτου» εντός 3 ημερών από της λήψεως της ειδοποιήσεως ότι αποδέχεται την ρηθείσαν τροποποίησιν της πιστώσεως και των όρων ταύτης, τότε η «Τράπεζα» θα δικαιούται να κλείσει τον λογαριασμόν ειδοποιούσα δι' επιστολής της τον «οφειλέτην» περί του κλεισίματος του λογαριασμού του οπότε ο «οφειλέτης» θα υποχρεούται όπως αμέσως καταβάλει εις την «Τράπεζα» παν χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του κατά κεφάλαιον, τόκους, προμήθειας και έξοδα προς εξασφάλιση.
Στη συμφωνία, Τεκμήριο 5, γίνεται η πιο κάτω πρόνοια σε σχέση με τον τόκο με τον οποίο θα επιβαρύνετο ο συγκεκριμένος λογαριασμός, πρόκειται για τον όρο 4:
«4. Οιονδήποτε χρεωστικόν υπόλοιπον του ρηθέντος δανείου θα αποφέρη τόκον εις όφελος «της Τραπέζης» προς 8% οκτώ τοις εκατόν ετησίως, καταλογιζόμενον εις τον «οφειλέτη» ή καταβαλλόμενο υπ' αυτού εκάστην 15η Ιουνίου και 15η Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
Νοείται ότι εν περιπτώσει καθ' ην το ως άνω επιτόκιο ήθελε τροποποιηθεί είτε διά νόμου ή δι' αποφάσεως της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ή άλλως πως, τότε το ανώτατον επιτόκιο ως θα έχει τροποποιηθή θα υποκαθιστά αυτομάτως το ως άνω προνοούμενο επιτόκιο εκτός εάν η «Τράπεζα» ήθελεν άλλως πως και κατά την απόλυτον αυτής κρίσιν αποφασίσει οπότε και θα ειδοποιεί προς τούτο εγγράφως τον «οφειλέτην».
Επισημαίνω ότι το περιεχόμενο του όρου 3, του Τεκμηρίου 4, είναι σχεδόν ταυτόσημο με το περιεχόμενο του όρου 4, του Τεκμηρίου 5. Η μόνη διαφορά είναι ότι στο ένα έγγραφο γίνεται αναφορά σε "λογαριασμό" και το άλλο σε "δάνειο".
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι στη συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 5, πουθενά δεν γίνεται πρόνοια για αυξομείωση του επιτοκίου, ενώ στη συμφωνία, Τεκμήριο 4, γίνεται πρόνοια για αυξομείωση του λογαριασμού, νοουμένου όμως ότι λάβει τη συγκατάθεση του οφειλέτη.
Στην υπό κρίση υπόθεση διαπιστώνω ότι η τροποποίηση των επίδικων συμφωνιών έγινε μονομερώς, σχετική είναι η επιστολή που απέστειλαν οι Ενάγοντες προς την Εναγόμενη 1, ημερομηνίας 19.02.2001. Τεκμήριο 7, την οποία παραθέτω αυτούσια πιο πάνω. Από το περιεχόμενο της επιστολής προκύπτει ότι οι Ενάγοντες εξέλαβαν ότι ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999, Ν. 160(I)/1999, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «ο Νόμος 160(I)/1999», τούς έδιδε το δικαίωμα να τροποποιούν το επιτόκιο κατά το δοκούν. Το θέμα αυτό θα τύχει εξέτασης σε κατοπινό στάδιο. Προκύπτει επίσης ότι θεώρησαν ότι είχαν δικαίωμα να επιβαρύνουν το λογαριασμό με διάφορα ποσά τα οποία δεν προβλέπονταν από τις επίδικες συμφωνίες και να χρεώνουν τόκο αναδρομικά.
Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι οι τροποποιήσεις στο επιτόκιο έγιναν βάσει των οικονομικών δεδομένων του πελάτη και της οικονομίας. Πρόκειται για μια γενική και αόριστη δήλωση. Έχοντας δε υπόψη ότι οι αυξομειώσεις του επιτοκίου αφορούσαν όλους τους πελάτες της Τράπεζας, αυτό προκύπτει από τις δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο, εύλογα διερωτάται κανείς πως ελάμβαναν υπόψη τα «οικονομικά δεδομένα του πελάτη».»
Τα όσα ανωτέρω παραθέτει το πρωτόδικο Δικαστήριο αποτελούν γεγονότα τα οποία έχουν διαπιστωθεί μέσα από το περιεχόμενο των συμφωνιών δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήρια 4 και 5) αλλά και του περιεχομένου του Τεκμηρίου 7, στο οποίο γίνεται αναφορά ότι οι διαφοροποιήσεις στον τόκο είναι λόγω της εφαρμογής του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν. 160(Ι)/1999.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στον Νόμο 160(Ι)/1999 και στον Περί Τόκου Νόμο Αρ. 2/1977, ο οποίος καταργήθηκε, σε συνδυασμό με την υπάρχουσα νομολογία και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4 και 5, καταλήγει:
«Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης επισημαίνω, ως αναφέρω και πιο πάνω, ότι στη συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 5, πουθενά δεν γίνεται πρόνοια για αυξομείωση του επιτοκίου, ενώ στην συμφωνία για παροχή ορίου παρατραβήγματος, Τεκμήριο 4, γίνεται πρόνοια για αυξομείωση του επιτοκίου, νοουμένου όμως ότι η Τράπεζα λάβει 'τη συγκατάθεση του οφειλέτη'. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου ότι έχει ληφθεί η συγκατάθεση του οφειλέτη για αυξομειώσεις στο επιτόκιο.
Καταλήγω ότι το επιτόκιο με το οποίο θα μπορούσαν να επιβαρυνθούν οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το συμβατικό, ήτοι το 8%.»
Με βάση τα όσα ανωτέρω αναφέρονται, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι στην συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 5, δεν γίνεται πρόνοια για αυξομείωση του επιτοκίου και ότι στην συμφωνία για τον τρεχούμενο λογαριασμό, Τεκμήριο 4, υπήρχε πρόνοια για αυξομείωση του επιτοκίου, νοουμένου ότι η τράπεζα θα λάβει «τη συγκατάθεση του οφειλέτη». Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού αξιολόγησε τη μαρτυρία του ΜΕ1 αποδέχτηκε τις θέσεις του, ότι οι επίδικοι λογαριασμοί ήταν ανεξάρτητοι από τους λογαριασμούς της Μ. Λύρα (εναγόμενη 4) και ότι οι δύο υποθήκες εξασφαλίζουν τα επίδικα χρέη. Αντίθετα με τα πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του ΜΕ1 που αφορούσε το επιτόκιο με το οποίο χρεώθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί, καθότι, ως ανέφερε, δεν στηρίζονται από στοιχεία που ο ίδιος έχει παρουσιάσει και παραπέμπει στην διαφορά της μαρτυρίας του με το Τεκμήριο 9, την κατάσταση αλλαγής των επιτοκίων την οποία ο ίδιος κατέθεσε. Επίσης, απορρίπτει και τη θέση του ΜΕ1 ότι «η Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε αποφασίσει να αυξομειώνει το ποσοστό του επιτοκίου μέσα στα όρια του νόμιμου επιτοκίου που θα ίσχυε κάθε φορά, με ειδοποίηση προς τον χρεώστη». Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι για την αξιολόγηση του ΜΕ1 από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν υπάρχει λόγος έφεσης.
Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση με την επιστολή Τεκμήριο 7, για την οποία οι εφεσίβλητοι 1 έλαβαν γνώση, και η οποία αναφέρεται στον Νόμο 160(Ι)/1999 και την ελευθεροποίηση του επιτοκίου, εξέτασε αν η Τράπεζα είχε το δικαίωμα στο πλαίσιο αυτού του Νόμου να προβεί σε μονομερή τροποποίηση των επίδικων συμφωνιών και να προβεί σε αυξομειώσεις του επιτοκίου των δύο λογαριασμών. Με παραπομπή στις υποθέσεις Ξιούρουππας v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2016) 1 Α.Α.Δ. 2604 και Evelthon Develoments v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2012) 1 Α.Α.Δ. 2486, κατέληξε ότι ο Νόμος 160(Ι)/1999, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 01.01.2001, δεν εμπεριέχει ρητή αναφορά περί αναδρομικής ισχύος σε υφιστάμενες συμβάσεις που καταρτίσθηκαν πριν την εφαρμογή του Νόμου και οι επίδικες συμφωνίες καταρτίσθηκαν πριν να τεθεί σε εφαρμογή αυτός ο Νόμος. Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι και ο τερματισμός των επίδικων συμβάσεων επιτεύχθηκε στις 16.11.2005, δηλαδή κατά πολύ πριν την έναρξη της ισχύος του Τροποποιητικού Νόμου 14(Ι)/2014, με τον οποίο καθορίστηκε σύμφωνα με το Άρθρο 2Β το πεδίο εφαρμογής του Νόμου για να ισχύει σε όλες τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων. Προϋπόθεση για να τυγχάνει εφαρμογής ο συγκεκριμένος Νόμος για προγενέστερες της ισχύος του συμφωνίες, πρέπει οι συμφωνίες να βρίσκονται εν ισχύει. Η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι για τις επίδικες συμφωνίες ο Νόμος 14(Ι)/2014 δεν τυγχάνει αναδρομικής ισχύος, μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις επίδικες συμφωνίες όσον αφορά στο ζήτημα των επιτοκίων.
Σε σχέση δε με την ανταπαίτηση, και σε συνέχεια με τις ανωτέρω σκέψεις, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκδωσε αναγνωριστική απόφαση όσον αφορά στο ποσό των τόκων που οι εφεσείοντες (εις υποκατάσταση της Τράπεζας) δικαιούνται να εισπράξουν από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης του, εφόσον στην υπό αναφορά υπόθεση τυγχάνουν εφαρμογή οι πρόνοιες του Περί Τόκου Νόμου του 1977.
Συνεπώς, οι λόγοι έφεσης δύο, τρία και τέσσερα, απορρίπτονται.
Στη βάση όλων των πιο πάνω λεχθέντων, η έφεση επιτυγχάνει μερικώς. Η πρωτόδικη κρίση ως προς ύψος των ποσών που εκδόθηκε η απόφαση παραμερίζεται και εκδίδεται απόφαση για τα ποσά των (α) €562.602,68 (ήτοι ΛΚ329.277,00) και (β) €63.710,27 (ήτοι ΛΚ37.288,00). Κατά τα υπόλοιπα, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Επιδικάζονται έξοδα €4.050,00 πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, (τα έξοδα μειωμένα κατά 1/4 λόγω της μερικής, ως προκύπτει, επιτυχίας της έφεσης), υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον των εφεσιβλήτων.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο