ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: 243/2021)
13 Μαΐου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ,
Εφεσείοντες,
v.
ΓΛΑΥΚΟΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΩΝΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ,
Εφεσίβλητος.
___________________
Γ. Χ’’Γιώργης με Α. Χ’’Γεωργίου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.
Κ. Δαμιανός για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Ο εφεσίβλητος αξίωσε, με αγωγή του, ποσό €630.000,00 ως απώλεια εισοδημάτων, τα οποία θα ελάμβανε από την εργασία του αν οι εφεσείοντες τον ενέγραφαν, ως μέλος τους, από τις 17.08.2004 που απέρριψαν σχετική αίτηση του (την πρώτη φορά) και/ή ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εκδίκασε την αγωγή του εφεσίβλητου, επιδίκασε προς όφελος του και εναντίον των εφεσειόντων το ποσό των €70.000,00 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα αγωγής.
Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του εφεσίβλητου, αυτός, κατείχε τον τίτλο του Professional Member of Chartered Surveyors, οπότε, στις 13.02.2004, αποτάθηκε, με αίτηση του, στους εφεσείοντες ζητώντας την εγγραφή του, ως μέλος τους, στον Κλάδο της Επιμέτρησης και Εκτίμησης Γης. Είναι κοινός τόπος ότι, κατόπιν απόρριψης της προαναφερόμενης αίτησης του, ο εφεσίβλητος πέτυχε, με προσφυγή, στο Ανώτατο Δικαστήριο, την ακύρωση της απορριπτικής απόφασης των εφεσειόντων, οι οποίοι συνέχισαν να αρνούνται την εγγραφή του, ως μέλους τους, παρά μόνο το έπραξαν στις 04.05.2012, αφού, όμως, είχαν μεσολαβήσει ακόμη δύο προσφυγές του εφεσίβλητου με τις οποίες ακυρώθηκαν, από το Ανώτατο Δικαστήριο, αντίστοιχες απορριπτικές αποφάσεις των εφεσειόντων, οι οποίοι, αν και, εν τέλει, ενέγραψαν τον εφεσίβλητο ως μέλος τους, αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν απαίτηση του για αποζημιώσεις, οι οποίες αφορούσαν στην προαναφερόμενη άρνηση τους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του, απέρριψε τους προβληθέντες, στην υπεράσπιση, δικογραφημένους ισχυρισμούς των εφεσειόντων. Ειδικότερα, απέρριψε (α) την προδικαστική ένσταση ότι ο εφεσίβλητος δεν νομιμοποιούνταν να εγείρει την αγωγή του, στη βάση του ότι η νομιμότητα είχε, δια της εγγραφής του εφεσίβλητου ως μέλος αυτών, αποκατασταθεί, (β) τον ισχυρισμό ότι η ζητηθείσα ζημιά δεν είχε προκύψει άμεσα από τις ακυρωθείσες πράξεις ή ότι προέκυπτε ευθύνη των εφεσειόντων, για τις ισχυριζόμενες συνέπειες, προς τον εφεσίβλητο. Επίσης, απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός (γ) ότι η αιτούμενη ζημιά δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αξίωσης, καθότι, η αποζημίωση δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος δίδεται για ζημιά άμεσα προκληθείσα από την ακυρωθείσα απόφαση, ενώ ο εφεσίβλητος δεν είχε αξίωση στην άδεια του αλλά στην προσδοκία παραχώρησης άδειας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, απέρριψε, ακόμη, (δ) τον ισχυρισμό των εφεσειόντων ότι ο εφεσίβλητος ουδέποτε απώλεσε εισοδήματα, καθότι, από το 2004 εργαζόταν ως εκτιμητής ακινήτων σε γραφείο, οπότε, είχε εισόδημα και, επομένως, δεν δικαιούται αποζημιώσεις για πιθανή βλάβη.
Οι εφεσείοντες εφεσίβαλαν την προαναφερόμενη πρωτόδικη απόφαση και, με δεκαέξι (16) λόγους έφεσης, διεκδικούν τον παραμερισμό της, αφού την θεωρούν λανθασμένη και/ή προϊόν σφαλμάτων. Στην ουσία τους, τα αποδιδόμενα στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλματα, συνοψίζονται, στη συνέχεια, όπου θα παρατεθεί το ουσιαστικότερο περιεχόμενο των λόγων έφεσης, οι οποίοι θα εξετάζονται και θα διατυπώνεται η κρίση μας. Η συνεξέταση κάποιων λόγων έφεσης προβάλλει δικαιολογημένη, καθώς, επίσης, η εξέταση τους επιβάλλεται, λόγω της σημασίας τους, χωρίς να τηρηθεί η αριθμητική σειρά με την οποία αυτοί προωθούνται στην Ειδοποίηση Έφεσης. Ως εκ τούτου, ο πέμπτος λόγος έφεσης θα εξεταστεί πρωθύστερα, αφού με αυτόν προκρίνεται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε μαρτυρία η οποία δεν καλύπτεται από το δικόγραφο του εφεσίβλητου και, ακολούθως, θα εξετασθούν οι έννατος, δέκατος-τρίτος, δέκατος-τέταρτος και δέκατος-πέμπτος λόγοι έφεσης, οι οποίοι μάχονται κατά της ορθότητας της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Στη συνέχεια ακολουθεί η εξέταση των υπόλοιπων λόγων έφεσης κατά τη σειρά που κρίθηκε η ορθότερη.
Το περιεχόμενο του πέμπτου λόγου έφεσης έχει ως ακολούθως:
Πέμπτος λόγος έφεσης
Το πρωτόδικο Δικαστήριο «…εσφαλμένα … απέρριψε με ενδιάμεση απόφαση του («ruling») … την ένσταση που εγέρθηκε εκ μέρους των Εναγομένων σε σχέση με το ότι το περιεχόμενο της παραγράφου 38 της Γραπτής Δήλωσης του Ενάγοντα είναι εκτός των δικογραφημένων ισχυρισμών του Ενάγοντα … και μόνο θα έπρεπε να δικογραφούνταν οπωσδήποτε τα επί μέρους σημεία που αναπτύσσονται στην εν λόγω παράγραφο της Γραπτής Δήλωσης του ΜΕ1 – Ενάγοντα, κρίνοντας εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα ότι η εν λόγω παράγραφος 38 καλύπτεται από τη δικογραφία …»,
Αποτελεί κοινό έδαφος πως όταν επιχειρήθηκε, κατά τη δίκη, η κατάθεση γραπτής δήλωσης, εκ μέρους του εφεσίβλητου, ως μέρος της κύριας εξέτασης του, ηγέρθηκε ένσταση από τον συνήγορο των εφεσειόντων, προβάλλοντας τη θέση ότι η προτειθέμενη μαρτυρία, επί της παραγράφου 38 της γραπτής δήλωσης, δεν είχε έρεισμα στο δικόγραφο του εφεσίβλητου, καθ’ ότι δεν υπήρχε σ’ αυτό ισχυρισμός που να καλύπτει μαρτυρία η οποία να αντανακλά στο ότι (1) αυτός εργάστηκε για χρόνια στο Κτηματολόγιο, σε συγκεκριμένο κλάδο, (2) ότι τα παιδιά του διατηρούσαν εκτιμητικό γραφείο και θα μπορούσε αυτός να εργοδοτηθεί, εύκολα, ως εκτιμητής, και (3) ότι ο εφεσίβλητος σκεπτόταν να ανοίξει γραφείο στην Πάφο, επαρχία με πολλές ευκαιρίες, για να έχει και από εκεί εισοδήματα. Σύμφωνα με τη θέση, τέτοια μαρτυρία αποσκοπούσε σε επαυξημένες αποζημιώσεις σε σχέση με τις αξιούμενες δυνάμει του Άρθρου 146.6 και, ως εκ τούτου, δεν θα έπρεπε να επιτραπεί να ακουσθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού άκουσε και τους δύο συνηγόρους, με την επίμαχη, ενδιάμεση, απόφαση του, απέρριψε την ένσταση, θεωρώντας ότι η παράγραφος 38 της γραπτής δήλωσης του εφεσίβλητου καλύπτεται από το δικόγραφο του, καθ’ ότι, η εν λόγω μαρτυρία, ως διαπίστωσε, «…αναφέρεται στα πλαίσια της δικογραφημένης αξίωσης του Ενάγοντα όπως αυτή καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης και συνοδεύεται από τη σχετική μαρτυρία προς τούτο».
Έχουμε αξιολογήσει τις αιτιάσεις που υποστηρίζουν τον υπό συζήτηση λόγο έφεσης, αλλά, και τα σχετικά με αυτές επιχειρήματα των εφεσειόντων. Προκύπτει, αφενός, από την παράγραφο 38 της Έκθεσης Απαίτησης ότι ο εφεσίβλητος διεκδικούσε το ποσό των €630.000,00, ως απώλεια εισοδημάτων για περίοδο οκτώ ετών που δεν ενεγράφη, παρ’ ότι δικαιούνταν, σύμφωνα με την εκδοχή του, ως εκτιμητής ακινήτων. Προφανώς, με την επιτρεπόμενη, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, προσαχθείσα μαρτυρία, ο εφεσίβλητος είχε πρόθεση να αποδείξει ως ζημιά του αυτό το ποσό, ειδικότερα το δικογραφημένο ποσό των €6.810,00 μηνιαίως ως απωλεσθέν εισόδημα. Κρίνουμε πως αν το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποφαινόμενο διαφορετικά, δεν αποδεχόταν την πιο πάνω επίμαχη μαρτυρία, αυτό θα σήμαινε ότι δεν θα διδόταν στον εφεσίβλητο η δυνατότητα να αποδείξει την κατ’ ισχυρισμό απώλεια των εισοδημάτων του, τα οποία αυτός θεωρούσε, και το Δικαστήριο εν τέλει αποδέχθηκε ως ζημιά, σε μικρότερο, βέβαια, επιδικασθέν ποσό. Είναι σημαντικό ότι οι εφεσείοντες ουδέποτε ζήτησαν περαιτέρω λεπτομέρειες επί του πιο πάνω δικογραφημένου ισχυρισμού του εφεσίβλητου. Επομένως, η αμφισβητούμενη ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή. Επίσης, παρατηρούμε ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν αποσκοπούσε στην επιδίκαση «επαυξημένων» ή «τιμωρητικών» αποζημιώσεων, ως ήταν η θέση των εφεσειόντων κατά την ένσταση τους. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο σημείο όπου υποδεικνύει την περιφρόνηση που υπήρξε εκ μέρους των εφεσειόντων, κάνει λόγο πως το στοιχείο αυτό «…δικαιολογεί την επιδίκαση σε κάποιον βαθμό αυξημένων αποζημιώσεων». Η έννοια, όμως, της εν λόγω αναφοράς, πέραν του ότι είναι σχετική, ως αναφέρεται, (σε κάποιο βαθμό), δεν είναι ασύνδετη με τον καθορισμό του μηνιαίου μισθού και που, εν τέλει, ως θα εξηγήσουμε σε κατοπινό στάδιο, δεν φαίνεται στην πράξη να αντανακλά σε αυξημένες αποζημιώσεις. Πολύ περισσότερο δεν δόθηκαν επαυξημένες, ή τιμωρητικές αποζημιώσεις ως ο όρος αυτός συναντάται στις αυθεντίες (Δέστε, μεταξύ άλλων, (1) υπόθεση Νικολάου v. Επίσημου Παραλήπτη (2009) 1 Α.Α.Δ. 1339 και (2) Cornelius v. Καραγιαννά, Πολιτική Έφεση Αρ. 47/2015, ημερομηνίας 01.12.2023).
Ενόψει των προλεγόμενων, ο πέμπτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.
Οι έννατος, δέκατος-τρίτος, δέκατος-τέταρτος και δέκατος-πέμπτος λόγοι έφεσης, ως επιβάλλεται από το περιεχόμενο τους, το οποίο παρατίθεται πιο κάτω, θα συνεξετασθούν. Σχετίζονται και οι τέσσερις με την αξιολόγηση της μαρτυρίας.
Έννατος λόγος έφεσης
ότι «…εσφαλμένα … το πρωτόδικο Δικαστήριο δικαιολόγησε και/ή έκρινε ως δικαιολογημένη και/ή συγχώρησε … την αποτυχία του Ενάγοντα να προσδιορίσει το ύψος της απώλειας των εισοδημάτων του που θα είχε από την εργοδότηση του στο Γραφείο των υιών του με την δικαιολογία ότι, από την στιγμή που ο Ενάγοντας δεν βρισκόταν στην υπηρεσία του εν λόγω Γραφείου και δεν λάμβανε μισθό και δεν είχε εισόδημα από την εν λόγω εργασία, τότε δεν μπορούσε να προκαθορίσει και να διεκδικήσει συγκεκριμένο ποσό το οποίο να αντικατοπτρίζει το μηνιαίο του εισόδημα ως εκτιμητή ακινήτων (σελίδα 31 της απόφασης) και/ή έστω να προσκομίσει μαρτυρία κατάλληλη και ικανή να αποδείξει και/ή να προσδιορίσει με ακρίβεια τα εισοδήματα και με τις εισπράξεις του συγκεκριμένου γραφείου και/ή ειδικότερα τις μηνιαίες απολαβές των παιδιών του (σελίδα 33 της απόφασης)»,
Δέκατος-Τρίτος λόγος έφεσης
ότι «Εσφαλμένα … κατά εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που δόθηκε από την ΜΕ2 καθ’ όσον αφορά τον Πίνακα του Τεκμηρίου 23, το τι αυτός περιλαμβάνει και τα στοιχεία τα οποία λήφθηκαν υπόψη για την κατάρτιση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδέχθηκε την εγκυρότητα της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε και συνακόλουθα την ορθότητα του Τεκμηρίου 23 ως προς το ότι πράγματι αυτό αντικατοπτρίζει με επιστημονικά αναγνωρισμένη μέθοδο το μέσο μηνιαίο εισόδημα του εκτιμητή ακινήτων στην Κύπρο για τα εν λόγω έτη στα οποία αυτό αναφέρεται και συνεπακόλουθα τούτου, εσφαλμένα και πεπλανημένα το πρωτόδικο Δικαστήριο καταλήγει ότι στην υπό κρίση περίπτωση ότι το εν λόγω μέσο μηνιαίο εισόδημα αποτελεί στοιχείο προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για τον υπολογισμό του απωλεσθέντος μηνιαίου εισοδήματος…»,
Δέκατος-Τέταρτος λόγος έφεσης
ότι «…η κατά εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που δόθηκε από τον ΜΕ1 (Ενάγοντα), το Πρωτόδικο Δικαστήριο … προέβη σε εσφαλμένη και/ή πλημμελή αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 και/ή αξιολόγησε την μαρτυρία του ΜΕ1, παραγνωρίζοντας ουσιώδη σφάλματα και/ή κενά και/ή αντινομίες και/ή αντιφάσεις στην μαρτυρία του, τα οποία είτε δεν έλαβε υπόψη του είτε δηλώνει προσχηματικά ότι τα έλαβε υπόψη, πλην όμως υποτίμησε και/ή δεν αξιολόγησε ορθά και εύλογα τον αντίκτυπο που αυτά/αυτές είχαν στην αξιοπιστία του ΜΕ1, του οποίου η μαρτυρία δέον όπως είχε κριθεί αναξιόπιστη και κατ’ αποτέλεσμα, εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι ο ΜΕ1 κατέθεσε με ειλικρίνεια για τις συνθήκες και την ισχυριζόμενη πρόθεση απασχόλησης του Ενάγοντα στο Γραφείο των παιδιών του, και ότι δήθεν πρόθεση του θα ήταν το άνοιγμα Γραφείου στην Πάφο όπου αυτός θα ήταν επικεφαλής»,
Δέκατος-Πέμπτος λόγος έφεσης
ότι «…εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα και/ή κατά εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που δόθηκε από τον ΜΕ1, το Πρωτόδικο Δικαστήριο … προέβη σε εσφαλμένη και/ή πλημμελή αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 και κατ’ αποτέλεσμα, εσφαλμένα … έκανε αποδεκτό ότι ο ΜΕ1 κατέθεσε με ειλικρίνεια για τις συνθήκες και την ισχυριζόμενη πρόθεση απασχόλησης του Ενάγοντα στο Γραφείο των παιδιών του, και ότι δήθεν πρόθεση του θα ήταν το άνοιγμα Γραφείου στην Πάφο όπου αυτός θα ήταν επικεφαλής, χωρίς ο Ενάγοντας να έχει προσκομίσει μαρτυρία ικανή να αποδείξει έναν τέτοιο ισχυρισμό και/ή να στηρίξει ένα τέτοιο εύρημα, και περαιτέρω, χωρίς να εξετάσει και/ή χωρίς να αξιολογήσει το σοβαρό γεγονός ότι κανένα εκ των παιδιών του δεν προσήλθε προς επιβεβαίωση της μαρτυρίας του Ενάγοντα και/ή προς παρουσίαση της οικονομικής κατάστασης του Γραφείου τους»,
Ως εξάγεται από τους πιο πάνω λόγους έφεσης, βάλλεται η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 (εφεσίβλητου) και η αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΕ2.
Η εξουσία επέμβασης του Εφετείου στο θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, από τα πρωτόδικα Δικαστήρια είναι, νομολογιακά, ξεκαθαρισμένη. Στην πρόσφατη απόφαση Χρ. Χ’’Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λίμιτεδ v. Technoplastics Limited, Πολιτική Έφεση 278/2019, ημερομηνίας 15.05.2025, με την οποία επαναλαμβάνονται πάγιες αρχές, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Υπενθυμίζουμε, σ’ αυτό το στάδιο, ότι, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων είναι έργο κατ’ εξοχήν του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει την ευκαιρία να ακούει τους μάρτυρες και να παρακολουθεί τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Εφετείο, κατά κανόνα, σπάνια επεμβαίνει (βλέπε (1) Μιχαηλίδης v. Οικονομίδη, Πολιτική Έφεση 94/2013, ημερομηνίας 30.06.2022, ECLI:CY:AD:2022:D288, (2) Παρσών v. M&M Decoration Centre Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 161/2015, ημερομηνίας 30.04.2015 και (3) Stark κ.α. v. Marsland κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2019, ημερομηνίας 06.05.2025). Στην υπόθεση Ιωάννου v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 26/2021, ημερομηνίας 28.04.2024, επαναλήφθηκε η αρχή, ως προς την επέμβαση του Εφετείου στο ζήτημα της αξιολόγησης, με το ακόλουθο απόσπασμα:
«Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ' εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει.»
Στην υπόθεση Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056 υποδείχθηκαν τα εξής:
«Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή. Ορθά η πρωτόδικος δικαστής δεν περιόρισε την αξιολόγησή της στην αριθμητική αποτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά επεκτάθηκε και σε προβληματισμό για την αντικειμενική υφή των εκατέρωθεν θέσεων.»
Έχοντας δε κατά νου ότι η μαρτυρία της ΜΕ2 ήταν μαρτυρία εμπειρογνώμονα, παραπέμπουμε στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κωστάκη (2008) 1 Α.Α.Δ. 432, όπου υποδείχθηκε πως:
«Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση, η οποία όμως να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις, όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς.»
Έχουμε αξιολογήσει τις αιτιάσεις των εφεσίβλητων σε ό,τι αφορά στο περιεχόμενο των, έννατου, δέκατου-τέταρτου και δέκατου-πέμπτου, λόγων έφεσης, συνδεδεμένων με τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας του εφεσίβλητου, ως ΜΕ1. Κατ’ αρχάς, ως γενική παρατήρηση, σημειώνουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με κάθε ουσιώδη πτυχή της μαρτυρίας του εφεσίβλητου, και, για τους λόγους που εξηγεί, την έκρινε αξιόπιστη παρ’ ότι διέκρινε, σε κάποια σημεία, στοιχεία υπερβολής αναφορικά με τα προσόντα του, ειδικότερα, διέκρινε στοιχεία υπερεκτίμησης τους. Θεωρούμε ότι το γεγονός αυτό ορθά δεν λειτούργησε ως κλονιστικό στοιχείο της αξιοπιστίας του εφεσίβλητου, αφού για σειρά άλλων στοιχείων μαρτυρίας κρίθηκε ότι ήταν εύλογο, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, να στηριχθεί στη μαρτυρία του, εξηγώντας πάλι τους λόγους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, επίσης, δεν αποδέχθηκε το μέρος της μαρτυρίας του εφεσίβλητου ως προς τον μηνιαίο μισθό που αυτός θα είχε αν εργαζόταν ως εκτιμητής, καθώς, έκρινε αυθαίρετο και υπερβολικό τον εκ μέρους του καθορισμό, και προτίμησε, για τους λόγους που ανέλυσε, ως προς αυτό το ζήτημα, τη μαρτυρία της ΜΕ2 (πτυχιούχου αναλογικών επιστημών με μεταπτυχιακό στα χρηματοοικονομικά), η οποία προέβη σε στατιστική εκτίμηση διατυπωμένη σε σχετική έκθεση της, Τεκμήριο 23. Η αποδοχή μέρους μαρτυρίας και απόρριψη άλλου μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ο οποίος δεν κρίνεται καθόλα αναξιόπιστος, ως ήταν, δικαιολογημένα, η περίπτωση του εφεσίβλητου, δεν αποτελεί νομικό σφάλμα (Δέστε, μεταξύ άλλων, υποθέσεις (1) Μιχαήλ v. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 293, (2) Ιωάννου v. Κουννίδη (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1215, (3) Α. Εργοληπτική Εταιρεία Γιαννάκης Γιαννή Συμεού & Υιοί Λτδ v. Σάββα, Πολιτική Έφεση Αρ. 266/2017, ημερομηνίας 02.12.2025, και (4) AUTOTECNICA (CYPRUS) LTD v. Στυλιανού, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 71/2019 και 72/2019, ημερομηνίας 13.02.2026).
Τα ειδικότερα παράπονα, των εφεσειόντων, έναντι της αξιολόγησης του εφεσίβλητου συνίστανται στο ότι ο εφεσίβλητος περιέπεσε σε αντιφάσεις και κενά όπως, (α) ως προς το κατά πόσον εργάζονταν στο εκτιμητικό γραφείο των παιδιών του και άλλα άτομα (πέραν των παιδιών του), (β) δεν αξιολογήθηκε ορθά ο αντίκτυπος της μαρτυρίας του περί αύξησης των εκτιμήσεων κατά την περίοδο 2008-2012, κάτι που δεν επιβεβαιώθηκε από το Τεκμήριο 23, (γ) ενώ στην υποβολή της αίτησης του για εγγραφή στο Ε.Τ.Ε.Κ. καταγράφει ότι εργαζόταν ως εκτιμητής ακινήτων, ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτύρησε πως εκτελούσε καθήκοντα κλητήρα, χωρίς αμοιβή, (δ) παραγνωρίστηκε, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι ο εφεσίβλητος δεν προσκόμισε τη μαρτυρία των παιδιών του για ενίσχυση των ισχυρισμών του, (ε) παρά το ότι σημειώνεται το στοιχείο της υπερβολής στη μαρτυρία του εφεσίβλητου, αυτό υποτιμήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, (στ) παραγνωρίστηκαν οι αντιφατικές απαντήσεις του εφεσίβλητου ως προς τη μη αναζήτηση εργασίας εκτός από το γραφείο των παιδιών του, (ζ) δεν αξιολογήθηκε ορθά το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος, από τη μια, δήλωσε πως ανά πάσα στιγμή μπορούσε να εργοδοτηθεί στο εκτιμητικό γραφείο των παιδιών του, ενώ από την άλλη, επαναλάμβανε, συνεχώς, ότι δεν επιθυμούσε να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό από το εν λόγω γραφείο και να αφαιρέσει από τα εισοδήματα των παιδιών του, (η) δεν αξιολογήθηκε ορθά ότι στο Τεκμήριο 25 (βεβαίωση εκτιμητικού γραφείου του υιού του εφεσίβλητου), δεν δίδεται διαβεβαίωση για την πρόθεση ή συμφωνία να εργοδοτηθεί ο εφεσίβλητος με κάποιο εισόδημα, στην περίπτωση που αυτός εγγραφόταν στο Ε.Τ.Ε.Κ. και ούτε, βέβαια, για τα σχέδια ανοίγματος γραφείου στην Πάφο, (θ) δεν αξιολογήθηκε ορθά το γεγονός πως αμέσως μόλις ο εφεσίβλητος πέτυχε την εγγραφή του στο Μητρώο του Ε.Τ.Ε.Κ. αποφάσισε να σταματήσει κάθε απασχόληση στο γραφείο των παιδιών του, (ι) παραγνωρίστηκε το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν θυμόταν εάν είχε ασχοληθεί με την ετοιμασία κάποιας έκθεσης εκτίμησης μετά την εγγραφή του στο Μητρώο του Ε.Τ.Ε.Κ., αν και ο ίδιος είχε δηλώσει ότι μετά την εγγραφή του έπαυσε να απασχολείται στο γραφείο των παιδιών του, (κ) παραγνωρίστηκε ότι ο εφεσίβλητος ήταν αντιφατικός σε σχέση με την αμοιβή των άλλων προσώπων που εργοδοτούνταν στο εκτιμητικό γραφείο των παιδιών του, και (λ) δεν αξιολογήθηκαν ορθά οι αντιφάσεις του εφεσίβλητου ως προς τον τρόπο υπολογισμού του αξιούμενου, από αυτόν, ποσού των €630.000,00.
Έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης και το περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφασης, φρονούμε ότι δεν προκύπτουν σφάλματα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσίβλητου, ως έχουν προωθηθεί από τους εφεσείοντες. Αρχικά, παρατηρούμε ότι προωθούνται ως αντιφάσεις κάποια σημεία της μαρτυρίας του εφεσίβλητου τα οποία, ως είναι η θέση των εφεσειόντων, θα έπρεπε να έχουν καθοριστική σημασία στην αξιοπιστία του, κατά τρόπο που να οδηγούσαν το πρωτόδικο Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ενώπιον του είχε έναν αναξιόπιστο μάρτυρα. Δεν συμφωνούμε με την εν λόγω θέση. Για τις πιο πάνω αιτιάσεις κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, για τους λόγους που θα δοθούν πιο κάτω, τοποθετήθηκε με εύλογες εξηγήσεις. Κατ’ επέκταση, η προσέγγιση του κρίνεται ορθή.
Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο (α), παρατηρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε πως το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες ως προς το αν εργάζονταν και άλλα άτομα στο γραφείο των υιών του ή για τους μισθούς τους, και γενικότερα για τις ετήσιες εισπράξεις του εν λόγω γραφείου, ήταν δικαιολογημένο, ενόψει, αφενός, του μεγάλου χρονικού διαστήματος που είχε παρέλθει και, αφετέρου, ως μαρτύρησε, κάποιοι υπάλληλοι αποχωρούσαν και δεν ήταν συνεχώς στο γραφείο. Επίσης, ως προς τους μισθούς, αν και δεν γνώριζε επ’ ακριβώς, ανέφερε ότι αυτοί κυμαίνονταν μηνιαίως μεταξύ €900,00 - €1.200,00. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν θεωρούμε εσφαλμένη την πρωτόδικη κρίση να μην αποδοθεί αναξιοπιστία στον εφεσίβλητο. Ομοίως, η ίδια η τοποθέτηση μας ισχύει και για το στοιχείο (κ). Ο εφεσίβλητος μπορούσε να γνωρίζει, μπορούσε, όμως, και να μην γνωρίζει για τους μισθούς των άλλων υπαλλήλων που εργάζονταν στο γραφείο των παιδιών του. Δεν μαρτύρησε ως υπεύθυνος του λογιστηρίου ούτε και ήταν διευθυντής του γραφείου για να θυμάται στοιχεία για τέτοια ζητήματα.
Ως προς το (β) προκύπτει ότι, για τον λόγο που εξηγείται στην εκκαλούμενη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του εφεσίβλητου ως προς το ύψος των αναφερόμενων απολαβών του και εξήγησε τον λόγο που έκανε αποδεκτή, επί του θέματος, τη μαρτυρία της ΜΕ2. Ο λόγος που έδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ότι «… ο Ενάγων δεν έπεισε το Δικαστήριο ως προς τον καθορισμό του ύψους του μηνιαίου εισοδήματος του στις €6.810 ο οποίος κρίνεται παντελώς αυθαίρετος και υπερβολικός. Και τούτο, καθότι αφενός η μαρτυρία του περί της αύξησης στις εκτιμήσεις ακινήτων κατά τα επίδικα έτη δεν αντικατοπτρίζεται από το Τεκμήριο 23, όπως επεξηγείται ανωτέρω…». Θεωρούμε ότι ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν προσμέτρησε το γεγονός αυτό στη γενικότερη αξιοπιστία του εφεσίβλητου αφού, ως υπέδειξε, ο εφεσίβλητος ήταν ειλικρινής ότι στον καθορισμό του ποσού κατέληξε «…κατόπιν κάποιων τηλεφωνημάτων που είχε κάνει σε εκτιμητές, χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω, όπως π.χ. αν αυτοί ήταν αυτοτελώς εργαζόμενοι ή υπάλληλοι, πόσα χρόνια εργάζονταν κ.λπ., και ο μάρτυρας απλώς μετέφερε στον δικηγόρο του όσες πληροφορίες γνώριζε από όσα άκουγε στο γραφείο των παιδιών του.». Επρόκειτο σαφώς για δική του εκτίμηση. Είναι, όμως, ουσιώδες να ξεκαθαρίσουμε ότι η προβολή ψευδών πληροφοριών ή ψευδούς μαρτυρίας, με επίγνωση, γεγονός που μολύνει την αξιοπιστία ενός μάρτυρα, είναι διαφορετικό ζήτημα από την προβολή μαρτυρίας η οποία δεν περιβάλλεται από την απαραίτητη πειστικότητα ώστε να γίνει αποδεκτή για ένα ξεχωριστό επίδικο θέμα που άπτεται της απόδειξης μίας αξίωσης. Είναι δύο διαφορετικά θέματα που οδηγούν και σε διαφορετικά συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Μία λανθασμένη εκτίμηση δεν οδηγεί άνευ άλλου τινός σε συμπέρασμα αναξιοπιστίας.
Ως προς το (γ), είναι γεγονός ότι ο εφεσίβλητος στην αίτηση του για εγγραφή στο Ε.Τ.Ε.Κ. δήλωσε ότι είναι εκτιμητής, ενώ, στη μαρτυρία του κατέθεσε ότι την περίοδο εκείνη, και μέχρι να εγγραφεί ως εκτιμητής, εργαζόνταν ως κλητήρας στο εκτιμητικό γραφείο των παιδιών του. Θεωρούμε ότι όντως προκύπτει αντίφαση, ορθά, άλλωστε, την υπέδειξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο, όμως, έκρινε ότι δεν έχει τέτοια δυναμική ώστε να ήταν ικανή να κλονίσει τη γενικότερη αξιοπιστία του εφεσίβλητου. Εξάλλου, ως υπέμνησε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν δικαιούνταν να εργάζεται ως εκτιμητής ακινήτων αφού δεν ήταν εγγεγραμμένος. Το βέβαιο είναι ότι δεν δήλωσε στην αίτηση του ότι ήταν εγγεγραμμένος εκτιμητής ακινήτων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε την εξήγηση που έδωσε ο εφεσίβλητος, πως, η εν λόγω αναφορά του, επί της αίτησης του, οφειλόταν στο ότι κατείχε ήδη πτυχίο ως εκτιμητής, θεωρώντας την, προφανώς, δικαιολογημένη, εκ μέρους του, και πως το σημαντικότερο γεγονός ήταν ότι ο εφεσίβλητος υπήρξε ειλικρινής, αναγνωρίζοντας την αντιφατική του αναφορά, δίδοντας, όμως, εύλογη εξήγηση. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνουμε ότι το στοιχείο αυτό δεν επηρεάζει την απόδειξη των ουσιωδών γεγονότων ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε εισόδημα από την εργασία του και ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος εκτιμητής.
Ως προς το (δ), δεν θεωρούμε ότι επρόκειτο για είδος υπόθεσης που χρειαζόταν ενισχυτική μαρτυρία, από τα παιδιά του εφεσίβλητου, ώστε να αποδειχθεί ότι αυτός θα εργοδοτείτο στο γραφείο τους. Προφανώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο αρκέστηκε στην αξιοπιστία του εφεσίβλητου. Εξ ου και προέβη σε ανάλογο εύρημα.
Ως προς το (ε), δεν αποδεχόμαστε τη θέση ότι ήταν λανθασμένη η πρωτόδικη κρίση πως τα στοιχεία υπερβολής, που εντοπίστηκαν στη μαρτυρία του εφεσίβλητου, δεν ήταν ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Έχουμε ήδη αναφερθεί πιο πάνω σε ποια θέματα αφορούσε η υπερβολή του.
Ως προς το (στ) και (ζ), επίσης, δεν θεωρούμε ότι ο εφεσίβλητος έδωσε αντιφατική μαρτυρία η οποία να κλονίζει τον πυρήνα της αξιοπιστίας του. Πρόκειται για δύο διαφορετικές περιπτώσεις και ζητήματα. Στη μία όταν δούλευε ως κλητήρας έκρινε ότι δεν χρειαζόταν να επιβαρύνει τα εισοδήματα των παιδιών. Στην άλλη, όταν πλέον θα εργαζόταν ως εκτιμητής η προσφορά του στα εισοδήματα του γραφείου, και ειδικότερα με την πρόθεση για άνοιγμα γραφείου στην Πάφο, και για τους λόγους που εξήγησε, θα ήταν εύλογα διαφορετική και, κατ’ επέκταση, θα ήταν εύλογο να διεκδικούσε μισθό. Δεν θεωρούμε ότι επρόκειτο για αναξιόπιστη θέση ή μαρτυρία. Ορθά δεν αντιμετωπίστηκε, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως κλονιστικό, της αξιοπιστίας του, στοιχείο.
Ως προς το στοιχείο (η), ομοίως, δεν θεωρούμε ότι, επειδή στο Τεκμήριο 25 δεν αναφέρεται πως ο εφεσίβλητος θα εργοδοτούνταν με βεβαιότητα στο εκτιμητικό γραφείο των παιδιών του, αυτό ήταν στοιχείο καθοριστικό για την αξιοπιστία του. Άλλωστε, ούτε και το αντίθετο αναγράφεται στο εν λόγω Τεκμήριο. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι πως με την προσκόμιση του Τεκμηρίου 25, ο εφεσίβλητος, δεν είναι αυτό το γεγονός που επιχειρούσε να αποδείξει, αλλά, το προσκόμισε ως πιστοποίηση για το τι εργασία έκανε στο γραφείο των παιδιών του και ότι δεν πληρωνόταν, ως προκύπτει από το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου.
Για το στοιχείο (θ), δεν αποδεχόμαστε πως επειδή ο εφεσίβλητος μαρτύρησε ότι μετά την εγγραφή του αποφάσισε να μην απασχοληθεί στο γραφείο των παιδιών του κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Ο εφεσίβλητος το 2012 ήταν 70 ετών, περίπου, είχε δικαίωμα να το πράξει και το εν λόγω δικαίωμα του ήταν ανεξάρτητο από το δικαίωμα του να εγγραφόταν στο Ε.Τ.Ε.Κ., οκτώ χρόνια ενωρίτερα, ως επιθυμούσε και ως ζήτησε. Δεν βλέπουμε πως η άσκηση τέτοιου δικαιώματος θα μπορούσε να δικαιολογήσει, και δη εύλογα, στοιχείο κλονισμού της αξιοπιστίας του. Παρομοίως, ούτε το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν θυμόταν αν είχε ασχοληθεί, μετά την εγγραφή του, με την ετοιμασία έκθεσης εκτίμησης, την οποία να υπέγραψε, το οποίο σχετίζεται με το στοιχείο (ι), συνιστούσε κλονιστικό στοιχείο. Εν πάση περιπτώσει, ας μη λησμονείται ότι οι αξιώσεις του εφεσίβλητου δεν έγιναν για μελλοντικές απώλειες, αλλά για την στέρηση του δικαιώματος του να εγγραφεί ως μέλος του Ε.Τ.Ε.Κ. και για την απώλεια εισοδημάτων κατά τον χρόνο που είχε αυτό το δικαίωμα και το στερήθηκε.
Τέλος, ως προς το στοιχείο (λ), θεωρούμε ότι είναι γ’ αυτό, προφανώς, που το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την «εκτίμηση» του εφεσίβλητου ως προς τον μηνιαίο μισθό και δεν του επιδίκασε το αξιούμενο ποσό των €630.000,00. Φρονούμε ότι η απόρριψη της εν λόγω μαρτυρίας του ήταν, κυρίως, συνυφασμένη με την απόδειξη της απαίτησης του και όχι με το αν ήταν ειλικρινής ή όχι. Εξ ου και το πρωτόδικο Δικαστήριο, εύστοχα, διαχώρισε το ζήτημα της αλήθειας των γεγονότων από την απόδειξη της αξίωσης, τοποθετούμενο χρησιμοποιώντας, αφενός, αποδεκτά κριτήρια αξιολόγησης και, αφετέρου, νομικά κριτήρια ως προς τον καθορισμό της αποζημίωσης, θέμα για το οποίο θα επανέλθουμε, καθ’ ότι αμφισβητείται η ορθότητα των χρησιμοποιηθέντων κριτηρίων.
Αναφορικά με την αξιοπιστία της ΜΕ2, η οποία αφορά στον δέκατο-τρίτο λόγο έφεσης, οι αιτιάσεις των εφεσειόντων συνίστανται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο σύγχυσε δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα, ήτοι πως αν η ΜΕ2 εφάρμοσε αναγνωρισμένες μεθόδους στατιστικής είναι ζήτημα ουσιωδώς διαφορετικό από το κατά πόσον το Τεκμήριο 23, που αυτή ετοίμασε, προσέδιδε το αναγκαίο ή αξιόπιστο υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων σε σχέση με την απαίτηση του εφεσίβλητου. Συνεπώς, κατά την εισήγηση του συνηγόρου των εφεσειόντων, ανεξάρτητα αν η ΜΕ2 ενδεχομένως να ήταν έμπειρη και/ή ανεξάρτητη και/ή αξιόπιστη μάρτυρας και/ή αν χρησιμοποίησε αναγνωρισμένη μέθοδο για την ετοιμασία του Τεκμηρίου 23, το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου δεν ήταν ασφαλές για εξαγωγή συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Έχουμε αξιολογήσει τις πιο πάνω αιτιάσεις, πλην όμως, δεν θεωρούμε ότι τέθηκε, ενώπιον μας, πειστικός αντίλογος ο οποίος να δικαιολογεί συμπέρασμα ότι η υπό συζήτηση πρωτόδικη κατάληξη δεν ήταν εύλογη ή επιτρεπτή. Ουδεμία δε σύγχυση εντοπίζεται, ως είναι η εισήγηση. Η μαρτυρία της ΜΕ2 κρίθηκε πρωτόδικα «…ιδιαίτερα επεξηγηματική ως προς τον τρόπο και την μέθοδο που ακολούθησε για τη διεξαγωγή της εκτίμησης της και πως αυτή είναι αναγνωρισμένη τόσο σε διεθνές όσο και Ευρωπαϊκό επίπεδο. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας της ήταν εμφανές πως η ΜΕ2 ήταν καλή γνώστης του αντικειμένου της και μπορούσε να διαφωτίσει πλήρως το Δικαστήριο ως προς τον τρόπο κατάρτισης του Τεκμηρίου 23». Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε και ειδικότερα στα στοιχεία που η ΜΕ2 έλαβε υπόψη της για να καταλήξει στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 23. Ως υπέδειξε, οι εξηγήσεις της μάρτυρος, αλλά και η αναντίλεκτη μαρτυρία της, οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι χρησιμοποίησε αναγνωρισμένες ευρωπαϊκές και διεθνείς μεθόδους στατιστικής, ούτως ώστε τα αποτελέσματα τους να ήταν συγκρίσιμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γεγονός που ικανοποίησαν πως επρόκειτο για έγκυρη και επιστημονικά αποδεχτή μέθοδο που έδιδε, όσο το δυνατόν, καλύτερα και ακριβέστερα αποτελέσματα. Κρίνουμε ότι η πρωτόδικη κατάληξη ήταν εύλογη και συμβατή με αποδεκτά κριτήρια αξιολόγησης της μάρτυρος. Ως διαφαίνεται, η μαρτυρία της ΜΕ2, θεωρήθηκε, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διαφωτιστική ως προς τα στοιχεία που χρησιμοποίησε και έλαβε υπόψη της για την ετοιμασία του Τεκμηρίου 23. Σημειώνουμε, εξάλλου, και την απουσία αντικρουστικής ή συγκρουόμενης μαρτυρίας από οποιοδήποτε εμπειρογνώμονα των εφεσείοντων, ούτως ώστε να υπήρχε υπόβαθρο για έτι περαιτέρω ενασχόληση, του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία ενδεχομένως, και αν έτσι αυτό έκρινε, να δικαιολογούνταν κλονισμός της γνώμης της ΜΕ2. Ως εκ τούτου, δεν θεωρούμε ότι δεν υπήρχε ασφαλές υπόβαθρο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου για εξαγωγή ορθού συμπεράσματος. Κατ’ επέκταση, οι προωθούμενες θέσεις και εισηγήσεις των εφεσειόντων απορρίπτονται ως αστήρικτες.
Συνακόλουθα των προλεγόμενων, οι έννατος, δέκατος-τρίτος, δέκατος-τέταρτος και δέκατος-πέμπτος λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι.
Ακολουθεί η συνεξέταση των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγων έφεσης, οι οποίοι είναι, μεταξύ τους, συνυφασμένοι. Το περιεχόμενο τους έχει ως ακολούθως:
Πρώτος λόγος έφεσης
ότι «…εσφαλμένα… σε σχέση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ιδίως σε σχέση με την μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του (το πρωτόδικο Δικαστήριο), έκρινε … ότι, σε περίπτωση που η αίτηση του Ενάγοντα / Εφεσιβλήτου … γινόταν αποδεκτή εξαρχής, τότε … θα εργοδοτείτο άμεσα στο γραφείο των παιδιών του, … καταλήγοντας στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η απώλεια των εισοδημάτων του Ενάγοντα απορρέει ως άμεση συνέπεια της άρνησης εγγραφής του, με την εσφαλμένη και/ή πεπλανημένη και/ή αβάσιμη αιτιολογία ή/και κρίση του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας, δεν έχασε δήθεν μόνο την ευκαιρία και δυνατότητα εργοδότησης, αλλά την εργοδότηση του αυτή καθ’ εαυτή στο γραφείο των υιών του η οποία ήταν επικείμενη, άμεση και βέβαιη.»,
Δεύτερος λόγος έφεσης
ότι «…εσφαλμένα … έκρινε … σε περίπτωση που η αίτηση του Ενάγοντα γινόταν αποδεκτή εξαρχής, τότε ο Ενάγοντας θα εργοδοτείτο στο γραφείο των παιδιών του καθ’ ότι η συγκεκριμένη κρίση εδράζεται σε μαρτυρία η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα … ακόμα και των διευκρινίσεων που είχαν δοθεί κατά το στάδιο της ακρόασης για τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς»,
Τρίτος λόγος έφεσης
ότι «…έλαβε εσφαλμένη καθοδήγηση από την υπόθεση Frangoulides v. The Republic (1982) 1 C.L.R. 462 η οποία παρέπεμπε στην υπόθεση COSTAS TSAKISTOS v. THE ATTORNEY – GENERAL OF THE REPUBLIC ETC (1960) 1 C.L.R. 355 και/ή έκρινε εσφαλμένα ότι τα γεγονότα και/ή τα αποφασισθέντα στην τελευταία αυθεντία αυτή, αντιστοιχούν στα γεγονότα και/ή στα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, … καταλήγοντας … εσφαλμένα … ότι … η αξιούμενη από τον Ενάγοντα ζημιά στην επίδικη υπόθεση συνιστούσε ζημιά η οποία θεωρείται ως άμεση συνέπεια των ακυρωθεισών αποφάσεων του Ε.Τ.Ε.Κ.»,
Τέταρτος λόγος έφεσης
ότι «…εσφαλμένα … απέρριψε την θέση και την επιχειρηματολογία … των Εναγομένων … ότι … η αξιούμενη από τον Ενάγοντα ζημιά δεν συνιστούσε ζημία η οποία προέκυπτε ως άμεση συνέπεια από την ακυρωθείσα πράξη, … επιλέγοντας παντελώς εσφαλμένα και αδόκιμα να λάβει καθοδήγηση από την αυθεντία COSTAS TSAKISTOS v. THE ATTORNEY – GENERAL OF THE REPUBLIC ETC (1969) 1 C.L.R. 355 και/ή από άλλες ακόλουθες υποθέσεις, της οποίας τα περιστατικά διαφοροποιούνται ουσιωδώς από την παρούσα υπόθεση»,
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επί των πιο πάνω εγειρόμενων ζητημάτων κατέληξε, μεταξύ άλλων, και στο ακόλουθο σκεπτικό:
«Με την άρνηση των Εναγομένων να δεχθούν την αίτηση του και να τον εγγράψουν στο Μητρώο ως εκτιμητή ακινήτων ο Ενάγων απώλεσε όχι μόνο τη δυνατότητα εργασίας του ως εκτιμητή αλλά και συγκεκριμένα την εργοδότηση του στο γραφείο των υιών του υπό τους όρους και τις συνθήκες όπως περιγράφονται ανωτέρω. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε πως με την εγγραφή του ο Ενάγων θα εργοδοτείτο άμεσα στο γραφείο των υιών του, συνεπάγεται ότι η άρνηση εγγραφής του στέρησε όχι μόνο το δικαίωμα να εργαστεί αλλά και το εισόδημα που θα λάμβανε από αυτή την εργασία του. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί πως η απώλεια των εισοδημάτων του Ενάγοντος απορρέει ως άμεση συνέπεια της άρνησης εγγραφής του. Με άλλα λόγια, ο Ενάγων δεν έχασε μόνο την ευκαιρία και δυνατότητα εργοδότησης, ως η θέση της Υπεράσπισης, αλλά την εργοδότηση του καθ΄ εαυτή στο γραφείο των υιών του η οποία ήταν επικείμενη, άμεση και βέβαιη.»
Έχουμε κατά νου κάθε επιχείρημα που αναπτύχθηκε ενώπιον μας από τον συνήγορο των εφεσειόντων. Αποτελεί κατάληξη μας ότι δεν προκύπτει σφάλμα στην πιο πάνω πρωτόδικη κρίση, δεδομένου και του γεγονότος ότι, ως κρίνουμε, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, στηρίχθηκε στις υποθέσεις Fangoulides v. The Republic (1982) 1 C.L.R. 462 και Tsakistos v. Attorney General (1969) 1 C.L.R. 355. Εξηγήθηκε, επαρκώς, και ήταν εύλογο το πρωτόδικο συμπέρασμα πως, παρ’ ότι ο εφεσίβλητος δικαιούνταν σε εγγραφή στο Ε.Τ.Ε.Κ. παρέμεινε εκτός άσκησης αυτού του δικαιώματος εργασίας, λόγω των τριών απορριπτικών αποφάσεων των εφεσειόντων, ενώ με την εγγραφή του, αν γινόταν, όταν αποτάθηκε, θα εργοδοτούνταν άμεσα στο εκτιμητικό γραφείο των παιδιών του. Εφόσον ο εφεσίβλητος κρίθηκε αξιόπιστος, και η μαρτυρία του έγινε αποδεκτή ως προς το ότι θα εργαζόταν άμεσα στο εκτιμητικό γραφείο των παιδιών του, δεν θεωρούμε ότι, υπό τις περιστάσεις που εξηγήθηκαν, χρειαζόταν και μαρτυρία από τα παιδιά του ότι θα τον εργοδοτούσαν. Ορθά, συνεπώς, κρίθηκε, πρωτόδικα, ότι η αποστέρηση της εργασίας του ως εκτιμητής ακινήτων του προκάλεσε ζημιά που προέκυπτε ως άμεση συνέπεια από τις τρεις επαναληπτικές ακυρωθείσες, από το Ανώτατο Δικαστήριο, αποφάσεις των εφεσειόντων. Ως συνάγεται από τα γεγονότα, δεν επρόκειτο για εργασία στην οποία απαιτείτο συμμετοχή σε διαγωνισμούς ή εξετάσεις ή εκπλήρωση ή εξασφάλιση άλλων απαιτούμενων προϋποθέσεων ώστε να εργοδοτηθεί ο εφεσίβλητος. Με την εγγραφή του θα είχε, ως απέδειξε, άμεση πρόσβαση σε εργασία στο εκτιμητικό γραφείο των υιών του. Δεν θεωρούμε, συνεπώς, ότι προκύπτει οποιοδήποτε παράλογο στοιχείο στο εύρημα ή συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επί του εν λόγω θέματος. Παράλληλα, διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε, αρκούντως, γιατί η περίπτωση που είχε ενώπιον του διαχωριζόταν από άλλες αποφάσεις, όπως οι (1) Εγγλεζάκη κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (1992) 1 Α.Α.Δ. 697 και (2) Νίκολας v. Δημοκρατίας (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 983. Συμφωνούμε με την πρωτόδικη προσέγγιση και δεν αποδεχόμαστε τη θέση των εφεσειόντων ότι οι υποθέσεις, Fangoulides και Νίκολας (ανωτέρω), στις οποίες στηρίχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν παρείχαν έρεισμα εφαρμογής στα επίδικα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
Κατ’ επέκταση των προρρηθέντων, οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι, όπως και ο δεύτερος λόγος έφεσης, για τον οποίο επαναλαμβάνουμε τα όσα έχουμε ήδη διατυπώσει κατά την εξέταση του πέμπτου λόγου έφεσης. Υπενθυμίζουμε μόνο ότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε από τον εφεσίβλητο ήταν πως αν η αίτηση του γινόταν αποδεκτή από την αρχή αυτός θα εργοδοτούνταν στο γραφείο των παιδιών του, και αποσκοπούσε στην απόδειξη της απώλειας των εισοδημάτων του, ήτοι της ζημιάς του, και συνεπώς καλυπτόταν από το δικόγραφο του.
Οι λόγοι έφεσης έκτος, έβδομος, όγδοος και δέκατος, παρομοίως, λόγω της συνάφειας τους και της κοινής θεματικής τους, θα συνεξετασθούν. Το περιεχόμενο τους, έχει ως ακολούθως:
Έκτος λόγος έφεσης
«…εσφαλμένα … αντί να απορρίψει την Αγωγή του Ενάγοντας, αποφάσισε ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε αποζημιώσεις και/ή ότι θα πρέπει να επιδικαστεί σε όφελος του Ενάγοντα ένα ποσό της τάξεως των €70.000.- πλέον νόμιμο τόκο, παρά το γεγονός ότι ο Ενάγοντας δεν απέδειξε ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά … με τις αξιώσεις του να έχουν παραμείνει παντελώς ατεκμηρίωτες και/ή παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του δεν επέτρεπε τον ασφαλή και/ή αξιόπιστο υπολογισμό ποσού δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης σε όφελος του Ενάγοντα»,
Έβδομος λόγος έφεσης
«…εσφαλμένα … εφαρμόζοντας παντελώς εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα μέθοδο υπολογισμού απώλειας μελλοντικών εισοδημάτων υπολογίζοντας ένα κατ’ αποκοπή ποσό, το οποίο υπολογίστηκε αυθαίρετα και αναιτιολόγητα και/ή χωρίς να έχει τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο μαρτυρίας για την χρήση τέτοιας μεθόδου και/ή ενεργώντας ανεπίτρεπτα το ίδιο ως Εμπειρογνώμονας, επιδικάζοντας κατ’ αποκοπή ποσό που δεν συναρτάται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με το ύψος της πραγματικής/ουσιαστικής απώλειας την οποία κατ’ ισχυρισμό υπέστη ο Ενάγοντας, ώστε να δικαιούται να λάβει αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146(6) του Συντάγματος» και πως «Η μέθοδος την οποία… χρησιμοποίησε … δεν βρίσκει έρεισμα στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την καταβολή αποζημιώσεων δυνάμει του άρθρου 146(6) του Συντάγματος»,
Όγδοος λόγος έφεσης
«…η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να υπολογίσει το ύψος των δικαιούμενων κατά την κρίση του αποζημιώσεων στην βάση ενός κατ’ αποκοπή ποσού, δεν συνάδει και/ή συνιστά έκδηλη αντίφαση με την κρίση του στην σελίδα 21 ότι δήθεν η ζημία την οποία επικαλέστηκε και αξίωσε ο Ενάγοντας συνίσταται στην απώλεια των εισοδημάτων που θα λάμβανε από την άμεση, επικείμενη και βέβαιη ως την αξιολόγησε εργοδότηση του Ενάγοντα στο Γραφείο των παιδιών του»,
Δέκατος λόγος έφεσης
«…ο υπολογισμός του ποσού των €70.000.- ως δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης για την ισχυριζόμενη ζημία … είναι έκδηλα εσφαλμένος … επί τη βάσει εσφαλμένων και/ή παράνομων κριτηρίων και/ή δεν λήφθηκαν υπόψη άλλοι κρίσιμοι παράγοντες και δεδομένα που εκτέθηκαν στην μαρτυρία του Ενάγοντα και τα οποία εσφαλμένα και/ή πλημμελώς αγνοήθηκαν από το Πρωτόδικο Δικαστήριο και … δεν συνάδει με την ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία και τις παραδοχές του Ενάγοντα»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο πριν διατυπώσει την ετυμηγορία του, επί του ζητήματος της απαίτησης, αναφέρθηκε, σε σχετική νομολογία, καθώς, ειδικότερα, και στα λεχθέντα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ταλιαδώρου κ.α. (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 586, μέσα από την οποία γίνεται εκτενής και περιεκτική ανάλυση των γενικών αρχών που αφορούν στον καθορισμό της ζημιάς, προκληθείσας δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Χαρακτηριστικά είναι τα πιο κάτω αποσπάσματα:
«…Η ευθύνη της Πολιτείας είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη δημοσίου δικαίου. Η υποχρέωση της Διοίκησης σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση συνίσταται στην εξαφάνιση των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσας πράξης δηλαδή σε αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων. Η αποκατάσταση πρέπει να είναι πλήρης, δηλαδή να περιλαμβάνει όλα τα ζημιογόνα αποτελέσματα της ακυρωθείσας πράξης, εξ αρχής.
… Η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί. Συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη την οποία ο ενάγων υφίσταται λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα.»
(Η υπογράμμιση έγινε από το παρόν Εφετείο)
Ενόψει των ζητημάτων που εγείρονται, με τους προαναφερόμενους λόγους έφεσης είναι, θεωρούμε, χρήσιμο να παραθέσουμε, κατ’ αρχάς, αυτούσια αποσπάσματα από τον συλλογισμό και το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τα οποία έχουν ως ακολούθως:
«Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ενάγοντος η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε πως σε περίπτωση που η αίτηση του γινόταν αποδεκτή εξαρχής, τότε ο Ενάγων θα εργοδοτείτο στο γραφείο των παιδιών του και συγκεκριμένα θα αναλάμβανε την ίδρυση και λειτουργία του νέου γραφείου στην Πάφο και θα διενεργούσε εκτιμήσεις ακινήτων στα πλαίσια των καθηκόντων του, λαμβάνοντας και μισθό πλέον ως εκτιμητής ακινήτων. Με βάση τις αποφάσεις στις Προσφυγές, το Δικαστήριο ικανοποιείται επίσης πως ο Ενάγων εξαρχής κατείχε το απαιτούμενο από τον Νόμο προσόν και επομένως δικαιούτο να εγγραφεί στο Μητρώο των Εναγομένων.
Με την άρνηση των Εναγομένων να δεχθούν την αίτηση του και να τον εγγράψουν στο Μητρώο ως εκτιμητή ακινήτων ο Ενάγων απώλεσε όχι μόνο τη δυνατότητα εργασίας του ως εκτιμητή αλλά και συγκεκριμένα την εργοδότηση του στο γραφείο των υιών του υπό τους όρους και τις συνθήκες όπως περιγράφονται ανωτέρω. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε πως με την εγγραφή του ο Ενάγων θα εργοδοτείτο άμεσα στο γραφείο των υιών του, συνεπάγεται ότι η άρνηση εγγραφής του στέρησε όχι μόνο το δικαίωμα να εργαστεί αλλά και το εισόδημα που θα λάμβανε από αυτή την εργασία του. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί πως η απώλεια των εισοδημάτων του Ενάγοντος απορρέει ως άμεση συνέπεια της άρνησης εγγραφής του. Με άλλα λόγια, ο Ενάγων δεν έχασε μόνο την ευκαιρία και δυνατότητα εργοδότησης, ως η θέση της Υπεράσπισης, αλλά την εργοδότηση του καθ΄ εαυτή στο γραφείο των υιών του η οποία ήταν επικείμενη, άμεση και βέβαιη.
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επί τούτου κρίνεται σκόπιμη η ανασκόπηση κάποιων αποφάσεων από τις οποίες παρέχεται καθοδήγηση ως προς το ποια ζημιά θεωρείται ως άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας πράξης. Στην υπόθεση Frangoulides ν. The Republic (ανωτέρω), κρίθηκε ότι τα έξοδα τα οποία ο εφεσείων ξόδεψε για να ακολουθήσει ανώτερη εκπαίδευση και αποκτήσει τα προσόντα τα οποία λανθασμένα απαιτούντο ως προϋπόθεση για την προαγωγή του, προκλήθηκαν ως άμεση συνέπεια της λανθασμένης απόφασης μη προαγωγής του η οποία και ακυρώθηκε, και επομένως ο εφεσείων δικαιούτο σε αυτή τη ζημιά. Λόγω του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη στον υπολογισμό αυτής, διετάχθη η επανεκδίκαση γι΄ αυτό μόνο το ζήτημα. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε παραπομπή στην υπόθεση Tsakistos v. Attorney-General (1969) 1 C.L.R. 355, στην οποία επιδικάστηκαν αποζημιώσεις σε δάσκαλο ο οποίος απολύθηκε παράνομα, για την περίοδο κατά την οποία παρέμεινε εκτός εργασίας. Αντιστοίχως, στην υπό κρίση περίπτωση παρόλο που ο Ενάγων δικαιούτο να εγγραφεί, παρέμεινε εκτός εργασίας λόγω των τριών απορριπτικών αποφάσεων των Εναγομένων, οι οποίες ακυρώθηκαν ενώ με την εγγραφή του θα εργοδοτείτο άμεσα.
Αντιθέτως στην υπόθεση Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω), κρίθηκε ότι οι εφεσείουσες απαιτούσαν αποζημίωση για την απώλεια του δικαιώματος εισδοχής και τις συνέπειες της μη εισδοχής τους στην Παιδαγωγική Ακαδημία και το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση πως δεν δικαιούντο σε αποζημίωση καθότι δεν είχε προκύψει ζημιά εφόσον αυτές δεν ήταν, βάσει του γραπτού διαγωνισμού, μεταξύ των εισακτέων φοιτητών. Στην υπόθεση Νίκολας v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), το Εφετείο κατά πλειοψηφία αποφάσισε πως ο εφεσείων δεν δικαιούτο σε αποζημίωση εφόσον δεν απέδειξε ότι θα εξασφάλιζε διορισμό, τονίζοντας ότι τίθεται θέμα αποζημίωσης μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της. Και οι δύο αυτές υποθέσεις διαχωρίζονται από την παρούσα καθότι εδώ έχει διαφανεί πως ο Ενάγων δικαιούτο εξαρχής να εγγραφεί στο Μητρώο των Εναγομένων και με την εγγραφή του θα εργοδοτείτο άμεσα.
Στην υπόθεση Savvas & Leonidas Motors Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 795 το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι οι ζημιές, ήτοι τόκοι και τραπεζικά δικαιώματα, δεν ήταν το αντικείμενο των προσφυγών και επομένως δεν ήταν το αποτέλεσμα των προσβαλλόμενων με τις προσφυγές αποφάσεων. Και αυτή η υπόθεση διαχωρίζεται από την παρούσα στην οποία η απώλεια των εισοδημάτων του Ενάγοντος απορρέει άμεσα από την απορριπτική απόφαση των Εναγομένων.
……………………………………………………………………………………………
Στην παρούσα περίπτωση έχει γίνει δεκτό πως εξαιτίας των επίδικων πράξεων ο Ενάγων υπέστη ζημιά. Όμως σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο θεωρεί ότι από τη στιγμή που ο Ενάγων δεν βρισκόταν ήδη στην υπηρεσία του γραφείου των υιών του και επομένως δεν λάμβανε μισθό και δεν είχε εισόδημα από την εν λόγω εργασία, αλλά θα εργοδοτείτο εκεί αμέσως με την εγγραφή του, τότε απουσιάζει μαρτυρία η οποία να προσδιορίζει με ακρίβεια το ύψος της όποιας απώλειας των εισοδημάτων του σε αυτή τη βάση. Με άλλα λόγια, δικαιολογημένα ο Ενάγων δεν μπορεί να προκαθορίσει και διεκδικήσει συγκεκριμένο ποσό το οποίο αντικατοπτρίζει το μηνιαίο του εισόδημα ως εκτιμητής, εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο αδυνατούσε να εργαστεί και δεν εργαζόταν ως εκτιμητής.
Θα μπορούσε να λεχθεί πως η απαίτηση για απώλεια εισοδημάτων στην προκειμένη περίπτωση προσομοιάζει με απαίτηση για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων σε περιπτώσεις διάπραξης αστικών αδικημάτων, όπου εκεί που δεν χρησιμοποιείται η μέθοδος του συντελεστή, υπολογίζεται ένα κατ΄ αποκοπή ποσό.
……………………………………………………………………………………………
Εξ ου και ο Ενάγων στηρίχθηκε στο Τεκμήριο 23 και στον υπολογισμό της ζημιάς του κατ΄ αντιστοιχία και αυξημένη σε σύγκριση με το μέσο μηνιαίο εισόδημα του επαγγέλματος του εκτιμητή ακινήτων όπως αυτό υπολογίστηκε με τη στατιστική μέθοδο της Στατιστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών για τα επίδικα έτη 2004-2012. Το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί την εγκυρότητα της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε και συνακόλουθα την ορθότητα του Τεκμηρίου 23 ως προς το ότι πράγματι αυτό αντικατοπτρίζει με επιστημονικά αναγνωρισμένη μέθοδο το μέσο μηνιαίο εισόδημα του εκτιμητή ακινήτων στην Κύπρο για τα εν λόγω έτη. Τούτου λεχθέντος, το Δικαστήριο επισημαίνει πως στην υπό κρίση περίπτωση το μέσο μηνιαίο εισόδημα αποτελεί στοιχείο προς υποβοήθηση του για τον υπολογισμό του απωλεσθέντος μηνιαίου εισοδήματος του Ενάγοντος, πλην όμως θα πρέπει να συνεκτιμηθεί πως αυτός ο μέσος όρος αποτελεί το μικτό εισόδημα και υπολογίστηκε στη βάση κανονικών ωρών εργασίας και συμπεριλαμβανομένων του τιμάριθμου και του 13ου. Περαιτέρω θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπό κρίση υπόθεσης, ήτοι το ότι ο Ενάγων επρόκειτο να εργαστεί σε νέο (και όχι ήδη εγκαθιδρυμένο με πελατεία) γραφείο στην Πάφο, υποκατάστημα του υφιστάμενου γραφείου των παιδιών του στη Λεμεσό, και επιπλέον η ηλικία του Ενάγοντος στη βάση του ότι άγνωστο παραμένει κατά πόσο αυτός θα απασχολείτο εκεί μέχρι και το 2012 εφόσον τότε, όταν ήταν και που ενεγράφη, δήλωσε πως δεν είχε πλέον τις δυνάμεις και τη φυσική αντοχή να εργαστεί. Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί πως ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τα εισοδήματα και τις εισπράξεις του συγκεκριμένου γραφείου και ειδικότερα τις μηνιαίες απολαβές των παιδιών του, ως ιδιοκτητών του γραφείου, μαρτυρία η οποία θα ήταν διαφωτιστική για τον υπολογισμό του ύψους του μηνιαίου εισοδήματος του Ενάγοντος, από τη στιγμή που αυτός θα εργαζόταν στο γραφείο των παιδιών του. Με άλλα λόγια, ο μέσος μηνιαίος μισθός αποτελεί μεν κάποια ένδειξη για το ύψος του μισθού που θα λάμβανε ο Ενάγων, πλην όμως από τη στιγμή που ήταν βέβαιο πως αυτός θα απασχολείτο στο συγκεκριμένο γραφείο, θα ήταν βοηθητικό ως επίσης μια ένδειξη για τον υπολογισμό της ζημιάς αν παρουσίαζε τις μηνιαίες εισπράξεις αυτού και ή τις μηνιαίες απολαβές των παιδιών του οι οποίοι ήταν οι μόνοι που εργάζονταν ως εκτιμητές ακινήτων. Ο μισθός τον οποίο ο Ενάγων ανέφερε για τους υπαλλήλους, ήτοι μεταξύ €900-€1200 δεν αφορά εκτιμητή ακινήτων όπως θα ήταν ο ίδιος και επομένως δεν κρίνεται βοηθητικός.
Έχει ήδη λεχθεί πως ο καθορισμός από τον Ενάγοντα του ύψους του μηνιαίου εισοδήματος του στις €6.810 είναι παντελώς αυθαίρετος και κρίνεται υπερβολικός για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω. Επαναλαμβάνεται πως αφενός η μαρτυρία του περί της αύξησης στις εκτιμήσεις ακινήτων κατά τα επίδικα έτη δεν αντικατοπτρίζεται από το Τεκμήριο 23, και αφετέρου δεν λαμβάνει υπόψιν το ότι θα αναλάμβανε νέο γραφείο και δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα από το Δικαστήριο ότι θα ήταν σε θέση να εργάζεται επί πλήρους βάσης και απασχόλησης μέχρι και το 2012.
Στον καθορισμό του ποσού, λαμβάνεται υπόψιν πως ο Ενάγων δεν επέδειξε συμπεριφορά η οποία να του αποδίδει οποιαδήποτε ευθύνη για την όλη εξέλιξη των γεγονότων, εν αντιθέσει με τους Εναγόμενους οι οποίοι επέδειξαν ολιγωρία και απροθυμία στη συμμόρφωση με την πρώτη κιόλας απόφαση στην Προσφυγή, διεξάγοντας και δεύτερη φορά ελλιπή έρευνα αναφορικά με την εξέταση της αίτησης του Ενάγοντος και τελικώς αγνοώντας τις δύο πρώτες αποφάσεις στις Προσφυγές και επιδεικνύοντας περιφρόνηση στη δικαστική διαδικασία η οποία οδήγησε στον χαρακτηρισμό της όλης στάσης τους ως «άκρως απαράδεκτη» στην τρίτη απόφαση στην Προσφυγή. Αυτό το στοιχείο δικαιολογεί την επιδίκαση σε κάποιον βαθμό αυξημένων αποζημιώσεων.
……………………………………………………………………………………………
Επομένως, θεωρώ ότι ο Ενάγων δικαιούται στην επιδίκαση ποσού ως απώλεια εισοδημάτων, χαμηλότερου του μέσου μηναίου όρου όπως αυτό καταγράφεται στο Τεκμήριο 23 και για μικρότερη της χρονικής περιόδου για την οποία προβάλλει την απαίτηση του, και συγκεκριμένα από τη δεύτερη απόρριψη της αίτησης του μέχρι και την εγγραφή του, ήτοι από τις 3.5.07 μέχρι τις 4.5.12. Με βάση όλες τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψιν από το Δικαστήριο και ειδικότερα το ότι θα πρέπει να επιδικαστεί εύλογη και δίκαιη αποζημίωση, θεωρώ ότι ένα ποσό της τάξης των €70.000 αντικατοπτρίζει όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω.»
Ο συνήγορος των εφεσειόντων εισηγείται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν υιοθέτησε την προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Πήττα κ.α. v. Δήμου Στροβόλου (2015) 1 Α.Α.Δ. 867. Αν την υιοθετούσε, ως όφειλε, κατά την εισήγηση του, δεν θα επιδίκαζε οποιοδήποτε ποσό στον εφεσίβλητο. Κρίνουμε ορθό να σημειώσουμε, εν πρώτοις, ότι η υπόθεση Πήττα κ.α. (ανωτέρω) κρίθηκε με τα δικά της, ξεχωριστά, περιστατικά. Διαφαίνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενασχολήθηκε με την εν λόγω υπόθεση και ορθά, θεωρούμε, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «… ο Ενάγων δεν απώλεσε την ευκαιρία ή προσδοκία εργοδότησης αλλά το εισόδημα που θα λάμβανε αν εγγραφόταν στο Μητρώο. Αυτό το στοιχείο διαφοροποιεί την υπό κρίση περίπτωση στην οποία γίνεται λόγος για απώλεια απολαβών η οποία έχει αναγνωριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι απορρέει άμεσα από την ακυρωθείσα πράξη, όπως συνέβη στην υπόθεση Tsakistos v. Attorney-General (ανωτέρω) και διαφαίνεται σε ακόλουθες υποθέσεις.».
Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά, ως κρίνουμε, βασίστηκε στην υπόθεση Tsakistos v. Attorney-General (1969) 1 C.L.R. 355, στην οποία επιδικάστηκαν αποζημιώσεις σε δάσκαλο, ο οποίος είχε απολυθεί από την εργασία του παράνομα. Επομένως εύλογα και δίκαια το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά ανάλογο τρόπο, ακολουθώντας καθόλα λογική προσέγγιση, κατέληξε πως ο εφεσίβλητος δικαιούται αποζημιώσεις για απώλεια εισοδημάτων τα οποία στερήθηκε, λόγω του ότι παράνομα έμεινε εκτός εργασίας, ως εκτιμητής ακινήτων, εξ αιτίας των τριών απορριπτικών αποφάσεων των εφεσειόντων, οι οποίες ακυρώθηκαν, διαδοχικά, από το Ανώτατο Δικαστήριο, και, ως αποδείχθηκε, αν ο εφεσίβλητος εγγραφόταν στο Ε.Τ.Ε.Κ. θα εργοδοτείτο άμεσα στο εκτιμητικό γραφείο των παιδιών του. Συνεπώς, προκύπτει ότι η ζημιά του εφεσίβλητου ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της μεμπτής συμπεριφοράς των εφεσειόντων να μην τον εγγράψουν στο μητρώο τους, παρά τις υποδείξεις και την κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Υπήρξε ζημιά και θα έπρεπε να αποζημιωθεί.
Σ’ ότι αφορά στη θέση των εφεσειόντων ότι ο καθορισμός της αποζημίωσης δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος είναι διαφορετικός από αυτόν που καθορίζεται η ζημιά ή η αποζημίωση στη βάση του κοινοδικαίου, παρεμβάλλει, ως σχετικό το πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην Digicom Ltd v. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Πολιτική Έφεση 373/2018, ημερομηνίας 05.11.2025, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Ως εκ τούτου, κρίνουμε, περαιτέρω, ότι ήταν δυνατή η επιδίκαση αποζημίωσης προς όφελος των εφεσείοντων, δεδομένου, όμως, ότι απέδειξαν πως, αν δεν παρεμβαλλόταν η ακυρωθείσα πράξη κατακύρωσης της προσφοράς, θα κατακυρωνόταν σ’ αυτούς η προσφορά, έχοντας ταυτόχρονα, βέβαια, την υποχρέωση να αποδείξουν τη ζημιά τους, ακόμη και υπό την έννοια του διαφυγόντος κέρδους ή απώλεια ευκαιρίας, ως μέρος εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης. Δεν βλέπουμε λόγο το διαφυγόν κέρδος, όταν αποδεικνύεται, με την αυστηρότητα που απαιτεί η νομολογία, να μην αποτελεί ή συνιστά εύλογη ή δίκαιη αποζημίωση. Δεν παραγνωρίζουμε ότι έχει νομολογηθεί (βλέπετε υπόθεση Κεντρική Τράπεζα Κύπρου v. Θεοδωρίδη (1993) 1 Α.Α.Δ. 420) πως το μέτρο της «δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης» είναι διάφορο από εκείνο του αγγλικού κοινού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική αποκατάσταση του ζημιωθέντος. Ωστόσο, θεωρούμε πως δεν είναι απαγορευτικό τα δύο είδη αποζημίωσης να συμπίπτουν. Θα λέγαμε πως ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» είναι πιο ευρύς, δίδοντας μεγαλύτερη ευχέρεια στα Δικαστήρια να επιδικάζουν αποζημίωση στο πλαίσιο του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, αρκεί να είναι εύλογη και δίκαιη και άμεσο αποτέλεσμα της μεμπτής πράξης της διοίκησης.»
(Η υπογράμμιση έγινε από τον παρόν Εφετείο)
Κοντολογίς, δεν ήταν ούτε άδικο ούτε παράλογο το πρωτόδικο συμπέρασμα πως θα έπρεπε, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, να αποζημιωθεί ο εφεσίβλητος. Η μη επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού θα ήταν επιβράβευση στην παρανομία.
Ό,τι παρέμεινε ως επόμενο στάδιο, ήταν το ύψος της αποζημίωσης. Αυτό που εδώ απασχολεί είναι αν το ποσό που επιδικάστηκε είναι εύλογο και δίκαιο. Έχουμε αξιολογήσει όλα τα επιχειρήματα που προωθήθηκαν ενώπιον μας, από τους ευπαίδευτους συνήγορους των δύο πλευρών. Αποτελεί κατάληξη μας πως το ποσό των €70.000,00, που επιδικάσθηκε, δεν είναι αυθαίρετο. Συνιστά εύλογη και δίκαιη, υπό τις περιστάσεις, αποζημίωση. Υιοθετούμε τον συλλογισμό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως διατυπώνεται πιο πάνω στα σχετικά αποσπάσματα. Παράλληλα, το ποσό των €70.000,00, έστω κατ’ αποκοπήν, δεν είναι παράλογο και υπό την οπτική γωνία των μηνιαίων απολαβών, αφού ισοδυναμεί με €1.166,60 (περίπου) μηνιαίως σε σχέση με την περίοδο που έλαβε υπόψη το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι έχρηζε αποζημίωσης (ήτοι 60 μήνες). Το εν λόγω ποσό δεν κρίνεται ούτε υπερβολικό ούτε αυξημένο.
Συνακόλουθα, καταλήγουμε ότι οι έκτος, έβδομος, όγδοος και δέκατος λόγοι έφεσης, είναι αβάσιμοι.
Ακολουθεί η τοποθέτηση μας επί του ενδέκατου λόγου έφεσης, το περιεχόμενο του οποίου είναι το ακόλουθο:
Ενδέκατος λόγος έφεσης
ότι «…εσφαλμένα … δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι ο Ενάγοντας ήταν ήδη κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής της αίτησης εγγραφής στο Μητρώο του Ε.Τ.Ε.Κ. συνταξιούχος και 61 ετών, όπως επίσης δεν έλαβε υπόψη και/ή παραγνώρισε ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας του Ενάγοντα και/ή τις ουσιώδεις παραδοχές του Ενάγοντα ότι ο τελευταίος, με βάση τις οποίες αυτόβουλα και σκόπιμα επέλεξε να μην λαμβάνει αμοιβή για τις υπηρεσίες που παρέσχε στα παιδιά του σε τακτικό ωράριο 4 ώρες την ημέρα, ή επέλεξε να παραμείνει στο Γραφείο των παιδιών του χωρίς να επιχειρήσει να αναζητήσει αλλού εργασία με απολαβές, όπως επίσης και τις επαναλαμβανόμενες απαντήσεις του ότι για λόγους πατρότητας, δεν ήθελε να επιβαρύνει τα παιδιά του, δεν ήθελε να στερήσει χρήματα/εισοδήματα από τα παιδιά του, δηλώνοντας μάλιστα ότι δεν είχε και ανάγκη τα χρήματα αυτά λόγω της σύνταξης ύψους €35.000.- … που καθιστούσαν το ύψος της πραγματικής απώλειας του Ενάγοντα μηδενικό»,
Έχουμε αξιολογήσει τις αιτιάσεις που υποστηρίζουν τον υπό συζήτηση λόγο έφεσης. Θεωρούμε ότι στον καθορισμό του ποσού, ως αντανακλάται μηνιαίως, λήφθηκε υπόψη κάθε λογική παράμετρος με βάση τα πραγματικά γεγονότα. Το ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε μισθό κατά την απασχόληση του ως κλητήρας στο γραφείο των παιδιών του, ως έχουμε εξηγήσει, δεν ήταν παράλογο. Το δικαίωμα σύνταξης, και συνεπαγόμενα από αυτήν ωφελήματα, δεν εμπόδιζαν τον εφεσίβλητο να διεκδικήσει μισθό ως εκτιμητής, αν εγγραφόταν. Επίσης, το ότι ο εφεσίβλητος δήλωσε πως οικονομικά δεν είχε ανάγκη, και γι’ αυτό δεν ζητούσε μισθό από τα παιδιά του, ως κλητήρας, δεν σημαίνει ότι εμποδιζόταν να διεκδικήσει μισθό όταν θα εργαζόταν ως εκτιμητής. Ούτε και ήταν αναμενόμενο να αναζητεί εργασία οπουδήποτε αλλού όταν ανέμενε την εγγραφή του ως εκτιμητής και που δικαιωματικά ευελπιστούσε ότι θα πετύχαινε, κρατώντας επαφή με το αντικείμενο του, πλην όμως πέρασαν οκτώ σχεδόν χρόνια για να δικαιωθεί έναντι των πράξεων των εφεσειόντων.
Όσον αφορά στη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αφαίρεσε οποιοδήποτε ποσό το οποίο θα προερχόταν, αν ο εφεσίβλητος εργοδοτούνταν αλλού, προκειμένου να μειώσει τη ζημιά του, θεωρούμε ότι και αυτό το στοιχείο, παρ’ ότι δεν μνημονεύεται ρητά, λήφθηκε υπόψη, δεδομένων και των δυσκολιών που υπήρχαν, αφού, ο εφεσίβλητος δεν ήταν εγγεγραμμένος εκτιμητής ακινήτων για να εργαζόταν ως εκτιμητής. Είναι προφανώς και γι’ αυτόν τον λόγο που το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσίβλητος δικαιούται, ως απώλεια εισοδημάτων, (1) ποσό χαμηλότερο του μέσου μηνιαίου όρου, ως αυτό καταγράφεται στο Τεκμήριο 23 (ο οποίος κυμαίνεται κοντά στις €2.000,00), αλλά και (2) για μικρότερη της χρονικής περιόδου για την οποία προέβαλε την απαίτηση του.
Στη βάση των πιο πάνω, ο ενδέκατος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.
Με τον δωδέκατο λόγο έφεσης προωθείται ως αντιφατικό στοιχείο αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τον χρόνο ικανότητας του εφεσίβλητου να εργαστεί και τον χρόνο που του επιδικάστηκε το ποσό των €70.000,00. Ειδικότερα, προωθείται η θέση ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο … ενώ δέχεται σε αρκετά σημεία της απόφασης του … ότι παραμένει άγνωστο κατά πόσο ο Ενάγοντας θα απασχολείτο στο Γραφείο των παιδιών του μέχρι και το 2012 και/ή σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης μέχρι τότε, εφόσον τότε, όταν ενεγράφη δήλωσε πως δεν είχε πλέον τις δυνάμεις και την φυσική αντοχή να εργαστεί, εντούτοις εσφαλμένα και/ή αντιφατικά προχωρεί στην επιδίκαση αποζημιώσεων μέχρι την εν λόγω ημερομηνία».
Αξιολογώντας, τον υπό συζήτηση λόγο έφεσης, διαπιστώνεται ότι όντως το πρωτόδικο Δικαστήριο διατύπωσε την αναφορά πως «…παραμένει άγνωστο κατά πόσο ο Ενάγοντας θα απασχολείτο στο Γραφείο των παιδιών μέχρι και το 2012», επειδή αυτός δήλωσε κατά τη μαρτυρία του (το 2020) πως δεν είχε πλέον τις δυνάμεις και τη φυσική αντοχή να εργαστεί μετά τα 70 έτη, ωστόσο, δεν θεωρούμε ότι προκύπτει αντίφαση με το τελικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Προφανώς η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου έχει την έννοια ότι (όπως μαρτύρησε άλλωστε και ο εφεσίβλητος), δεν θα είχε δυνάμεις για εργασία μετά το 2012, που ήταν περίπου 70 ετών, και όχι μέχρι το 2012. Δεν θεωρούμε ότι ήταν παράλογη τέτοια μαρτυρία, αφού ο εφεσίβλητος ήταν 70 ετών, συνεπώς, ούτε η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου παρουσιάζει κάποια αντίφαση με την κατάληξη του. Επιπρόσθετα ο εφεσίβλητος εξήγησε πως η ηλικία των 70 ετών συνέπεσε με την οικονομική κρίση και τη μείωση των εργασιών του γραφείου των παιδιών του και γι’ αυτό δεν εργοδοτήθηκε μετά το 2012. Κρίνουμε, συνεπώς, ότι τα παράπονα των εφεσειόντων δεν ευσταθούν.
Ως αποτέλεσμα, ο δωδέκατος λόγος κρίνεται αβάσιμος.
Τέλος, όσον αφορά στον δέκατο-έκτο λόγο έφεσης όπου επαναφέρεται, ουσιαστικά, το θέμα περί επαυξημένων αποζημιώσεων, κρίνουμε ότι αυτός έχει καλυφθεί από όσα έχουμε προαναφέρει κατά τη συζήτηση και εξέταση των προηγούμενων λόγων έφεσης, οι οποίοι, για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, κρίθηκαν αβάσιμοι.
Ως εκ τούτου, και ο δέκατος-έκτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.
Συνακόλουθα, εφόσον ουδείς λόγος κρίθηκε βάσιμος, η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Επιδικάζονται έξοδα έφεσης ύψους €3.000,00 πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, προς όφελος του εφεσίβλητου και εναντίον των εφεσειόντων.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο