ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΑΝΤΡΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 263/2023, 20/5/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΑΝΤΡΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 263/2023, 20/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 263/2023)

 

20 Μαΐου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΝΤΡΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ,

Εφεσίβλητου.

_____________________________

 

Α. Τιμοθέου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα.

Α. Κορέλλης, για τον Εφεσίβλητο.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσίβλητος παραδέχτηκε ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού κατηγορίες κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, κατά παράβαση Άρθρων του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/1977, όπως έχει τροποποιηθεί. Ειδικότερα, παραδέχτηκε ότι στις 20.9.2023 είχε στην κατοχή του 12 κιλά και 900 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη,  (κατηγορία 1) και ότι κατείχε την εν λόγω ποσότητα με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 2).

 

Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών στη δεύτερη κατηγορία ενώ στην πρώτη κατηγορία δεν του επιβλήθηκε ποινή, αφού τα γεγονότα της εμπεριέχονταν στα γεγονότα της δεύτερης κατηγορίας στην οποία επιβλήθηκε η ποινή φυλάκισης των 9 χρόνων, σύμφωνα με τις αρχές της ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1996) 2 Α.Α.Δ. 34, ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1991) 2 Α.Α.Δ 385.

 

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εφεσιβάλλει την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε ως έκδηλα ανεπαρκή και αποτέλεσμα σφάλματος αρχής εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Ειδικότερα, στην αιτιολογία του μοναδικού λόγου έφεσης που προβάλλεται, αναφέρεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ότι παραγνώρισε τον σκοπό του νομοθέτη, δεν προσέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στην ανάγκη για καταστολή αυτής της φύσεως των αδικημάτων ενόψει της ανησυχητικής αύξησης που παρατηρείται.

 

Προβάλλεται, επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα σημασία στην ποσότητα των ναρκωτικών που ο εφεσίβλητος κατείχε με σκοπό να τα προμηθεύσει στην κοινωνία, παραγνώρισε τη νομολογία ως προς το ύψος της ποινής που πρέπει να επιβάλλεται στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε μόνο λεκτικά την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής ένεκα των επιπτώσεων της διάπραξης του αδικήματος της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια.

 

Ισχυρίζεται, ακόμα, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στην παραδοχή και τους ελαφρυντικούς παράγοντες του εφεσίβλητου και ιδιαίτερα λανθασμένα θεώρησε ως καίριο μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι η όλη συμπεριφορά του εφεσίβλητου ήταν απόρροια της οικονομικής δυσπραγίας στην οποία βρισκόταν, καθώς και ότι δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης.

 

Με αναφορά στη νομολογία είναι η θέση της συνηγόρου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ότι η έξαρση αυτής της φύσης των αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογεί την επιβολή ακόμα αυστηρότερων ποινών (SELMANI κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 235/2013, ημερομηνίας 5.10.2016). Προβάλλει ακόμα τη θέση ότι από την ανάλυση και την παράθεση της νομολογίας (GHOLI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 30, ΚΑΤΣΑΠΑΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2012) 2 Α.Α.Δ. 318, ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 746, ΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 208/2018, ημερομηνίας 27.11.2019, ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 171/2020, ημερομηνίας 8.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B287 και XHAFERI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 207/2021, ημερομηνίας 16.11.2022), ECLI:CY:AD:2022:B453 προκύπτει η εντελώς λανθασμένη προσέγγιση του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση και επιβολή των ποινών και ότι από την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου προκύπτουν σοβαρά σφάλματα αρχής, η επιβληθείσα ποινή είναι έκδηλα ανεπαρκής και υπάρχει περιθώριο επέμβασης από το Εφετείο.

 

Αντίθετη βέβαια είναι η θέση του δικηγόρου του εφεσίβλητου ο οποίος ισχυρίζεται ότι από την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν προκύπτει σφάλμα αρχής, ούτε και το διάγραμμα αγόρευσης του εφεσείοντα Γενικού Εισαγγελέα αποκαλύπτει κάτι τέτοιο, και ότι οι αιτιάσεις του εφεσείοντα άπτονται της ανεπάρκειας της ποινής βάσει προηγούμενων δικαστικών αποφάσεων.

 

Προβάλλοντας σχετική νομολογία, επαναλαμβάνει την πάγια νομολογημένη αρχή ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ότι το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής είτε έκδηλα υπερβολική.

 

Υποστηρίζει ο συνήγορος του εφεσίβλητου ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής καθηκόντως συνεκτίμησε τους αδιαμφισβήτητους παράγοντες που καθόρισαν το ύψος της επιβληθείσας ποινής, όπως το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσίβλητου, την άμεση παραδοχή του, τον ρόλο του που διακρίνεται σαφώς από τους οργανωμένους εμπόρους, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και τις προσωπικές του παραστάσεις. Είναι η θέση του ότι η επιβληθείσα ποινή είναι απολύτως ορθή και αρκούντως αποτρεπτική ως αποτέλεσμα πλήρους και σωστής στάθμισης των κρίσιμων για την επιμέτρηση της ποινής παραγόντων. Υποστηρίζει ότι η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκήθηκε ορθά και ότι η υπό εξέταση έφεση θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Ποινική Έφεση 67/2021, ημερομηνίας 17.3.2023, ECLI:CY:AD:2023:B92 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα:

 

«Σε ό,τι αφορά την εξουσία επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε πρωτόδικο Δικαστήριο, επαναλαμβάνουμε για πολλοστή φορά την πάγια νομολογία ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, (2014) 2 (Α) ΑΑΔ 329, και ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 222/2014, ημερομηνίας 25/11/2015). Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (1991) 2 Α.Α.Δ. 525).»

Όπως σημειώσαμε πρόσφατα και στην υπόθεση ΕΛΕΝΟΔΩΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 68/2020, ημερομηνίας 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B180, η νομολογία υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ναζίπ ν. Αστυνομίας, (2014) 2(Β) Α.Α.Δ. 808, η ενασχόληση με τα ναρκωτικά, είτε για ιδία χρήση ή κατά μείζονα λόγο με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτους, αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:

«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών».

 

Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 350:

 

«Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική.»

 

Στην εν λόγω απόφαση τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, η πάγια αρχή ότι σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες υπάρχει ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών και η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών καθίσταται επιτακτική. Επαναλήφθηκε για ακόμη μια φορά ότι τα αδικήματα αυτής της φύσης βρίσκονται σε συνεχή και ανησυχητική έξαρση, επιφέρουν ολέθρια και καταστροφικά αποτελέσματα στη ζωή και υγεία των συνανθρώπων μας και δημιουργούν, σωρευτικά, εστίες εγκλήματος. Δόθηκε, επίσης, ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος επιδόθηκε στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, σε πολύ μεγάλες ποσότητες, ενεργώντας εν γνώση του, ως μεταφορέας/μεσολαβητής αποδεχόμενος ότι ο κοινός σκοπός του ιδίου ως και του ιθύνοντα νου της παράνομης επιχείρησης ήταν η μόλυνση και καταστροφή της κοινωνίας. Ο εφεσίβλητος δηλαδή, αποτέλεσε σημαντικό κρίκο της αλυσίδας της εγκληματικής επιχείρησης που είχε ως στόχο τη διακίνηση και προμήθεια ναρκωτικών ουσιών στην κυπριακή κοινωνία.

 

Δεν παραγνωρίστηκε ούτε στην απόφαση ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ (ανωτέρω) η συνεργασία ενός κατηγορούμενου με τις διωκτικές αρχές και στη συνέχεια η παραδοχή στο Δικαστήριο, αφού όπως και το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, αποτελούσε σοβαρό μετριαστικό παράγοντα. Τονίστηκε όμως ότι στην εν λόγω υπόθεση ο παράγοντας «συνεργασία» του εφεσίβλητου ήταν πολύ περιορισμένης αξίας, αφενός γιατί συνελήφθη επ’ αυτοφώρω για κατοχή ναρκωτικών και αφετέρου η μη αποκάλυψη του ιθύνοντα νου μείωσε στο ελάχιστο την αξία της συνεργασίας, στοιχεία στα οποία το Κακουργιοδικείο φαίνεται να μην είχε προσδώσει τη δέουσα σημασία. Αναφέρθηκε δε ότι ήταν η έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση των μελών της αστυνομίας που τερμάτισε την εγκληματική συμπεριφορά του εφεσίβλητου και απέτρεψε την εκ μέρους του διακίνηση και διάθεση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών στην κυπριακή κοινωνία.

 

Στην ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ (ανωτέρω) το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει στον εφεσίβλητο ποινή φυλάκισης 7 ετών στην κατηγορία της κατοχής 10 κιλών και 159,7γρ. ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα μετά από παραδοχή. Κρίθηκε ότι, η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής υπό τα περιστατικά και δεδομένα της εν λόγω υπόθεσης σαφώς και δεν αντανακλάτο στο ύψος των ποινών που επιβλήθηκαν στον εφεσίβλητο και ότι αντικειμενικά κρινόμενες υπό το φως της σχετικής νομολογίας είναι έκδηλα ανεπαρκείς και ως εκ τούτου δικαιολογείτο η επέμβαση του Εφετείου. Το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε την ποινή φυλάκισης των 7 ετών που επιβλήθηκε στην κατηγορία κατοχής 10.159,7 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και κατοχής με σκοπό την προμήθειά της σε άλλα πρόσωπα, σε 10 έτη.

 

Η εν λόγω υπόθεση παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την υπό κρίση υπόθεση. Ο ενώπιόν μας εφεσίβλητος ανακόπηκε ενώ οδηγούσε το όχημά του μετά από πληροφορία της αστυνομίας και τον ερεύνησαν τόσο τον ίδιο όσο και το όχημά του και ανηύραν στο χώρο αποσκευών του οχήματος μια καφέ ταξιδιωτική βαλίτσα που όταν του υποδείχθηκε απάντησε «δεν είναι δική μου». Άνοιξαν τη βαλίτσα και διαπίστωσαν ότι εντός αυτής υπήρχαν τέσσερεις ξεχωριστές νάιλον συσκευασίες οι οποίες περιείχαν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης που έμοιαζε με κάνναβη. Επιστήθηκε η προσοχή του εφεσίβλητου στον νόμο και αυτός απάντησε «είπα σου δεν είναι δική μου». Μετά που ο εφεσίβλητος συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα και επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο, αυτός απάντησε «είπα σας έννεν δική μου η βαλίτσα. Το αυτοκίνητο εδάνεισεν μου το ο φίλος μου ο [….]».

 

Στην ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος απαντούσε σε όλα τα ουσιώδη ερωτήματα που του τέθηκαν «Είμαι αθώος. Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Ακολούθως, σε δεύτερη ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον εφεσίβλητο στην παρουσία του δικηγόρου του, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι γνώρισε κάποιο πρόσωπο, στο οποίο ανέφερε ότι είχε οικονομικά προβλήματα και συμφώνησε μαζί του να παραλάβει τη συγκεκριμένη βαλίτσα από συγκεκριμένο μέρος και να την πάρει στη Λεμεσό έναντι πληρωμής €1.000. Ανέφερε, επίσης, ότι γνώριζε ότι η πράξη στην οποία προέβη ήταν παράνομη όμως χρειαζόταν τα χρήματα και αρνήθηκε να κατονομάσει το πρόσωπο με το οποίο συμφώνησε να κάνει την μεταφορά των ναρκωτικών, εκφράζοντας φόβο για τη ζωή του.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά, τόνισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων υπό κρίση που προκύπτει από τη μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών που κατείχε ο κατηγορούμενος, 12 κιλά και 900 γραμμάρια κάνναβης, η οποία θα διοχετεύετο αργότερα στην αγορά και σε νέους κυρίως ανθρώπους και το γεγονός ότι ο ρόλος του, μεταφορέας των ναρκωτικών, δεν ήταν επουσιώδης εφόσον αποτέλεσε βασικό και αναγκαίο κρίκο στην αλυσίδα διάδοσης του αργού θανάτου (βλ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2005) 2 Α.Α.Δ, 466, VALDEZ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 144/2016 και 145/2016, ημερομηνίας 21.2.2017, XHAFERI ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 207/2021, ημερομηνίας 16.11.2022), ECLI:CY:AD:2022:B453.

 

Ορθά, επίσης, ανέφερε ότι ο λόγος για τον οποίο ο κατηγορούμενος κατέφυγε στη διάπραξη των επίδικων σοβαρών αδικημάτων και δη η οικονομική του αδυναμία, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη σοβαρή παράνομη συμπεριφορά που υπέδειξε. Όφειλε, ο εφεσίβλητος να αναζητήσει νόμιμες πηγές εσόδων και όχι να ενδώσει στον πειρασμό και να καταφύγει στην αποκόμιση γρήγορου οικονομικού οφέλους με την εν λόγω παράνομη δράση του. Σχετική είναι η υπόθεση ΜΑΚΡΗ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 15.

 

Ενώ λεκτικά ανέφερε ότι στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές και λοιπές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, αλλά σε καμία περίπτωση η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή να αναιρεί τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. ANTONIADES v. POLICE, (1986) 2 C.L.R. 21 και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1989) 2 Α.Α.Δ. 224), στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής φαίνεται να δόθηκε υπέρμετρη σημασία στη συνεργασία που υπέδειξε ο εφεσίβλητος με την Αστυνομία στη δεύτερη του ανακριτική κατάθεση, στην παραδοχή του (αν και συνελήφθη επ’ αυτοφώρω), το λευκό του ποινικό μητρώο και τις λοιπές του προσωπικές συνθήκες, αλλά και το γεγονός ότι κατά την παραμονή του στις φυλακές αποτελεί υπόδειγμα ευπρέπειας, σοβαρότητας και έχει άψογη συνεργασία με το προσωπικό των φυλακών και με τους συγκρατούμενους του (ΚΙΛΙΝΚΑΡΙΔΗΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2015) 2Α Α.Α.Δ. 277) κατά τρόπο που προέκυψε πασιφανής αναντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας μεταξύ των αδικημάτων που διέπραξε ο εφεσίβλητος σε σχέση με την ποινή φυλάκισης των 9 ετών που του επιβλήθηκε.

 

Οι υποθέσεις ναρκωτικών ταλανίζουν εδώ και χρόνια την κυπριακή κοινωνία. Δυστυχώς, παρατηρείται συνεχής έξαρση και αύξησή τους. Η νομολογία είναι πολύ πλούσια σε υποθέσεις του είδους αυτού. Όπως έχει αναφερθεί χαρακτηριστικά και στην υπόθεση ΣΑΜΠΗ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2012) 2 Α.Α.Δ. 100:

 

«Τα ναρκωτικά αποτελούν τη μάστιγα μιας σύγχρονης κοινωνίας, ιδιαιτέρως σε μια χώρα όπως την Κύπρο η οποία έχει ιδιαίτερα προβλήματα τα οποία ανάγονται στην κατοχή μέρους της χώρας μας από τα τουρκικά στρατεύματα και της αναγκαιότητας στήριξης της νεολαίας. Τα ναρκωτικά, ως επί το πλείστον, έχουν στόχο νεαρά πρόσωπα. Η αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της μορφής, αντανακλάται από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, που για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β προνοείται ποινή φυλάκισης 8 χρόνων, και για το αδίκημα της κατοχής ιδίας φύσεως, με σκοπό την προμήθεια προς τρίτα πρόσωπα, η προβλεπόμενη ποινή είναι φυλάκιση δια βίου. Αυτό καταδεικνύει την αγωνία της κοινωνίας και την αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου για αδικήματα αυτής της μορφής. Θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει και η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στον καθημερινό αγώνα που γίνεται για την καταπολέμηση της μάστιγας αυτής των ναρκωτικών. Βλ. Hadavand v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 359

 

Στην BORA ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110 αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα πιο κάτω:

 

«Κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατοχής τέτοιων ουσιών με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλα πρόσωπα, τέθηκαν από τη νομολογία μας μέσα από μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών.

Δεν είναι χωρίς σημασία να τονιστεί ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Πέραν τούτου, λαμβάνονται βεβαίως υπόψη οι συνθήκες διάπραξης ενός αδικήματος αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, στα πλαίσια  εξατομίκευσης της κάθε ποινής. Προεξάρχουσας όμως σημασίας είναι η αποτροπή προς τον σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, στοιχείο που υπαγορεύει παροχή περιορισμένης σημασίας στις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Είναι επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων (Selmani κα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/2013 κα, ημερ. 5.10.2016)

 

Στην δε ΣΑΚΚΟΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 196/2020 ημερομηνίας 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355 αναφέρθηκε ότι η νομολογία όντως υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες.

 

Η ανάγκη για επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής υπό τα περιστατικά και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης σαφώς και δεν αντανακλάται στο ύψος της ποινής που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο. Αυτή, αντικειμενικά κρινόμενη, υπό το φως της σχετικής νομολογίας, είναι αναμφίβολα ανεπαρκής και ως εκ τούτου δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου.

 

Η έφεση για ανεπάρκεια της ποινής επιτυγχάνει. Λαμβάνουμε υπόψη τη μεγάλη ποσότητα κάνναβης και η ποινή φυλάκισης των 9 ετών που επιβλήθηκε στην κατηγορία κατοχής 12 κιλών και 900 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα αυξάνεται σε 12 έτη.

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο