CAROLE LENA MORGAN v. ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΒΑΣΙΛΗ ΜΟΛΕΣΚΗ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 360/2019, 12/5/2026
print
Τίτλος:
CAROLE LENA MORGAN v. ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΒΑΣΙΛΗ ΜΟΛΕΣΚΗ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 360/2019, 12/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 360/2019)

 

12 Μαΐου, 2026

 

[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

         

CAROLE LENA MORGAN

Εφεσείουσα

και

 

1.        G. HASSAPIS HOLDINGS LTD

2.        HOUSEWELL DEVELOPMENTS LTD

3.        ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΒΑΣΙΛΗ ΜΟΛΕΣΚΗ

4.        ΑΝΔΡΙΑΝΗ ΒΑΣΙΛΗ ΜΟΛΕΣΚΗ

5.        ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΒΑΣΙΛΗ ΜΟΛΕΣΚΗ

6.        ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΣΙΛΗ ΜΟΛΕΣΚΗ

7.        ΝΙΚΟΣ ΒΑΣΙΛΗ ΜΟΛΕΣΚΗ

Εφεσίβλητοι

 

----------------------------------------------

 

Κυριάκος Κουκούνης με Αγγελίνα Πίττα για Γεώργιος Κουκούνης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα

Γιολάντα Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους 3 έως 7

 

----------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Παπαδοπούλου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Οι Εφεσίβλητοι (Εναγόμενοι αρ. 3 - 7 πρωτόδικα) συνήψαν στις 2.1.2006 με τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 Συμφωνία Αντιπαροχής. Δυνάμει αυτής οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ανέλαβαν την αξιοποίηση κτήματος ιδιοκτησίας των Εναγομένων αρ. 3 - 7 με αντάλλαγμα την παροχή στους τελευταίους ως αντιπαροχή, διαμερισμάτων που θα αποτελούσαν το 25% του συνολικού εμβαδού οικοδομών που θα ανεγείρονταν και θα βρίσκονταν στα Block 6 και 9 του κτιριακού συγκροτήματος.

 

         Με Συμφωνία Πώλησης ημερ. 23.8.2007, στην οποία εμφανίζονται ως Πωλητές (“Vendors”) και οι επτά Εναγόμενοι, η Εφεσείουσα αγόρασε το υπό ανέγερση διαμέρισμα αρ. 102 στο Block 1 του κτιριακού συγκροτήματος (εφεξής το «Διαμέρισμα»). Δεν αμφισβητείται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το Διαμέρισμα δεν αποπερατώθηκε ούτε παραδόθηκε στην Εφεσείουσα όπως προβλέπετο στη Συμφωνία Πώλησης. Η Εφεσείουσα τερμάτισε τη Συμφωνία και αξίωσε αποζημιώσεις εναντίον όλων των Εναγομένων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τη Συμφωνία Πώλησης, κατέληξε ότι οι Εφεσίβλητοι (Εναγόμενοι αρ. 3 - 7) δεν ήταν οι πραγματικοί πωλητές του Διαμερίσματος αλλά υπέγραψαν την προαναφερόμενη Συμφωνία ως οι εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες μεριδίου του ακινήτου για σκοπούς κατάθεσης της στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας ώστε να ήταν δυνατή η ειδική εκτέλεση στο πλαίσιο του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232 ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εξέδωσε συναφώς απόφαση υπέρ της Εφεσείουσας και μόνο εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 και απέρριψε την αγωγή εναντίον των Εφεσίβλητων με έξοδα εναντίον της.

 

         Παρά την ύπαρξη πέντε Λόγων Έφεσης και την εκτεταμένη αιτιολογία εκάστου, αυτό που προκύπτει είναι ότι το παράπονο της Εφεσείουσας σε όλους τους Λόγους Έφεσης εστιάζει στα ίδια σημεία, ήτοι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: (α) έκρινε ότι οι Εφεσίβλητοι δεν ευθύνονταν ως πωλητές και ότι η ευθύνη τους περιορίζετο στην ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας Πώλησης, (β) έκρινε ότι υπήρχε ασάφεια στη Συμφωνία Πώλησης, (γ) ανήγαγε τη Συμφωνία Αντιπαροχής σε μέρος της Συμφωνίας Πώλησης, και (δ) απέρριψε την αγωγή εναντίον των Εφεσιβλήτων επιδικάζοντας και έξοδα εναντίον της, ειδικά αφού αυτοί ήσαν αναγκαίοι διάδικοι.

 

         Προέχει, συναφώς, η ερμηνεία της Συμφωνίας Πώλησης. Επανειλημμένα έχει νομολογηθεί ότι η ερμηνεία συμφωνιών είναι νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο, βασική δε αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε στο έγγραφο (Αλεξάνδρου ν. Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, Πολ. Έφ. 34/13, ημερ. 4.2.2019). Περαιτέρω, βασικό κριτήριο για την ερμηνεία των συμβάσεων αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων μίας συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα του όρου μίας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενο να ερμηνεύεται συνολικά και συνεκτικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους, που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Ανόρθωση ν. Απόλλων (2002) 1(A) A.A.Δ. 518).

 

         Όπως λέχθηκε στην Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ (Αρ. 2) (1998) 1 Α.Α.Δ. 2335 στην οποία παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο:

 

         «Οδηγό για την ερμηνεία συμβατικών όρων αποτελεί το κείμενό τους, ορώμενο, όχι απομονωμένο, αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας στην οποία απαντάται. Όπως υποδείξαμε στην πρόσφατη απόφασή μας, στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ (1998) 1 A.A.Δ. 407, το κείμενο συμβατικής πρόνοιας, όπως εντάσσεται στο πλαίσιο της συμφωνίας, αποτελεί το θεμελιακό κανόνα ερμηνείας των συμβάσεων. Το κριτήριο, όπως επισημάναμε:-

 

                     "... είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα."».

 

         Στην υπό κρίση περίπτωση ιδιαίτερη σημασία έχει το προοίμιο της Συμφωνίας Πώλησης όπου, ναι μεν και οι επτά Εναγόμενοι κατονομάζονται ως «Πωλητές», πλην όμως καθορίζεται ο ρόλος εκάστου ως εξής:

 

         «WHEREAS G. HASSAPIS HOLDINGS LTD and HOUSEWELL DEVELOPMENTS LTD have signed an exchange agreement date 02/01/06 that has been deposited at the Land Registry in Larnaca on 01/02/2006 numbered ΠΩΕ 217/206 “APPENDIX A” with DESPINA VASILI MOLESKI, ANDRIANI VASILI MOLESKI, PARASKEVI VASILI MOLESKI, STAVROS VASILI MOLESKI who are the nominal registered owners of Plot number 515, under Registration No. 4962 with Sheet/Plan L/29, Tersefanou village, Larnaka District and who have been informed about the present agreement. …..

 

            WHEREAS the G. HASSAPIS HOLDINGS LTD and HOUSEWELL DEVELOPMENTS LTD are developing the abovementioned plot of land by the construction thereon of a building complex consisting of Blocks of Apartments and Maisonettes and the “PURCHASER” is buying Apartment No. 102, on the 1st Floor, on Block 1, will be constructed under the name “OLYMPIANS HILLS 1» and

 

            WHEREAS G. HASSAPIS HOLDING LTD has entered a joint venture with HOUSEWELL DEVELOPMENTS LTDAPPENDIX C” for the development and division of the abovementioned plot, for the construction of the said building complex and for the issuance of separate title deeds for the apartments that will be constructed and to transfer the ownership of the said complex…».

 

         Δεν διαπιστώνουμε την ύπαρξη κάποιας ασάφειας στα πιο πάνω όσον αφορά στην ιδιότητα εκάστου συμβαλλομένου. Εκείνο που υπήρξε, όμως,  ήταν στρέβλωση στην έκφραση των συμβαλλομένων με τη γενικευμένη και σωρευτική αναφορά όλων των Εναγομένων ως πωλητών, παρά το ότι ξεκαθαρίζεται πιο κάτω στην ίδια Συμφωνία η ιδιότητα του καθενός. Εντούτοις, διαπίστωση μας αποτελεί ότι η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε ύπαρξη ασάφειας δεν επηρέασε το ερμηνευτικό έργο στο οποίο προέβη αφού και από την προαναφερόμενη στρέβλωση προκύπτει ανάγκη για ενδελεχή εξέταση όλου του πλέγματος της συμφωνίας.

 

         Ξεκάθαρα, από το παρατεθέν μέρος του προοιμίου, η υποχρέωση για ανάπτυξη και διαχωρισμό του ακινήτου βαραίνει αποκλειστικά τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 και όχι τους Εφεσίβλητους, η μοναδική ιδιότητα των οποίων είναι αυτή των ιδιοκτητών της γης επί της οποίας θα ανεγειρόταν το συγκρότημα.

 

         Ουσιαστική είναι και η επισύναψη ως «Appendix A» στη Συμφωνία Πώλησης, της Συμφωνίας Αντιπαροχής, πράγμα που οδηγεί στο ότι η ίδια η Εφεσείουσα είχε γνώση του ότι οι Εφεσίβλητοι ήσαν απλώς ιδιοκτήτες της γης και δεν θα αναλάμβαναν οποιοδήποτε μέρος της ανέγερσης του Διαμερίσματος που αυτή αγόρασε. Δεν συμφωνούμε με τη θέση που προβάλλεται από τον συνήγορο της Εφεσείουσας ότι η Συμφωνία Αντιπαροχής δεν την αφορούσε ή ότι η εν λόγω Συμφωνία δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς ερμηνείας της Συμφωνίας Πώλησης. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης αυτή ουσιαστικά αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Πώλησης και απαιτείτο η διακρίβωση της πρόθεσης των συμβαλλομένων μέσω της διατύπωσης της συμφωνίας ως σύνολο, εντός του πλαισίου και υποβάθρου της σύναψης της (Λευκαρίτης κ.ά. ν. Long Beach Hotels Ltd κ.ά. (2000) 1 Α.Α.Δ. 194, Λάμπρου ν. Παράσχου (1993) 1 Α.Α.Δ. 397, Λίλλης ν. Ξενή (2009) 1 Α.Α.Δ. 217). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων του Π. Γ. Πολυβίου, Τόμος Β στη σελ. 479 - επόμενα:

 

         «Για να γίνει αντιληπτή η έννοια αυτή (meaning), επιτρέπεται εξέταση των εμπορικών και άλλων πραγματικοτήτων (συμπεριλαμβανομένου του σκοπού και υποβάθρου της συμφωνίας), αλλά η ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποκλίνει από τη συνήθη σημασία και έννοια των λέξεων και φράσεων είναι περιορισμένη, είτε σε περιπτώσεις ασάφειας είτε εκεί που έκδηλα έχει προκύψει κάποιο λάθος διατύπωσης ή στρέβλωση στην έκφραση των μερών. Δεν είναι επιτρεπτή η διαφοροποίηση της έννοιας των λέξεων, με βάση μόνο την αντίληψη του Δικαστή όσον αφορά στο ότι τα μέρη (πρέπει να) είχαν κατά νουν. Το έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της έννοιας της σύμβασης και οποιουδήποτε όρου αυτής (με βάση την αντικειμενική θεωρία των συμβάσεων και το τι μεταδίδεται στον μέσο λογικό άνθρωπο), στο πλαίσιο του όλου κειμένου και έχοντας υπόψη το υπόβαθρο και τα δεδομένα της περίπτωσης, αλλά όχι με βάση τις υποθέσεις του Δικαστή όσον αφορά στις επιδιώξεις των μερών ή το πώς έπρεπε να προωθήσουν τον εμπορικό τους σκοπό».

 

         Και πιο κάτω στη σελ. 496:

 

            «Καταληκτικά, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η προσέγγιση στο ερμηνευτικό εγχείρημα έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά, με τα δικαστήρια όχι μόνο στη θεωρία αλλά και στην πράξη να υιοθετούν μεθοδολογίες ερμηνείας που να στοχεύουν όχι στη γραμματική εννοιολογία αλλά στην απόδοση αποτελεσματικότητας στη σύμβαση, έχοντας κατά νουν αφενός μεν τη  συνήθη έννοια των όρων της επίδικης σύμβασης αφετέρου δε τους σκοπούς, υπόβαθρο και γενικότερο πλαίσιο της διευθέτησης των μερών».

 

         Αυτό έπραξε εν προκειμένω και το πρωτόδικο Δικαστήριο. Με αναφορά στη Συμφωνία Αντιπαροχής επεξήγησε ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ανέλαβαν την αξιοποίηση του μέρους εκείνου του ακινήτου που εμπίπτει στην οικιστική ζώνη, το οποίο οι Εφεσίβλητοι τους παραχώρησαν με αντάλλαγμα την παροχή σε αυτούς μέρους των οικοδομών που οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα ανεγείραν. Εύλογη κρίνεται η παράθεση του όρου 3 της Συμφωνίας Αντιπαροχής, ο οποίος αναφέρει τα εξής:

 

            «3.    Προς τον σκοπόν όπως οι μέλλοντες αγοραστές των διαμερισμάτων και άλλων χώρων των ανεγερθησομένων της οικοδομής, δυνηθούν να καταχωρούν τα συμβόλαια των εις το Κτηματολόγιο, αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να υπογράψουν το επισυναπτόμενον ως παράρτημα Β, ανέκκλητον ειδικόν πληρεξούσιον έγγραφον, το εν μέρος προς το άλλον, δια να διενεργούν τας πωλήσεις των τηρουμένων των κάτωθι επιφυλάξεων εκ μέρους αμφοτέρων των συμβαλλομένων.

 

                     Νοείται ότι ανεξαρτήτως της ως άνω πληρεξουσιοδοτήσεως, εις ότι αφορά τας πωλήσεις διαμερισμάτων, ως εν των παρόντι προνοείται, οι υπό του ενός συμβαλλομένου μέρους πωλήσεις, θα αφορούν τα ανήκοντα εις το μέρος τούτο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας διαμερίσματα, και τα οφέλη και/ή υποχρεώσεις εκ των πιο πάνω αναφερόμενων διαμερισμάτων, θα ανήκουν και/ή επιβαρύνουν αποκλειστικώς εκείνους των συμβαλλομένων του παρόντος εγγράφου, εις τους οποίους θα ανήκουν τα ούτω πωλούμενα διαμερίσματα, οι οποίοι αναλαμβάνουν να αποζημιώσουν τους ετέρους συμβαλλόμενους εις περίπτωση καθ’ην υποστούν οιανδήποτε ζημιάν, συνεπεία παραβάσεως δια την οποίαν οι έτεροι συμβαλλόμενοι θα ευθύνονται».

(ιδία έμφαση)

 

         Συμφωνούμε με την ερμηνεία που έδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι «Κατά συνέπεια όλα τα πωλούμενα διαμερίσματα και γενικά οι πωλούμενες οικοδομές πλην αυτών οι οποίες αποτελούν την αντιπαροχή άλλως το αντάλλαγμα των Εναγομένων 3-7, ανήκουν στις Εναγόμενες 1 και 2 με αποτέλεσμα αυτές να έχουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και δικαιώματα έναντι των αγοραστών των πωλούμενων διαμερισμάτων και οικοδομών». Υπενθυμίζεται ότι το επίδικο Διαμέρισμα ανήκε στις οικοδομές των Εναγομένων αρ. 1 και 2 και όχι των Εφεσίβλητων. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2, συναφώς θα είχαν όλα τα οφέλη αλλά και υποχρεώσεις σε σχέση με την πώληση του επίδικου Διαμερίσματος, πράγμα που ήταν σε γνώση της Εφεσείουσας δεδομένης της επισύναψης της Συμφωνίας Αντιπαροχής στη Συμφωνία Πώλησης ως παράρτημα. Δεν ευσταθεί, συναφώς, ούτε η εισήγηση του συνηγόρου της ότι η Εφεσείουσα συμφώνησε με όλους τους Εναγόμενους όπως καταβάλει σε όλους το τίμημα πώλησης, εξ’ ου και δεν έπραξε κάτι τέτοιο, αλλά αντίθετα το κατέβαλε μόνο στους Εναγόμενους αρ. 1 και 2. Ούτε και τυγχάνουν εφαρμογής τα λεχθέντα στην ER Ives Investment Ltd v. High (1967) 1 All E.R. 504 ως προς την αρχή του «δικαιώματος και της υποχρέωσης» όπως εισηγείται ο κ. Κουκούνης, ή τίθεται κάποιο θέμα κωλύματος των Εφεσιβλήτων «δια της γραπτής τους συμφωνίας, υποσχέσεων και παραστάσεων» (estoppel), εφόσον δεν μας βρίσκει σύμφωνους η ερμηνεία που δίδει στα συμφωνηθέντα η πλευρά της Εφεσείουσας.

 

         Ούτε και η έκδοση της Πολεοδομικής Άδειας στο όνομα των Εφεσίβλητων μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα που εισηγείται η πλευρά της Εφεσείουσας, δηλαδή ότι θα είχαν και αυτοί υποχρεώσεις σε σχέση με την ανέγερση και αποπεράτωση του Διαμερίσματος. Οι Εφεσίβλητοι ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της γης κατά το χρόνο έκδοσης της σχετικής άδειας και άρα ήταν λογικό αυτή να εκδοθεί στο δικό τους όνομα.

 

         Προχωρώντας στο ζήτημα της κατάθεσης της Συμφωνίας Πώλησης για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, σημειώνουμε ότι το Άρθρο 2 του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη για τα επίδικα γεγονότα χρόνο, προέβλεπε τα εξής:

 

            «Διατυπώσεις αναγκαίες για την εκτέλεση σύμβασης

            2. Τηρουμένων των διατάξεων που περιέχονται πιο κάτω, κάθε σύμβαση για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης, δυνάμει διατάγματος Επαρχιακού Δικαστηρίου ή του Ανώτατου Δικαστηρίου, αν είναι έγκυρη σύμβαση σύμφωνα με το νόμο και αν έχουν τηρηθεί οι ακόλουθοι όροι σε σχέση με αυτή, δηλαδή-

            (α)       αν είναι γραπτή~

            (β)       αν ο αγοραστής εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της σύμβασης καταθέσει ή μεριμνήσει ώστε να κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο της Επαρχίας εντός της οποίας βρίσκεται η ιδιοκτησία αντίγραφο της σύμβασης:

            Νοείται ότι η εν λόγω κατάθεση του αντιγράφου της σύμβασης γίνεται αποδεκτή μόνο αν υπάρχει εγγραφή στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου στο όνομα του πωλητή για την ακίνητη ιδιοκτησία που πωλείται με τη σύμβαση, ή ….».

(ιδία έμφαση)

 

         Δεν συμμεριζόμαστε, συνεπώς, τη θέση της Εφεσείουσας όπως προβάλλεται στην αγόρευση του συνηγόρου της, ότι η ύπαρξη της Συμφωνίας Αντιπαροχής από μόνη της ήταν αρκετή για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Θα λέγαμε δε ότι το πιο πάνω λεκτικό του Νόμου οδηγεί στο αντίθετο, καταρρίπτοντας έτσι και το επιχείρημα ότι δεν ήταν απαραίτητη η συμπερίληψη των Εφεσιβλήτων στη Συμφωνία Πώλησης. Ειδικά σε συνάρτηση με το ότι στον Όρο 10(1)(Α) της Συμφωνίας Αντιπαροχής προβλέπεται η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα των Εναγομένων αρ. 1 και 2 σταδιακά και αφού ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που εκεί προνοούνται.

 

         Τα πιο πάνω απαντούν στα όσα εγείρονται με τους Λόγους Έφεσης 1, 2 και 3, οι οποίοι δεν μπορούν να πετύχουν. Στο σημείο δε που η πανομοιότυπη επιχειρηματολογία περιλαμβάνεται και σε σχέση με τους Λόγους Έφεσης 4 και 5, αυτή επίσης αποτυγχάνει.

 

         Με τη μη παράδοση του Διαμερίσματος στην Εφεσείουσα εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη Συμφωνία Πώλησης, καθώς και το ότι ο Μ.Υ.1 δέχτηκε ότι ούτε και μέχρι την ακρόαση το Διαμέρισμα ήταν έτοιμο για παράδοση, συμφωνούμε με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Εφεσείουσα νόμιμα τερμάτισε την επίδικη Συμφωνία. Οι πιο πάνω παραβάσεις της Συμφωνίας Πώλησης, όμως, ήταν παραβάσεις υποχρεώσεων που βάρυναν τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 και όχι τους Εφεσίβλητους. Έπεται πως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι και οι αποζημιώσεις θα έπρεπε να καταβληθούν από τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 μόνο, πράγμα που συνάδει και με τα όσα καταγράφονται πιο πάνω. Κατ’ επέκταση δεν συμφωνούμε ούτε με τη θέση ότι οι Εφεσίβλητοι ήταν απαραίτητοι διάδικοι στην αγωγή της Εφεσείουσας για αποζημιώσεις, ειδικά αφού αυτή επέλεξε να αποσύρει την κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου από το Κτηματολόγιο, εγκαταλείποντας τοιουτοτρόπως και την όποια αξίωση για ειδική εκτέλεση.

 

         Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι στην αιτιολογία των Λόγων Έφεσης 3, 4 και 5 δεν περιλαμβάνεται ισχυρισμός περί αδικαιολόγητου πλουτισμού των Εφεσιβλήτων και άρα δεν θα εξεταστούν τα όσα ο συνήγορος αναφέρει για τη βάση αγωγής αυτή στο περίγραμμα του.

 

         Έπεται πως ούτε οι Λόγοι Έφεσης 4 και 5 μπορούν να πετύχουν.

 

         Η Έφεση απορρίπτεται.

 

         Επιδικάζονται έξοδα €4.000 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ των Εφεσιβλήτων και εναντίον της Εφεσείουσας.

 

 

 

                                                                            ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.

 

 

                                                                            Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

                                                                            Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο