ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 47/2023)
18 Μαΐου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΦΛΩΡΟΣ ΛΟΥΚΑ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Ν. Καπελάκης για Ε. Πελεκάνος & Σία, για τον Εφεσείοντα.
Δ. Ζηντίλη (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου για το αδίκημα το οποίο προβλέπεται από το Άρθρο 18(ε)(iii) του περί Σκύλων Νόμου του 2002, (Ν.184(Ι)/2002) (στο εξής «ο Νόμος») και του επιβλήθηκε χρηματική ποινή ύψους €350. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου ο εφεσείων κατηγορήθηκε ότι ενώ ήταν ιδιοκτήτης σκύλου, επέτρεψε σ’ αυτόν να περιφέρεται ελεύθερος σε δημόσιο δρόμο χωρίς να είναι δεμένος με λουρί.
O πρώτος λόγος έφεσης στρέφεται εναντίον της καταδίκης του εφεσείοντα, υποστηρίζοντας ότι δεν αποδείχθηκε συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος, ήτοι, το ότι ο εφεσείων επέτρεψε ή ανέχθηκε να περιφέρεται ο σκύλος του ελεύθερος σε δημόσιο δρόμο. Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι δεν υπήρχε μαρτυρία ότι ο εφεσείων γνώριζε ότι ο σκύλος του περιφερόταν ελεύθερος και το ανεχόταν, είτε ότι εθελοτυφλούσε σε σχέση με το γεγονός αυτό, είτε ότι είχε τη δυνατότητα να το παρεμποδίσει και δεν το έπραξε, «δεδομένου του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εφεσείων βρισκόταν στην εργασία του». Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, παρέπεμψε στα λεχθέντα στην υπόθεση ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, (1991) 2 ΑΑΔ 369, αναφορικά με την ερμηνεία του ρήματος ανέχεται (suffer) όπως αυτό απαντάται στο Άρθρο 10 (1) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96.
Σημειώνουμε ότι ο εφεσείων επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στηρίχθηκε κυρίως στη μαρτυρία του παραπονούμενου, (ΜΚ2), και θεώρησε τυπική τη μαρτυρία του αστυνομικού (ΜΚ1), ο οποίος προέβη στην εξέταση της υπόθεσης στη βάση της καταγγελίας του παραπονούμενου. Κατ’ αρχάς επισημαίνουμε ότι δεν ευσταθεί η θέση του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εύρημα ότι αυτός βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο στην εργασία του. Παρότι η θέση αυτή προωθήθηκε από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, ο μεν ΜΚ1 αστυνομικός, πιθανολόγησε ως προς το ζήτημα αυτό, ο δε ΜΚ2 παραπονούμενος, ρητώς κατέθεσε ότι δεν γνώριζε πού ήταν ο κατηγορούμενος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι «από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος απουσίαζε εκείνη την ημέρα από το σπίτι τότε δεν μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος επέτρεψε ή ανέχτηκε ο σκύλος να περιφερόταν ελεύθερος», χωρίς εντούτοις να προβεί σε σχετικό εύρημα ως προς το πού βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο ο εφεσείων, υιοθετώντας, ουσιαστικά τη θέση ότι το πού βρισκόταν ο εφεσείων ήταν, εν προκειμένω, ζήτημα αδιάφορο.
Το πιο πάνω Άρθρο του Νόμου έχει ως εξής:
«Αδικήματα και ποινές
18. Οποιοδήποτε πρόσωπο-
…
(ε) επιτρέπει ή ανέχεται όπως ο σκύλος του οποίου είναι ιδιοκτήτης ή τον οποίο έχει κάτω από τη φροντίδα του-
…
(iii) περιφέρεται ελεύθερος σε δημόσιο δρόμο ή σε οποιοδήποτε δημόσιο μέρος χωρίς να είναι δεμένος με λουρί ή σε μέρος που ανήκει σε άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεσή του,
…
(στ) παραβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση πρώτης καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»
Παρατηρούμε πρώτα ότι εν προκειμένω, ο εφεσείων κατηγορήθηκε ρητώς και συγκεκριμένα ότι επέτρεψε όπως ο σκύλος του περιφερόταν ελεύθερος χωρίς λουρί και όχι ότι ανέχθηκε το εν λόγω γεγονός. Στη δε υπόθεση ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (ανωτέρω), στην οποία ο συνήγορός του μας παρέπεμψε λέχθηκαν τα εξής:
«Επίσης δεν είναι ανάγκη να ασχοληθούμε με την πιθανή διάκριση του ρήματος "ανέχομαι" από το ρήμα "επιτρέπω" (permit) που απασχόλησε την αγγλική νομολογία κατά την ερμηνεία ποικίλων νομοθετικών διατάξεων και στην οποία αναφέρθηκε ο δικηγόρος της εφεσείουσας. (Βλ. Rochford Rural District Council v. Port of Land Authority (ανωτέρω), Ex. P. Eyston, Re Throckmorton [1877] 7 Ch. D. 145. To ζήτημα της διάκρισης μεταξύ των δυο όρων δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε πρακτική σημασία στην παρούσα υπόθεση. Σημειώνουμε πάντως, πως το άρθρο 10 (1) του Νόμου αναφέρεται διαζευκτικά και στα δύο ρήματα πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί ότι υποδηλώνει διαφοροποίηση μεταξύ των δύο.»
Μετέπειτα, υπήρξε διαφορετική τοποθέτηση από το Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά με διαφορετικό νομοθέτημα στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ v. CHRISTAKIS N NEOPHYTOU BIOGAS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 154/2020, ημερομηνίας 27.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:D182, σε σχέση με τη σήμερα καταργηθείσα παράγραφο (ε) του άρθρου 6(1) του Νόμου στην παράγραφο (ε) του άρθρου 6(1) του περί Ελέγχου της Ρύπανσης των Νερών Νόμο του 2002, (Ν. 106(Ι)/2002). Σημειώθηκε πως «ούτε ο όρος «ανέχεται» δημιουργεί ξεχωριστή αιτία από αυτήν που προβλέπεται με τον όρο «επιτρέπει», (βλ. Berton ν. Alliance Economic Investment Co. [1922] 1 Κ.Β. 742, σελίδα 759)».
Με δεδομένο ότι εν προκειμένω ο εφεσείων κατηγορήθηκε ρητώς ότι επέτρεψε τα ως άνω, δεν θεωρούμε ότι θα πρέπει να μας απασχολήσει το κατά πόσον στον Νόμο δημιουργούνται ξεχωριστές αιτίες από τη χρήση της φράσης «επιτρέπει ή ανέχεται». Θεωρούμε παράλληλα, ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω η ερμηνεία του ρήματος «ανέχομαι» στην υπόθεση ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (ανωτέρω), στην οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντα. Αντιθέτως, σχετικά με την παρούσα υπόθεση είναι τα πιο κάτω λεχθέντα στην BIOGAS (ανωτέρω), αναφορικά με την ερμηνεία του όρου «επιτρέπει»:
«Ο όρος «επιτρέπει», στην αγγλική γλώσσα "permits", στη γενική του χρήση, ερμηνεύτηκε από τη νομολογία. Η σημασία που τού αποδόθηκε είναι η ίδια, όπου αυτός απαντά, ανεξαρτήτως της φύσεως του αδικήματος. Στην υπόθεση Sweet v. Parsley [1969] 1 All E.R. 347 (H.L.), στη σελίδα 363, του αποδόθηκε η ακόλουθη σημασία: "Here the word 'permits' used to define the prohibited act in itself connotes as a mental element of the prohibited conduct knowledge or grounds for reasonable suspicion on the part of the occupier that the premises will be used by someone for that purpose and an unwillingness on his part to take means available to him to prevent it." Ανάλογη ερμηνεία δόθηκε στον προαναφερθέντα όρο, στο πλαίσιο της αστικής υπόθεσης Berton ν. Alliance Economic Investment Co., ανωτέρω, στη σελίδα 759, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Tophams, Ltd. v. Sefton (Earl) [1966] 1 All E.R. 1039 (H.L.), στη σελίδα 1046.
Από την πιο πάνω νομολογία, προκύπτει ότι ο ορισμός του όρου «επιτρέπει», ("permits"), θέτει θέμα γνώσεως περιστάσεων τέτοιων από πλευράς του φερομένου δράστη του αδικήματος, ώστε η παράλειψή του να τις ελέγξει να θεωρείται ότι ο ίδιος έχει επιτρέψει τη ρύπανση.»
Κατ’ αναλογία θεωρούμε ότι προκύπτει ότι εν τη εννοία του Νόμου, ο όρος «επιτρέπει» θέτει θέμα γνώσεως περιστάσεων τέτοιων από πλευράς του εφεσείοντα ώστε από την παράλειψή του να τις ελέγξει να θεωρείται ότι έχει επιτρέψει όπως ο σκύλος του ήταν ελεύθερος σε δημόσιο δρόμο χωρίς λουρί.
Περαιτέρω, όμως, κρίνουμε ότι ο Νόμος θα πρέπει να ερμηνευθεί ως προβλέπων εξυπακουόμενη μετατόπιση του βάρους απόδειξης στους ώμους του κατηγορουμένου να αποδείξει ότι δεν γνώριζε ότι υπήρχαν περιστάσεις τέτοιες, ώστε η παράλειψή του να τις ελέγξει, να ισοδυναμεί με το ότι επέτρεψε να λάβει χώρα η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος.
Στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, έκδοση 2014, στη σελίδα 179 αναφέρονται τα εξής, τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση:
«Το βάρος απόδειξης μπορεί να μετατεθεί στον κατηγορούμενο εκεί όπου παρεμπίπτοντα θέματα βρίσκονται κατεξοχήν, ιδιαζόντως, ή αποκλειστικώς εντός της γνώσης του».
Γίνεται δε στην ίδια σελίδα του εν λόγω συγγράμματος αναφορά σε σωρεία αποφάσεων στις οποίες συγκεκριμένες νομοθεσίες ερμηνεύτηκαν με αυτόν τον τρόπο. Τονίζεται βεβαίως ότι σε τέτοια περίπτωση, ο κατηγορούμενος μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Πρόκειται για το «αποδεικτικό βάρος απόδειξης» (evidential burden) και όχι το «νομικό βάρος απόδειξης» (legal burden), το οποίο εξακολουθεί να παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Η διάκριση δεν είναι μόνο ακαδημαϊκής σημασίας και χρήζει πρακτικής επεξήγησης στην οποία θα προβούμε κατωτέρω.
Πρώτα θα στρέψουμε την προσοχή μας στο υπόβαθρο που θα πρέπει να διαπιστωθεί ώστε να τύχει εφαρμογής η πιο πάνω ερμηνεία περί μεταφοράς του βάρους απόδειξης. Στην ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ MΑΝΩΛΗΣ ν. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1999) 2 ΑΑΔ 15, επεξηγήθηκε το ζήτημα με σαφήνεια:
«Όταν μια νομοθετική διάταξη προβλέπει ρητά ότι εναπόκειται στην Υπεράσπιση να αποδείξει ορισμένα γεγονότα τότε, αναμφίβολα, το βάρος της απόδειξης των γεγονότων αυτών βρίσκεται στους ώμους της. Όταν, όμως, η νομοθετική διάταξη δεν περιέχει τέτοια πρόβλεψη, τότε το κατά πόσο οι πρόνοιες της δημιουργούν σιωπηρά (impliedly) τέτοια υποχρέωση στην Υπεράσπιση εξαρτάται από την ερμηνεία που θα τους δοθεί. Όταν το λεκτικό της διάταξης δεν επιδέχεται σαφή ερμηνεία, το Δικαστήριο, στην προσπάθεια του να εξακριβώσει την πραγματική πρόθεση του νομοθέτη, μπορεί να προστρέξει και σε εξωγενή κριτήρια όπως, λόγου χάριν, στην αιτιολογία της διάταξης, στους σκοπούς που επιδιώκει, στη φύση της βλάβης που στοχεύει να αποτρέψει, αλλά και σε άλλα, καθαρά πρακτικής φύσεως κριτήρια, που αφορούν το βάρος της απόδειξης και, ειδικότερα, στην ευκολία ή τη δυσκολία της κάθε πλευράς να αποσείσει το βάρος της απόδειξης. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Griffiths στην υπόθεση Hunt (πιο πάνω) στη σελίδα 11:-
"... However, their Lordships were in agreement that if the linguistic construction of the statute did not clearly indicate on whom the burden should lie the court should look to other considerations to determine the intention of Parliament, such as the mischief at which the Act was aimed and practical considerations affecting the burden of proof and, in particular, the ease or difficulty that the respective parties would encounter in discharging the burden. I regard this last consideration as one of great importance, for surely Parliament can never lightly be taken to have intended to impose an onerous duty on a defendant to prove his innocence in a criminal case, and α court should be very slow to draw any such inference from the language of a statute.
When all the cases are analysed, those in which the courts have held that the burden lies on the defendant are cases in which the burden can be easily discharged."
(Βλ., και το σχόλιο της υπόθεσης Hunt στο [1987] Crim.L.R. 263 και την υπόθεση Rex v. Alath Construction Ltd. [1990] Crim.L.R. 516.)»
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι ο Νόμος αποτελεί ρυθμιστικό νομοθέτημα στο οποίο είναι διάχυτος ο σκοπός του, ήτοι η ασφάλεια, η υγεία και ευημερία των σκύλων, των άλλων ζώων, του θηράματος, των ανθρώπων και του περιβάλλοντος. Έτι περαιτέρω, οι συνθήκες φύλαξης του σκύλου αποτελούν ζήτημα που εμπίπτει στην αποκλειστική σφαίρα της γνώσης του ιδιοκτήτη του σκύλου. Θα ήταν υπέρμετρη η δυσκολία της Κατηγορούσας Αρχής να αποσείσει το βάρος ως προς τις συνθήκες φύλαξης του σκύλου εντός της κατοικίας ή των υποστατικών του ιδιοκτήτη σκύλου. Θα λέγαμε μάλιστα πως εν όψει του ότι δυνάμει του Άρθρου 16 του Συντάγματος «η κατοικία εκάστου είναι απαραβίαστος», εκτός ως προβλέπεται στη δεύτερη παράγραφο αυτού, η προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας θα ήταν αδύνατη.
Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμη η επεξήγηση του μηχανισμού της μεταφοράς του αποδεικτικού βάρους απόδειξης, η οποία γίνεται στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης (ανωτέρω), στη σελίδα 182, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση R v. LABERT, (2001) 3 All ER 577. Στην εν λόγω υπόθεση ο κατηγορούμενος υπέβαλε ότι δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να υποπτευθεί ότι η τσάντα η οποία είχε στην κατοχή του περιείχε ναρκωτικά. Ο σχετικός νόμος ερμηνεύτηκε ότι μετέφερε το βάρος απόδειξης στον κατηγορούμενο να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι «δεν γνώριζε» κάποιες περιστάσεις, όπως και κατ’ αναλογία συμβαίνει στην υπό κρίση έφεση. Επεξηγούνται στο εν λόγω σύγγραμμα τα εξής:
«Ο όρος να αποδείξει, έπρεπε να ερμηνευθεί με την έννοια του να παρουσιάσει μαρτυρία. Αν ο κατηγορούμενος παρουσίαζε μαρτυρία, το βάρος θα μετατοπιζόταν στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η τσάντα περιείχε ναρκωτικά.»
Εν όψει των ανωτέρω, θεωρούμε ότι εν προκειμένω, ο Νόμος επιβάλλει στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος και ακολούθως ο κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι δεν γνώριζε τις περιστάσεις που παρέλειψε να ελέγξει, ώστε να λάβει χώρα το εν λόγω actus reus. Συνακόλουθα, δεν ευσταθεί η θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι απαιτείτο η προσκόμιση μαρτυρίας από την Κατηγορούσα Αρχή που να καταδεικνύει ότι ο εφεσείων γνώριζε ότι ο σκύλος του κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς λουρί. Ο εφεσείων επέλεξε να μην προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που ήταν στους ώμους του. Ούτε και η θέση που προώθησε με την υπεράσπιση ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν στην εργασία του, ακόμη και να αποτελούσε εύρημα του Δικαστηρίου, θα μπορούσε, από μόνη της, να αποσείσει το εν λόγω βάρος απόδειξης.
Τέλος, για σκοπούς πληρότητας, δεν παραβλέπουμε ότι οι πιο πάνω παράμετροι, οι οποίοι προσμετρούν για την ερμηνεία ενός νόμου ως προς τη μεταφορά του βάρους απόδειξης, θα πρέπει να σταθμιστούν έναντι της προστασίας του τεκμηρίου της αθωότητας το οποίο προστατεύεται από την παράγραφο 4 του Άρθρου 12 του Συντάγματος και την παράγραφο 2 του Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Λαμβάνουμε, συναφώς, υπόψη τα λεχθέντα στην ΣΚΟΥΛΛΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2000) 2 ΑΑΔ 87:
«Η δημιουργία μαχητών τεκμηρίων, ως προς τις προθέσεις και ενέργειες του κατηγορουμένου, καθώς και η εναπόθεση οποιουδήποτε αποδεικτικού βάρους στον κατηγορούμενο πρέπει να είναι συμβατά με το τεκμήριο της αθωότητος. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζει ότι δεν αποκλείεται, εκ προοιμίου, η καθιέρωση από το νόμο μαχητών τεκμηρίων ή η εναπόθεση αποδεικτικού βάρους στον κατηγορούμενο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά περιορίζονται σε λογικά πλαίσια, τα οποία δεν αντιμάχονται το τεκμήριο της αθωότητος του κατηγορουμένου - (βλ., μεταξύ άλλων, Salabiaku v. France [1988] 13 EHRR 379 H. v. UK App No 15023/89 (4 April 1990, unreported)·Bates v. UK App No 26280/95 (16 January 1996, unreported).»
Προκύπτει από τη νομολογία του ΕΔΑΔ, ότι εκείνο που προέχει σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά, είναι όπως η μεταφορά του βάρους απόδειξης δεν είναι παράλογη ή αυθαίρετη, πράγμα που εξαρτάται από το είδος της νομοθεσίας, το εύρος του βάρους που εναποτίθεται στους ώμους του κατηγορουμένου και την ενδεχόμενη δυσκολία του να το αποσείσει. Όπως επεξηγήσαμε ανωτέρω, η φύση του Νόμου, οι περιορισμοί εκ του Συντάγματος ως προς τη δυνατότητα απόδειξης του mens rea (νοητικού στοιχείου) από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά και το ότι ο κατηγορούμενος φέρει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το βάρος απόδειξης περιστάσεων που βρίσκονται στο αποκλειστικά δικό του πεδίο γνώσης, καθιστούν το εγχείρημα εύλογο και δικαιολογημένο.
Ενδεικτικά αναφερόμαστε στην BATES v. UNITED KINGDOM, App. No. 20858/92, στην οποία ο προσφεύγων στο ΕΔΑΔ καταδικάστηκε για αδίκημα δυνάμει του Dangerous Dogs Act 1991 του Ηνωμένου Βασιλείου, που εναποθέτει στον κατηγορούμενο το βάρος να αποδείξει ότι ο σκύλος του δεν ανήκει σε συγκεκριμένη φυλή (breed). Αποφασίστηκε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 6(2) της ΕΣΔΑ, επειδή ο προσφεύγων είχε την ευκαιρία να προσκομίσει μαρτυρία για να ανατρέψει το τεκμήριο ότι ο σκύλος ανήκε σε αυτή τη φυλή.
Εν όψει όλων των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης υποστηρίζεται ότι εσφαλμένα κλήθηκε σε απολογία ο εφεσείων, επειδή δεν στοιχειοθετήθηκε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Όπως έχουμε προαναφέρει, ο εφεσείων κατά την ακρόαση τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Θεωρούμε συνεπώς ότι η απόρριψη του πρώτου λόγου έφεσης εναντίον της καταδίκης με τον οποίο προωθήθηκε η ίδια θέση περί μη απόδειξης του εν λόγω συστατικού στοιχείου του αδικήματος, συμπαρασύρει σε απόρριψη και τον δεύτερο λόγο έφεσης.
Η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο