ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΧΡΙΚΟΠΑΛ ΛΤΔ v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 85/2020, 20/5/2026
print
Τίτλος:
ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΧΡΙΚΟΠΑΛ ΛΤΔ v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 85/2020, 20/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 85/2020)

20 Μαΐου, 2026

 

[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΧΡΙΚΟΠΑΛ ΛΤΔ

Εφεσείουσα

 

και

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εφεσίβλητος

 

--------------------------------------------------

 

Γιαννάκης Θωμά για Yiannakis K. Thoma Law Firm LLC και Κωστής Ε. Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα

Άγγελος Παναγή, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσίβλητο

 

[Η ακρόαση διεκπεραιώθηκε χωρίς τη φυσική παρουσία των μερών κατόπιν αιτήματος που υποβλήθηκε δυνάμει του περί Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021]

 

--------------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Στις 6.5.2005 η εταιρεία ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΧΡΙΚΟΠΑΛ ΛΤΔ καταχώρισε την αγωγή 2337/05 εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα ως εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας, διεκδικώντας αποζημιώσεις σε σχέση με Προσφυγή που είχε κερδίσει δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Στις 11.3.2010 που η εν λόγω αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε την εν λόγω εταιρεία, ζήτησε αναβολή ενόψει της καταχώρισης την προηγούμενη ημέρα, αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Το εκδικάζον Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής. Μετά από ολιγόλεπτη διακοπή για σκοπούς διαβούλευσης, τα μέρη επανήλθαν και όπως επιμαρτυρεί το επίσημο πρακτικό της διαδικασίας, ειπώθηκαν τα ακόλουθα:

 

            «(Ο κ. Γ. Θωμά ζήτησε αναβολή της υπόθεσης για το λόγο ότι έχει καταχωρίσει χθες αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και χωρίς την τροποποίηση δεν θα μπορέσει να προχωρήσει με τη μαρτυρία του. Η άλλη πλευρά δεν έφερε ένσταση. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα και έδωσε χρόνο δέκα λεπτών στους δικηγόρους όπως ζητήθηκε).

 

            (Μετά από διάλειμμα)

            (Εμφανίσεις όπως προηγουμένως)

 

            Κος Θωμά:

            Μετά από διαβουλεύσεις με τον συνάδελφο και ανασκοπώντας την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας με τη μαρτυρία που έχει δοθεί, με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα δικόγραφα σε σχέση με τις πραγματικές απαιτήσεις των εναγόντων, την αναγκαιότητα ριζικής αναδόμησης όλων των δικογράφων, έχω συμβουλεύσει τους πελάτες μου όπως συγκατατεθούν στην απόσυρση της παρούσας υπόθεσης στο Δικαστήριο με επιφύλαξη του δικαιώματος καταχώρισης νέας πολιτικής αγωγής, ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο όλες οι απαιτήσεις των ανθρώπων για να εξεταστούν από το σεβαστό Δικαστήριο. Επίσης εντιμοτάτη έχουμε διαβουλευθεί με τον συνάδελφο μου από τη νομική υπηρεσία τον κ. Μαππουρίδη, ο οποίος δεν φέρει ένσταση και δεν ζητά έξοδα από την απόσυρση της υπόθεσης.

 

            Θα πάρει τον λόγο ο συνάδελφος και αφού οριστικοποιηθεί αυτό, θα κάμω ένα προφορικό αίτημα ώστε να δοθούν στους ενάγοντες πίσω όλα τα τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί κα[sic] να τους χρησιμεύσουν στην επόμενη διαδικασία.

 

            Κος Μ αππουρίδης:

            Συμφωνώ.

 

            Δικαστήριο:

            Η αγωγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Η δήλωση του δικηγόρου σημειώνεται.

 

            Κατά συνέπεια αποσύρεται και απορρίπτεται η αίτηση 10.3.2010 που είναι ορισμένη 28.4.2010 χωρίς έξοδα.

 

            Εκδίδεται διάταγμα επιστροφής των όσων τεκμηρίων έχουν κατατεθεί μέχρι τώρα στη διαδικασία, ούτως ώστε ο δικηγόρος των εναγόντων να μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει για τη νέα αγωγή που θα καταχωριστεί».

 

         (η υπογράμμιση είναι δική μας)

 

         Στις 2.8.2011, η προαναφερθείσα εταιρεία όντως επανήλθε, καταχωρώντας την αγωγή 3772/11, τα επίδικα θέματα της οποίας, ως είναι παραδεκτό, ήταν ταυτόσημα με αυτά της προηγούμενης αγωγής 2337/05. Στην αγωγή 3772/11, ο Γενικός Εισαγγελέας έθεσε προδικαστικά θέμα κωλύματος λόγω δεδικασμένου και/ή κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του ημερ. 5.2.2020 αποδέχτηκε τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα, απορρίπτοντας την αγωγή αφού κατέληξε στο συμπέρασμα πως υπήρχε κώλυμα λόγω δεδικασμένου αλλά και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.

 

         Για το δεδικασμένο αναφέρονται στις σελ. 7-8 της πρωτόδικης απόφασης τα ακόλουθα:

 

         «Από τα πιο πάνω [το πρακτικό ημερ.11.3.2010] προκύπτει ότι, ο συνήγορος των Εναγόντων δεν ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου για να αποσύρει την αγωγή 2337/05 και συνεπώς δεν απευθύνθηκε στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, εφόσον το πιο πάνω πρακτικό αντικατοπτρίζει τα όσα λέχθηκαν κατά την ημερομηνία που η εν λόγω αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση. Επομένως στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, «δεν ήταν πλέον στο χέρι των Εναγόντων» να διακόψουν την αγωγή 2337/05 [βλ. Παμπορίδης (ανωτέρω)], ούτε και τέθηκε θέμα «διακοπής» της εν λόγω αγωγής κατ΄ εφαρμογή της Δ.15. Η απόσυρση της αγωγής από τους Ενάγοντες σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, τελούσε υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο, κάτι που δεν εξασφαλίστηκε και πολύ περισσότερο όταν, ούτε καν ζητήθηκε ρητά τέτοια άδεια από το συνήγορο τους. Συνακόλουθα, η απόρριψη της αγωγής 2337/05 από το Δικαστήριο χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου – η οποία άδεια εξ’ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον Ενάγοντα του δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής – δημιούργησε δεδικασμένο [βλ. Παμπορίδης (ανωτέρω)]. Η αγωγή 2337/05, αφ’ ης στιγμής δεν διακόπηκε κατ’ εφαρμογή της Δ.15 και απορρίφθηκε χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, δημιουργήθηκε δεδικασμένο και οι Ενάγοντες δεν δικαιούντο να επανέλθουν με την παρούσα αγωγή, η οποία όπως είναι παραδεκτό και όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης της αγωγής 2337/05 (Τεκμ.1), ως και της παρούσας αγωγής, αφορά ακριβώς τα ίδια επίδικα θέματα.

 

            Το γεγονός ότι στο πιο πάνω πρακτικό του Δικαστηρίου (Τεκμ.2), το Δικαστήριο έκδωσε διάταγμα επιστροφής των τεκμηρίων ώστε να χρησιμοποιηθούν από τους Ενάγοντες «σε νέα αγωγή που θα καταχωριστεί», δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι είχε δοθεί άδεια του Δικαστηρίου για την απόσυρση της αγωγής, ως και ότι είχε δοθεί το δικαίωμα στους Ενάγοντες να καταχωρίσουν νέα αγωγή. Παραμένει ως αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν ζήτησαν ρητά την άδεια του Δικαστηρίου για να αποσύρουν την αγωγή 2337/05 και η αγωγή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο χωρίς αυτό να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να δώσει σχετική άδεια για την απόσυρση της, αλλά την απέρριψε συνεπεία της δήλωσης του συνηγόρου των Εναγόντων, χωρίς οποιοδήποτε άλλο όρο και χωρίς να προβεί σε ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων των Εναγόντων για καταχώριση νέας αγωγής».

 

         Για την κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ως ακολούθως: (σελ.11) 

 

         «Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου στην Αγωγή 2337/05 ημερ. 11.3.2010 (Τεκμ.2), ο συνήγορος των Εναγόντων συμβούλευσε τους πελάτες του να αποσύρουν την αγωγή 2337/05, μετά την απόρριψη του αιτήματος του για αναβολή διότι δεν μπορούσε να προχωρήσει στην ακρόαση της αγωγής, λόγω της προηγούμενης καταχώρισης εκ μέρους τους αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Τόνισε μάλιστα ότι υπήρχε ανάγκη για «ριζική αναδόμηση των δικογράφων».

 

            Με αυτά τα δεδομένα, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η καταχώριση της παρούσας αγωγής συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τούτο γιατί οι Ενάγοντες, μετά την απόρριψη του αιτήματος τους για αναβολή της ακρόασης, απέσυραν την αγωγή 2337/05 και καταχώρισαν την παρούσα πανομοιότυπη αγωγή, με ίδια επίδικα θέματα, επιδιώκοντας στην ουσία μια δεύτερη ευκαιρία για να διορθώσουν τα λάθη και παραλείψεις τους που επέδειξαν στα πλαίσια της αγωγής 2337/05 και να διεκδικήσουν για δεύτερη φορά τα ισχυριζόμενα δικαιώματα τους. Είναι συνεπώς φανερό ότι ο σκοπός της απόσυρσης της αγωγής 2337/05, ήταν η εξασφάλιση της δυνατότητας έγερσης νέας αγωγής, δηλαδή της παρούσας, ώστε να έχουν την ευχέρεια να διορθώσουν την Έκθεση Απαίτησης τους και να προχωρήσουν με την παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, κάτι που δεν τους επιτράπηκε από το Δικαστήριο στην αγωγή 2337/05, όταν το Δικαστήριο δεν ικανοποίησε το αίτημα τους για αναβολή, προκειμένου να τροποποιήσουν την Έκθεση Απαίτησης τους».

 

         Δυσαρεστημένη με την πιο πάνω απόφαση, η ενάγουσα εταιρεία (εφεξής η εφεσείουσα) καταχώρισε έφεση προβάλλοντας δύο λόγους έφεσης. Αμφότεροι οι λόγοι, στρέφονται κατά της κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να θεωρήσει την καταχώριση της νέας αγωγής 3772/2011 ως κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, στον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι στην αγωγή 2337/05 ουδέποτε τέθηκε αίτημα διακοπής ή απόσυρσης. Το εκδικάζον Δικαστήριο παρερμήνευσε τα ενώπιον του γεγονότα και απέρριψε την αγωγή. Συνεπώς δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο, ούτε και η εφεσείουσα εμποδιζόταν στην καταχώριση νέας αγωγής. Στον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι, σε αντίθεση με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη σελ. 11 της απόφασης του, ουδέποτε υπήρξε από πλευράς εφεσείουσας οποιαδήποτε «εκ του πονηρού ενέργεια». Αντίθετα υπήρξε διαφάνεια και ειλικρίνεια και όλα τα μέρη συγκατατέθηκαν στην καταχώριση νέας αγωγής. Συνεπώς, δεν υπήρξε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.   

           

            Προτού ασχοληθούμε με τους λογούς έφεσης, να παραθέσουμε κάποιες γενικές αρχές, οι οποίες θα είναι χρήσιμες στη μετέπειτα συζήτηση της έφεσης.

 

         Το κώλυμα λόγω δεδικασμένου συναρτάται με την αρχή της τελεσιδικίας που είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (βλ. K.S.R. Comercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Limited (1995) 1 Α.Α.Δ. 309 και Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1298). Έχει δύο εκφάνσεις. Το κώλυμα λόγω αιτίας αγωγής (cause of action estoppel) και το κώλυμα επίδικου θέματος (issue estoppel). Ανεξαρτήτως έκφανσης, για να πετύχει η επίκληση του κωλύματος θα πρέπει (α) η απόφαση στην προηγηθείσα διαδικασία να είναι τελεσίδικη, (β) να υπάρχει ταύτιση διαδίκων, (γ) να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας διαδίκων και (δ) να υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων (βλ. Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα (2008) 1 Α.Α.Δ. 1125 και Χριστοφίδης κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2166).

 

         Μια από τις θεμελιακές επί του ζητήματος αποφάσεις είναι η Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 670, 677 όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

 

            ²...δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν.  Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί...²

 

         Η υπό συζήτηση περίπτωση αφορά ιδιαίτερη κατηγορία δεδικασμένου, όπου το κώλυμα φέρεται να επέρχεται όχι κατόπιν   προγενέστερης απόφασης επί της ουσίας, αλλά κατόπιν πρόωρου  τερματισμού της αγωγής.   

 

         Η Διαταγή 15, Θεσμός 1 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που κατά τον επίδικο χρόνο τύγχανε εφαρμογής, προέβλεπε τα εξής:

 

            ²The plaintiff may, at any time before the receipt of the defendant´s defence, or after the receipt of the defendant´s pleaded defence before taking any other proceeding in the action (save any interlocutory application), by notice in writing, wholly discontinue his action against all or any of the defendants or withdraw any part or parts of his alleged cause of complaint, and thereupon he shall pay such defendant´s costs of the action, or if the action be not wholly discontinued, the costs occasioned by the matter so withdrawn.  Such costs shall be taxed, and such discontinuance or withdrawal, as the case may be, shall not be a defence to any subsequent action. Save as in this rule otherwise provided, it shall not be competent for the plaintiff to withdraw the record or discontinue the action without leave of the Court or a Judge, but the Court or a Judge may, before or at or after the hearing or trial, upon such terms as to costs, and as to any other action, and otherwise as may be just, order the action to be discontinued, or any part of the alleged cause of complaint to be struck out. The Court or a Judge may, in like manner and with the like discretion as to terms, upon the application of a defendant, order the whole or any part of his alleged grounds of defence or counter-claim to be withdrawn or struck out, but it shall not be competent to a defendant to withdraw his defence or any part thereof, without such leave².

 

         Αν ακολουθείτο η διαδικασία που προβλεπόταν από την πιο πάνω Διαταγή τότε δεν δημιουργείτο δεδικασμένο (βλ. Κοτσώνια v. Αντωνίου (2002) 1 Α.Α.Δ. 975).  Αν όμως η απόσυρση δεν γινόταν βάσει της πιο πάνω Διαταγής ή αν η αγωγή αποσυρόταν χωρίς επιφύλαξη ή ως διευθετηθείσα, η διαφορά θεωρείτο επιλυθείσα και γεννάτο δεδικασμένο (βλ. Χ”Ιωάννου v. Κωνσταντίνου κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 844, Παμπορίδης (ανωτέρω), Γαβριήλ κ.ά. v. Αγαπίου (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1868 και Forrest κ.ά. v. Βαρδάκη κ.ά. (2002) 1 Α.Α.Δ. 6).

 

         Στην Παμπορίδης (ανωτέρω) αναφέρονται και τα εξής σχετικά:

 

            «…Οι περιορισμοί εν προκειμένω είναι σαφείς. Ο ενάγων δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψή της χωρίς τέτοια άδεια που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο. Βλ. Spencer Bower and Turner - The Doctrine of Res Judicata 2η έκδοση σελ. 36, παράγραφος 39).

 

            Συμπληρώθηκαν οι έγγραφες προτάσεις, η αίτηση, εννοούμε τη δεύτερη, ορίστηκε για ακρόαση και δεν ήταν πλέον στο χέρι του αιτητή να τη" διακόψει". Η άδεια που ζήτησε για απόσυρση της αίτησης δεν υπονοούσε "διακοπή" με διαφυλαγμένο το δικαίωμα του για καταχώριση νέας αίτησης. Δεν ζητήθηκε άδεια για "διακοπή". Σαφώς ο εφεσείων δεν απευθύνθηκε στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με αυτή την έννοια και οριστικά το Δικαστήριο δεν άσκησε διακριτική εξουσία, όπως υποδηλώνει το γεγονός ότι απέρριψε την αίτηση "κατά συνέπειαν" της δήλωσης του εφεσείοντα. Η αίτηση απερρίφθη όπως ήταν η επιθυμία του εφεσείοντα. Δεν διεκόπη κατ' εφαρμογήν της Δ.15, δημιουργήθηκε δεδικασμένο και ο αιτητής δεν δικαιούται να επανέλθει.»

 

         Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Πατσαλίδης ν. Δίσπυρου (2006) 1 Α.Α.Δ. 17 στην οποία τονίστηκε ότι:

 

            «Η Δ.15, Θ.2 απαιτεί ρητή αίτηση και παροχή άδειας από το Δικαστήριο για απόσυρση υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του. Το Δικαστήριο ασκεί εξουσία, έχει δηλαδή διακριτική ευχέρεια, να εξετάσει το αίτημα και να αποφασίσει αν θα επιτρέψει τέτοια απόσυρση, και ενδεχομένως, υπό ποιους όρους ή όχι.»

 

         Σε ό,τι αφορά την κατάχρηση διαδικασίας, να επισημάνουμε ότι δύναται να τεθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα (ex proprio motu) από το ίδιο το Δικαστήριο (βλ. ΚΑΗ v. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΚΙΝΗΤΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση 174/2018, ημερ. 31.5.2024). Πρόκειται για ζήτημα συνυφασμένο με την ίδια τη λειτουργία του Δικαστηρίου και το σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Η εξουσία εξέτασης ενδεχόμενης κατάχρησης είναι έμφυτη και σύμφυτη. Όπως έχει αναφερθεί στη Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217 η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας η οποία συνιστά κατάχρηση εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας, εξ ου και η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων προς παρεμπόδιση της κατάχρησης είναι σύμφυτη. Τα δε χρησιμοποιούμενα μέσα προς αποτροπή της κατάχρησης δεν συναρτώνται με κάποιο συγκεκριμένο διάταγμα, αλλά είναι δυνατό να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή η οποία είναι αναγκαία στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska D.D. (1996) 1(B) A.A.Δ. 911 τονίστηκε πως η κατάχρηση δυνατόν να προσλάβει πολλές μορφές και ότι αναλόγως ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd a.o. (1983) 1 C.L.R. 348).

 

         Στο σύγγραμμα του Πόλυ Γ. Πολυβίου, «Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο» 2021 αναφέρονται στις σελ. 45-46 τα εξής σχετικά:

 

            «Σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου (Inherent power of the Court)

 

            Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να διακόψει ή να αναστείλει αγωγή για άλλη διαδικασία για κατάχρηση διαδικασίας έχει σαν πηγή τη «σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου» (inherent power of the Court). Με άλλα λόγια, η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο της κατάχρησης της διαδικασίας είναι σύμφυτη, έστω και αν σε κάποιο χρονικό διάστημα ενσωματώνεται σε Κανόνες ή Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Όπως ανέφερε η Δικαστής Δημητριάδου-Ανδρέου στην υπόθεση Aqua Sol Hotels Public Co Limited κ.ά. ν. Δημήτρης Μαρίνος κ.ά., Αρ. Αγωγής 2736/2014, Απόφαση ημερ. 11.12.2018, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν αποτελεί «ανεξάρτητη πηγή εξουσίας» αλλά εξουσία «η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη και η αναγνώριση της εν λόγω εξουσίας ή δικαιοδοσίας βασίζονται στο ότι η εν λόγω δικαιοδοσία είναι «αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου». Η επίκληση όμως της εν λόγω εξουσίας, ιδιαίτερα για αναστολή ή διακοπή κάποιας κατά τα άλλα νομότυπης διαδικασίας, «πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ».

 

            Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση [Stelco Inc. (Bankruptcy), Re, 2005 CanLII 8671 (ON C.A.)]:

 

            “Inherent jurisdiction is a power derived ‘from the very nature of the court as a superior court of law’, permitting the court ‘to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused’. It embodies the authority of the judiciary to control its own process and the lawyers and other officials connected with the court and its process, in order ‘to uphold, to protect and to fulfil the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner’”.

 

         Στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 226 επισημάνθηκε ότι οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι:

 

         «…το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς».

 

         Στο προαναφερθέν σύγγραμμα («Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο») συναντούμε στις σελ. 26-27  και την εξής χρήσιμη, κατά την άποψη μας, αναφορά:

 

            «Σε γενικές γραμμές η εξουσία του Δικαστηρίου εξασκείται εκεί όπου οι δικονομικοί χειρισμοί και οι ενέργειες του ενός μέρους συνεπάγονται «αδικία» (unfairness) κατά του άλλου μέρους ή εκεί όπου τίθεται σε κίνδυνο η αξιόπιστη απονομή της δικαιοσύνης (είτε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης ή γενικότερα). Έχουμε ήδη αναφέρει ότι δεν υπάρχει κλειστός κατάλογος κατηγοριών όπου μπορεί και πρέπει να ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για αποτροπή και καταστολή της κατάχρησης της διαδικασίας. Είναι όμως χρήσιμο να παραθέσουμε ορισμένες ενδεικτικές κατηγορίες όπου ενεργοποιείται η σχετική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, όπως αυτές προκύπτουν από τη σύγχρονη νομολογία του κοινοδικαίου:

 

            (i)         Καταστρατήγηση κάθε αρχής και κανόνα έντιμης συμπεριφοράς.

            (ii)        Έγερση λανθασμένης διαδικασίας και/ή κατά παράβαση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.

            (iii)       Καθυστέρηση.

            (iv)       Δόλια συμπεριφορά.

            (v)        Χρησιμοποίηση της δικαστικής διαδικασίας για αλλότριους λόγους και με σκοπό την κατάχρηση αφενός και την ταλαιπωρία του αντιδίκου αφετέρου, χωρίς καμία πρόθεση για την προώθηση επίλυσης γνήσιας διαφοράς από το Δικαστήριο.

            (vi)       Προώθηση στο Δικαστήριο «χαλκευμένης» υπόθεσης, όπου η πρόθεση του ενάγοντα προκύπτει από την όλη συμπεριφορά του, συμπεριλαμβανομένων πλαστογραφίας, κατασκευής μαρτυρίας και προσπάθειας στοιχειοθέτησης πλαστής υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

         Έχοντας κατά νουν τις πιο πάνω αρχές προχωρούμε στην εξέταση των λόγων έφεσης. Η συνεκτικότητα και συνάφεια αυτών, επιβάλλει όπως εξεταστούν μαζί.  Για να γίνει τούτο, απαιτείται πρώτα η ιχνηλάτηση των όσων έλαβαν χώρα στις 11.3.2010, όπως επιμαρτυρεί το επίσημο πρακτικό της διαδικασίας, το οποίο παραθέσαμε πιο πάνω.

 

         Ως προκύπτει, μετά την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή της ακρόασης και το διάλειμμα για διαβούλευση, ο δικηγόρος της εφεσείουσας ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι συμβούλευσε τους πελάτες του όπως συγκατατεθούν στην απόσυρση της αγωγής με επιφύλαξη του δικαιώματος καταχώρισης νέας, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους προέκυψε αυτή η ανάγκη. Ζήτησε μάλιστα τα τεκμήρια της υπόθεσης ώστε να χρησιμοποιηθούν «στην επόμενη διαδικασία». Παράλληλα, ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι είχε ήδη διαβουλευθεί με τον συνάδελφο του και ότι αυτός συναινούσε στην απόσυρση και δεν θα ζητούσε ούτε έξοδα, πράγμα που επιβεβαίωσε αμέσως μετά και ο ίδιος ο αντίδικος δικηγόρος. Έπειτα, απορρίφθηκε η αγωγή από το Δικαστήριο και «σημειώθηκε» επί του πρακτικού η δήλωση του δικηγόρου. Την ίδια ώρα το Δικαστήριο διέταξε όπως επιστραφούν τα τεκμήρια «ούτως ώστε ο δικηγόρος των εναγόντων να μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει για τη νέα αγωγή που θα καταχωριστεί».

 

         Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο τρόπος που επέλεξε ο τότε δικηγόρος της εφεσείουσας να παραθέσει τα γεγονότα ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου δεν ήταν ο πρέπων. Η ουσία του πράγματος δεν ήταν η συμβουλή που έδωσε στους πελάτες του, αλλά η μετουσίωση αυτής της συμβουλής σε καθαρό και αδιάβλητο αίτημα ενώπιον του Δικαστηρίου. Ομοίως, η σπουδή του εκδικάζοντος Δικαστηρίου αμέσως μετά τη δήλωση, να απορρίψει την υπόθεση, χωρίς πρώτα να ζητηθεί η αναγκαία διασαφήνιση, ενδεχομένως να προκάλεσε ακόμα περισσότερη δυστοκία.       

 

         Αυτών λεχθέντων, δεδομένου του προχωρημένου σταδίου που βρισκόταν η αγωγή, ήτοι για ακρόαση, στάδιο κατά το οποίο ήταν αδύνατο να διακοπεί ή να αποσυρθεί, χωρίς να δοθεί πρώτα η άδεια του Δικαστηρίου, δύο είναι τα ενδεχόμενα.

 

         Πρώτον, το εκδικάζον Δικαστήριο εξέλαβε ότι υπήρχε ενώπιον του αίτημα για την παροχή άδειας για απόσυρση της αγωγής [με επιφύλαξη δικαιωμάτων] και με την συνακόλουθη απόρριψη, σιωπηρά έδωσε αυτή την άδεια, παραλείποντας όμως τη ρητή αναφορά στο πρακτικό στην άδεια και στην επιφύλαξη και καταγράφοντας μόνον τη συνακόλουθη και απορρέουσα, απορριπτική κατάληξη. Με άλλα λόγια, η απόρριψη ήταν κατά λογική και νομική απόρροια το επακόλουθο της απόσυρσης. Η απόσυρση είναι που επιφέρει την απόρριψη και συνάμα το τέλος της υπόθεσης. Δεν νοείται, χωρίς αίτημα απόσυρσης, αίφνης, να απορρίπτεται μια υπόθεση. Συνηγορεί υπέρ αυτής της εκδοχής το γεγονός ότι το εκδικάζον Δικαστήριο (α) ρητά «σημείωσε» τη θέση του δικηγόρου (β) διέταξε, κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου, την επιστροφή των τεκμηρίων ώστε να χρησιμοποιηθούν στην επόμενη διαδικασία και (γ) συνακόλουθα της θέσης του αντίδικου δικηγόρου ότι δεν ζητούσε έξοδα για την απόσυρση, πράγματι απέρριψε την αγωγή χωρίς διαταγή εξόδων. Συνεπώς, αν είναι αυτό που συνέβη, η σιωπηρή άδεια που δόθηκε στην πλευρά της εφεσείουσας για απόσυρση της αγωγής, συνοδευόταν ασφαλώς από τη ρητή από μέρους του δικηγόρου επιφύλαξη του δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής. Η πλευρά της εφεσείουσας δεν ήθελε να απεμπολήσει το αγώγιμο της δικαίωμα, αλλά αντίθετα, να το διαφυλάξει.  Σε τούτη την περίπτωση, δεν υπάρχει ούτε δεδικασμένο, ούτε βεβαίως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με την καταχώριση της αγωγής 3772/11.

 

         Δεύτερον, δεν ζητήθηκε ποτέ από τον δικηγόρο της εφεσείουσας άδεια για απόσυρση της αγωγής και άρα ούτε και το αγώγιμο δικαίωμα της επιφυλάχθηκε και το εκδικάζον Δικαστήριο, παρανοώντας τα συμφραζόμενα, βεβιασμένα και αυθαίρετα απέρριψε εξ ιδίας πρωτοβουλίας την αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσαν προφανώς να ληφθούν ένδικα μέτρα για διόρθωση της στρέβλωσης, κάτι το οποίο, εξ όσον αντιλαμβανόμαστε, δεν έγινε. Η μη λήψη όμως διορθωτικού μέτρου, δεν δικαιολογεί τον αποκλεισμό του διαδίκου από το να διεκδικήσει τα νόμιμα του δικαιώματα σε μια μετέπειτα διαδικασία. Το λάθος του Δικαστηρίου, αν περί λάθους πρόκειται, δεν μπορεί να μετακυλήσει στον διάδικο και μάλιστα κατά τρόπο δραστικά επιζήμιο για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, με την κατάληξη ότι η προσπάθεια του, αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Φρονούμε πως καμία κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας δεν υπήρξε. Το ζήτημα είναι και ύψιστης συνταγματικής τάξης αφού άπτεται του δικαιώματος διαδίκου να προβάλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον Δικαστηρίου (βλ. Άρθρο 30 του Συντάγματος). Αλλιώς, ελλοχεύει ο κίνδυνος αρνησιδικίας.

 

         Τέλος, να σημειώσουμε ότι δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε η θέση ότι η εφεσείουσα καταχράστηκε τη δικαστική διαδικασία, διότι δήθεν με τη δεύτερη αγωγή επιδίωξε μια δεύτερη ευκαιρία. Καμία τελέσφορη ευκαιρία δεν της δόθηκε ουσιαστικά. Στις 11.3.2010, ο δικηγόρος της εφεσείουσας παρέθεσε με παρρησία τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν υπήρχε η αίσθηση ότι επιχειρούσε να αποκτήσει εκ μέρους της εφεσείουσας κάποιο αθέμιτο πλεονέκτημα, αν και εξαιρετικά σπάνιο να καταφύγει σε κάτι τέτοιο το Δικαστήριο (βλ. Eleftheriades v. Cyprus Hotels Ltd (1985) 1 C.L.R. 677), θα μπορούσε, να μην επιτρέψει την απόσυρση (βλ. Kypreos v. Kypreos (1984) 1 C.L.R. 565 και καταντιστοιχία Gilham v. Broning and another [1998] 1 All E.R. 68). Όχι όμως να γινόταν αυτό που συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Δηλαδή να απορριφθεί η πρώτη αγωγή και στη μετέπειτα αγωγή, να καταλογισθεί στην εφεσείουσα υποτιθέμενη προσπάθεια απόκτησης αθέμιτου πλεονεκτήματος.  

 

         Εν όψει των πιο πάνω, αμφότεροι οι λόγοι έφεσης κρίνονται βάσιμοι.         

 

         Συνακόλουθα η έφεση επιτυγχάνει. Επιδικάζονται €8.100 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον του εφεσίβλητου. Η πρωτόδικη διαταγή εξόδων ακυρώνεται.

 

         Εκδίδεται διάταγμα επαναφοράς της αναφερθείσας αγωγής 3772/11, η οποία να τεθεί το συντομότερο δυνατόν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για εκδίκαση κατά προτεραιότητα.

 

 

                                                                            ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.

 

 

                                                                            Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

                                                                            Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο