ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΛΤΔ κ.α. v. SOCIETE GENERALE BANK – CYPRUS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 88/20, 29/5/2026
print
Τίτλος:
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΛΤΔ κ.α. v. SOCIETE GENERALE BANK – CYPRUS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 88/20, 29/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 88/20)

 

29 Μαΐου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

1.    ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΛΤΔ

2.    ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

3.    ΕΥΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

4.    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΚΕΖΟΣ

Εφεσείοντες/Εναγόμενοι

v.

 

SOCIETE GENERALE BANK – CYPRUS LTD

 

Εφεσίβλητης/Ενάγουσας

 

--------------------

 

Α. Δημητρίου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντες

Λ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητη

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η Εφεσίβλητη, με αγωγή της στο Ε.Δ. Αμμοχώστου, αξίωσε απόφαση για το χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού, εναντίον της πρωτοφειλέτιδος Εφεσείουσας 1 και των εγγυητών Εφεσειόντων 2 έως 4. Στην πορεία η Εφεσίβλητη είχε περιορίσει την αξίωση της σε ποσό €91.267,22 συν τόκους προς 7% ετησίως από 18.2.19, ως προέκυπτε σε αναδομημένη τραπεζική κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού.

 

Μαρτυρία στην υπόθεση προσκόμισε μόνον η Εφεσίβλητη τράπεζα. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Γ. Οικονομίδης (Μ.Ε.1) και δεύτερη η Σ. Δρουσιώτη (Μ.Ε.2), λειτουργοί και οι δύο στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Εφεσίβλητης. Η πρωτόδικη Δικαστής απεδέχθη τη μαρτυρία τους. Στη βάση των ευρημάτων της εξέδωσε απόφαση εναντίον των Εφεσειόντων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το πιο πάνω ποσό και απέρριψε την Ανταπαίτηση, με την οποία ζητούντο αφενός αναγνωριστικές δηλώσεις για την ακυρότητα της εγγύησης και αφετέρου η απαλλαγή των εγγυητών από οποιαδήποτε ευθύνη.

 

Οι Εφεσείοντες προσβάλλουν την απόφαση με τέσσερεις λόγους έφεσης. Ειδικότερα υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: (1) Απέρριψε τη θέση τους ότι ο λογαριασμός λειτουργούσε κατά τη διετία πριν τις 8.5.09 χωρίς να ευρίσκεται εν ισχύι συμφωνία, (2) Χωρίς επαρκή μαρτυρία κατέληξε στο ότι απεδείχθη το κατ’ ισχυρισμόν υπόλοιπο, (3) Μετέθεσε το βάρος απόδειξης καταλήγοντας πως έπρεπε οι ίδιοι να δικογραφούσαν τη θέση ότι ο λογαριασμός πριν τις 8.5.09 δεν καλύπτετο από σύμβαση και παραγνωρίζοντας πως η Εφεσίβλητη υποστήριζε ότι καταρτίστηκε συμφωνία και (4) Έκρινε ότι οι Εφεσείοντες έπρεπε να δικογραφήσουν ισχυρισμό πως ο λογαριασμός λειτουργούσε για τη διετία πριν από τις 8.5.09 χωρίς οποιαδήποτε δεσμευτική συμφωνία.

 

Είναι γεγονός πως όλοι οι πιο πάνω λόγοι διασυνδέονται μεταξύ τους, εξ ου και οι δύο πλευρές τους ανέπτυξαν, όχι αδίκως, σε μια ενότητα. Η θέση των Εφεσειόντων συνοψίζεται στην εισήγηση ότι «… δεν αποδείχθηκε με την κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσαν οι Εφεσίβλητοι-Ενάγοντες, οποιαδήποτε οφειλή και το ύψος αυτής, λόγω του ότι ο λογαριασμός λειτουργούσε από τις 08/05/2007, ενώ η συμφωνία καταρτίστηκε στις 08/05/2009. Είναι εμφανές πως υπάρχει εκ μεταφοράς υπόλοιπο στις 08/05/2009, με ποσό ύψους €141.991,26, το οποίο για δύο έτη δεν καλύπτετο από οποιοδήποτε νομικό πλαίσιο ή και οποιανδήποτε συμφωνία».    

 

Έχουμε εξετάσει πλήρως την αποδεκτή μαρτυρία σε συνδυασμό με τα εκατέρωθεν επιχειρήματα. Θα πρέπει να πούμε ότι η αρχική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 4, αρχίζει όντως στις 8.5.07 με κατάθεση μετρητών και επιταγών, καθώς και χρέωση για βιβλιάριο επιταγών. Συνεχίζει μέχρι και τις 31.7.12, που παρουσιάζει ως χρεωστικό υπόλοιπο το αρχικό ποσό το οποίο διεκδικούσε η Εφεσίβλητη, πριν την αναδόμηση του λογαριασμού, ήτοι το ποσό των €117.743,07. Πράγματι επίσης, στις 8.5.09 παρουσιάζει υπόλοιπο ύψους €141.991,26. Το επιχείρημα των Εφεσειόντων είναι ότι «… για δύο ολόκληρα χρόνια ο εν λόγω τρεχούμενος λειτουργούσε άνευ συμφωνίας ή και άνευ νομικού πλαισίου ή και άνευ δεσμευτικών όρων». Με κάθε σεβασμό δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με τις εισηγήσεις και τα επιχειρήματα των Εφεσειόντων, για λόγους που εξηγούμε κατωτέρω.

 

Κατά πρώτον, η αναφερθείσα κατάσταση λογαριασμού, για την περίοδο από 8.5.07 έως 8.5.09 καταλαμβάνει 37 σελίδες και περιλαμβάνει πληθώρα χρεοπιστώσεων (πέραν των 1.200), μεταξύ άλλων, καταθέσεις ή αναλήψεις μετρητών και καταθέσεις ή εξαργυρώσεις επιταγών. Με δεδομένη την παραδοχή ότι ο λογαριασμός λειτουργούσε και κατά την προαναφερθείσα διετία, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής η θέση ότι η Εφεσείουσα 1 εταιρεία είχε όλες αυτές τις δοσοληψίες χωρίς κάποια συμφωνία ή κάποια διευθέτηση με την τράπεζα. Η ύπαρξη τέτοιας διευθέτησης συνάγεται εκ των πραγμάτων, ως θέμα κοινής λογικής. Ούτως ή άλλως, η γενική αρχή, με βάση το Άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, είναι πως κατά κανόναν δεν απαιτείται η τήρηση τυπικών προϋποθέσεων και οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται εγγράφως ή προφορικώς ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών (βλ. και «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Π. Γ. Πολυβίου, 2021, Τόμος Α΄, σ. 87). Πάντως, για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού δεν απαιτούνται εκ του Νόμου τυπικές προϋποθέσεις (formalities) και η ύπαρξη συμφωνίας δύναται να συνάγεται και εκ της συμπεριφοράς των μερών, όπως εδώ. Όπως εξάλλου εξηγείται στο σύγγραμμα Paget’s Law of Banking, 16η έκδοση (2023), §4.4, σ. 111: “The modern contract governing a bank account is largely expressed by the written standard terms and conditions of the bank”

 

Κατά δεύτερον, η εισήγηση παραγνωρίζει παντελώς ότι η συμφωνία ημερ. 8.5.09 ήταν ακριβώς αυτό το οποίο αποκαλύπτει αφενός ο τίτλος της, ήτοι «Συμφωνία Ορίου σε Τρεχούμενο Λογαριασμό» και αφετέρου το προοίμιο της, από το οποίο προκύπτει ότι το 2009 η Εφεσείουσα 1 ζήτησε από την Εφεσίβλητη «να παρέχει ή να συνεχίσει να παρέχει δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και ή δίνει πίστωση ή παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις». Η δε ουσία της συμφωνίας αποτυπώνεται στη φράση «[Σ]υμφωνείται σήμερα την 08/05/2009 μεταξύ των συμβαλλομένων όπως η λειτουργία του λογαριασμού ή λογαριασμών του Οφειλέτη και/ή η χορήγηση οποιωνδήποτε Διευκολύνσεων που έγιναν ή που θα γίνουν προς τον Οφειλέτη από την Τράπεζα θα υπόκεινται στους όρους που αναφέρονται πιο κάτω». Το ότι είχαν γίνει και άλλες συμφωνίες ή χορηγήσεις διευκολύνσεων καθίσταται επίσης σαφές τόσο μέσα από την «Επιστολή Αποδοχής Πιστωτικών Διευκολύνσεων» (Τεκμήριο 2), την οποία υπέγραψε η Εφεσείουσα 1, όσο και μέσα από τη «Γραπτή Απόφαση» (Τεκμήριο 3) του Διοικητικού Συμβουλίου της Εφεσείουσας 1, πρωτοφειλέτιδος εταιρείας. Στα δυο αυτά έγγραφα περιγράφονται οι «Εγκεκριμένες Διευκολύνσεις» ως εξής:

 

«1. ΑΥΞΗΣΗ ΣΕ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟ ΟΡΙΟ ΣΕ ΤΡΕΧΟΥΜΕΝΟ   ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΑΠΟ ΕΥΡΩ 17,086 ΣΕ:

    ΥΠΟΚΕΙΤΑΙ ΣΕ ΕΤΗΣΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ.

 

 

 ΕΥΡΩ 90.000

 

2. ΝΕΟ ΔΑΝΕΙΟ ΤΑΚΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΑΠΟΠΛΗΡΩΤΕΟ ΣΕ 23 ΙΣΕΣ ΜΗΝΙΑΙΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩ 2,500 ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΟΣΗ ΠΡΟΣ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ. Η ΠΡΩΤΗ ΔΟΣΗ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΛΗΡΩΤΕΑ ΣΤΙΣ 30/06/2009.

 

 

 

ΕΥΡΩ 50.000

 

3. ΜΕΙΩΣΗ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟΥ ΟΡΙΟΥ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΟΨΕΩΣ Η/ΚΑΙ ΤΑΚΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΙΑΣ ΜΕΧΡΙ 90 ΗΜΕΡΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΦΟΡΤΩΤΙΚΗΣ ΑΠΟ ΕΥΡΩ 68,344 ΣΕ:

 

 

ΕΥΡΩ 60,000»

 

Το γεγονός ότι η πρωτόδικη Δικαστής δεν αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα πιο πάνω δεν εμποδίζει το Εφετείο να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από τα πρωταρχικά γεγονότα ως έγιναν δεκτά μετά από την πρωτόδικη αξιολόγηση της μαρτυρίας (Θεοδούλου ν. Δημητρίου κ.ά. (1998) 1(B) Α.Α.Δ. 1095). Όλα τα προαναφερθέντα έγγραφα αποτελούν μέρος της μαρτυρίας η οποία έγινε αποδεκτή, για όλους τους σκοπούς. Παρατηρείται λοιπόν ότι υπήρχε ήδη κάποιο όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό, το οποίο ήταν χαμηλότερο (€17.086) και το οποίο, με τις επίμαχες διευκολύνσεις και συμφωνίες του 2009, αυξήθηκε σε €90.000. Ο τρόπος που λειτουργεί ένα τέτοιο όριο σε τρεχούμενο και τα δύο βασικά είδη, όσον αφορά τη δημιουργία του παρατραβήγματος, περιγράφονται στο πιο πάνω σύγγραμμα Pagets Law of Banking (ανωτέρω), §5.14, σ.151, ως εξής:

 

“An overdraft is money lent: ‘a payment by a bank under an arrangement by which the customer may overdraw is a lending by the bank to the customer of the money’.

 

An overdraft limit will often be expressly agreed: this is called a ‘planned’ or ‘authorised’ overdraft.

 

If, however, a customer gives a payment instruction (including by a cheque that is presented for payment) that would take the customer beyond the agreed overdraft limit (if any), then that is treated as an implied request for a further overdraft. The bank is not obliged to honour the request and permit further borrowing, although it may have an obligation not to act irrationally. If the request is within the mandate, and the bank chooses to honour it, then that is an acceptance of the request and an agreement to provide a further overdraft. Such further overdraft is often called an ‘unplanned’ or ‘unauthorised’ overdraft, and will often attract higher interest and charges”.

 

Ας σημειωθεί πως οι ίδιες ως άνω τρεις πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες ήταν συνολικού ύψους €200.000, καταγράφονται επακριβώς και στο έγγραφο «Πληροφορίες», το οποίο καθηκόντως η Εφεσείουσα 1 έδωσε στους εγγυητές Εφεσείοντες 2 έως 4, έναντι της υπογραφής τους, βάσει του σχετικού Ν.197(Ι)/03, ήτοι στο Τεκμήριο 8. Έχει τη σημασία του και το ότι η δεύτερη εκ των πιστωτικών διευκολύνσεων, ήτοι το ποσό των €50.000, πιστώθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό λίγες ημέρες μετά τη συμφωνία του 2009 και δη στις 14.5.09, με αποτέλεσμα το υφιστάμενο τότε χρεωστικό υπόλοιπο να μειωθεί σε €95.401.

 

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί πως η Εφεσίβλητη στην έκθεση απαίτησης της είχε δικογραφήσει ρητώς, αφενός ότι η Εφεσείουσα 1 καθ’ όλους τους σχετικούς χρόνους της αγωγής ήτο πελάτιδα της και είχε τραπεζικές συναλλαγές μαζί της (§2) και αφετέρου ότι δυνάμει συμφωνίας ημερ. 8.5.09 η Εφεσίβλητη είχε παραχωρήσει στην Εφεσείουσα 1 «όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό για το ποσό των €90.000» (§3). Τους ισχυρισμούς αυτούς είχαν επίσης ρητώς παραδεχθεί στην υπεράσπιση τους (§2, 3) οι Εφεσείοντες. Αυτό από μόνο του διακρίνει την παρούσα περίπτωση από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Σαλούμη κ.ά. (2006) 1 Α.Α.Δ. 1347, στην οποία οι εναγόμενοι «αρνήθηκαν όλους τους ισχυρισμούς της εκθέσεως απαιτήσεως». Στην παρούσα, η δικογραφική παραδοχή για τη συμφωνία του 2009 και η μη αμφισβήτηση του περιεχομένου της κατά την ακρόαση, απεδείκνυε και την ύπαρξη παλαιότερης διευθέτησης για τη λειτουργία του λογαριασμού παρατραβήγματος. Εάν υπήρχε οποιαδήποτε εξειδικευμένη υπεράσπιση εκ μέρους των Εφεσειόντων, π.χ. υπεράσπιση άγνοιας ή μη αντίληψης του περιεχομένου της συμφωνίας (non est factum), θα αναμένετο όντως να την είχαν προβάλει δικογραφικά.   

 

Δεν συμφωνούμε λοιπόν ότι μέσα από τη μαρτυρία που είχε προσαχθεί, αξιολογηθεί και γίνει δεκτή, προέκυπτε οποιοδήποτε κενό, κατά τον τρόπο που εισηγούνται οι Εφεσείοντες. Αντιθέτως υπήρχαν απαντήσεις για όλα όσα, με την αγόρευση τους πρωτοδίκως και με την έφεση τους, ήγειραν οι Εφεσείοντες σε σχέση με την περίοδο πριν τις 8.5.09. Σε αντίθεση με την υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. E.T. Autospares Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 843, την οποία επικαλούνται οι Εφεσείοντες, στην παρούσα υπήρχε μαρτυρία αλλά και ήταν παραδεκτό, ότι οι Εφεσείοντες είχαν υπογράψει τις συμφωνίες του 2009. Μέσω δε των σχετικών εγγράφων κατεδεικνύετο η ύπαρξη τρεχούμενου λογαριασμού από πιο παλιά. Όπως και στην υπόθεση Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2192, έτσι και στην παρούσα: «Το αγώγιμο δικαίωμα των Εφεσιβλήτων δεν σχετιζόταν με το όριο του λογαριασμού, αλλά με τη διεκδίκηση υπολοίπου χρεωστικού λογαριασμού, δυνάμει γραπτής συμφωνίας».    

 

Όσον αφορά το διαπιστωθέν πρωτοδίκως οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο, οι Εφεσείοντες επίσης επικαλούνται σειρά νομολογιακών αρχών οι οποίες, κατά την εισήγηση τους, τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα και επιβάλλουν την ακύρωση της απόφασης. Δεν υπάρχει αμφιβολία για την ύπαρξη και την ισχύ των εν λόγω αρχών, όπως διατυπώθηκαν στις υποθέσεις D & G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 263, Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού (2005) 1 Α.Α.Δ. 1390, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods Ltd κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ. 956, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.ά. (2010) 1 Α.Α.Δ. 829 και Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2010) 1 Α.Α.Δ 846.

 

Έχουμε υπ’ όψιν μας τις αρχές οι οποίες προκύπτουν από τις πιο πάνω αποφάσεις. Όμως, θα πρέπει κατ’ αρχάς να παρατηρήσουμε ότι στην παρούσα η Εφεσίβλητη δεν περιορίστηκε σε κάποια απλή αναφορά στο χρεωστικό υπόλοιπο. Ούτε και παρέλειψε να προσκομίσει οποιοδήποτε μέρος των καταστάσεων λογαριασμού. Αντιθέτως, παρουσίασε καταστάσεις οι οποίες κάλυπταν λεπτομερώς όλη την περίοδο λειτουργίας του λογαριασμού και όλες τις χρεοπιστώσεις, οι οποίες υπερβαίνουν τις 3.500 για την πενταετία 2007 έως 2012. Συνεπώς δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα αποσπασματικής εικόνας του λογαριασμού, όπως αφήνεται να εννοηθεί.

 

 Έχουμε υπ’ όψιν μας την αρχή ότι η προσκόμιση των καταστάσεων λογαριασμού δεν μετέφερε στους ώμους των Εφεσειόντων οποιοδήποτε βάρος ή καθήκον όπως εξειδικεύσουν με ακρίβεια παράνομες χρεώσεις και πως η δική τους υποχρέωση εξαντλείτο στο να καταδείξουν ότι στις καταστάσεις υπήρχαν χρεώσεις για τις οποίες δεν εξηγήθηκε πώς προέκυψαν ή εάν ήταν εύλογες (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods Ltd κ.ά., ανωτέρω).

 

Οι Εφεσείοντες συναφώς υποστηρίζουν ότι, αντεξετάζοντας τους μάρτυρες, αμφισβήτησαν «συγκεκριμένες χρεώσεις οι οποίες και δεν είχαν δικαιολογηθεί». Είναι αληθές ότι υπεβλήθησαν ερωτήσεις και στους δύο μάρτυρες και έχουν στα πρακτικά καταγραφεί οι θέσεις τους για παρόμοια θέματα, χωρίς να διαπιστώνονται αντιφάσεις μεταξύ τους, στα όσα ανέφεραν. Όμως ο Μ.Ε.1 ερωτάτο στη βάση της αρχικής κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 4) και κάποιες από τις χρεώσεις για τις οποίες ερωτήθηκε, είχαν αργότερα αφαιρεθεί από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 13), όπως π.χ. οι χρεώσεις για «Stamp Duty», ημερομηνίας 14.5.07 και 24.5.07. Για αυτό εστιαζόμαστε στις ερωτήσεις που τέθηκαν στη Μ.Ε.2, η οποία ετοίμασε και προσκόμισε την αναδομημένη κατάσταση, δεδομένου ότι είναι το υπόλοιπο βάσει αυτής που έχει ληφθεί υπ’ όψιν στην απόφαση.

 

Στη Μ.Ε.2 υπεβλήθησαν ερωτήσεις για 10 συνολικά χρεώσεις. Μια εξ αυτών ημερομηνίας 1.6.07 αφορά μετατροπή συναλλάγματος και τέσσερεις άλλες, όλες ημερομηνίας 2.1.08, αφορούν τη μετατροπή του χρεωστικού υπολοίπου σε ευρώ (προφανώς βάσει του Άρθρου 13 του περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Ν.33(Ι)/07). Δεν θα μας απασχολήσουν οι πέντε αυτές χρεώσεις δεδομένου ότι, πέραν των διευκρινιστικών ερωτήσεων δεν δόθηκε άλλη συνέχεια μετά τις επεξηγήσεις (της Μ.Ε.2). Οι υπόλοιπες πέντε χρεώσεις είναι:

 

1.

9.5.07

CHQBK FEES R

Λ.Κ.7

2.

14.5.07

ARR/DOCS FEES R

Λ.Κ.150

3.

16.5.08

ALICO INS

€168,30

4.

27.1.09

CERTIF/AUDIT

€60

5.

21.8.09

REFERE LETTER

€30

 

Για τις υπόλοιπες αυτές πέντε χρεώσεις υπήρξαν υποβολές και προωθείται η θέση ότι δεν είχαν δικαιολογηθεί. Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση αυτή. Έδωσαν επαρκείς εξηγήσεις και οι δύο μάρτυρες. Οι χρεώσεις αυτές αφορούν κατά σειράν (1) Χορήγηση βιβλιαρίου επιταγών, (2) Έξοδα διεκπεραίωσης ενέγγυας πίστωσης (letter of credit), (3) Πληρωμή Ασφαλίστρων, (4) Έξοδα διεκπεραίωσης πιστοποιητικών, τα οποία ζήτησαν οι ελεγκτές της Εφεσείουσας 1, και (5) Συστατική επιστολή (reference letter), την οποία ζήτησε η Εφεσείουσα 1. Όπως εξήγησαν και οι δύο μάρτυρες, οι χρεώσεις αυτές έγιναν βάσει του Καταλόγου Χρεώσεων της Εφεσίβλητης. Η μαρτυρία και των δύο κρίθηκε αξιόπιστη και αποδεκτή και η πρωτόδικη αυτή κρίση δεν προσβάλλεται με λόγο έφεσης. Δεν θεωρούμε ότι παρέχεται δυνατότητα επέμβασης του Εφετείου (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238).

 

Υπενθυμίζουμε σχετικά και το άρθρο 10 της συμφωνίας ορίου, Τεκμήριο 1, σύμφωνα με το οποίο όλα τα έξοδα, δικαιώματα, δαπάνες και πληρωμές οποιασδήποτε μορφής, τα οποία δημιουργήθηκαν ή θα δημιουργηθούν άμεσα ή έμμεσα, ως αποτέλεσμα δανείων και ή πιστώσεων και ή άλλων τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων, θα επιβαρύνουν τον πελάτη.

 

Κατά τη δική μας κρίση δεν ευσταθεί οποιοσδήποτε από τους λόγους έφεσης, οι οποίοι και απορρίπτονται.

 

Κατάληξη

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €3.900, συν Φ.Π.Α., προς όφελος της Εφεσίβλητης και εις βάρος των Εφεσειόντων, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως.

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                               Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

                                                                               Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο