ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 94/2023)
20 Μαΐου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. DELICAT FELINE ADVISORS LTD
2. ΝΤΙΑΝΑ ΜΙΝΑΕΒΑ,
Εφεσείουσες,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Κ. Ευσταθίου για Ευστάθιος Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για τις Εφεσείουσες
Α. Τιμοθέου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Μετά από σχετική αίτηση της Αστυνομίας, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε διάταγμα κατακράτησης τεσσάρων οχημάτων μέχρι τη διερεύνηση και αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατόν να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε, παράλληλα, την επίδοση του διατάγματος σε συγκεκριμένη εταιρεία και σε συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο αφορούσε η διερεύνηση αδικημάτων κλοπής από αξιωματούχο εταιρείας και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Ως προκύπτει, τόσο από τον πρωτόδικο φάκελο, όσο και από τα ενώπιόν μας στοιχεία, ενώ το ορθό όνομα της ως άνω εταιρείας αναγραφόταν στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση, εκ παραδρομής, προφανώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε λανθασμένο όνομα. Μετά την επίδοση του αρχικού διατάγματος και σχετική επικοινωνία του συνηγόρου της εν λόγω εταιρείας, η Αστυνομία αποτάθηκε εκ νέου στο Δικαστήριο αναζητώντας την τροποποίηση του διατάγματος ώστε να αναγράφει σωστά το όνομα της εταιρείας. Οι οδηγίες του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατόπιν της διόρθωσης του ονόματος της εν λόγω εταιρείας, ήταν και πάλι όπως το τροποποιηθέν διάταγμα επιδοθεί τόσο στην εν λόγω εταιρεία όσο και στο φυσικό πρόσωπο (την ύποπτη).
Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας έφεσης εκ μέρους της εν λόγω εταιρείας και του φυσικού προσώπου, με την οποία προσβάλλεται το πρωτόδικο διάταγμα. Η έφεση εγείρει τέσσερεις λόγους έφεσης, όμως ο δεύτερος λόγος έφεσης έχει εγκαταλειφθεί.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα κατακράτησης των εν λόγω τεσσάρων αυτοκινήτων καθ' ότι η κατακράτησή τους δεν έχει να προσφέρει το οτιδήποτε στην έρευνα για τυχόν διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Αιτιολογικά, τίθεται ότι τα αδικήματα που διερευνά η Αστυνομία είναι τέτοια που μπορεί να διαπιστωθεί η διάπραξή τους χωρίς να είναι αναγκαίο να κατακρατούνται τα εν λόγω οχήματα. Περαιτέρω, ελλείπει η διασύνδεση των τεκμηρίων με τα αδικήματα, κάτι το οποίο αφαιρεί το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.
Ο τρίτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εξέδωσε το αρχικό διάταγμα κατακράτησης των τεκμηρίων, ιδιοκτησίας της εφεσείουσας 1, κατόπιν απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων από την Αστυνομία. Επίκληση γίνεται απόκρυψης από το Δικαστήριο ότι τα αντικείμενα τα οποία κατασχέθηκαν ήταν ιδιοκτησίας της εφεσείουσας 1 για την οποία δεν υπήρχε διερεύνηση για διάπραξη αδικημάτων.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η διαδικασία του Άρθρου 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 είναι αντισυνταγματική καθ' ότι συγκρούεται με τις πρόνοιες του Άρθρου 30(2) του Συντάγματος. Αιτιολογικά αναφέρεται ότι η διαδικασία που ακολουθείται ενώπιον των Δικαστηρίων για έκδοση διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων, είτε αυτά αναφέρονται στο ένταλμα έρευνας που προηγήθηκε, είτε κατάσχονται κατά τον χρόνο της έρευνας, παραβιάζει το δικαιωμάτων ιδιοκτητών των εν λόγω αντικείμενων να λάβουν γνώση αφενός των λόγων για τους οποίους ζητείται η κατακράτηση των αντικείμενων και αφετέρου στερούνται της δυνατότητας να ελέγξουν το νομότυπο της αίτησης που υποβάλλει η Αστυνομία για κατακράτηση των τεκμηρίων, καθ' ότι η επίδοση της μονομερούς αίτησης και του διατάγματος εξαρτάται από την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Δεδομένου ότι η διαδικασία που ακολουθείται είναι αστικής φύσεως, παραβιάζεται το δικαίωμα των ενδιαφερόμενων προσώπων όπως αυτό κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30(2) του Συντάγματος, καθ' ότι δεν έχουν τη δυνατότητα να τύχουν ανεπηρέαστης δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας για να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τη θέση τους εάν είναι αναγκαία ή όχι η κατακράτηση των αντικείμενων για υποβοήθηση των ερευνών της Αστυνομίας.
Έχουμε με προσοχή εξετάσει καθετί που αφορά στην υπό κρίση έφεση, περιλαμβανομένων των όσων είχαν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και των όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μας, σε συνάρτηση με το υπό κρίση πρωτόδικο διάταγμα. Διευκρινίζεται, ως άλλωστε είναι προφανές από τους λόγους έφεσης, ότι το τι αμφισβητείται είναι η πρωτόδικη κρίση ως προς την έκδοση του διατάγματος και όχι η μεταγενέστερη τροποποίηση προς διόρθωση του ονόματος της εφεσείουσας 1.
Σύμφωνα με το Άρθρο 32(1) του Κεφ. 155 «Όταν, κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, κατασχεθεί οτιδήποτε και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27, το πράγμα αυτό, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου αυτού, δύναται να κατακρατηθεί από τέτοιο πρόσωπο ως ο Δικαστής ήθελε ορίσει, λαμβανόμενης πάντοτε εύλογης φροντίδας για τη διατήρηση του μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό».
Το παράπονο των εφεσειουσών με τον πρώτο λόγο έφεσης εντοπίζεται, αφενός στη μη αναγκαιότητα κατακράτησης των αυτοκινήτων προς διαπίστωση διάπραξης των υπό διερεύνηση αδικημάτων και, αφετέρου στην απουσία διασυνδέσεις των αδικημάτων αυτών με τα αντικείμενα που κατασχέθηκαν.
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους οι θέσεις της πλευράς των εφεσειουσών. Είχαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε τον πρωτόδικο φάκελο και ειδικά την ένορκη δήλωση που είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς υποστήριξη της αίτησης για έκδοση του υπό κρίση διατάγματος. Είναι με λεπτομέρεια που τίθενται οι ισχυρισμοί σχετικά με το τι φέρεται να αντιμετωπίζει η εφεσείουσα 2, ιδιοκτήτρια της εφεσείουσας 1 εταιρείας. Χωρίς να είναι απαραίτητη η λεπτομερής καταγραφή των ισχυρισμών αυτών στο πλαίσιο της παρούσας, είναι αρκετό, θεωρούμε, να καταγράψουμε ότι η εφεσείουσα 2 φέρεται να απέσπασε σημαντικά ποσά από την παραπονούμενη εταιρεία με τον τρόπο που περιγράφεται στην ένορκη δήλωση. Φέρεται, στο πλαίσιο αυτό, να χρησιμοποίησε χρήματα της παραπονούμενης εταιρείας για αγορά των συγκεκριμένων τεσσάρων αυτοκινήτων από συγκεκριμένη εταιρεία πώλησης οχημάτων, για μεν τα τρία οχήματα με συγκεκριμένο έμβασμα, για δε το τέταρτο με πληρωμές από οικείους λογαριασμούς στους οποίους φέρεται να έμβασε ποσά της παραπονούμενης εταιρείας. Τα τρία πρώτα οχήματα φαίνεται να είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι της εφεσείουσας 1 εταιρείας και το τέταρτο επ' ονόματι της εφεσείουσας 2.
Επομένως, είναι, θεωρούμε, εύκολα αντιληπτή η διασύνδεση των αναφερόμενων αντικείμενων με τα φερόμενα αδικήματα και καθ' όλα θεμιτή η αναζήτηση κατακράτησής τους μέχρι την περάτωση της σχετικής ποινικής διαδικασίας.
Δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση, ούτε εντοπίζουμε έρεισμα στο τι προβάλλεται με τον υπό κρίση λόγο έφεσης. Ως αβάσιμο απορρίπτουμε τον πρώτο λόγο έφεσης.
Ούτε τα όσα προβάλλονται με τον τρίτο λόγο έφεσης μας βρίσκουν σύμφωνους. Χωρίς να είναι αναγκαίο να επαναλάβουμε τη σημασία πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης κάθε ουσιώδους στοιχείου κατά την αναζήτηση, μονομερώς, διατάγματος, επισημαίνουμε ότι η μελέτη μας του τι τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως ανωτέρω εξηγείται, αντικρούει οποιαδήποτε τέτοια μη αποκάλυψη. Επαναλαμβάνουμε, με την ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση αποκαλύπτονται πλήρως όλα όσα ο λόγος έφεσης προβάλλει. Σαφώς εξηγούνται τα συγκεκριμένα σχετικά εμβάσματα, σαφώς αποκαλύπτεται η ιδιοκτησία των συγκεκριμένων οχημάτων και σαφώς διασυνδέεται η σχέση της εφεσείουσας 2 με την εφεσείουσα 1 εταιρεία.
Δεν εντοπίζουμε να υφίσταται οτιδήποτε που να στερεί από τα στοιχεία που τέθηκαν πρωτοδίκως επάρκειας στο να υποστηρίξουν την υπό κρίση αίτηση και διάταγμα, ούτε εντοπίζεται να μην αποκαλύφθηκε οτιδήποτε ουσιωδώς σχετικό.
Ως αβάσιμο απορρίπτουμε και τον τρίτο λόγο έφεσης.
Όσον αφορά τον τέταρτο λόγο έφεσης, η πλευρά των εφεσειουσών επικαλέστηκε νομολογία, συγκεκριμένα στην ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Ι.Γ.Μ.Ν. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Έφεση 22/2025, ημερομηνίας 9.2.2026, για να υποστηρίξει τη θέση ότι ευσταθεί ο λόγος έφεσης. Με κάθε σεβασμό και εκτίμηση, έχουμε την άποψη ότι δεν είναι κάτι τέτοιο που αποφάσισε η συγκεκριμένη έφεση. Κρίθηκε, εκεί, ορθό να καταχωρηθεί αίτηση διά κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για την ακύρωση του εκκαλούμενου διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων στη βάση ότι η εξασφάλιση των τεκμηρίων στην εν λόγω περίπτωση δεν έγινε στην εξέλιξη οποιασδήποτε έρευνας με ή χωρίς ένταλμα προς τούτο και ο εντοπισμός και παραλαβή τους από την Αστυνομία δεν ήταν το αποτέλεσμα οποιασδήποτε έρευνας ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στο Άρθρο 25 του Κεφ. 155, αλλά οικειοθελούς παράδοσής τους εκ μέρους τρίτου. Αυτών δοθέντων, κρίθηκε ότι ήταν επιτρεπτή η συζήτηση των ζητημάτων παραβίασης του νομοθετικού πλαισίου που ρυθμίζει τα της κατάσχεσης και κατακράτησης τεκμηρίων, ως τίθεται από τα σχετικά Άρθρα του Κεφ. 155.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος μας παρέπεμψε, επίσης, στην ΗΣΑΪΑ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 669 και στο κάτωθι απόσπασμα:
«Ερχόμαστε τώρα στο λόγο έφεσης που αφορά στον μη ορισμό του διατάγματος ως επιστρεπτέου, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους Εφεσείοντες να ενστούν. Έχουμε υπόψη μας ότι το Άρθρο 32 του Νόμου δεν προβλέπει για επίδοση. Όμως αυτό δεν εμποδίζει το δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να διατάξει επίδοση της αίτησης ή μόνο του διατάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που ο πρωτόδικος δικαστής χειρίστηκε την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς, κατά την άποψή μας ορθά διέταξε όπως αυτή επιδοθεί στους Καθ' ων η αίτηση μέσα σε 3 ημέρες από την έκδοση του διατάγματος. Το ότι δεν όρισε συγκεκριμένη ημερομηνία για επιστροφή του διατάγματος, δεν επηρεάζει την ισχύ του διατάγματος, εφόσον με την επίδοση δόθηκε η ευκαιρία στους Εφεσείοντες είτε να αιτηθούν από το πρωτόδικο δικαστήριο την ακύρωση του διατάγματος, είτε να εφεσιβάλουν την πρωτόδικη απόφαση, σύμφωνα με το Άρθρο 32Α του Κεφ. 155, πράγμα που έπραξαν.»
Παραπονείται η πλευρά των εφεσειόντων ότι επιδόθηκε μόνο το διάταγμα και όχι η ex parte αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνόδευε. Όμως, το πιο πάνω απόσπασμα φαίνεται να αναγνωρίζει τη δυνατότητα επίδοσης του διατάγματος (βλέπετε, επίσης, ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 239/2022, ημερομηνίας 14.10.2025 και CH. & G. EMPORIUM CARS LTD v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2016) 2 Α.Α.Δ. 741). Εν προκειμένω, η αναφορά της πλευράς των εφεσειόντων, στο διάγραμμα αγόρευσής της, σε ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την ex parte αίτηση, αλλά και τα όσα τίθενται στους λόγους έφεσης, περισσότερο καταδεικνύουν γνώση του τι τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος των εφεσειουσών, δεδομένου ότι, τόσο οι πρόνοιες του Άρθρου 32 του Κεφ. 155, όσο και οι οδηγίες του πρωτόδικου Δικαστηρίου παρέχουν τους μηχανισμούς με τους οποίους ένα επηρεαζόμενο από σχετικό διάταγμα πρόσωπο, στην προκειμένη περίπτωση οι εφεσείουσες, λαμβάνει γνώση του διατάγματος και του παρέχεται η ευχέρεια να αναζητήσει την ακύρωσή του ή να εφεσιβάλει το εκδοθέν διάταγμα με βάση το Άρθρο 32Α του Κεφ. 155. Το δεύτερο των οποίων οι εφεσείουσες έπραξαν, έχοντας πλήρη γνώση του τι προηγήθηκε και έχοντας πλήρη ευχέρεια να προβάλουν τις θέσεις τους ως οι ίδιες έκριναν ορθό.
Δεν εντοπίζουμε έρεισμα στον τέταρτο λόγο έφεσης τον οποίο και απορρίπτουμε.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω η παρούσα έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της. Το πρωτόδικο διάταγμα επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο