ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. Ε177/2020)
29 Μαΐου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΙΩΡΓΟΥΛΛΑ ΓΙΟΥΠΡΟΥ
Εφεσείουσα/Ενάγουσα
v.
C.A.C. PAPANTONIOU TRADING LTD
Εφεσίβλητης /Εναγομένης 2
--------------------
Ν. Α. Τσιαπαλής, για την Εφεσείουσα
Α. Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Θ. Θωμά, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΘΩΜΑ, Δ.: Η Εφεσείουσα, ενάγουσα στην πρωτόδικη διαδικασία, με αγωγή την οποία ήγειρε στις 29.8.12 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εναντίον της εταιρείας C.A.C. Papantoniou Ltd, αρχικής και μόνης τότε εναγόμενης στην αγωγή, αξίωσε την προς όφελος της επιδίκαση αποζημιώσεων για βλάβες τις οποίες υπέστη, συνεπεία ατυχήματος που επεσυνέβη στις 5.1.10 εντός της φρουταρίας στην υπεραγορά Παπαντωνίου, το οποίο, κατά τον ισχυρισμό της, οφείλετο στην αμέλεια της ως άνω εναγομένης.
Αργότερα, με ενδιάμεση αίτηση της, ημερομηνίας 28.1.15, η Εφεσείουσα επιδίωξε την προσθήκη της εταιρείας C.A.C. Papantoniou Trading Ltd, δηλαδή της νυν Εφεσίβλητης, ως εναγομένης 2. Με την ίδια αίτηση επιδίωξε και την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης της, ως αναγκαίας, σε περίπτωση που γινόταν αποδεκτό το αίτημα για προσθήκη της Εφεσίβλητης ως συνεναγομένης. Η μέχρι τότε εναγόμενη δεν εναντιώθηκε στο αίτημα της Εφεσείουσας. Η προταθείσα νέα διάδικος, νυν Εφεσίβλητη στην οποία είχε επιδοθεί η αίτηση, εναντιώθηκε στην προσθήκη της και καταχώρισε ένσταση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την απόφαση του ημερομηνίας 25.9.15 (στη συνέχεια «η Ενδιάμεση Απόφαση»), επέτρεψε την προσθήκη της Εφεσίβλητης ως εναγόμενης 2 στην αγωγή, καθώς και την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, υπό τον όρο ότι «... για σκοπούς εφαρμογής της νομοθεσίας σε σχέση με το θέμα της παραγραφής η σχετική ημερομηνία προσθήκης της ως εναγόμενη (sic) θα θεωρείται ως αυτή της έκδοσης του σχετικού διατάγματος προσθήκης και τροποποίησης και όχι η ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής». Ακολούθησε η καταχώριση υπεράσπισης εκ μέρους της προστεθείσας διαδίκου, όπως και αρκετές άλλες δικάσιμοι, με προοπτική την ακρόαση.
Στις 5.10.20 η αγωγή ήταν ορισμένη για έναρξη της ακρόασης, ενώπιον άλλου Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή. Η Εφεσείουσα απέσυρε ανεπιφύλακτα την αγωγή της εναντίον της Εναγόμενης 1 και το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπό τη νέα σύνθεση, με τη σύμφωνο γνώμη αμφοτέρων των πλευρών και στη βάση παραδεκτών γεγονότων (Έγγραφο Α), εξέτασε προδικαστικά το εγερθέν στην υπεράσπιση ζήτημα περί παραγραφής της απαίτησης της Εφεσείουσας εναντίον της Εφεσίβλητης. Η ένσταση ήταν ότι είχε ήδη συμπληρωθεί η τριετής περίοδος παραγραφής με βάση το Άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την απόφαση του ημερομηνίας 21.10.20 (στη συνέχεια «η Τελική Απόφαση»), απέρριψε την αγωγή της Εφεσείουσας εναντίον της Εφεσίβλητης, λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της Εφεσείουσας. Όπως έχουμε παρατηρήσει, η απόφαση ημερομηνίας 21.10.20, στον τίτλο της περιγράφεται ως «ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ» (περιγραφή η οποία μάλλον επέδρασε και στην ταξινόμηση της έφεσης στο σχετικό μητρώο «Ε», ήτοι εφέσεων επί ενδιάμεσων αποφάσεων). Λανθασμένα όμως περιγράφεται ως ενδιάμεση, αφού με την έκδοση της ολοκληρώθηκε ουσιαστικά η αγωγή. Συνεπώς πρόκειται για τελική και όχι για ενδιάμεση απόφαση.
Λόγοι Έφεσης και Αντέφεσης
Η Εφεσείουσα με πέντε συνολικά λόγους Έφεσης, προσβάλλει τόσο την Ενδιάμεση Απόφαση ημερομηνίας 25.9.15, όσο και την Τελική Απόφαση ημερομηνίας 21.10.20. Οι λόγοι έφεσης 1, 2 και 3 στρέφονται εναντίον της Ενδιάμεσης Απόφασης, ενώ οι λόγοι έφεσης 4 και 5 εναντίον της Τελικής Απόφασης.
Ειδικότερα, η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: (1) Έθεσε τον όρο ότι για σκοπούς υπολογισμού του χρόνου παραγραφής λαμβάνεται υπ’ όψιν η ημερομηνία προσθήκης, (2) Θέτοντας τον όρο αυτόν δεν εξέτασε τα γεγονότα με βάση τα οποία η καταχώριση της αγωγής εναντίον της αρχικής Εναγομένης, και όχι εναντίον της Εφεσίβλητης, ήταν αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους σε σχέση με τον διάδικο και ή το όνομα του και ή (αποτέλεσμα) παραπλάνησης και ή παραπληροφόρησης εκ μέρους της Εφεσίβλητης και ή των ασφαλιστών της και ή αντιπροσώπων της, (3) Αποφάσισε ότι το θέμα της παραγραφής θα έπρεπε να παραμείνει να εξεταστεί μετά την προσθήκη της Εφεσίβλητης ενώ ταυτόχρονα έθεσε και τον όρο ότι για σκοπούς παραγραφής θα λαμβάνεται υπ’ όψιν η ημερομηνία προσθήκης, (4) Κατά την Τελική Απόφαση θεώρησε ότι η Ενδιάμεση Απόφαση περιείχε όρο ως προς την ημερομηνία η οποία λαμβάνεται υπ’ όψιν για σκοπούς παραγραφής και (5) Απέρριψε την αγωγή λόγω παραγραφής.
Από δικής της πλευράς η Εφεσίβλητη δηλώνει ρητώς ότι η αντέφεση της στρέφεται μόνον εναντίον της Ενδιάμεσης Απόφασης. Ειδικότερα, με τέσσερεις λόγους αντέφεσης προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: (1) Επέτρεψε την προσθήκη της το 2015, (2) Δεν αποφάσισε επί του θέματος της παραγραφής στο στάδιο εκείνο, κρίνοντας ότι αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, (3) Αποφάσισε ότι η Εφεσίβλητη ήταν αναγκαίος διάδικος και επέτρεψε την προσθήκη της, και (4) Δεν εξέτασε κατά πόσον η Εφεσείουσα προέβη στα δέοντα για να κινηθεί εναντίον του ορθού διαδίκου.
Καθίσταται προφανές από τα ανωτέρω ότι ο τρίτος λόγος έφεσης ταυτίζεται κατ’ ουσίαν με τον δεύτερο λόγο αντέφεσης. Ουσιαστικά, μέσω των δύο αυτών λόγων, οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι το ζήτημα της παραγραφής δεν θα έπρεπε να αφεθεί για εξέταση σε μεταγενέστερο στάδιο αλλά θα έπρεπε να εξεταστεί με την Ενδιάμεση Απόφαση, ήτοι το 2015. Η σχετική εισήγηση της Εφεσίβλητης είναι ότι, εφόσον δεν υπήρχε αμφιβολία για τις ημερομηνίες, ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης το ζήτημα να κριθεί το 2015, για να μην ταλαιπωρούνται οι διάδικοι και το Δικαστήριο.
Ως έχει ήδη αναφερθεί, κατά το 2015 το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την προσθήκη της Εφεσίβλητης ως εναγόμενης 2 στην αγωγή. Αναφορικά δε με το εγερθέν στην ένσταση της Εφεσίβλητης ζήτημα παραγραφής της απαίτησης της Εφεσείουσας εναντίον της Εφεσίβλητης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθοδηγούμενο από Αγγλική νομολογία, καθόρισε ως ημερομηνία της προσθήκης την ημερομηνία έκδοσης του σχετικού διατάγματος. Το σχετικό απόσπασμα της πρωτόδικης Ενδιάμεσης Απόφασης έχει ως ακολούθως:
«[ 31 ] Θεωρώ πως όντως ο ορθότερος και πιο δίκαιος τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση έτσι ώστε αφενός να μην στερείται του δικαιώματος η καθ΄ης η αίτηση 2 να θέσει ως υπεράσπιση το θέμα της παραγραφής και αφετέρου η ενάγουσα να προβάλει τις δικές της θέσεις ως προς το ότι η δική της περίπτωση εμπίπτει σε εξαιρέσεις από την εφαρμογή του σχετικού Νόμου αναφορικά με την παραγραφή είναι πως σε περίπτωση όπου κρίνεται ότι η καθ΄ης η αίτηση 2 είναι όντως αναγκαίος διάδικος η προσθήκη της θα γίνει υπό τον όρο ότι για σκοπούς εφαρμογής της νομοθεσίας σε σχέση με το θέμα της παραγραφής η σχετική ημερομηνία προσθήκης της ως εναγόμενη (sic) θα θεωρείται ως αυτή της έκδοσης του σχετικού διατάγματος προσθήκης και τροποποίησης και όχι η ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής.
[ 32 ] Συνεπώς, ουσιαστικά γίνεται δεκτή η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας ως προς το ότι το θέμα της παραγραφής δεν θα πρέπει να εξεταστεί σε αυτή τη διαδικασία αλλά αφού πρώτα η καθ΄ης η αίτηση 2 καταστεί διάδικος στην αγωγή».
Όπως προκύπτει ξεκάθαρα από το ανωτέρω παρατεθέν απόσπασμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε το εγερθέν ζήτημα της παραγραφής, αλλά το άφησε να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο καθόρισε ως ημερομηνία προσθήκης της Εφεσίβλητης, ως εναγόμενης 2, την ημερομηνία έκδοσης του σχετικού διατάγματος, κρίνοντας ότι έτσι δεν θα επηρεαστεί το δικαίωμα αμφοτέρων των διαδίκων να αναπτύξουν τις θέσεις τους σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας. Ενεργώντας όμως κατ’ αυτόν τον τρόπο το πρωτόδικο Δικαστήριο, ουσιαστικά ενήργησε σε αντίθεση με τη νομολογία, η οποία επιτάσσει όπως το ζήτημα της παραγραφής, όποτε εγείρεται, εξετάζεται από το εκδικάζον Δικαστήριο κατά προτεραιότητα για τον λόγο ότι άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αντωνίου v. Πεζίκη κ.ά., Πολ. Έφ. Ε146/2020, ημερ. 14.7.21, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Παρεμβάλλουμε, προς ολοκλήρωση της υπό εξέταση ομάδας λόγων έφεσης, ότι η εξέταση του ζητήματος της παραγραφής κατά προτεραιότητα, στα πλαίσια της καταχωρηθείσας αίτησης και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν ενείχε ο,τιδήποτε μεμπτό, μάλλον επιβάλλετο, δεδομένου του δικαιοδοτικού χαρακτήρα του όλου ζητήματος και της σοβαρότητας του θέματος, ως προς την περαιτέρω πορεία της αγωγής. Όπως λέχθηκε στην Νεοφύτου ν. Malak κ.ά., Π.Ε. 118/2012, ημερ. 21.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A297, με αναφορά στη Χατζηστυλλή ν. Papadema κ.ά. (2000) 1 ΑΑΔ 551: «Το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής ταύτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης».
Απόλυτα σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι και η υπόθεση Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά. v. Iεροδιακόνου, Πολ. Εφ. Ε306/2016 κ.ά., ημερ. 6.7.18.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατόπιν προσεκτικής μελέτης του πρωτόδικου φακέλου της αγωγής, διαπιστώνουμε ότι τόσο με την αρχική ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας, η οποία υποστήριζε την αίτηση της για προσθήκη της Εφεσίβλητης, όσο και με τη συμπληρωματική της, είχαν τεθεί όλα τα αναγκαία γεγονότα, τα οποία όχι μόνο επέτρεπαν αλλά επέβαλλαν στο πρωτόδικο Δικαστηρίου να επιληφθεί του εγερθέντος ζητήματος της παραγραφής. Συνεπώς ώφειλε το πρωτόδικο Δικαστήριο να το εξετάσει.
Υπό το φως των όσων έχουμε αναφέρει πιο πάνω, καταλήγουμε ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο με την Ενδιάμεση του Απόφαση δεν εξέτασε το εγερθέν από την Εφεσίβλητη ζήτημα της παραγραφής της απαίτησης της Εφεσείουσας και το άφησε να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
Ο τρίτος λόγος έφεσης και ο δεύτερος λόγος αντέφεσης κρίνονται βάσιμοι.
Η θέση που προβάλλει με τον τέταρτο λόγο έφεσης η Εφεσείουσα, αντιφάσκει με τη θέση την οποία προωθεί με τον πρώτο λόγο έφεσης. Η πραγματικότητα είναι πως το 2015 είχε τεθεί όρος για τον χρόνο που μελλοντικά θα λαμβάνετο υπ’ όψιν. Κατ’ ακρίβειαν βέβαια η προηγηθείσα κατάληξη μας καθιστά αχρείαστη την εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης, δεδομένου ότι, όπως γίνεται αντιληπτό, στην περίπτωση κατά την οποία το ζήτημα της παραγραφής εξετάζετο και επελύετο το 2015, τότε εκ των πραγμάτων δεν θα υπήρχε καμμιά ανάγκη να τεθεί όρος για τον χρόνο που θα λαμβανόταν υπ’ όψιν κατά τη (μελλοντική) εξέταση της παραγραφής.
Παρά την κατάληξη μας, σε σχέση με τον πρώτο λόγο, αισθανόμαστε την ανάγκη να προσθέσουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε να επιβάλει τον ανωτέρω αναφερόμενο όρο καθοδηγούμενο από Αγγλική νομολογία, πιο συγκεκριμένα από την υπόθεση Liptons Cash Registers and Business Equipment Ltd v. Hugin (GB) Ltd a.o. (1982) 1 ALL ER 595. Στην υπόθεση αναλύεται ένα είδος «αναδρομικής ισχύος» (nunc pro tunc), η οποία υπό την έννοια ότι η μεταγενέστερη ενέργεια συνδέεται με το παρελθόν, εκφράζεται με τη γνωστή αρχή «relation back», η οποία στο Black’s Law Dictionary, 11η Έκδοση, ορίζεται ως «[T]he doctrine that an act done at a later time is, under certain circumstances, treated as though it occurred at an earlier time” (βλ. και Liff v. Peasley a.o. (1980) 1 All E.R. 623). Στην εν λόγω υπόθεση Liptons (ανωτέρω) αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία να ενεργήσει κατ’ εξαίρεση της αρχής «relate back», δηλαδή να επιτρέψει την προσθήκη εναγόμενου, ακόμα και μετά την παρέλευση του χρόνου παραγραφής, θέτοντας όρο ότι, για σκοπούς παραγραφής, η προσθήκη θα θεωρείται ότι γίνεται κατά την ημερομηνία της προσθήκης.
Θέτοντας όμως τον συγκεκριμένο όρο, στην πραγματικότητα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέκλεισε εκ προοιμίου την τυχόν εφαρμογή της προαναφερθείσας αρχής (doctrine of relation back), προκαθορίζοντας έτσι και το, άλλως αναπότρεπτο, αποτέλεσμα επί της ένστασης παραγραφής, πράγμα που εν τέλει απλώς επιβεβαιώθηκε το 2020 με την Τελική Απόφαση. Καταγεγραμμένη πρόθεση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν να μην εξετάσει στο στάδιο εκείνο την ένσταση παραγραφής αλλά παράλληλα να είχε η Εφεσείουσα στο μέλλον την ευκαιρία να εισηγηθεί πως η παραγραφή δεν ισχύει στην περίπτωση της. Πλην όμως, ο όρος ως προς τον χρόνο, ήταν φανερό πως δεν τής άφηνε οποιαδήποτε βάσιμη ελπίδα για κάτι τέτοιο. Αγνόησε επί τούτου το πρωτόδικο Δικαστήριο την άλλη παρεπόμενη άποψη, την οποία είχε παραθέσει από την υπόθεση Liff v. Peaslay (ανωτέρω), ήτοι ότι “…since such defence affords a complete answer to the claim, it would serve no useful purpose to allow the addition to be made … (no useful purpose theory)”. Ο ίδιος προβληματισμός προέκυπτε και από την παλαιότερη υπόθεση Μabro v. Eagle Star and British Dominions Insurance Co Ltd (1932) All E.R. Rep 411, στην οποία είχε λεχθεί πως: “It has been suggested that we might allow the joinder without prejudice to any defence against the claim, but I cannot see why the parties should be put to the expence of allowing an action to proceed which is barred in law” (βλ. και Annual Practice 1958, O. 16 r.11, σ.349). Κρίνουμε πως δεν εξυπηρετούσε κανένα σκοπό το να αφήνεται το θέμα να εξεταστεί στο μέλλον αλλά με την ένθεση τέτοιου όρου.
Ούτε με τον πέμπτο λόγο έφεσης συμφωνούμε. Ο Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής, ο οποίος εξέτασε την προδικαστική ένσταση το 2020, δεσμεύετο από τον όρο που είχε τεθεί το 2015 (βλ. Αναφορικά με την Αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Αρ. 2928/17, Πολ. Αίτηση Αρ. 32/2019, ημερ. 17.4.19, ECLI:CY:AD:2019:D149) και όπως ορθώς εισηγείται η Εφεσίβλητη «δεν είχε άλλη επιλογή» παρά να απορρίψει την αγωγή, αφού στη βάση του όρου που είχε τεθεί, μέχρι το 2015 είχε συμπληρωθεί η τριετία που προέβλεπε το Άρθρο 68 του Κεφ. 168. Δεν θεωρούμε ότι ήταν επιτρεπτό κατά το στάδιο της Τελικής Απόφασης το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπό τη νέα σύνθεση, να επανανοίξει και επανεξετάσει εξαρχής ζητήματα που αφορούσαν την Ενδιάμεση Απόφαση.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης, καθώς και οι εναπομείναντες λόγοι αντέφεσης (1ος, 3ος, 4ος) αλληλοσυμπλέκονται. Ουσιαστικά σχετίζονται όλοι με το κατά πόσον υπήρξε η δέουσα εξέταση της αίτησης προσθήκης το 2015. Υπ’ αυτή την έννοια βέβαια, στην ίδια ενότητα εντάσσεται και το ζήτημα της παραγραφής, για το οποίο ήδη κρίναμε ότι θα έπρεπε από τότε να επιλυθεί. Δεν θα μας απασχολήσει ο τρίτος λόγος αντέφεσης, δεδομένου ότι η Εφεσίβλητη παραδέχεται πως η ίδια «ήταν η μόνη ορθή Εναγομένη», επισημαίνοντας μάλιστα ότι αυτός ήταν ο λόγος που η Ενάγουσα απέσυρε ανεπιφύλακτα την αγωγή εναντίον της αρχικής Εναγομένης στις 5.10.20. Άλλωστε αυτή είναι και η ουσία του τέταρτου λόγου αντέφεσης, με τον οποίον η Εφεσίβλητη προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά το 2015 «δεν εξέτασε» κατά πόσον η Εφεσείουσα προέβη στα δέοντα «για να κινηθεί εναντίον του ορθού διαδίκου». Προβάλλει, στην αιτιολογία, ότι εφόσον η Εφεσείουσα, κατ’ ισχυρισμόν, έπεσε μέσα σε ένα κατάστημα, ώφειλε «να προβεί στη δέουσα έρευνα για εξακρίβωση των κατόχων/διαχειριστών του συγκεκριμένου καταστήματος». Είναι ακριβώς στο σημείο αυτό που ο τέταρτος λόγος αντέφεσης συμπλέκεται με τον δεύτερο λόγο έφεσης. Το κοινό παράπονο εκατέρωθεν αποκρυσταλλώνεται στην κοινή θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην Ενδιάμεση Απόφαση, δεν εξέτασε τα γεγονότα που είχε ενώπιον του, αν και η κάθε πλευρά το προβάλλει με διαφορετική προοπτική. Είναι, κατά τη δική μας κρίση, σαφές ότι η Εφεσείουσα εισηγείται πως η αρχική καταχώριση ήταν αποτέλεσμα «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer). Αυτό σημαίνει η θέση της ότι η αρχική καταχώριση «ήταν αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους εκ μέρους της Ενάγουσας σε σχέση με τον διάδικο και ή το όνομα του» (2ος λόγος έφεσης).
Πριν την ενασχόληση μας με το θέμα αυτό, παρεμβάλλουμε εδώ ότι στην παρούσα περίπτωση υπήρξαν εκατέρωθεν επιχειρήματα με επίκεντρο την υπόθεση Νεοφύτου ν. Malak κ.ά., Πολ. Εφ. 118/2012, ημερ. 21.6.18, ECLI:CY:AD:2018:A297 (πλειοψηφία). Η Εφεσείουσα την επικαλείται σε σχέση με τη θέση που εκεί εκφράστηκε για το ζήτημα της έναρξης και της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής. Λέχθηκε εκεί ειδικότερα πως με βάση τη Δ.9 κ.11 η προσθήκη ή αντικατάσταση εναγομένου «ανατρέχει πίσω στην καταχωρηθείσα αγωγή», οπότε καθοριστική για το θέμα παραγραφής είναι «η ίδια η έγερση της αγωγής». Η Εφεσίβλητη στην παρούσα εξέφρασε τη θέση πως η υπόθεση Νεοφύτου ν. Malak (ανωτέρω) διακρίνεται καθότι δεν αφορά απόφαση για προσθήκη ή για την εξουσία ορισμού ημερομηνίας που θα λαμβάνεται υπ’ όψιν για σκοπούς παραγραφής. Πρόκειται για απόφαση την οποία είχε υπ’ όψιν του το πρωτόδικο Δικαστήριο το 2020, πλην όμως κατέληξε ότι δεν μπορούσε να την ακολουθήσει, εξαιτίας του όρου που είχε τεθεί στην Ενδιάμεση Απόφαση για τον χρόνο.
Στη μεταγενέστερη υπόθεση Ι. Γ. Κασουλίδης & Υιός Λτδ, Πολ. Εφ. Ε187/2013, ημερ. 9.10.18 εκφράστηκε η παλαιότερη αντίθετη θέση, η οποία στην πραγματικότητα συνάδει με τη θέση της μειοψηφίας στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Malak (ανωτέρω). Η ουσία της αντίθετης αυτής θέσης είναι ότι η διαδικασία εναντίον του εναγομένου αρχίζει με την επίδοση σε αυτόν του τροποποιημένου κλητηρίου και ότι δεν επιτρέπεται η προσθήκη διαδίκου ή βάσης αγωγής στην περίπτωση που η προσθήκη οδηγεί σε αποστέρηση υπεράσπισης η οποία βασίζεται στο ότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί.
Με κάθε σεβασμό όμως, δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω το θέμα, αφού επί του παρόντος προέχει να εξεταστεί το κατά πόσον στην παρούσα υπήρξε «σφάλμα περί το όνομα». Επ’ αυτού δεν εντοπίζουμε συγκρουόμενες νομικές θέσεις στις δύο ως άνω αποφάσεις. Στη Νεοφύτου ν. Malak (ανωτέρω) λέχθηκε πως «επιτρέπεται ως θέμα δικαίου η προσθήκη διαδίκου ακόμη και αν η τροποποίηση ή προσθήκη επιδιώκεται μετά τη λήξη της περιόδου παραγραφής υπό την προϋπόθεση ότι διαπιστώνεται καλόπιστο λάθος στο όνομα ή στο διάδικο και το λάθος αυτό δεν αφήνει αμφιβολία ως προς την πραγματική ταυτότητα του διαδίκου». Στη δε υπόθεση Ι. Γ. Κασουλίδης & Υιός Λτδ (ανωτέρω) σημειώθηκε πρώτον ότι στην απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer) δύναται να επιτραπεί η τροποποίηση αν η ουσία της υπόθεσης το δικαιολογεί, δεύτερον ότι η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της γεγονότα και τρίτον υπήρξε παραπομπή στην κλασική επί του θέματος υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.ά., (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, στην οποία λέχθηκε ότι:
«Στην Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672 έχει διατυπωθέι η θέση ότι ο κανόνας της υπόθεσης Mabro (πιο πάνω) αποτρέπει την τροποποίηση αν η τροποποίηση συνεπάγεται την προσθήκη διαδίκου και όχι την απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer). Έχει, επίσης, διατυπωθεί η θέση ότι ο σχετικός κανόνας εφαρμόζεται και στην περίπτωση υποκατάστασης διαδίκου σε αντικατάσταση διαδίκου ο οποίος απομακρύνεται. Ωστόσο αν με την προτιθέμενη προσθήκη δεν σκοπείται η προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου αλλά η απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer) αυτή μπορεί να επιτραπεί αν η ουσία της υπόθεσης δικαιολογεί μια τέτοια πορεία*.
[…]
Ο Devlin, L.J. πραγματεύθηκε το ζήτημα λέγοντας ότι το κατά πόσο ένα κλητήριο απευθυνόταν σε ένα μη υφιστάμενο διάδικο ή κατά πόσο ήταν περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) ή κακής περιγραφής πρέπει να αποφασιστεί στη βάση του τί θα συμπαιράνει (sic) ένα λογικό άτομο, στη θέση του εναγομένου, που θα λάμβανε το κλητήριο. Είπε στη σελ. 676:
[…]
Σε μετάφραση:
«Στο Αγγλικό Δίκαιο σαν θέμα γενικής αρχής το ζήτημα δεν είναι τί σκόπευε ή εννοούσε ο συγγραφέας του εγγράφου αλλά το πώς ένας λογικός άνθρωπος που διαβάζει το έγγραφο θα αντιλαμβανόταν το νόημα του και εκείνο είναι το κριτήριο που πρέπει σαν θέμα γενικού κανόνα να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer) - το οποίο μπορεί να περιλάβει αριθμό άλλων καταστάσεων εκτός από 'σφάλμα περί το όνομα' (misnomer) στο κλητήριο, για παράδειγμα λάθος ως προς την ταυτότητα κατά τον καταρτισμό μιας συμφωνίας. Το κριτήριο πρέπει να είναι: πως θα εκλάβει το έγγραφο ένα λογικό πρόσωπο που το παραλαμβάνει. Αν κάτω από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και εξετάζοντας το έγγραφο στο σύνολο του θα πεί στον εαυτό του: 'Σίγουρα πρέπει να εννοεί εμένα, αλλά έχουν γράψει το όνομα μου λανθασμένα' τότε έχουμε την περίπτωση απλού 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer). Αν, από την άλλη, θα πεί: '..... από αυτό τούτο το έγγραφο δεν μπορώ να πω κατά πόσον εννοούν εμένα ή όχι και πρέπει να διερευνήσω το θέμα' τότε μου φαίνεται ότι ξεφεύγουμε από τα όρια του 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer)"».
(έμφαση δοθείσα)
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Davies (ανωτέρω), λόγω του ότι στο κλητήριο δεν αναφερόταν η ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος, κρίθηκε πως θα ήταν αδύνατο για ένα αντικειμενικό άτομο να γνωρίζει ή να είναι βέβαιο, με βάση το κλητήριο, κατά πόσον ο ενάγων προτίθετο να εναγάγει τον οίκο ή την εταιρεία και ότι θα απαιτείτο να προβεί σε έρευνες ως προς το πότε επεσυνέβη το ατύχημα, συνεπώς δεν επρόκειτο για σφάλμα περί το όνομα (misnomer). Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.ά. (ανωτέρω), γίνεται παραπομπή και σε άλλη νομολογία, όπως η υπόθεση Whittam v. W. J. Daniel & Co. Ltd (1961) All E.R. 796, στην οποίαν η κατάληξη ήταν πως εφαρμόζοντας το προαναφερθέν κριτήριο της Davies (ανωτέρω) «… δεν μπορούσε να υπάρχει αμφιβολία στο μυαλό των εναγομένων, όταν έλαβαν το κλητήριο, ότι ήταν εκείνοι τους οποίους ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει και ότι απλώς είχε γράψει το όνομα λανθασμένα», καθώς και ότι στην εν λόγω υπόθεση δεν υπήρχε «… άλλη οντότητα με την οποία η περιγραφή στο κλητήριο μπορούσε να εκληφθεί ότι αναφερόταν». Παρομοίως, παραπομπή έγινε και στην Singh v. Atombrook Ltd (1989) 1 All E.R. 385, στην οποία αφενός λέχθηκε πως «δεν υπήρχε ποτέ η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του εναγομένου ότι ο ενάγων είχε πρόθεση να τον εναγάγει και ότι ήταν το πρόσωπο με το οποίο σχετιζόταν η υπόθεση αυτή» και αφετέρου απερρίφθη το επιχείρημα ότι «ένα αντικειμενικό πρόσωπο αν και γνώριζε όλα τα γεγονότα τα οποία γνώριζε ο εναγόμενος θα νόμιζε ότι αυτός ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει ένα οίκο που ονομάζεται Sterling Travel …».
Κατά τη δική μας κρίση τα γεγονότα της υπόθεσης Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.ά. (ανωτέρω), δεν ταυτίζονται μεν απολύτως πλην όμως προσομοιάζουν ουσιωδώς με τα γεγονότα της κρινόμενης εδώ υπόθεσης, για λόγους που εξηγούμε κατωτέρω. Στην υπόθεση εκείνη η διαφορά ανέκυψε από την απαλλοτρίωση κτημάτων των εφεσιβλήτων. Τόσο στη Γνωστοποίηση όσο και στο Διάταγμα Απαλλοτρίωσης, καθώς και σε σχετική γραπτή προσφορά μέσω ιδιωτών κτηματικών συμβούλων, αναφερόταν ως Απαλλοτριούσα Αρχή το Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς. Ως εκ τούτου και στην Ειδοποίηση Παραπομπής, που καταχώρισαν οι Εφεσίβλητοι, κατονομαζόταν ως Αποζημιούσα Αρχή το Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς, ενώ και ο τύπος διορισμού δικηγόρου φερόταν να είχε δοθεί επίσης από το «Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς». Όταν αργότερα καταχώρισε την υπεράσπιση της, η Αποζημιούσα Αρχή ήγειρε προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενη ότι η οποιαδήποτε διαδικασία έπρεπε να εγερθεί κατά του «Δήμου Αγλαντζιάς» ως νομικού προσώπου και όχι κατά του «Δημοτικού Συμβουλίου».
Μετά την καταχώριση αίτησης για προδικαστική εκδίκαση, οι εφεσίβλητοι ιδιοκτήτες καταχώρισαν (όπως και στην παρούσα) αίτηση για τροποποίηση του τίτλου δια της προσθήκης του Δήμου Αγλαντζιάς ως Καθ’ ου 2 και για ανάλογη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Προβλήθηκε ένσταση επί τω ότι ο σχετικός Νόμος τάσσει προθεσμία 75 ημερών για λήψη νομικών διαβημάτων και η προσθήκη νέου διαδίκου θα επηρέαζε ανεπανόρθωτα τα κεκτημένα δικαιώματα του Δήμου Αγλαντζιάς, λόγω της παρόδου της προθεσμίας λήψης μέτρων. Πρωτοδίκως εγκρίθηκε η προσθήκη ως το αίτημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, μετά από εκτενή ανάλυση, σε μέρος της οποίας ήδη έχουμε αναφερθεί, προσέθεσε:
«Έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα πως πρόθεση των εφεσιβλήτων ήταν να εναγάγουν την οντότητα εκείνη η οποία είναι κατά το νόμο υπεύθυνη για την καταβολή των επιδίκων αποζημιώσεων. Η οντότητα εκείνη είναι ο προτεινόμενος διάδικος. Έχουμε, επίσης, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο προτεινόμενος διάδικος δεν είχε ποτέ αμφιβολία ότι οι εφεσίβλητοι είχαν πρόθεση να τον εναγάγουν. Ούτε είχε αμφιβολία ότι ήταν η οντότητα με την οποία σχετιζόταν η υπόθεση αυτή. Αυτά τα συμπεράσματα είναι τα μόνα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από μια ανάγνωση της Παραπομπής και της έκθεσης απαιτήσεως στο σύνολο τους. Οποιοσδήποτε λογικός και αντικειμενικός αναγνώστης του κλητηρίου - εδώ της Παραπομπής - και της έκθεσης απαιτήσεως στο σύνολο τους θα αντιλαμβανόταν ότι η αγωγή - Παραπομπή - στρεφόταν κατά της οντότητας εκείνης που ήταν, κατά το νόμο, υπεύθυνη για την καταβολή των αποζημιώσεων. Όπως έχουμε υποδείξει αυτή η οντότητα ήταν ο προτεινόμενος διάδικος και ότι απλώς περίγραψαν λανθασμένα το όνομα του. Η Αποζημιούσα Αρχή στον τίτλο της Παραπομπής δεν μπορούσε να ήταν άλλη από τον προτεινόμενο διάδικο και δεν μπορούσε να εκληφθεί από οποιοδήποτε λογικό άτομο ότι αναφέρεται σε οποιοδήποτε άλλο εκτός από τον προτεινόμενο διάδικο. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι πρόκειται σαφώς για περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer). Η επίδικη προσθήκη μπορούσε να λάβει χώραν ακόμη και μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Ο σχετικός λόγος της έφεσης απορρίπτεται.
Το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι δεν έχουν προβεί στην υποκατάσταση του υφιστάμενου διαδίκου με τον προτεινόμενο διάδικο είναι χωρίς σημασία. Με την επίδικη προσθήκη έχουν καταστεί δύο οντότητες ως διάδικοι. Εναπόκειται στο Πρωτόδικο Δικαστήριο να αποφασίσει ποιά από τις δυο θα αποζημιώσει τους εφεσίβλητους».
(έμφαση δοθείσα)
Στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει κατ’ αρχάς να σημειωθεί, ότι όπως ορθώς σημειώθηκε και στην Ενδιάμεση Απόφαση, η Εφεσίβλητη βάσισε την ένσταση της στην αίτηση προσθήκης «επί νομικών σημείων παρά σε οποιαδήποτε σημαντική διαφορά αναφορικά με τα σχετικά γεγονότα». Έτσι, ήταν αναντίλεκτο πως, μετά το κατ’ ισχυρισμόν ατύχημα, ο συνήγορος της Εφεσείουσας απέστειλε στις 19.11.10 επιστολή στην εταιρεία C.A.C. Papantoniou Ltd, ενημερώνοντας την αφενός για ατύχημα «στον χώρο της φρουταρίας του καταστήματος σας στην Κ. Πάφο» και αφετέρου για τη διάθεση διαπραγμάτευσης «είτε μαζί σας είτε με την Εταιρεία που σας παρέχει ασφαλιστική κάλυψη έναντι του κοινού» (Τεκμήριο Α στη ΣΕΔ). Αναντίλεκτα παρέμεναν και σειρά άλλων στοιχείων, στα οποία γίνεται αναφορά κατωτέρω, μεταξύ των οποίων το γεγονός ότι η αρχική Εναγόμενη είναι η μητρική εταιρεία της Εφεσίβλητης και ότι έχουν τον ίδιο οικονομικό διευθυντή.
Αντί απάντησης από την ίδια ως άνω εταιρεία, ο συνήγορος της Εφεσείουσας παρέλαβε ηλεμήνυμα ημερ. 31.12.10 (Τεκμήριο Β1 στη ΣΕΔ) από τον Υπεύθυνο Απαιτήσεων της Chartis Cyprus Ltd (γενικής αντιπροσώπου της American Home Assurance Company), με την οποία τον ενημέρωνε ότι:
«Αναφορικά με το πιο πάνω περιστατικό και σε συνέχεια επιστολής σας ημερ. 19/11/2010 που στείλατε στην εταιρεία C.A.C. Papantoniou Ltd και η οποία μας κοινοποιήθηκε στις 10/12/2010, σας πληροφορώ ότι η εν λόγω εταιρεία διατηρεί συμβόλαιο Αστικής Ευθύνης με την εταιρεία μας.
Για να είμαστε σε θέση να εξετάσουμε τους ισχυρισμούς του πελάτη σας, παρακαλώ όπως μας σταλεί το ιστορικό του ατυχήματος και οποιαδήποτε πιστοποιητικά που αφορούν τον ισχυριζόμενο τραυματισμό.
Παραμένω στη διάθεση σας για οποιεσδήποτε διευκρινίσεις χρειαστείτε».
Απαντώντας, με δικό του ηλεμήνυμα ημερ. 4.1.11, ο συνήγορος της Εφεσείουσας έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για το ατύχημα, τα τραύματα, τη θεραπεία και τις ειδικές ζημιές, επισυνάπτοντας σχετικά πιστοποιητικά και αποδείξεις (Τεκμήριο Β2 στη ΣΕΔ). Στις 19.1.11 ο Υπεύθυνος Απαιτήσεων της Chartis Cyprus Ltd επιβεβαίωσε τη λήψη των στοιχείων, λέγοντας ότι θα μελετούντο και θα απαντούσε εντός ημερών (Τεκμήριο Β3 στη ΣΕΔ). Τις επόμενες μέρες όμως και δη στις 31.1.11, ο ίδιος ζήτησε αφενός τα αποτελέσματα του MRI και αφετέρου την εξέταση της Εφεσείουσας από ιατρό της επιλογής τους (Τεκμήριο Β4 στη ΣΕΔ), πράγμα που επανέλαβε γραπτώς στις 14.2.11(Τεκμήριο Β5 στη ΣΕΔ), αναφερόμενος και σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον συνήγορο της Εφεσείουσας. Το αίτημα για τέτοια εξέταση έγινε αυθημερόν δεκτό (Τεκμήριο Β6 στη ΣΕΔ). Η αλληλογραφία ολοκληρώνεται με επιστολή του συνηγόρου της Εφεσείουσας ημερ. 20.6.11, με την οποία επισημαίνει την πάροδο τεσσάρων μηνών από την ιατρική εξέταση και ζητά το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό, ούτως ώστε να μπορέσει να υποβάλει την πρόταση του για εξώδικη διευθέτηση.
Προφανώς δεν υπήρξε περαιτέρω εξέλιξη, οπότε στις 29.8.12 η Εφεσείουσα καταχώρισε την αγωγή της επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου ζητώντας αποζημιώσεις «… λόγω τραυματισμού της από πτώση που συνέβη κατά ή περί την 5/01/2010, καθ’ ον χρόνο αυτή βρισκόταν στον χώρο της φρουταρίας του καταστήματος της Εναγομένης στην Κάτω Πάφο, λόγω αμέλειας …».
Η C.A.C. Papantoniou Ltd καταχώρισε εμφάνιση στις 21.9.12 και υπεράσπιση στις 22.1.14, αναφέροντας στην §1 ότι:
«Η εναγόμενη εταιρεία εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η παρούσα διαδικασία εναντίον της δεν μπορεί να προχωρήσει καθ ότι η εναγόμενη είναι η ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Η διαχειρίστρια εταιρεία της υπεραγοράς είναι C.A.C. PAPANTONIOU TRADING LTD η οποία έχει και την ευθύνη λειτουργίας της υπεραγοράς. Άνευ βλάβης της προδικαστικής της ένστασης, αναγκαστικά η εναγομένη προχωρεί στην πιο κάτω υπεράσπιση».
Εξ αφορμής της πιο πάνω ένστασης, η Εφεσείουσα, αρχικά με επιστολή ημερ. 27.3.14 και αργότερα με αίτηση ημερ. 14.4.14, ζήτησε λεπτομέρειες εν σχέσει με το καθεστώς υπό το οποίο η ως άνω εταιρεία, ήτοι η Εφεσίβλητη, «ανέλαβε τη διαχείριση των υποστατικών και ή της επιχείρησης».
Συμμορφούμενη με το σχετικό διάταγμα, η αρχική Εναγόμενη έδωσε λεπτομέρειες δια ενόρκου δηλώσεως ημερ. 15.9.14, στην οποία επεσύναψε διάφορα έγγραφα, μεταξύ των οποίων ενοικιαστήριο σε σχέση με το υποστατικό της υπεραγοράς μεταξύ της μητρικής και θυγατρικής, έγγραφα του Εφόρου Εταιρειών, καθώς και κοινή επιστολή των δύο συγγενικών εταιρειών προς τον συνήγορο τους, στην οποία ο οικονομικός διευθυντής των εν λόγω εταιρειών συνόψιζε την όλη κατάσταση ως εξής:
«Συνεπώς κατά την ημέρα του ατυχήματος της κας Γιούπρου, νόμιμος ιδιοκτήτης των ακινήτων που λειτουργεί η Υπεραγορά Παπαντωνίου στην Κάτω Πάφο ήταν η εταιρεία C.A.C. PAPANTONIOU LTD και ενοικιαστής των ακινήτων και διαχειριστής της επιχείρησης των Υπεραγορών Παπαντωνίου ήταν και συνεχίζει να είναι μέχρι σήμερα η εταιρεία C.A.C. PAPANTONIOU TRADING LTD.
Παράλληλα σημείωσε ότι ασφαλισμένη για σκοπούς αστικής ευθύνης ήταν η εταιρεία C.A.C. PAPANTONIOU TRADING LTD. Παρακαλώ βλέπε τη συνημμένη επιστολή, παράρτημα αρ. 8, με την οποία η ασφαλιστική εταιρεία CHARTIS CYPRUS LTD δηλώνει ότι θα αναλάβει και την υπεράσπιση στο δικαστήριο με δικούς της δικηγόρους, όταν και εφόσον η αγωγή αλλάξει και ως εναγόμενος θα είναι η εταιρεία C.A.C. PAPANTONIOU TRADING LTD».
Μέσα από την πιο πάνω αναλυτική καταγραφή προκύπτει ως πρώτο και βασικό συμπέρασμα ότι η Εφεσείουσα αποσκοπούσε στην εξασφάλιση αποζημιώσεων και εντός αυτού του πλαισίου προτίθετο να εναγάγει την εταιρεία εκείνη η οποία λειτουργούσε την υπεραγορά στην Κάτω Πάφο, στη φρουταρία της οποίας είχε κατ’ ισχυρισμόν γλιστρήσει. Ήθελε με άλλα λόγια να εναγάγει την κάτοχο, διαχειρίστρια και υπεύθυνη του χώρου της υπεραγοράς. Δεν προκύπτει να είχε οποιαδήποτε αξίωση εναντίον της ιδιοκτήτριας της γης.
Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι κάτοχος, διαχειρίστρια και υπεύθυνη της υπεραγοράς ήταν η εταιρεία C.A.C. Papantoniou Trading Ltd, δηλαδή η Εφεσίβλητη. Ατυχώς όμως η Εφεσείουσα, με την πρώτη της επιστολή απευθύνθηκε στην εταιρεία C.A.C. Papantoniou Ltd (δηλαδή παρέλειψε τη λέξη «Trading»), η οποία με βάση το ιστορικό που παρέθεσε ο οικονομικός διευθυντής των δύο εταιρειών, είναι μεν η μητρική εταιρεία αλλά, εννοείται, είναι και ξεχωριστή οντότητα από τη θυγατρική (Εφεσίβλητη), η οποία κατέχει και διαχειρίζεται την υπεραγορά.
Η Εφεσίβλητη, ως η κάτοχος και διαχειρίστρια, είναι και η μόνη εκ των δύο εταιρειών η οποία καθηκόντως είναι ασφαλισμένη για σκοπούς αστικής ευθύνης. Με την παραλαβή της επιστολής της Εφεσείουσας κατέστη πλήρως αντιληπτό ότι γινόταν αναφορά σε υποστατικό της Εφεσίβλητης, για το οποίο υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη. Εξ ου και η αρχική επιστολή διαβιβάστηκε στους ασφαλιστές της Εφεσίβλητης, οι οποίοι και συνέχισαν όλη την αλληλογραφία. Μάλιστα, το έπραξαν ζητώντας και αποδεικτικά έγγραφα, καθώς και ιατρική εξέταση. Εννοείται πως όλα αυτά οι ασφαλιστές τα ζητούσαν εκ μέρους της μόνης πελάτιδος τους και μόνης ασφαλισμένης, δηλαδή της Εφεσίβλητης. Δεν υπήρχε λόγος να είχαν εμπλακεί οι ασφαλιστές εάν δεν ήταν πλήρως αντιληπτό από όλους τους εμπλεκόμενους (αξιωματούχους των εταιρειών, ασφαλιστές κ.λπ) ότι η αξίωση αφορούσε την εταιρεία στην οποία παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη, έναντι ακριβώς τέτοιων κινδύνων. Με άλλα λόγια δεν υπήρχε οποιαδήποτε αμφιβολία τόσο στο μυαλό των ιθυνόντων της Εφεσίβλητης όσο και στο μυαλό των ασφαλιστών της ότι η Εφεσίβλητη ήταν η εταιρεία που είχε σχέση με το ατύχημα, ήτοι με την υπόθεση.
Η Εφεσείουσα δεν εντόπισε το σφάλμα στο όνομα πριν την καταχώριση της αγωγής. Είναι θέμα κοινής λογικής πως η πρώτη επιστολή της Εφεσείουσας, η οποία απευθυνόταν στην C.A.C. Papantoniou Ltd (χωρίς τη λέξη “Trading”), διαβιβάστηκε με κάποιο τρόπο στους ασφαλιστές. Δηλαδή όποιος και αν την παρέλαβε, ασφαλώς αντιλήφθηκε ότι αφορά την υπεραγορά, για την οποία υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη προς όφελος της θυγατρικής εταιρείας που τη διαχειριζόταν, δηλαδή της Εφεσίβλητης.
Η γραπτή διαβεβαίωση όμως των ασφαλιστών προς τον συνήγορο της Εφεσείουσας ότι η εταιρεία C.A.C. Papantoniou Ltd διατηρεί «συμβόλαιο Αστικής Ευθύνης» μαζί τους δεν απέδιδε την πραγματικότητα. Το πιο πιθανόν είναι ότι απάντησαν έτσι επειδή ακριβώς αντιλήφθηκαν ότι η αξίωση ήταν εναντίον της ασφαλισμένης εταιρείας, ήτοι της Εφεσίβλητης. Δεν έχει σημασία όμως το ότι, είτε εξ αμελείας είτε σκοπίμως, δεν υπεδείχθη πιο πριν αυτό το σφάλμα είτε από την Εφεσίβλητη είτε από τους ασφαλιστές της. Σημασία έχει ότι, μη γνωρίζοντας το, η Εφεσείουσα καταχώρισε την αγωγή της εναντίον της οντότητας η οποία εμφαίνετο στην αλληλογραφία. Αυτό ήταν επίσης σφάλμα αλλά με την οπισθογράφηση στο κλητήριο ήταν και πάλι σαφές ότι η αξίωση στρεφόταν εναντίον της κατόχου και διαχειρίστριας της υπεραγοράς, η οποία δεν ήταν άλλη από την Εφεσίβλητη.
Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία πως οποιοδήποτε αντικειμενικό και λογικό πρόσωπο, βλέποντας το κλητήριο θα ήταν βέβαιο ότι η Εφεσείουσα είχε πρόθεση να εναγάγει την Εφεσίβλητη και ότι απλώς είχε γράψει το όνομα της λανθασμένα. Η αναφορά σε «φρουταρία του καταστήματος της εναγομένης στην Κάτω Πάφο» σε συνδυασμό με την καταγραφόμενη ημερομηνία ατυχήματος, προσδιόριζε την υπεραγορά της Εφεσίβλητης. Η ανάγνωση και της Έκθεσης Απαίτησης απλώς θα ενίσχυε έτι περαιτέρω την πιο πάνω λογική και αντικειμενική παρατήρηση οποιουδήποτε αντικειμενικού αναγνώστη.
Η Εφεσίβλητη, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου έφεσης, προβάλλει πως η παρούσα δεν αφορά σφάλμα περί το όνομα ή στην περιγραφή του διαδίκου διότι «το αίτημα της Εφεσείουσας ήταν για προσθήκη της Εφεσίβλητης ως πρόσθετης εναγόμενης, με την εναγόμενη 1 να παραμένει ως διάδικος στην Αγωγή». Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση. Εν πρώτοις παραπέμπουμε στο προπαρατεθέν απόσπασμα από την υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.ά. (ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση είχε συμβεί το ίδιο και κρίθηκε ότι το γεγονός αυτό είναι χωρίς σημασία.
Κατά δεύτερον, θα πρέπει να επαναλάβουμε ότι η έκθεση απαίτησης της Εφεσείουσας δεν άλλαξε καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε σχέση με την κάτοχο και διαχειρίστρια της υπεραγοράς. Αυτό το οποίο τροποποιήθηκε ήταν η διευκρίνιση πως όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί αφορούσαν την Εφεσίβλητη, η οποία αριθμήθηκε ως «Εναγόμενη 2». Το γεγονός ότι η Εφεσείουσα επέλεξε να προσθέσει, μετά από άδεια, νέους ισχυρισμούς που αφορούσαν την ιδιοκτήτρια του ακινήτου, δηλαδή τη μητρική εταιρεία, η οποία αριθμήθηκε ως «Εναγόμενη 1» δεν μπορούσε να επηρεάσει την πραγματική ή νομική κατάσταση σε σχέση με το συζητούμενο ζήτημα. Με άλλα λόγια δεν αναιρείτο το γεγονός ότι σε σχέση με την Εφεσίβλητη είχε παρεισφρήσει σφάλμα περί το όνομα (misnomer).
Η Εφεσείουσα, στις δύο ένορκες δηλώσεις της προς υποστήριξη της αίτησης προσθήκης, είχε καταγράψει όλα τα στοιχεία του ιστορικού, που έχουμε πιο πριν επισημάνει, προβάλλοντας ότι είχε παραπλανηθεί από την άλλη πλευρά. Το πρωτόδικο Δικαστήριο τα έλαβε υπ’ όψιν μόνο για το ζήτημα των εξόδων. Συγκεκριμένα συνεκτιμώντας πως η αναγκαιότητα προσθήκης «έχει προκύψει από την εκ πρώτης όψεως λανθασμένη πληροφόρηση η οποία δόθηκε προς τον δικηγόρο της», διέταξε όπως τα έξοδα είναι στην πορεία της αγωγής. Παρά την αναφορά του στη σχετική νομολογία δεν κατηύθυνε την προσοχή του στην πιθανότητα η περίπτωση να αφορούσε σφάλμα περί το όνομα, εξ ου και κατέληξε στην επιβολή του όρου όσον αφορά τον χρόνο ο οποίος θα λαμβανόταν υπ’ όψιν για το ζήτημα της παραγραφής. Εν όψει της δικής μας προηγηθείσας κατάληξης η αντιμετώπιση θα έπρεπε να είναι διαφορετική και ο όρος αυτός θα πρέπει να ακυρωθεί, συμπαρασύροντας και την Τελική Απόφαση.
Δεν παραγνωρίζουμε ότι η εκκαλούμενη Ενδιάμεση Απόφαση έχει ληφθεί στα πλαίσια άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Παρά ταύτα η επέμβαση του Εφετείου δικαιολογείται, μεταξύ άλλων, οποτεδήποτε διαπιστώνεται η μη λήψη υπ’ όψιν σχετικών στοιχείων ή παραγόντων (Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd (2001) 1(B) A.A.Δ. 1301). Διαπιστώνουμε ότι η παρούσα είναι μια τέτοια περίπτωση.
Εννοείται ότι η ακύρωση του όρου σε σχέση με τον χρόνο συμπαρασύρει σε ακύρωση και την Τελική Απόφαση (απόρριψης της αγωγής), της οποίας αποτέλεσε το υπόβαθρο.
Κατάληξη
Στη βάση όλων των πιο πάνω καταλήγουμε ότι η παρούσα περίπτωση συνιστούσε περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer). Οποιεσδήποτε διαφορετικές διαπιστώσεις στην Ενδιάμεση Απόφαση δεν ευσταθούν και παραμερίζονται. Ακυρώνεται επίσης ο όρος τον οποίο έθεσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήτοι ότι σε σχέση με το θέμα της παραγραφής η σχετική ημερομηνία προσθήκης θα θεωρείται αυτή της έκδοσης του σχετικού διατάγματος. Τα διατακτικά στην Ενδιάμεση Απόφαση παραμένουν ως έχουν.
Κατά συνέπειαν, ακυρώνεται και η Τελική Απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Η αγωγή να οριστεί φροντίδι του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου, το συντομότερο δυνατόν ενώπιον αρμόδιου Δικαστή για συνέχιση της διαδικασίας. Λόγω της παλαιότητας της αγωγής, αναμένεται ότι θα δοθεί η μέγιστη δυνατή προτεραιότητα στον προγραμματισμό της για ακρόαση και στην ολοκλήρωση της.
Καθ’ όσον αφορά τα έξοδα, ενόψει της επιτυχίας της Έφεσης, καθώς και της μερικής επιτυχίας της Αντέφεσης, κρίνουμε ορθότερο όπως μη εκδώσουμε οποιαδήποτε διαταγή και η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα δικά της έξοδα.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο