ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. Ε184/2021)
7 Μαΐου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
Εφεσείοντας
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ
Εφεσίβλητη
--------------------------------------------------
Ανδρέας Χ. Κυπρίζογλου, για τον Εφεσείοντα
Γραφείο Στέλιος Στυλιανίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (Ηβόνη Παλατέ), για την Εφεσίβλητη
[Η ακρόαση διεκπεραιώθηκε χωρίς τη φυσική παρουσία των μερών κατόπιν αιτήματος που υποβλήθηκε δυνάμει του περί Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021]
--------------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Στις 28.4.2014 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ της Περιφερειακής Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λεμεσού Λτδ (ΠΣΠΕΛ) και εναντίον του χρεώστη/εφεσείοντα για ποσό €1.230.683 πλέον τόκους προς 9,5% που θα χρεώνονταν δυο φορές τον χρόνο. Στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 648/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η εν λόγω διαιτητική απόφαση, δυνάμει εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος ημερ. 20.1.2016, ενεγράφη για σκοπούς εκτέλεσης. Συμφωνήθηκε δε, χρόνος αναστολής μέχρι 20.1.2018.
Στις 30.6.2020, κατόπιν της υποβολής της αίτησης 25/2020 από μέρους της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΣΕΔΠΣ), η οποία διαδέχθηκε την ΠΣΠΕΛ, εκδόθηκε Ειδοποίηση Πτώχευσης εναντίον του χρεώστη. Στην πορεία, τη ΣΕΔΠΣ διαδέχθηκε η εφεσίβλητη, η οποία λογίζεται πλέον ως η νόμιμη πιστώτρια. Για σκοπούς ευχερούς κατανόησης, ανεξαρτήτως αναφοράς σε χρόνο, θα αναφέρεται η εφεσίβλητη ως πιστώτρια.
Ο χρεώστης καταχώρισε αίτηση παραμερισμού της Ειδοποίησης Πτώχευσης, προβάλλοντας τρείς λόγους για τους οποίους η Ειδοποίηση Πτώχευσης θα έπρεπε να παραμεριστεί. Πρώτον, ότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης που του επιδόθηκε δεν συνοδευόταν από το προαναφερθέν διάταγμα/απόφαση ημερ. 20.1.2016. Δεύτερον, η πιστώτρια κατά παράβαση του άρθρου 5(2) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, προχώρησε στην έκδοση της υπό αναφορά Ειδοποίησης Πτώχευσης, χωρίς προηγουμένως να απεμπολήσει τα δικαιώματα της επί της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία ήταν υποθηκευμένη προς όφελος της δια της υποθήκης Υ13939/07. Τρίτον, η πιστώτρια είχε ήδη δρομολογήσει μέτρα εκτέλεσης εναντίον του, ήτοι του επέδωσε στις 3.3.2020 Ειδοποίηση «Τύπου Ι» με την οποία τον ενημέρωνε ότι προτίθετο να ασκήσει το δικαίωμα της σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου προς εξόφληση του υπολοίπου που προέκυπτε από την εκδοθείσα εναντίον του απόφαση.
Η Αίτηση προκάλεσε την αντίδραση της πιστώτριας, η οποία καταχώρισε ένσταση. Διαρκούσης της πρωτόδικης διαδικασίας, τα μέρη παρέμειναν αμετακίνητα στις θέσεις τους με αποτέλεσμα η διαφορά να οδηγηθεί σε ακρόαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο που κλήθηκε να εκδικάσει την υπόθεση, με την εκκαλούμενη απόφαση του ημερομηνίας 23.9.2021, δικαίωσε τελικά την πιστώτρια, απορρίπτοντας και τους τρεις προαναφερθέντες λόγους που είχε εγείρει ο χρεώστης.
Ο χρεώστης δεν έμεινε ικανοποιημένος και καταχώρισε έφεση, προβάλλοντας αρχικά δύο λόγους έφεσης, οι οποίοι κατ’ ουσία είναι οι λόγοι 2 και 3 που είχε εγείρει πρωτόδικα στην αίτηση παραμερισμού. Ωστόσο, με το περίγραμμα αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του, εγκαταλείφθηκε ο λόγος έφεσης 2 που αφορούσε τα περί ήδη δρομολόγησης μέτρων εκτέλεσης εναντίον του. Προς εξέταση επομένως παραμένει μόνον ο λόγος έφεσης 1. Τον παραθέτουμε πιο κάτω για σκοπούς εύκολης αναφοράς.
Πρώτος Λόγος Έφεσης
«Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα και αντινομικά έκρινε ότι, ο λόγος που προέβαλε ο Αιτητής στην Αίτηση Παραμερισμού της Ειδοποίησης Πτώχευσης του, που εδραζόταν στο νομικό επιχείρημα ότι, οι Εξ Αποφάσεως πιστωτές προέβηκαν στην καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο πτωχευτικής ειδοποίησης χωρίς προηγουμένως να απεμπολήσουν τα δικαιώματα τους επί της ακίνητης του ιδιοκτησίας η οποία είναι υποθηκευμένη προς όφελος τους μέσω της υποθήκης υπ΄ αριθμό Υ13939/2007, κατά παράβαση του άρθρου 5(2) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε με λακωνικότητα το συγκεκριμένο ζήτημα, αναφέροντας στη σελ. 7 της απόφασης του τα εξής:
«Ως αβάσιμος κρίνεται και ο υπό παράγραφο 2 προβαλλόμενος λόγος. Αυτό το οποίο διαφαίνεται από το άρθρο 5 (2) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5, η τυχόν δήλωση του εξασφαλισμένου πιστωτή ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση του σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχθεί σε πτώχευση, αποτελεί προϋπόθεση της υποβολής αίτησης πτώχευσης, όχι όμως της αίτησης για έκδοση της πτωχευτικής ειδοποίησης. Οι πιστωτές δεν είχαν υποχρέωση, στο πλαίσιο της παρούσας πτωχευτικής ειδοποίησης, να δηλώσουν ότι προτίθενται να προβούν σε παραίτηση από την προς όφελος τους παραχωρηθείσα εκ μέρους του χρεώστη υποθήκη».
Το άρθρο 5 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, τιτλοφορείται «Όροι βάσει των οποίων πιστωτής δύναται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης».
Στο εδάφιο (1) αναφέρεται ότι «Πιστωτής δεν θα δικαιούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης εναντίον χρεώστη», παρά μόνον αν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις οι οποίες και συγκεκριμενοποιούνται. Στο εδάφιο (2) - που υπάγεται βεβαίως στο ευρύτερο πλαίσιο του άρθρου 5 - παραλήφθηκε η λέξη «πτώχευσης» μετά τη λέξη «αίτηση». Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής:
«(2) Αν ο αιτητής πιστωτής είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση, ή να δώσει εκτίμηση της εξασφάλισης του. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να γίνει δεκτός ως αιτητής πιστωτής στην έκταση του υπόλοιπου του προς αυτόν οφειλόμενου χρέους, που προκύπτει μετά την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας, κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν μη εξασφαλισμένος πιστωτής».
(η υπογράμμιση είναι δικής μας)
Παρά την παράλειψη της λέξης «πτώχευσης» είναι ερμηνευτικά πρόδηλο ότι το εδάφιο 2 (όπως και το εδάφιο 1) αφορά το στάδιο της αίτησης πτώχευσης. Τούτο, συνάδει και με τη φιλοσοφία της πτωχευτικής διαδικασίας εν γένει.
Ως προκύπτει, η υποχρέωση του πιστωτή να παραιτηθεί από εξασφάλιση που έχει προς όφελος του ή να δώσει εκτίμηση αυτής της εξασφάλισης, συναρτάται με το τελειωτικό διάβημα της αίτησης πτώχευσης του χρεώστη και όχι με το προγενέστερο διάβημα της αίτησης για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης όπως η υπό συζήτηση περίπτωση. Ναι μεν η μη συμμόρφωση, ως ο νόμος ορίζει, με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης πτώχευσης συνιστά πράξη πτώχευσης, αλλά τούτο αφορά αποκλειστικά τον χρεώστη. Τα δικαιώματα του αιτητή/πιστωτή, σε συνάρτηση με τα δικαιώματα τυχόν άλλων πιστωτών καθορίζονται και προσδιορίζονται με την εκ του Νόμου, έκδοση διαταγής για παραλαβή της περιουσίας του χρεώστη και την κήρυξη του σε πτώχευση, πράγμα που επέρχεται μετά την υποβολή αίτησης πτώχευσης. Τότε είναι που γεννάται η υποχρέωση να παραιτηθεί ή να εκτιμήσει την όποια εξασφάλιση κατέχει ο αιτητής/πιστωτής.
Το θέμα αυτό έχει ήδη ξεκαθαρίσει από την υπόθεση Αναστασίου v. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε173/2021, ημερ. 19.5.2025, από την οποία, δεν βλέπουμε κανένα λόγο να αποστούμε ή να διαφοροποιηθούμε ως εισηγείται η πλευρά του εφεσείοντος. Στη σελ. 10 της απόφασης αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα:
«Οι ειδικές υποχρεώσεις ενός εξασφαλισμένου πιστωτή σε διαδικασία πτώχευσης, ξεκινούν από την υποβολή αίτησης πτώχευσης και όχι από το στάδιο της ειδοποίησης πτώχευσης. Σύμφωνα με το Άρθρο 5 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Όροι βάσει των οποίων πιστωτής δύναται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης», από τη στιγμή που ο πιστωτής είναι εξασφαλισμένος, οφείλει στην αίτηση πτώχευσης που θα καταχωρήσει, είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση του προς όφελος του συνόλου των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχθεί σε πτώχευση ή να δώσει εκτίμηση της εξασφάλισης του.
Είναι επί του προκειμένου ορθή η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με δεδομένο το περιεχόμενο του Άρθρου 5 του Κεφ.5, προκύπτει με σαφήνεια ότι η συγκεκριμένη πρόνοια, αφορά το στάδιο υποβολής αίτησης πτώχευσης και όχι την υπό κρίση διαδικασία που αφορά ειδοποίηση πτώχευσης. Συνεπώς, η εφεσίβλητη σε αυτό το στάδιο δεν είχε καμία υποχρέωση να παραιτηθεί από την ενυπόθηκη εξασφάλιση της».
Το άρθρο 3(1)(στ) που νεοφανώς και ετεροχρονισμένα επικαλείται η πλευρά του εφεσείοντος στο περίγραμμα αγόρευσης του συνηγόρου της, ουδόλως διαφοροποιεί την κατάσταση. Το άρθρο 3 τιτλοφορείται «Τι συνιστά πράξη πτώχευσης» εξειδικεύοντας στο σώμα του άρθρου τις επί τούτου, διάφορες περιπτώσεις. Το περί ου ο λόγος εδάφιο (1)(στ) καθορίζει ως πράξη πτώχευσης την περίπτωση όπου ο χρεώστης παραλείπει να πληρώσει, εξασφαλίσει ή συμβιβάσει δυνητικά επαληθεύσιμο χρέος εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος, κατόπιν που θα κληθεί να το πράξει με διάταγμα που εκδίδεται στο πλαίσιο αίτησης του πιστωτή, της οποίας αίτησης, θα πρέπει να προηγηθεί ειδοποίηση πτώχευσης. Η συλλογιστική ότι η πρόνοια αυτή κατά κάποιο τρόπο εξυπακούει ότι θα πρέπει να υπάρχει από μέρους πιστωτή δήλωση εγκατάλειψης τυχόν εξασφάλισης ή εκτίμηση αυτής από το στάδιο της ειδοποίησης πτώχευσης, πέραν του ότι είναι άτοπη αφού υπάρχει ρητή, στοχευμένη και αντίθετη πρόνοια του άρθρου 5, είναι κατά την κρίση μας και εσφαλμένη ως θέση.
Εν όψει των πιο πάνω ο λόγος έφεσης 1 απορρίπτεται.
Απορρίπτεται ως εκ των ανωτέρω και η Έφεση στο σύνολο της. Επιδικάζονται €2.400 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον του εφεσείοντος.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο