VISSARION KHVINTELIANI, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Zurab Jincharadze v. OLAVARRIA TRADING LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε39/2019, 25/5/2026
print
Τίτλος:
VISSARION KHVINTELIANI, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Zurab Jincharadze v. OLAVARRIA TRADING LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε39/2019, 25/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε39/2019)

 

25 Μαΐου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

VISSARION KHVINTELIANI, υπό την ιδιότητα του

ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος

Zurab Jincharadze τέως από την Γεωργία,

Εφεσείοντας,

v.

 

OLAVARRIA TRADING LIMITED,

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

Α. Λύτρας για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Μ. Μάρκου για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε, για τους Εφεσίβλητους.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Πική.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΠΙΚΗΣ, Δ.: Αντικείμενο της παρούσας έφεσης αποτελεί η απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 30.1.2019, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 5870/2015. Με την εν λόγω απόφαση απορρίφθηκε η αίτηση του Εναγόμενου 1, Zurab Jincharadze από τη Γεωργία (εφεξής Εναγόμενος 1), ημερομηνίας 1.6.2017, με την οποία εξαιτείτο:

 

(α) Διάταγμα το οποίο να παραμερίζει την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.12.2015, με την οποία παρασχέθηκε άδεια για επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο 1 εκτός δικαιοδοσίας·

 

(β) Διάταγμα το οποίο να παραμερίζει την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο 1·

 

(γ) Διάταγμα το οποίο να παραμερίζει την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.5.2016, η οποία εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου 1 λόγω παράλειψης  καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης.

 

Η παρούσα έφεση ασκήθηκε αρχικά στις 13.2.2019 από τον Εναγόμενο 1, ο οποίος απεβίωσε στις 2.3.2021.  Ακολούθως, ο Vissarion Khvinteliani (εφεξής «V.K.») διορίστηκε στις 10.4.2024 ως διαχειριστής της περιουσίας του Εναγόμενου 1, για περιορισμένο σκοπό.  Παράλληλα, σημειώθηκε μεταβολή και ως προς το πρόσωπο της Εφεσίβλητης CBR Capital Ltd, η οποία αντικαταστάθηκε από την εταιρεία Olavarria  Trading Limited, η οποία τη διαδέχθηκε δυνάμει διασυνοριακής συγχώνευσης.  Κατόπιν σχετικής αίτησης του V.K., υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του Εναγόμενου 1, το Εφετείο, με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 5.02.2025, ενέκρινε την αντικατάσταση των διαδίκων και διέταξε: (α) την αντικατάσταση του Εναγόμενου 1 από τον V.K., υπό την ως άνω ιδιότητα του, (β) την αντικατάσταση της Εφεσίβλητης CBR Capital Ltd από την εταιρεία Olavarria  Trading Limited, και (γ) ανάλογη τροποποίηση του τίτλου της έφεσης ώστε να αποτυπώνει τη νέα κατάσταση πραγμάτων. 

 

Στην εκκαλούμενη απόφαση το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει ότι το αίτημα παραμερισμού εστιάζεται αποκλειστικά στην εγκυρότητα της επίδοσης, χωρίς να προβάλλονται λόγοι που να άπτονται της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, αναγνωρίζοντας ότι σύμφωνα με τη νομολογία όταν η επίδοση είναι κακή, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο ex debito justitiae να ακυρώσει την εκδοθείσα απόφαση (βλ. Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd (2002) 1 A.A.Δ. 43, Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2017) 1(Α) 207).   Πρωτοδίκως, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 1 υποστήριξε ότι η επίδοση ήταν αντικανονική, καθότι ο τρόπος επίδοσης μέσω ταχυμεταφορέα (DHL) - όπως προβλεπόταν στο διάταγμα ημερομηνίας 8.12.2015 - δεν προνοείται από τον Κυρωτικό Νόμο 172/1986 (Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου) (εφεξής «Κυρωτικός Νόμος»), ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής στη Δημοκρατία της Γεωργίας. Επιπλέον, προβλήθηκε η θέση ότι η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας έπασχε, καθώς ερείδετο εσφαλμένα στη Σύμβαση της Χάγης του 1965 (Κυρωτικός Νόμος 40/1982), η οποία δεν εφαρμόζεται στη Δημοκρατία της Γεωργίας, καθότι η τελευταία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη θέση περί μη εφαρμογής της Σύμβασης της Χάγης, επισημαίνοντας, ταυτόχρονα, ότι η εφαρμογή του Κυρωτικού Νόμου παρέμεινε αδιαμφισβήτητη από τα διάδικα μέρη.

 

Όσον αφορά την επίδοση μέσω ταχυμεταφορέα, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι, παρά την απουσία ειδικής πρόνοιας στον Κυρωτικό Νόμο, ο οποίος προβλέπει επίδοση μέσω της διπλωματικής οδού (Άρθρα 7-9), ελλείπει οποιαδήποτε ρητή απαγορευτική διάταξη η οποία να απαγορεύει άλλη οδό επίδοσης. Αντλώντας έρεισμα από τον σκοπό του Κυρωτικού Νόμου για την παροχή συνδρομής και διευκολύνσεων σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου (Άρθρο 2), υιοθέτησε μια διασταλτική και εξελικτική ερμηνεία, λαμβάνοντας υπόψη τη ραγδαία εξέλιξη σε θέματα τεχνολογίας, ταχυδρομικών υπηρεσιών και διεθνών μεταφορών.  Υπό το πρίσμα αυτό, κατέληξε ότι η επίδοση μέσω ταχυμεταφορέα δεν αντιβαίνει στις πρόνοιες του Κυρωτικού Νόμου και, συνακόλουθα, μπορούσε να διαταχθεί τέτοια επίδοση.

 

Αναφορικά με τη μη συμπερίληψη του Κυρωτικού Νόμου στη νομική βάση της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε το σκεπτικό της τότε Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 29.4.2014 (Sergei Petrovich Poymanov v. Aletrarro Ltd κ.ά., Αγωγή Αρ. 3463/2013), σύμφωνα με την οποία, ο Κυρωτικός Νόμος δεν αναιρεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να ασκεί τις εξουσίες που πηγάζουν από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τις σύμφυτες εξουσίες του. Προς επίρρωση τούτου, έγινε παραπομπή στην υπόθεση Φραγκέσκου κ.ά. ν Γρηγορίου (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1765, όπου υπογραμμίστηκε ότι το κύριο ερώτημα για την έκδοση διαταγής υποκατάστατης επίδοσης «είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου».

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση, η Καθ’ ης η Αίτηση συμπεριέλαβε τόσο τη Δ.5, Θ.9, όσο και τις Δ.5Α και Δ.6, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες ρυθμίζουν την υποκατάστατη επίδοση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.  Τα δε σχετικά έγγραφα (μεταφρασμένα στην Αγγλική) επιδόθηκαν στον Εναγόμενο 1 προσωπικά μέσω ταχυμεταφορέα στις 22.1.2016.  Καταληκτικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο επισήμανε ότι ο Αιτητής παρά τη γνώση του για την ύπαρξη της προμνησθείσας δικαστικής διαδικασίας και παρά το γεγονός ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του στις 12.5.2016, επέδειξε αδικαιολόγητη αδράνεια, αποφασίζοντας να αντιδράσει σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο, με την καταχώριση της αίτησης παραμερισμού μόλις την 1.6.2017.  Εν όψει των ανωτέρω διαπιστώσεων, η αίτηση παραμερισμού απορρίφθηκε στο σύνολο της με έξοδα εις βάρος του Αιτητή.

 

Η εκκαλούμενη απόφαση προσβάλλεται με έξι λόγους έφεσης, οι οποίοι συνοπτικά, με τη σειρά που προβάλλονται, έχουν ως ακολούθως:

 

1ος λόγος: εσφαλμένη έγκριση της αίτησης για υποκατάστατη επίδοση καθότι δεν καταδείχθηκε ως προαπαιτούμενο, ότι η επίδοση μέσω της θεσμοθετημένης οδού ήταν ανέφικτη·

 

2ος λόγος: διαζευκτικά, εσφαλμένη έγκριση της υποκατάστατης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, καθότι στη σχετική αίτηση της Εφεσίβλητης δεν περιλαμβάνεται η Δ.6, θ.9, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας·

 

3ος λόγος: εσφαλμένα κρίθηκε ότι επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στη Γεωργία μέσω ταχυμεταφορέα ήταν επιτρεπτή δυνάμει του Κυρωτικού Νόμου, επειδή: (α) ο Κυρωτικός Νόμος δεν περιλαμβάνεται στην αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, (β) στον Κυρωτικό Νόμο δεν υπάρχει πρόνοια που να επιτρέπει την επίδοση δικαστικών εγγράφων μέσω ταχυμεταφορέα, (γ) τα επιδοθέντα έγγραφα δεν ήταν μεταφρασμένα στην γλώσσα του Κράτους όπου έγινε η επίδοση·  

 

4ος λόγος:  εσφαλμένα κρίθηκε ότι δικαιολογείτο η έγκριση της αίτησης για υποκατάστατη επίδοση με τη συμπερίληψη των δικονομικών διατάξεων Δ.5, θ.9 και των Δ.5Α και Δ.6, εν όψει των προαναφερθέντων ελλείψεων (Δ.6, θ.9)·  

 

5ος λόγος: εσφαλμένα κρίθηκε ότι ο Κυρωτικός Νόμος δεν αναιρεί τις εξουσίες του Δικαστηρίου που πηγάζουν από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας καθώς και τη σύμφυτη εξουσία του·

 

6ος λόγος: εσφαλμένα δεν παραμερίστηκε δικαιωματικά (ex debito justitiae), η ερήμην απόφαση λόγω αντικανονικότητας στην επίδοση.

 

Έχουμε μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα προβάλλονται κατά και υπέρ της εκκαλούμενης απόφασης από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων στα περιγράμματα αγόρευσής τους.  Επίσης, διεξήλθαμε το φάκελο της πρωτόδικης διαδικασίας, τις ένορκες δηλώσεις και όλα τα σχετικά τεκμήρια και έγγραφα που σχετίζονται με την επίδικη αίτηση παραμερισμού.

 

Προς υποστήριξη των λόγων έφεσης 2, 3, 4 και 5, στο περίγραμμα αγόρευσης δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην υποχρέωση προσδιορισμού των νομικών διατάξεων στις οποίες βασίζεται μια ενδιάμεση αίτηση, με αναφορά στη σχετική νομολογία. Στην Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965, τονίστηκε ότι «σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου» (βλ. και Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές (1992) 1 Α.Α.Δ. 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 743).  Στην Φλωρέντζου κ.ά. ν Cashgrove Betting Ltd κ.ά. (2007) 1 Α.Α.Δ. 393, με αναφορά στην πιο πάνω νομολογία, υποδεικνύεται ότι, εάν «η αίτηση δεν έχει στηριχθεί στην ορθή δικονομική διάταξη αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψή της».

 

Με τους λόγους έφεσης 3 και 5, προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ότι η μη συμπερίληψη του Κυρωτικού Νόμου στη νομική βάση της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας συνιστά παράλειψη η οποία επιφέρει την ακυρότητα του σχετικού διατάγματος.

 

Παρομοίως, για τους λόγους έφεσης 2 και 4, ο Εφεσείων εισηγείται ότι στη νομική βάση της αίτησης για υποκατάστατη επίδοση θα έπρεπε να περιλαμβάνεται η Δ.6, θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.  Προς υποστήριξη τούτου, προβάλλονται οι ακόλουθες θέσεις: (α) σύμφωνα με το Άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου, η επίδοση πρέπει να γίνεται μέσω της παραγγελλόμενης αρχής με βάση τους κανόνες επίδοσης που ισχύουν στο Κράτος αυτής, (β) συνακόλουθα, οποιαδήποτε άλλη μέθοδος πέραν της καθοριζόμενης στον Κυρωτικό Νόμο, θα πρέπει να θεωρείται ως υποκατάστατη μέθοδος επίδοσης, (γ) η Δ.6, θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί για τη διαδικασία η οποία θα πρέπει να ακολουθείται όταν δίνεται άδεια επίδοσης κλητηρίου εντάλματος σε οποιαδήποτε ξένη χώρα, με την οποία έχει συνομολογηθεί ή πρόκειται να επεκταθεί στην Κύπρο, σύμβαση σχετική με τέτοια επίδοση, τηρουμένων οποιονδήποτε ειδικών όρων της σύμβασης, ενώ, σε  περίπτωση που τέτοια επίδοση δεν κατέστη εφικτή, ο Ενάγων δύναται να αιτηθεί υποκατάστατη επίδοση βάσει της Δ.6, θ.9, (δ) εφόσον η επίδοση μέσω ταχυμεταφορέα δεν προνοείται στον Κυρωτικό Νόμο, συνιστά μέθοδο υποκατάστατης επίδοσης.

 

Υπό το πρίσμα αυτό η πλευρά του Εφεσείοντος εισηγείται ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου – περί παροχής δυνατότητας  διαταγής υποκατάστατης επίδοσης στη Γεωργία λόγω συμπερίληψης στη σχετική αίτηση των Δ.5, θ.9, Δ.5Α, και Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας – είναι εσφαλμένη, καθότι στη νομική βάση της αίτησης δεν είχε περιληφθεί ο θεσμός 9 της Διαταγής 6, που ρυθμίζει ειδικά την υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.

 

Άμεσα συναφής με την προσβολή του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης είναι ο πρώτος λόγος έφεσης, στον οποίο προβάλλεται η θέση ότι στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση δεν καταδείχθηκε το ανέφικτο της επίδοσης μέσω της θεσμοθετημένης οδού. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται (α) ότι δεν καταγράφηκαν οποιεσδήποτε πρακτικές δυσκολίες για επίδοση στον αποβιώσαντα με τη μέθοδο που προνοείται στον Κυρωτικό Νόμο, ούτε ότι διενεργήθηκαν σχετικές προσπάθειες επίδοσης οι οποίες απέτυχαν, και (β) δεν στοιχειοθετήθηκε ότι με την επίδοση μέσω ταχυμεταφορέα, η αγωγή θα τίθετο, κατά λογική προοπτική, υπόψη του Εναγόμενου 1 (βλ. Karim ν. Κονιδάρη (1994) 1 Α.Α.Δ. 36, Sabine Zehil v. Neil Roberts (2009) 1 A.A.Δ. 678).

 

Πέραν των ανωτέρω, η πλευρά του Εφεσείοντος προβάλλει και άλλες αιτιάσεις, υποστηρίζοντας ότι πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε κατά την  απόρριψη της αίτησης παραμερισμού του διατάγματος επίδοσης και της ερήμην απόφασης. Οι εν λόγω αιτιάσεις άπτονται της αντικανονικότητας της επίδοσης, η οποία – κατά τη θέση του Εφεσείοντος – διενεργήθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του Κυρωτικού Νόμου, ήτοι μέσω ταχυμεταφορέα και τη μετάφραση των εγγράφων επίδοσης σε γλώσσα άλλη από εκείνη του Κράτους επίδοσης. Επιπλέον, προβάλλεται ότι στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, ουδέν αναφέρεται περί του ότι ο Εναγόμενος 1, γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα στην οποία είχαν μεταφραστεί τα προς επίδοση δικαστικά έγγραφα.

 

Με τον έκτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η απόφαση ερήμην θα πρέπει να παραμεριστεί δικαιωματικά (ex debito justitiae). Προς υποστήριξη της θέσης αυτής, ο Εφεσείων επικαλείται την υπόθεση Μανώλη ν. Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (ανωτέρω), όπου γίνεται εκτενής ανασκόπηση της σχετικής Αγγλικής και Κυπριακής νομολογίας, υπογραμμίζοντας ότι η κακή επίδοση αποτελεί θεμελιώδες ελάττωμα το οποίο δεν δύναται να θεραπευτεί. Ταυτόχρονα, τονίζεται η συνταγματική διάσταση του θέματος με αναφορά στο Άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος, και ειδικότερα στο δικαίωμα του διάδικου «να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο και τη δυνατότητα του, ως θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα, να προβάλει την υπεράσπισή του». Συνεπακόλουθα, η έκδοση απόφασης ερήμην κατόπιν κακής επίδοσης, καθιστά άνευ σημασίας την καθυστέρηση στη λήψη δικονομικών μέτρων παραμερισμού της απόφασης.

 

Στον αντίποδα, η πλευρά των Εφεσίβλητων με αναφορά σε σχετική νομολογία στην οποία αναφερόμαστε κατωτέρω, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ύπαρξη υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώριση της περί ης ο λόγος αίτησης παραμερισμού, η οποία προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της αίτησης παραμερισμού δεν αμφισβητείται ότι στις 21.1.2016 έλαβε χώρα η επίδοση στον Εναγόμενο 1, ενώ δεν δίνεται καμία εξήγηση για την παρέλευση ενός έτος και πέντε μηνών από την επίδοση των εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας μέχρι την καταχώριση της αίτησης παραμερισμού.

 

Στη δε υποστηρικτική ένορκη δήλωση της ένστασης των Καθ’ ων η Αίτηση, αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 1, έλαβε γνώση του περιεχομένου των επιδοθέντων εγγράφων, πράγμα το οποίο συνάγεται εκ του ότι στις 25.4.2016 αναφέρθηκε στην εναντίον του αγωγή και χρησιμοποίησε τα επιδοθέντα έγγραφα, με την καταχώριση αντεπιχειρήματος (counter-argument), στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας στη Γεωργία. Το αντεπιχείρημα επισυνάπτεται ως τεκμήριο 7 στην εν λόγω ένορκη δήλωση [παρ.17 (ii)] με πιστή μετάφραση στα Αγγλικά (φέρουσα επισημείωση Apostille).

 

Επιπλέον, στην εν λόγω ένορκη δήλωση, αναφέρεται [παρ. 17 (iv)] ότι στις 25.5.2016 προσκομίστηκε αντίγραφο της τελικής απόφασης στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας στη Γεωργία από τους δικηγόρους της Ενάγουσας, ενώ στις 29.8.2016, αντίγραφο της τελικής απόφασης στάλθηκε στον δικηγόρο του Εναγόμενου 1, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας την οποία είχε προς τον σκοπό αυτό με τους δικηγόρους της Ενάγουσας. Παρά ταύτα, πέρασαν άλλοι εννέα περίπου μήνες μέχρις ότου καταχωρηθεί η επίμαχη αίτηση παραμερισμού.

 

Προτού εξετάσουμε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, επισημαίνεται ότι εκ της χρήσης των επιδοθέντων εγγράφων από τον Z.J., στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας στη Γεωργία, καταρρίπτεται πλήρως ο ισχυρισμός περί έλλειψης γνώσης αναφορικά με την ύπαρξη της εναντίον του δικαστικής διαδικασίας στην Κύπρο.  Συνεπώς, δεν επρόκειτο για κακή επίδοση υπό την έννοια της προαναφερθείσας νομολογίας, η οποία θα καθιστούσε άνευ σημασίας τη σημειωθείσα καθυστέρηση, δικαιολογώντας δικαιωματικά (ex debito justitiae) τον παραμερισμό της ερήμην απόφασης. Επομένως, ο έκτος λόγος έφεσης κρίνεται ανεδαφικός.

 

Το κρίσιμο ερώτημα το οποίο εγείρεται είναι κατά πόσο (α) η προαναφερθείσα καθυστέρηση του ενός έτους και πέντε μηνών από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και συναφών εγγράφων, και (β) εννέα μήνες από την γνωστοποίηση της απόφασης ερήμην στον δικηγόρο του Εναγόμενου 1,  μέχρι την καταχώριση της επίδικης αίτησης παραμερισμού, είναι τέτοιας έκτασης ώστε να καθιστά δικαιολογημένη την απόρριψη της από το πρωτόδικο Δικαστήριο.  Στην υπόθεση Raynolds v. Coleman (1887) 36 Ch 453, εκρίθη ότι ορθά απερρίφθη αίτηση του Εναγόμενου για παραμερισμό διατάγματος επίδοσης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας – μετά την έκδοση απόφασης ερήμην - λόγω της παρέλευσης ενός έτους από τον χρόνο της επίδοσης χωρίς να δοθεί καμία ικανοποιητική δικαιολογία για τη σημειωθείσα καθυστέρηση. Στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd (2001) 1 A.A.Δ. 2064, επικυρώθηκε πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της εφεσείουσας για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, καταχωρηθείσα εννέα μήνες μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης.

 

Η υπόθεση Raynolds v. Coleman (ανωτέρω), αναφέρεται στο Supreme Court Practice 1999, O.2, r.2, στην παρ. 2/2/3, με πλαγιότιτλο «Unless made within reasonable time», ως παράδειγμα περίπτωσης στην οποία η αίτηση για παραμερισμό διαδικασίας ένεκα παρατυπίας (irregularity) δεν υπεβλήθη εντός ευλόγου χρόνου, ως ορίζει η εν λόγω διαταγή. Άλλη υπόθεση η οποία αναφέρεται είναι η Pontin v. Wood (1962) 1 Q.B. 594, στην οποία για τον ίδιο λόγο απερρίφθη αίτηση παραμερισμού επίδοσης κλητηρίου υποβληθείσα τέσσερεις μήνες μετά την επίδοση. Η εν λόγω Διαταγή είναι ταυτόσημη με τη δική μας Δ.64, θ.4, και επομένως η σχετική Αγγλική νομολογία είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική.

 

Στην υπόθεση Phylactou v. Michael (1982) 1 CLR 204, όπου εξηγούνται οι αρχές οι οποίες επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση παραμερισμού απόφασης ερήμην με βάση τη Δ.17, θ.10, λέχθηκαν τα εξής:   

 

«…where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of the adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment».

 

Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd ν. Κούρτη (1997) 1 Α.Α.Δ. 941, κρίθηκε ότι δεν χωρούσε επέμβαση στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει αίτηση παραμερισμού απόφασης ερήμην, υποβληθείσα σχεδόν εννέα μήνες μετά την έκδοσή της, χωρίς να δοθεί ικανοποιητική εξήγηση περί τούτου. Μετά από ανασκόπηση των εφαρμοστέων αρχών, τονίστηκε ότι:  

 

«Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή»

 

Στην υπόθεση Πεγιώτης ν. Κωμοδρόμου (2003) 1 Α.Α.Δ. 1601, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην  Phylactou v. Michael (ανωτέρω), επισημάνθηκε ότι η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ' εαυτής, λόγο για απόρριψη αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας. προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησής της.

 

Παρομοίως, στην Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (1993) 1 Α.Α.Δ. 26, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, κατ’ εφαρμογή των αρχών της Phylactou v. Michael (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι η ανεξήγητη καθυστέρηση ενός έτους στην υποβολή αίτησης παραμερισμού απόφασης ερήμην, δικαιολογούσε την απόρριψή της.  Στην υπόθεση Kameneva v. Τράπεζα Κύπρου, Πολ. Εφ. Αρ. Ε102/2015, ημερομηνίας 29.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:A107, κρίθηκε ότι ακόμη και να λαμβάνετο υπόψη το διάστημα των 7 ½ μηνών μόνο, αυτό συνιστούσε ιδιαίτερη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης· συνακόλουθα ορθώς κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ισοδυναμούσε με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας κατά τρόπο που ενεργούσε καταλυτικά για την τύχη της αίτησης.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της επίδικης αίτησης παραμερισμού σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας, καθιστώντας την απόρριψη της από το πρωτόδικο Δικαστήριο πλήρως δικαιολογημένη.

 

Παρά την πιο πάνω κατάληξή μας η οποία είναι καθοριστική για την έκβαση της παρούσας έφεσης, κρίνουμε σκόπιμο χάριν πληρότητας να τοποθετηθούμε και επί ορισμένων βασικών πτυχών των λόγων έφεσης.

 

Προτού όμως προχωρήσουμε στην εξέταση αυτή, είμαστε της γνώμης ότι στην απουσία κακής επίδοσης με την πιο πάνω έννοια, η απόρριψη της επίδικης αίτησης παραμερισμού δικαιολογείτο και για ένα άλλο σημαντικό λόγο τον οποίο προέβαλε η πλευρά των Εφεσίβλητων πρωτοδίκως, και επαναλαμβάνει στο περίγραμμα αγόρευσης, καίτοι δεν σχολιάζεται στην πρωτόδικη απόφαση: στην επίδικη αίτηση παραμερισμού δεν αναφέρεται οτιδήποτε για την ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης, το οποίο αποτελεί τον πρωταρχικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για τον παραμερισμό απόφασης ερήμην (βλ. Εvans v. Bartlam (1937) A.C.437, Γιάγκου κ.ά. ν. Φωτίου (2014) 1 Α.Α.Δ. 250). Στην υπόθεση Alpine Bulk Transport Co Inc. v. Saudi Eagle Shipping Co Inc., The Saudi Eagle [1986] Lloyds Rep. 221, όπου γίνεται ανασκόπηση των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση παραμερισμού νομότυπης απόφασης (regular judgment) αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στη σελ. 223 «…there is no point in setting aside a judgment if the defendant has no defence …» (βλ. Supreme Court Practice 1999, παρ. 13/9/18).

 

Στην υπόθεση Faircharm Investments Ltd v. Citibank International plc (1998) The Times February 20, η οποία αφορούσε αντικανονική απόφαση (irregular judgment) εκδοθείσα λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης, ενώ η προθεσμία για την καταχώριση υπεράσπισης δεν είχε αρχίσει ακόμη να τρέχει λόγω εφαρμογής του O.18, r.2(2), το Αγγλικό Εφετείο αποφάνθηκε ότι, εάν οι εναγόμενοι επρόκειτο να χάσουν σε μια μεταγενέστερη αίτηση για συνοπτική απόφαση, θα ήταν άσκοπο να παραμεριστεί η υφιστάμενη απόφαση, επικαλούμενο τη λατινική νομική ρήση lex non cogit ad inutilia (ο νόμος δεν επιτάσσει τα μάταια)· χωρίς από την άλλη να αποκλείει το ενδεχόμενο, μια αντικανονικότητα να είναι τόσο θεμελιώδης ώστε η απόφαση να πρέπει οπωσδήποτε να ακυρωθεί, ανεξαρτήτως των υπόλοιπων περιστάσεων.  Η εν λόγω απόφαση, η οποία στην Αγγλία θεωρείται πλέον ως η κύρια αυθεντία, ανέτρεψε την μέχρι τότε παραδοσιακή γραμμή της νομολογίας (βλ. Anlaby v. Praetorius (1888) 20 QBD 764) που υπαγόρευε ότι μια αντικανονική απόφαση ακυρώνεται δικαιωματικά (ex debito justitiae) (βλ. Supreme Court Practice 1999, παρ. 13/9/8).

 

Αναφορικά με τη μη συμπερίληψη του Κυρωτικού Νόμου στην αίτηση για άδεια επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, το οποίο προβάλλεται με τους λόγους έφεσης 3 και 5, συμφωνούμε με την υιοθέτηση από το πρωτόδικο Δικαστήριο του σκεπτικού της έντιμης Τ. Ψαράς-Μιλτιάδους, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε, στην υπόθεση Sergei Petrovich Poymanov v. Aletrarro Ltd (ανωτέρω) - ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 29.4.2014 - όπου ελέχθη:

 

«Η σύμβαση της Χάγης και η συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου δεν αναιρούν τις εξουσίες του Δικαστηρίου που του παρέχονται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου»

 

Στην προαναφερθείσα υπόθεση τέθηκαν ανάλογα επιχειρήματα με αυτά που προβάλλονται στους λόγους έφεσης για το παράτυπο και αντικανονικό της επίδοσης μέσω ταχυμεταφορέα (DHL), τουτέστιν ότι δεν προνοείται από τον Κυρωτικό Νόμο, και ότι εν πάση περιπτώσει στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, δεν παρατέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι κατέστη δύσκολη ή αδύνατη η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους εναγόμενους μέσω της νενομισμένης διαδικασίας, δηλαδή μέσω των αρμοδίων αρχών ή της διπλωματικής οδού. Απορρίπτοντας τις πιο πάνω τοποθετήσεις, εκρίθη ότι η επίδοση μέσω ταχυμεταφορέα (DHL) ήταν μορφή επίδοσης η οποία εξασφάλιζε ότι οι Εναγόμενοι θα λάμβαναν γνώση. Αντλώντας νομικό έρεισμα από την υπόθεση Φραγκέσκου κ.ά. ν. Γρηγορίου (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1765, υπογραμμίστηκε ότι «το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει, κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου (βλ. Τhe Annual Practice, 1960, Vol. 1, παραγ. 133-134)» [βλ. και Karim v. Κονιδάρη (ανωτέρω)]. Καταλήγοντας, επί του ζητήματος αυτού στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση, το Δικαστήριο προβαίνει στην ακόλουθη επισήμανση:

 

«Ωστόσο και αν ακόμη δεν είναι ορθή η πιο πάνω προσέγγιση μου και αν όντως υπήρξε λάθος ή παρατυπία στην συντελεσθείσα επίδοση, κρίνω ότι αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης, αφού ακριβώς καμία ζημιά δεν φάνηκε να προκαλείται στον Εναγόμενο (βλ. Pat Jones ν.  Ξένια Δημητρίου κ.α. (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1526).  Άλλωστε, αναρωτιέται εύλογα κανείς τι νόημα θα υπήρχε αν ακυρωνόταν η επίδοση και λάμβαναν χώρα άλλα διαβήματα για γνωστοποίηση εκ νέου στον Εναγόμενο μιας διαδικασίας που ήδη γνώριζε.  Αυτό δεν θα ήταν λογικό και θα είχε ως αποτέλεσμα απλώς την καθυστέρηση της διαδικασίας της αγωγής».

 

Παρατηρούμε ότι η πιο πάνω συλλογιστική – πέραν της ορθής εφαρμογής του κριτήριου άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου βάσει της νέας Δ.64 το οποίο επικεντρώνεται στην πρόκληση δυσμενούς επηρεασμού ένεκα της παρατυπίας - συνάδει απόλυτα με τη λατινική νομική ρήση lex non cogit ad inutilia (ο νόμος δεν επιτάσσει τα μάταια), η οποία εφαρμόστηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην Faircharm Investments Ltd v. Citibank International plc (ανωτέρω).

 

Προς επίρρωση της πιο πάνω θέσης, το Δικαστήριο στην Sergei Petrovich Poymanov (ανωτέρω), άντλησε καθοδήγηση από την υπόθεση Alpha Bank Cyprus v. Si Senh Dau κ.α. (2013) 1 Α.Α.Δ. 1935.  Καίτοι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε επίδοση δυνάμει του ΕΚ 1393/07, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε γενικότερης φύσεως καθοδηγητικά σχόλια αναφορικά με την αντιμετώπιση δικονομικών παρατυπιών. Συγκεκριμένα, απορρίπτοντας κάθε τυπολατρική προσέγγιση η οποία συγκρούεται με το πνεύμα των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, υπογραμμίστηκε ότι βαρύνουσα σημασία έχει το κατά πόσο τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας περιήλθαν πράγματι σε γνώση του επηρεαζόμενου διάδικου.  Επιπλέον, κρίθηκε ότι παραλείψεις που δεν διασυνδέονται με ερημοδικία είναι θεραπεύσιμες δυνάμει της Δ.64, με το Δικαστήριο να εισάγει μάλιστα την έννοια της  «αυτοθεραπείας» της παρατυπίας στην πράξη, στην περίπτωση που η διαδικασία έχει πλέον περιέλθει σε γνώση του διαδίκου, καθιστώντας έτσι περιττή ακόμη και την υποβολή αίτησης για περαιτέρω θεραπεία.

 

Στην προκείμενη περίπτωση ο σκοπός της επίδοσης επετεύχθη. Από τη χρήση των επιδοθέντων εγγράφων σε δικαστική διαδικασία στη Γεωργία, προκύπτει αναμφιβόλως ότι ο Εναγόμενος 1, έλαβε γνώση του περιεχομένου τους. Επομένως, δεν συντρέχει κανένας βάσιμος λόγος παραμερισμού του επίδικου διατάγματος με βάση τη Δ.64.

 

Ενόψει της ανωτέρω κατάληξής μας - ότι δηλαδή ο Κυρωτικός Νόμος δεν αναιρεί ούτε περιορίζει τις εξουσίες του Δικαστηρίου που πηγάζουν από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη σύμφυτη εξουσία του - θεωρούμε ότι παρέλκει η εξέταση της ορθότητας της πρωτόδικης προσέγγισης αναφορικά με τη διασταλτική ή εξελικτική ερμηνεία των προνοιών του εν λόγω Κυρωτικού Νόμου προς το σκοπό συμπερίληψης της επίδοσης μέσω ταχυμεταφορέα.  

 

Σχετικά με την παράλειψη αναφοράς της Δ.6, θ.9 στη νομική βάση της ενδιάμεσης αίτησης για άδεια επίδοσης του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας - η οποία, με κάθε σεβασμό, εσφαλμένα παραλείπεται να επισημανθεί και να σχολιαστεί στην πρωτόδικη απόφαση – είμαστε της γνώμης ότι δεν οδηγεί απαρέγκλιτα στην ακυρότητα του δικονομικού μέτρου, ως προβάλλεται με τους λόγους έφεσης 2 και 4.

 

Στην υπόθεση Koza κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2017) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2974, πρωτοδίκως εκρίθη ότι η παράλειψη καταγραφής του δικαιοδοτικού βάθρου της αίτησης (Δ.16, θ.9) με την οποία επιζητείτο ο παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος, της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, και του διατάγματος με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, την καθιστούσε νομικά αστήρικτη και καταδικασμένη σε απόρριψη· και ότι δεν μπορούσε να θεραπευτεί ούτε με αναφορά στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου ή κατ’ επίκληση της Δ.64, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι «η θεραπεία αυτή μπορεί να παρασχεθεί υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται από το διάδικο που ευθύνεται για την παράλειψη σχετικό αίτημα, κάτι που δεν έγινε στη συγκεκριμένη υπόθεση».

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε λανθασμένη την εν λόγω προσέγγιση σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της Δ.64. Αρχικά, υπενθύμισε ότι, βάσει της Δ.48, θ.2 «οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται», στοιχείο το οποίο κατά τη νομολογία, «αποτελεί όρο απαράβατο της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου» (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά. (ανωτέρω), Kozinskaya River Limited κ.α. ν. KLCC Holdings Limited (2017) 1(Α) Α.Α.Δ. 640).  Υποδεικνύοντας, παράλληλα, ότι η παράλειψη αναγραφής της  Δ.16, θ.9 στο σώμα της αίτησης συνιστούσε απλή παρατυπία. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα:

 

«… το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε την ουσία του θέματος, περιοριζόμενο στη θεώρηση ότι δεν ετίθετο ζήτημα «αυτεπάγγελτης θεραπείας», αφού απαιτείτο, ως προϋπόθεση για την παροχή της, η υποβολή σχετικού αιτήματος από το διάδικο που ευθυνόταν για την παρατυπία. Η νομολογία μας δεν υποστηρίζει τέτοια απαρέγκλιτη προσέγγιση. Το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί το ίδιο, αυτεπαγγέλτως, στη θεραπεία της παρατυπίας.

 

[ιδία υπογράμμιση]

 

Προς επίρρωση της πιο πάνω προσέγγισης αντλήθηκε καθοδήγηση από την υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου (1999) 1(A) Α.Α.Δ. 366, στην οποία - υιοθετώντας τα νομολογηθέντα στην Metroinvest Ansalt el al v. Commercial Union (1985) 1 WLR 513, αναφορικά με την ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 (ταυτόσημη με τη δική μας νέα Δ.64) - λέχθηκε ότι από μελέτη της ειρημένης απόφασης του Αγγλικού Εφετείου προκύπτουν τα ακόλουθα:

 

1.    Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.2.

2.    Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.

3.    Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.

4.    Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη*.

5.    Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία  ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον».

(βλ. και Φαλέκκος ν. Χριστοφίδη (2013) 1 Α.Α.Δ. 2534)

 

Επί των γεγονότων της υπόθεσης Koza κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (ανωτέρω), κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν υποστεί οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό λόγω της σημειωθείσας παρατυπίας, με το Ανώτατο Δικαστήριο να καταλήγει ότι:

 

«…απορρίπτοντας την αίτηση των εφεσειοντων λόγω παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια προκαλώντας αδικία στους εφεσείοντες. Έχοντας διαπιστώσει το ίδιο την ύπαρξη της παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να προχωρήσει έγκαιρα στη θεραπεία της εκδίδοντας διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία».

 

Στρεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η παράλειψη αναφοράς της Δ.6, θ.9 στη νομική βάση της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για την εγκυρότητά της. Αντιθέτως, ουδείς δυσμενής επηρεασμός προκλήθηκε στον Εναγόμενο 1, ο οποίος έλαβε πλήρη γνώση του περιεχομένου των επιδοθέντων εγγράφων, ως συνάγεται από τις προμνησθείσες ενέργειές του.

 

Υπό το φως των ανωτέρω η έφεση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας έφεσης ανερχόμενα σε €7.400,00 επιδικάζονται υπέρ των Εφεσίβλητων και εναντίον του Εφεσείοντος.

 

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο