Y. DEMETRIOU ASSOCIATES LTD v. ΜΑΡΙΟΥ ΝΟΛΑ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 101/2020, 25/6/2026
print
Τίτλος:
Y. DEMETRIOU ASSOCIATES LTD v. ΜΑΡΙΟΥ ΝΟΛΑ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 101/2020, 25/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

Πολιτική Έφεση Αρ.: 101/2020

 

25 Ιουνίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

Y. DEMETRIOU ASSOCIATES LTD,

Εφεσείοντες,

 

v.

 

ΜΑΡΙΟΥ ΝΟΛΑ,

Εφεσίβλητος.

 

___________________

 

Δρ. Α. Ποιητής με Φ. Χ’’Νικολή (κα) για Δρ. Ανδρέας Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.

Χρ. Χριστοφή (κα) και Μ. Γεωργίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.:  Επαρχιακό Δικαστήριο – στο εξής το πρωτόδικο Δικαστήριο - απέρριψε την αγωγή που καταχώρησαν οι εφεσείοντες εναντίον του εφεσίβλητου.  Οι εφεσείοντες απαιτούσαν από τον εφεσίβλητο το ποσό των €4.350,94 ως η συμφωνηθείσα και λογική αμοιβή σε σχέση με αρχιτεκτονικές υπηρεσίες που του προσέφεραν.

 

Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των εφεσειόντων, ο εφεσίβλητος ανέθεσε στους εφεσείοντες να του παρέχουν αρχιτεκτονικές υπηρεσίες για ανακαίνιση μίας οικίας σ’ ένα τεμάχιο και για πρόταση σπιτιού σε άλλο τεμάχιο.  Οι εφεσείοντες εκτέλεσαν τις εργασίες και χρέωσαν τον εφεσίβλητο.  Ο εφεσίβλητος αρνείται ότι συνήψε οποιαδήποτε συμφωνία και ισχυρίζεται πως ουδέποτε ανέθεσε στους εφεσείοντες αρχιτεκτονικές εργασίες.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την απαίτηση αφού δεν πείσθηκε τι ακριβώς συμφώνησαν οι εφεσείοντες με τον εφεσίβλητο και ότι η έκδοση προτιμολογίου δεν αποδεικνύει χωρίς άλλο την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων.

 

Σημειώνεται ότι η ακροαματική διαδικασία, κατόπιν κοινού αιτήματος και των δύο πλευρών, διεξήχθη στη βάση της Δ.30 των Παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και εκδικάσθηκε ως υπόθεση «ταχείας εκδίκασης» με την κατάθεση ένορκων δηλώσεων, από τον Γ. Δημητρίου εκ μέρους των εφεσειόντων και τον εφεσίβλητο.  Με αίτημα του δικηγόρου των εφεσείοντων, ο εφεσίβλητος ως εναγόμενος, αντεξετάστηκε.

 

Οι εφεσείοντες με δεκατέσσερις λόγους έφεσης ζητούν την ανατροπή της πρωτόδικης κατάληξης εισηγούμενοι ότι, υπό το φως της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αυτό, θα έπρεπε να εκδώσει απόφαση προς όφελος τους. Οι δεκατρείς λόγοι έφεσης αφορούν τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την ποιότητα της μαρτυρίας που οι εφεσείοντες έχουν προσκομίσει.  Ο δωδέκατος λόγος έφεσης αφορά το συμπέρασμα του Δικαστηρίου με το οποίο έκρινε περιττή την οποιαδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσίβλητου χωρίς να αποκλείει ότι οι ίδιος ουδέποτε είδε προσχέδια ή συμφώνησε σε οποιαδήποτε αμοιβή.

 

Έχουμε μελετήσει με κάθε δυνατή προσοχή τα δικόγραφα της υπόθεσης, την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα τεκμήρια, καθώς και το περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφασης. Έχουμε δε λάβει υπόψη μας καθετί που προώθησαν ενώπιον μας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσα από τα περιγράμματα αγόρευσης τους, αλλά και τις προφορικές ενώπιον μας αγορεύσεις.

 

Προτού προχωρήσουμε με την εξέταση των λόγων έφεσης 1-11, 13 και 14, θεωρούμε ορθό να εξετάσουμε κατ’ αρχάς τον δωδέκατο λόγο έφεσης για τον οποίο οι εφεσείοντες αιτιώνται ότι ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε την μαρτυρία του εφεσίβλητου προχώρησε και χρησιμοποίησε μέρος αυτής.  Τυχόν δε επιτυχία αυτού του λόγου θα παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων έφεσης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει ότι επειδή η προσαχθείσα μαρτυρία έγινε μέσω ένορκων δηλώσεων, το Δικαστήριο θα αρκεσθεί εξετάζοντας την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα με την αντιπαραβολή των θέσεων έκαστης πλευράς με την λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, την συνοχή και την λογική εκδοχή της.  Προχώρησε και εξέτασε τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι εφεσείοντες και κατέληξε ότι η ποιότητα και η πειστικότητα της, δεν είναι πλήρως κατατοπιστική, έχει ουσιαστικά κενά και ελλείψεις, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα και την απέρριψε.  Ενόψει αυτής της κατάληξης, ανέφερε ότι θα ήταν περιττή η οποιαδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκόμισε ο εφεσίβλητος, καθότι η αξιολόγηση της δεν θα πρόσθετε οτιδήποτε περαιτέρω σε σχέση με την εκδοχή των εφεσειόντων την πειστικότητα της μαρτυρίας τους.

 

Ανεξαρτήτως της πιο πάνω προσέγγισης, όμως, για σκοπούς πληρότητας, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε την μαρτυρία του εφεσίβλητου αναφέροντας στην απόφαση του, τα ακόλουθα:

 

«Για σκοπούς όμως πληρότητας να αναφέρω ότι η βασική εκδοχή του εναγομένου, σε συσχετισμό με την μη αποδοχή της μαρτυρίας της ενάγουσας δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι δηλαδή ο ίδιος ουδέποτε είδε οποιαδήποτε προσχέδια και ουδέποτε συμφώνησε οποιαδήποτε αμοιβή με την ενάγουσα και ουδέποτε της ανέθεσε ρητά όπως του παρέχει αρχιτεκτονικές υπηρεσίες.  Μπορεί ο ίδιος να περιέπεσε σε διάφορες αντιφάσεις για το πόσες φορές συναντήθηκε με τον διευθυντή της ενάγουσας αλλά και να υπήρχε διάσταση μεταξύ της προφορικής και έγγραφης του μαρτυρίας αλλά και του δικογράφου του σε κάποια σημεία, παρέμεινε όμως σταθερός στις πιο πάνω θέσεις του.»

 

Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Τσιλίδη (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 301, η οποία υιοθετήθηκε και στην Καζέλα v. Ιωάννου, Πολιτική Έφεση Αρ. 65/2018, ημερομηνίας 30.05.2024, αναφέρθηκε ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να εξετάζουν και αξιολογούν το σύνολο της ενώπιον τους μαρτυρίας και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα.  Ελλείψεις ή αδυναμίες στη μαρτυρία ενάγοντος, αυτό δεν μπορεί χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρία του εναγομένου να οδηγήσει χωρίς άλλο στην αποδοχή της εκδοχής του δεύτερου, ανεξαρτήτως της ποιότητας της.

 

Οι πιο πάνω αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου μπορεί να είναι γενικές αλλά δεν παύουν να αποτελούν την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσίβλητου και συγκεκριμένα εξηγεί στην απόφαση του ότι και στην περίπτωση που υπήρχε διάσταση μεταξύ της προφορικής και έγγραφης του μαρτυρίας, αλλά και του δικογράφου του σε κάποια σημεία ο εφεσίβλητος παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του.

 

Δεν υπάρχει λόγος έφεσης ο οποίος να αφορά την καθ’ εαυτό αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσίβλητου και ο δωδέκατος λόγος έφεσης αυτό το οποίο αιτιάται είναι την αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι είναι περιττή η οποιαδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσίβλητου και ότι την ίδια στιγμή αναφέρει ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί η αναφορά του εφεσίβλητου ότι ουδέποτε είδε προσχέδια και ουδέποτε συμφώνησε οποιαδήποτε αμοιβή και ότι αυτό αποτελεί αντίφαση. 

 

Με αυτή τη θέση διαφωνούμε καθότι το πρωτόδικο Δικαστήριο μπορεί να θεώρησε εν πρώτοις περιττή την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσίβλητου, αλλά για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, προχώρησε και αξιολόγησε την μαρτυρία του εφεσίβλητου με τον τρόπο που αναφέρει στην απόφαση του και κατέληξε ότι ο εφεσίβλητος παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, γεγονός που υποδηλώνει ότι δέχθηκε τη βασική εκδοχή του πως ουδέποτε είδε και άρα δεν ενέκρινε οποιαδήποτε προσχέδια αλλά και πως δεν συμφώνησε στην αξιούμενη αμοιβή.

 

Συνεπώς, κρίνουμε ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην αρχική αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθ’ ότι αυτό προχώρησε και αξιολόγησε την μαρτυρία του εφεσίβλητου.  Ως εκ τούτου, ο δωδέκατος λόγος δεν μπορεί να επιτύχει.

 

Όλοι οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης κρίνονται συναφείς μεταξύ τους καθότι κύριο θέμα τους αποτελεί η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την ποιότητα της προσφερθείσας από τους εφεσείοντες μαρτυρία.  Ήτοι, ότι οι εφεσείοντες δεν παρουσίασαν ενώπιον του ικανή και θετική μαρτυρία ώστε να ικανοποιήσουν το νομικό πρωταρχικό βάρος που είχαν στους ώμους τους, σε σχέση με την αξίωση τους.  Θεωρούμε δε ορθό να παραθέσουμε τους λόγους έφεσης, ως αυτοί καταγράφονται στην έφεση.

 

«1ΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΕΩΣ:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κακώς δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία των εναγόντων ως πειστική.

 

……………………………………………………………………………………………

 

2ΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΕΩΣ:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα ηύρε στη σελ.7 ότι η ενάγουσα δε δίδει οποιαδήποτε μαρτυρία κατά πόσο τα εν λόγω αρχιτεκτονικά σχέδια έγιναν σε συνεννόηση με τον εναγόμενο και πότε ακριβώς συναντήθηκαν και αν ήταν της αρεσκείας του.

 

……………………………………………………………………………………………

 

3ΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΕΩΣ:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα ανέφερε ότι δεν δόθηκε μαρτυρία τι οδηγίες έδωσε ο εναγόμενος σε σχέση με την ετοιμασία των αρχιτεκτονικών σχεδίων.

 

……………………………………………………………………………………………

 

4ΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΕΩΣ:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα ηύρε ότι δεν εδόθη μαρτυρία αν τα εν λόγω αρχιτεκτονικά σχέδια ήταν τα τελικά, τα οποία θα κατετίθεντο για την εξασφάλιση των σχετικών αδειών.

 

……………………………………………………………………………………………

 

5ΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΕΩΣ:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα ανέφερε ότι απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά κατά πόσο και με ποιο τρόπο ο εναγόμενος έλαβε γνώση για την ετοιμασία των αρχιτεκτονικών σχεδίων.

 

……………………………………………………………………………………………

 

6ΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΕΩΣ:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αναφέρει ότι δεν υπάρχει θετική μαρτυρία ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση του προτιμολογίου και το ενέκρινε.

 

……………………………………………………………………………………………

 

7ΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΕΩΣ:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα ανέφερε στη σελ.8 ότι δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα ότι η αίτηση κατατέθηκε στην αρμόδια αρχή και ότι έχει τύχει σχετικής έγκρισης.

 

……………………………………………………………………………………………

 

8ΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΕΩΣ:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα στη σελ.8 αναφέρει ότι δεν συμμερίζεται τη θέση της ενάγουσας ότι κατέθεσε σχετική αίτηση στην αρμόδια πολεοδομική αρχή για την εξασφάλιση οικοδομικής άδειας.

 

……………………………………………………………………………………………

 

9ΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΕΩΣ:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην σελ.9 λανθασμένα αναφέρει ότι παραμένει αναπάντητο το ερώτημα γιατί, ενώ τα σχέδια ετοιμάσθηκαν το 2012, η ενάγουσα αξίωσε πληρωμή τους μόλις μετά από 3 χρόνια.

 

……………………………………………………………………………………………

 

10ΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΕΩΣ:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελ.9 λανθασμένα αναφέρει ότι δεν έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αν ο εναγόμενος συμφώνησε με το ποσό ή αν αυτός το πρότεινε ή αν διέθετε το εν λόγω ποσό.

 

……………………………………………………………………………………………

 

11ΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΕΩΣ:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα στη σελ.10 αναφέρει ότι σημαντικό γεγονός είναι το ότι ο εναγόμενος δεν έλαβε πληροφόρηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων και συμφώνησε με αυτά.

 

……………………………………………………………………………………………

 

 

13ΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΕΩΣ:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελ.12 λανθασμένα αναφέρει ότι δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του προτιμολογίου, διότι σ’ αυτό αναγράφεται ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς φόρου προστιθέμενης αξίας.

 

……………………………………………………………………………………………

 

14ΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΕΩΣ:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελ.13 λανθασμένα αναφέρει ότι δεν έχει πεισθεί τι ακριβώς συμφώνησαν οι διάδικοι και ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση των προσχεδίων και ότι αυτά έγιναν αποδεκτά από τον ίδιο.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η μαρτυρία των εφεσειόντων που παρουσιάστηκε στο σύνολο της, από άποψη ποιότητας και πειστικότητας, δεν είναι πλήρως κατατοπιστική, έχει ουσιαστικά κενά και ελλείψεις, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα.  Στις σελίδες 7, 8, 9 και 10 της πρωτόδικης απόφασης εξηγούνται τα ακόλουθα:

 

«Αποτελεί θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος, σε μεταξύ τους συνάντηση που είχαν, ανάθεσε στην ενάγουσα αρχιτεκτονικές υπηρεσίες τόσο για την ανακαίνιση μίας οικίας όσο και την ανέγερση μίας νέας οικίας. Η ενάγουσα δεν δίνει επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες για το ποια ακριβώς ήταν η συμφωνία των μερών κατά την πιο πάνω συνάντηση αλλά και τί ακριβώς συζητήθηκε σε αυτήν. Ούτε και παρατίθενται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, ώστε το Δικαστήριο να λάβει σαφή πληροφόρηση και γνώση, τί θα συμπεριλάμβαναν οι αρχιτεκτονικές υπηρεσίες που ο εναγόμενος ανέθεσε στην ενάγουσα να εκτελέσει. Γενικά και αόριστα η ενάγουσα προβάλει τη θέση περί προφορικής συμφωνίας των μερών για ανάθεση αρχιτεκτονικών υπηρεσιών. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω ισχυρισμών της, ότι δηλαδή πράγματι ο εναγόμενος ανέθεσε στην ενάγουσα αρχιτεκτονικές υπηρεσίες, η τελευταία επισύναψε αριθμό φωτογραφιών από την οικία των γονέων του εναγομένου, διάφορα προσχέδια, αίτηση στην πολεοδομία για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας και τίτλους ιδιοκτησίας των τεμαχίων επί των οποίων η ενάγουσα θα προσέφερε τις υπηρεσίες της. Τα εν λόγω όμως τεκμήρια, σε συσχετισμό με τα πιο πάνω, ουδόλως μπορούν να τεκμηριώσουν τις θέσεις της ενάγουσας. Και τούτο γιατί καταρχάς η ενάγουσα δεν δίδει οποιαδήποτε μαρτυρία κατά πόσο τα εν λόγω αρχιτεκτονικά σχέδια έγιναν σε συνεννόηση πάντοτε με τον εναγόμενο και πότε ακριβώς συναντήθηκαν και αν ήταν της αρεσκείας του. Περαιτέρω δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία τί οδηγίες έδωσε ο εναγόμενος σε σχέση με την ετοιμασία των εν λόγω αρχιτεκτονικών σχέδιων καθώς και αν αυτά ήταν τα τελικά σχέδια τα οποία θα κατατίθεντο για την εξασφάλιση των σχετικών αδειών με βάση την κείμενη νομοθεσία. Απουσιάζει επίσης από την προσκομισθείσα μαρτυρία οποιαδήποτε αναφορά κατά πόσο και με ποιο τρόπο ο εναγόμενος έλαβε γνώση για την ετοιμασία των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Η μόνη μαρτυρία που υπάρχει εκ μέρους της ενάγουσας σε σχέση με το ζήτημα αυτό, είναι ότι αυτά έχουν επισυναφθεί μαζί με το προτιμολόγιο που έχει αποσταλεί στον εναγόμενο μέσω διπλοσυστημένης επιστολής. Επομένως ουδεμία θετική μαρτυρία υπάρχει ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση αυτών και ότι τα ενέκρινε. Περαιτέρω σε σχέση με την προσκόμιση στο Δικαστήριο της πολεοδομικής άδειας (Τεκμήριο Β) και μελετώντας το περιεχόμενο αυτής αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι από πουθενά δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα ότι αυτή έχει πράγματι κατατεθεί στην αρμόδια αρχή και ότι αυτή έχει τύχει σχετικής έγκρισης. Αυτό που όμως διαπιστώνεται είναι ότι αυτή φέρει την υπογραφή των γονέων του εναγομένου και ότι είναι συμπληρωμένη. Επίσης η αίτηση φέρει ημερομηνίας 17.1.2014 και αφορά μόνο για την ανέγερση νέας οικίας για το τεμάχιο 463. Από την εν λόγω αίτηση απουσιάζει οποιαδήποτε σφραγίδα της αρμόδιας αρχής ότι αυτή έχει καταχωρηθεί, ο αριθμός που έλαβε, η ημερομηνία που καταχωρήθηκε καθώς και τα σχετικά δικαιώματα που καταβλήθηκαν από τους αιτητές, όπως η ίδια η αίτηση καταμαρτυρά στη 1η της σελίδα. Επομένως στην απουσία των πιο πάνω στοιχείων το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση της ενάγουσας ότι κατάθεσε σχετική αίτηση στην αρμόδια πολεοδομική αρχή για την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό με βάση τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας στο ποσό που η ίδια αξιώνει από τον εναγόμενο, ως αυτό αναλύεται στο προτιμολόγιο (Τεκμήριο Δ), πέραν της αμοιβής της για την ετοιμασία προσχεδίων αξιώνει και ποσό για την υποβολή πολεοδομικής άδειας. Κάτι τέτοιο όμως με βάση τη μαρτυρία δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και επομένως ακόμα και αν γινόταν αποδεκτές οι θέσεις της ενάγουσας ότι πράγματι ο εναγόμενος ανέθεσε στην ενάγουσα όπως του παρέχει αρχιτεκτονικές υπηρεσίες, η ενάγουσα δεν θα δικαιούτο να της επιδικασθεί το εν λόγω ποσό.

 

Ούτε και το Δικαστήριο μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι για να τεκμηριώσει τις θέσεις της η ενάγουσα, ότι δηλαδή ο εναγόμενος της ανάθεσε αρχιτεκτονικές υπηρεσίες, επεσύναψε τίτλους ιδιοκτησίας από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου διαπιστώνω ότι κανένας τίτλος ιδιοκτησίας δεν κατατέθηκε αναφορικά με το τεμάχιο 464 όπου η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος της ανέθεσε αρχιτεκτονικές υπηρεσίες για την ανακαίνιση της οικία τους. Επισυνάπτεται τίτλος ιδιοκτησίας του τεμαχίου 462, ο οποίος ναι μεν ανήκει στον πατέρα του εναγομένου, πλην όμως δεν έχει σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Εκείνο όμως που προκαλεί μεγαλύτερη εντύπωση είναι το γεγονός ότι ενώ η ενάγουσα διατείνει ότι ο εναγόμενος τής ανάθεσε αρχιτεκτονικές υπηρεσίες για την ανέγερση νέας οικίας επί του τεμαχίου 463, ιδιοκτήτης του εν λόγω τεμαχίου φέρεται να είναι τρίτο πρόσωπο και όχι ο εναγόμενος ή ο πατέρας του. Για ποιο λόγο ο εναγόμενος να αναθέσει στην ενάγουσα να ετοιμάσει σχέδια για ένα οικόπεδο του οποίου δεν είναι ιδιοκτήτης και μάλιστα εν γνώσει της ενάγουσας είναι ένα ερώτημα που έχει παραμείνει αναπάντητο. Τέλος παρέμεινε αναπάντητο και το ερώτημα γιατί ενώ τα σχέδια, όπως καταμαρτυρά το περιεχόμενο τους ετοιμάσθηκαν το 2012 η ενάγουσα αξίωσε πληρωμή τους 3 χρόνια μετά την ετοιμασία τους και ειδικότερα το 2015; Ουδεμία επίσης εξήγηση δίδεται από την ενάγουσα σε σχέση με το ζήτημα αυτό.

Σημαντικά κενά προκύπτουν επίσης, σε συσχετισμό με τα πιο πάνω, και σε σχέση με την αμοιβή που η ενάγουσα αξιώνει από τον εναγόμενο. Όπως φαίνεται από το σχετικό προτιμολόγιο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η κατ' ισχυρισμό αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε σε ποσοστό 5% επί της προκαταρκτικής εκτίμησης κόστους του έργου, το οποίο υπολογίσθηκε στις €375,000 τόσο για την ανακαίνιση της οικίας όσο και για την ανέγερση της νέας κατοικίας. Η συνολική αμοιβή της ενάγουσας με βάση τα πιο πάνω δεδομένα ανερχόταν στο ποσό των € 18,750 πλέον Φ.Π.Α το οποίο θα καταβάλλετο τμηματικά και σε διάφορα στάδια με την αποπεράτωση του έργου. Η ενάγουσα αξιώνει ποσοστό 20% από την πιο πάνω συνολική αμοιβή της που αντιστοιχεί στην ετοιμασία των προσχεδίων και στην υποβολή της πολεοδομικής άδειας. Ουδεμία όμως μαρτυρία έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με ποιο τρόπο και πως έχει υπολογισθεί το προκαταρκτικό κόστος του έργου, αν με αυτό συμφώνησε ο εναγόμενος αν αυτός το πρότεινε και αν αυτός επίσης τον ουσιώδη χρόνο διέθετε το εν λόγω ποσό. Αντίθετα αυτό που προκύπτει μέσα από τα τεκμήρια που η ενάγουσα κατάθεσε και στα οποία περιέχονται χειρόγραφες σημειώσεις, λογικά προερχόμενες από τον διευθυντή της ενάγουσας, υπάρχει κενό αναφορικά με το κόστος (Budget) του έργου. Επομένως δεν μπορεί η ενάγουσα να αξιώνει αμοιβή στη βάση των πιο πάνω ποσών από τη στιγμή που δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος συμφώνησε με την εν λόγω αμοιβή η οποία θα στηριζόταν στο προκαταρκτικό κόστος του έργου. Ουδεμία επίσης θετική αναφορά υπάρχει από την ενάγουσα σε σχέση με το ζήτημα αυτό αλλά και όπως διαπιστώνω επίσης τέτοια αναφορά δεν δικογραφείται.

Αποτελεί, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, σημαντικό γεγονός ώστε να νομιμοποιεί την ενάγουσα να αξιώνει οποιαδήποτε αμοιβή η ύπαρξη προφορικής συμφωνίας μεταξύ των μερών για την ανάθεση στην ενάγουσα αρχιτεκτονικής εργασίας, ότι ο εναγόμενος έδωσε ρητές οδηγίες για την ετοιμασία τους, ότι συμφωνήθηκε η σχετική αμοιβή της αλλά και ότι για την ετοιμασία των εν λόγω αρχιτεκτονικών σχεδίων ο εναγόμενος έλαβε πληροφόρηση και συμφώνησε με αυτά. Τα πιο πάνω δεδομένα, με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, θεωρώ ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί επαρκώς και σε ικανοποιητικό βαθμό ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει και στα ανάλογα ευρήματα.»

 

Η μαρτυρία που οι εφεσείοντες παρουσίασαν για να αποδείξουν την υπόθεση τους είναι η μαρτυρία του διευθυντή τους Γ. Δημητρίου, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, και η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι κατά την 10.12.2015 ο εφεσίβλητος ανέθεσε στους εφεσείοντες αρχιτεκτονικές υπηρεσίες για ανακαίνιση μιας οικίας στο τεμάχιο υπ’ αριθμό 464 και για πρόταση σπιτιού για το τεμάχιο υπ’ αριθμό 463.  Κατέθεσε δε ως τεκμήριο φωτογραφίες και σχέδια «Τεκμήριο Α» αίτηση στην πολεοδομία για άδεια «Τεκμήριο Β», τίτλους ιδιοκτησίας των επίδικων τεμαχίων «Τεκμήριο Γ», επιστολή μαζί με τιμολόγιο «Τεκμήριο Δ».

 

Προχωρήσαμε και εξετάσαμε τόσο τα όσα ο Γ. Δημητρίου αναφέρει στην ένορκη δήλωση του όσο και το περιεχόμενο των τεκμηρίων.  Από αυτά διαπιστώνεται ότι η ημερομηνία 10.12.2015, που αναφέρεται ως ημερομηνία ανάθεσης εργασιών από τον εφεσίβλητο στους εφεσείοντες, είναι και η ημερομηνία η οποία αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ως ημερομηνία ανάθεση των αρχιτεκτονικών υπηρεσιών.  Η συγκεκριμένη ημερομηνία όπως αυτή φαίνεται είναι η ημερομηνία που φέρει η επιστολή και το τιμολόγιο τα οποία στάληκαν προς τον εφεσείοντα για εκτελεσθείσες εργασίες.  Τα σχέδια του Τεκμηρίου Α φέρουν ημερομηνία Σεπτέμβριο του 2012, η Αίτηση προς Πολεοδομική Αρχή φέρει ημερομηνία 17.01.2014.  Ο κ. Δημητρίου πουθενά στην ένορκη του δήλωση δεν δίδει περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με την ημερομηνία κατά την οποία συμφώνησε με τον εφεσίβλητο.  Από δε τα έγγραφα τα οποία προσκόμισε παρουσιάζονται και άλλες ημερομηνίες προγενέστερες της 10.12.2015.  Οι τίτλοι ιδιοκτησίας τους οποίους έχει επισυνάψει ο κ. Δημητρίου στην ένορκη του δήλωση φέρουν αριθμούς τεμαχίου 463, 146 και 462 αντίστοιχα, χωρίς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες σε τι αντιστοιχεί το κάθε τεμάχιο. Το 463 στο οποίο γίνεται αναφορά τόσο στην έκθεση απαίτησης όσο και στην ένορκη δήλωση του κ. Δημητρίου, ανήκει σε τρίτο πρόσωπο.  Τα τεμάχια 146 και 462 φαίνεται να ανήκουν στον πατέρα του εφεσίβλητου, χωρίς να εξηγηθεί ο λόγος επισύναψης τους.  Για το τεμάχιο 464 δεν έχει επισυναφθεί οποιοσδήποτε τίτλος, ενώ στην ένορκη δήλωση του ο κ. Δημητρίου αναφέρει ότι επισυνάπτει αντίγραφο τίτλου του εν λόγω τεμαχίου.  Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση του ο κ. Δημητρίου, σε σχέση με το Τεκμήριο Β, αναφέρει ότι οι εφεσείοντες κατέθεσαν πολεοδομική άδεια χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες για το πότε αυτή η αίτηση κατατέθηκε στην πολεοδομία.  Ούτε στην Αίτηση φαίνονται στοιχεία ως προς την καταχώριση.  Τα μόνα στοιχεία που αναφέρονται είναι το τεμάχιο 463 και οι Αιτητές που είναι οι γονείς του εφεσίβλητου.   Ο εφεσίβλητος στην ένορκη του δήλωση αρνείται τα πιο πάνω και αναφέρει ότι το τεμάχιο 463 δεν αποτελεί ιδιοκτησία του και δεν βρίσκεται στην κατοχή ή τον έλεγχο του και αποτελεί ιδιοκτησία τρίτων προσώπων.  Το τιμολόγιο, μέρος του Τεκμηρίου Δ, που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Δημητρίου, αναφέρεται σε προσχέδια και ποσό αμοιβής σε €1.812,50 εκτελεσθείσες εργασίες 100% και καταλήγει ως αξία εκτελεσθήσας εργασίας το ποσό των €2.812,50.  Στην έκθεση απαίτησης, αλλά και στην ένορκη δήλωση του κ. Δημητρίου μεταφέρθηκε αυτούσιο το περιεχόμενο του τιμολογίου χωρίς να δοθούν λεπτομέρειες για τα ποσά τα οποία αναφέρονται σ’ αυτό.  Ο εφεσίβλητος στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης αρνείται αυτά τα ποσά και καλεί τους εφεσείοντες «σε αυστηράν απόδειξη των ισχυρισμών τους», και στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί του κ. Δημητρίου δεν αποδεικνύονται επαρκώς.

 

Στην υπόθεση Thesis Trading Co Limited v. Δήμου Λάρνακας (2016) 1 Α.Α.Δ. 1545, έχει αναφερθεί ότι:

 

«Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα (2011) 1 Α.Α.Δ. 1422). Η μαρτυρία του ΜΕ1 απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη. Τούτων δοθέντων η υπόθεση δεν περισώζεται ούτε με τις εν μέρει, όπως θεωρεί ο συνήγορος των εφεσειόντων, «παραδοχές» των ΜΥ2 και ΜΥ3. Ο ενάγων έχει το βάρος να θεμελιώσει, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, αμέλεια του αντιδίκου και αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας και των ζημιών που έχει υποστεί συνεπεία αυτής Μαρσελ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858, Χρυσάνθου κ.ά. v. Φραντζή (2010) 1 Α.Α.Δ. 1295, Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη (2008) 1 Α.Α.Δ. 1275 και Σοφοκλέους v. Κυριάκου (2010) 1 Α.Α.Δ. 665. Η ανατροπή των ευρημάτων αξιοπιστίας και η επέμβαση του Εφετείου, σε περίπτωση που τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν δικαιολογούνται ή έρχονται σε αντίθεση με άλλη αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ή εκεί όπου διαπιστώνονται ουσιαστικές αντιφάσεις που αφήνουν το μάρτυρα εκτεθειμένο ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική, προϋποθέτουν εφαρμογή των αρχών που διέπουν την επέμβαση του Εφετείου (Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1 Α.Α.Δ. 236). Το Δικαστήριο παρέθεσε, ανάλυσε και αντίκρισε τη μαρτυρία του ΜΕ1 με πολλή λεπτομέρεια, δίνοντας ικανούς λόγους για τη μη αποδοχή της. Δεν παρέχεται ως εκ τούτου περιθώριο για επέμβαση του Εφετείου.

Το κριτήριο όπως ξεκάθαρα πλέον ορίζεται στην Μαρσέλ κ.ά. (ανωτέρω), σ. 1868, «.δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. v. Κουνούνη (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).»»

 

Ως έχει, περαιτέρω, αναφερθεί στην υπόθεση Χριστοδουλίδου v. Mocassino Shoes Ltd (2006) 1 Α.Α.Δ. 294 «Το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας και της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ― Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι αντίθετα με την κοινή λογική ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που αυτό έχει αποδεχτεί ως αξιόπιστη.». Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση Χρ. Χ’’Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λίμιτεδ v. Technoplastics Limited, Πολιτική Έφεση 278/2019, ημερομηνίας 15.05.2025.

 

Δεδομένου του περιεχόμενου της ένορκης δήλωσης του κ. Δημητρίου και των τεκμηρίων που αυτός έχει επισυνάψει, κρίνουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο χαρακτήρισε την μαρτυρία του ως μη πειστική, εφόσον αυτά που κατέθεσε δεν δίδουν δικαίωμα στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα, τόσο για τον καταρτισμό συμφωνίας, την ημερομηνία καταρτισμού συμφωνίας, αν υπήρξε κατάθεση στην πολεοδομική αρχή για πολεοδομική άδεια, ως είναι οι λεπτομέρειες που τίθενται στην έκθεση απαίτησης και αν έγιναν οι εκτελεσθείσες εργασίες, ως αυτές αναφέρονται στο τιμολόγιο το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου Δ.

                      

Έχοντας υπόψη μας όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο με πειστικότητα και σαφήνεια εξηγεί γιατί απέρριψε τη μαρτυρία που οι εφεσείοντες έχουν προσκομίσει και ορθά, κατά την κρίση μας, κατέληξε στο σκεπτικό ότι οι εφεσείοντες δεν απέδειξαν τις απαιτήσεις τους ούτε στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.

 

Με αυτά τα δεδομένα, κρίνουμε ότι οι λόγοι έφεσης ένα μέχρι ένδεκα, δεκατρία και δεκατέσσερα, οι οποίοι άπτονται της αξιολόγησης και των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου, είναι ανεπιτυχείς και απορρίπτονται.

 

Η έφεση απορρίπτεται.  Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα έφεσης €1.900,00, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον των εφεσειόντων

 

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο