ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 136/2023)
29 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ,
Εφεσίβλητου.
______________________________
Α. Μιχαήλ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα
Ν. Κορομίας, για τον Εφεσίβλητο
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη. Θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε δύο κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή (πρώτη κατηγορία) και κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα 131,04 γραμμαρίων κάνναβης (δεύτερη κατηγορία) κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/77. Παραδέχτηκε ενοχή στις εν λόγω κατηγορίες. Είχε μία προηγούμενη καταδίκη από 11.1.2017 για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, αδικήματα για τα οποία του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 12 και 6 μηνών αντιστοίχως, με τριετή αναστολή εκτέλεσης. Διέπραξε, επομένως, τα επίδικα αδικήματα στο εν λόγω διάστημα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο ποινή φυλάκισης 14 μηνών στη δεύτερη κατηγορία και καμία ποινή στην πρώτη, λόγω του ότι τα γεγονότα της εμπεριέχονται σε αυτά της σοβαρότερης κατηγορίας. Διέταξε δε την τριετή αναστολή αυτής και εξέδωσε διάταγμα επιτήρησης του εφεσίβλητου με συγκεκριμένους όρους. Αποφάσισε επίσης τη μη ενεργοποίηση των ποινών φυλάκισης οι οποίες είχαν ανασταλεί ως περιγράφονται ανωτέρω.
Ο εφεσείων, με τον πρώτο λόγο έφεσης, υποστηρίζει ότι η ποινή φυλάκισης είναι έκδηλα ανεπαρκής και με τον δεύτερο λόγο έφεσης προσβάλλει το διάταγμα αναστολής της, καθώς και την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην ενεργοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές φυλάκισης για τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής.
Η επίδικη ποσότητα κάνναβης βρέθηκε κατόπιν έρευνας σε υποστατικό ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου την 2.6.2019. Το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε την 14.10.2020 και ορίστηκε για ακρόαση την 1.2.2021. Κατόπιν διαφόρων αναβολών, οι οποίες κυρίως οφείλονται σε αιτήματα του εφεσίβλητου, η ποινή επιβλήθηκε την 7.6.2023. Η διαδικασία ακρόασης για γεγονότα και ποινή άρχισε την 7.2.2023 και συνεχίστηκε μέχρι και την 19.5.2023.
Κατά τον χρόνο της ως άνω έρευνας, όταν βρέθηκε σε τασάκι πάνω σε γραφείο στο υποστατικό του εφεσίβλητου, νάιλον σακούλι με ξηρή φυτική κάνναβη και ένας πλαστικός σπαστήρας, ο εφεσίβλητος ανέφερε «είναι για δική μου χρήση, κάμνω καμιά ψιλή». Στη συνέχεια, βρέθηκε σε ντουλάπι ζυγαριά ακριβείας, καθώς και μεγαλύτερη ποσότητα κάνναβης σε χρηματοκιβώτιο στον ίδιο χώρο. Μετά την εξεύρεση μεγαλύτερης ποσότητας, ο εφεσίβλητος ανέφερε ότι η προμήθεια αυτού του είδους ναρκωτικών σε τρίτα πρόσωπα ήταν ο μόνος τρόπος να συντηρεί τα δύο ανήλικα παιδιά του. Αργότερα, κατά την ακρόαση για την επιβολή της ποινής, διαφάνηκε ότι τον επίδικο χρόνο είχε μόνο ένα παιδί και η εν λόγω αναφορά του αφορούσε δεύτερο παιδί του στενού του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Μέχρι όμως την εν λόγω ακρόαση, ο εφεσίβλητος ήταν 37 ετών, νυμφευμένος και είχε δύο δικά του παιδιά 5 και 2 ετών, ενώ η σύζυγός του κυοφορούσε τρίτο παιδί. Διατηρούσε δική του επιχείρηση πώλησης ζωοτροφών και η σύζυγός του εργαζόταν ως κομμώτρια.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε όλες τις πιο πάνω περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων αλλά και στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου και τους διάφορους μετριαστικούς παράγοντες που ο ίδιος προέβαλε. Προσμέτρησε τη μεταβολή των προσωπικών του περιστάσεων και την έστω μερικώς επιτυχή συμμετοχή του σε πρόγραμμα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά, μαζί με τη συνεργασία του με τις αρχές. Δεν παρέλειψε να αναφερθεί στη σοβαρότητα των αδικημάτων, εν όψει και του ρόλου του εφεσίβλητου ως προμηθευτή καθώς και την έξαρση τέτοιων αδικημάτων και την ανάγκη για επιβολή αυστηρών αποτρεπτικών ποινών. Ειδικότερα παρέπεμψε στην VALDEZ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 144/2016, ημερομηνίας 21.2.2017, ECLI:CY:AD:2017:B57.
Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΟΙΡΑΤΖΙΔΗ, Ποινική Έφεση Αρ. 60/2023, ημερομηνίας 28.1.2026, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά με το εγειρόμενο ζήτημα:
«Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
"Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015 και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015)."»
Είναι προφανής η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορά η παρούσα έφεση και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Ως υποδείξαμε στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. SUTTON, Ποινική Έφεση 199/2024, ημερομηνίας 8.12.2025:
«Αδικήματα που αφορούν ναρκωτικά έχουν επανειλημμένως χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα, θέτοντας σε κίνδυνο, τόσο τη φυσική όσο και την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η δε έξαρση, η οποία παρατηρείται σε τέτοιου είδους αδικήματα, καθιστά την αποτροπή, κυρίαρχο στοιχείο στην ποινή που θα πρέπει να επιβάλλεται. Όπως λέχθηκε στην BEYKI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 60:
«Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.»
Ανάλογες διατυπώσεις γίνονται και στην XHAFERI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 207/2021, ECLI:CY:AD:2022:B453, ημερομηνίας 16.11.2022, όπου λέχθηκε ότι:
«Όπως σημειώσαμε στην Ελενόδωρου Κυριάκου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 68/2020, ECLI:CY:AD:2022:B180, ημερ. 11/5/2022, η νομολογία υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ναρζίπ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2014, ημερ. 21/11/2014, η ενασχόληση με τα ναρκωτικά, είτε για ιδία χρήση ή κατά μείζονα λόγο με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτους, αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση. Στην υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ECLI:CY:AD:2018:B110, ημερ. 13/3/2018, λέχθηκε ότι:
«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών».»
(Βλ. επίσης, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ANGELOV, Ποινική Έφεση 38/2023, ημερομηνίας 16.12.2025)»
Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρούμε ότι ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έλαβε υπόψη τη μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, όμως προσέδωσε σε αυτές υπέρμετρη βαρύτητα. Πρώτον, διότι εσφαλμένα παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι η προηγούμενη καταδίκη του εφεσείοντα του αποστερούσε σε αρκετό βαθμό το ευεργέτημα της επιείκειας. Στην ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ημερομηνίας 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, λέχθηκαν τα εξής:
«Οι προηγούμενες καταδίκες του Εφεσείοντα ορθά λήφθησαν επίσης υπόψη ως παράμετρος που περιόριζε το βαθμό επιείκειας που μπορούσε, εν προκειμένω, να επιδειχθεί. Το ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αφορούσαν σε παρόμοιο με το επίδικο αδίκημα, δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Ο Εφεσείων βαρύνετο με δύο προηγούμενες καταδίκες, η μεν πρώτη αφορούσε ληστεία, η δε δεύτερη εμπρησμούς. Όπως είναι νομολογημένο, οι προηγούμενες καταδίκες, ανεξάρτητα αν αφορούν σε παρόμοιας φύσης αδικήματα, αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού ενός κατηγορούμενου στους νόμους της Πολιτείας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17).
Έχοντας λοιπόν υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης και καθοδηγούμενο από τη σχετική επί του θέματος νομολογία (Ιωάννου, άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286, Περικλέους ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 397 και Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 505), το Κακουργιοδικείο έστρεψε στη συνέχεια την προσοχή του σε όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιόν του. Στο πλαίσιο αυτό έλαβε υπόψη του κάθε στοιχείο το οποίο ήταν προς όφελος του Εφεσείοντα, όπως την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος, σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες, επισημαίνοντας παράλληλα ότι αυτές δεν είχαν διαφοροποιηθεί ουσιωδώς στο μεσοδιάστημα.»
Δεύτερον, το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε διότι ουσιαστικά η επιβληθείσα ποινή αντιστρατεύεται τη νομολογία σε σχέση με τις ποινές που επιβάλλονται για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, ασχολία την οποία παραδέχθηκε εξάλλου ο εφεσίβλητος, αναφέροντας, κατά απαράδεχτο τρόπο, ότι αυτή αποτελούσε και τον μόνο τρόπο τον οποίο μπορούσε να εξεύρει για να συντηρεί τα παιδιά του. Πράγμα, που, αφενός, εμφανώς δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αφετέρου δε, ουδόλως θα μπορούσε, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες να αποτελέσει δικαιολογία για μία τέτοια παράνομη ενέργεια.
Αν και η ποσότητα η οποία βρέθηκε στην κατοχή του εφεσίβλητου δεν ήταν μεγάλη, δεν ήταν όμως ούτε και αμελητέα. Η επιβολή ποινής 14 μηνών φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο, αντικειμενικά ιδωμένη και όχι ως αποτέλεσμα προσωπικής άποψης των μελών του Εφετείου, δεν είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, της έξαρσης που αυτό παρουσιάζει καθιστώντας το κοινωνική μάστιγα, και της αναγκαιότητας για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, τόσο σε σχέση με τον αδικοπραγούντα, όσο και σε σχέση με τρίτους. Καθίσταται, συνεπώς, αναγκαία η παρέμβασή μας, αφού η ποινή που επιβλήθηκε στη σοβαρότερη κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια κρίνεται έκδηλα ανεπαρκής.
Στην ΠΟΙΡΑΤΖΙΔΗ (ανωτέρω), σημειώσαμε σε ανάλογη περίπτωση, ότι είναι άφθονη η νομολογία από την οποία θα μπορούσε να αντληθεί καθοδήγηση αναφορικά με το υπό κρίση αδίκημα. Ενδεικτικά και μόνο, αναφερθήκαμε στις XHAFERI (ανωτέρω), και σε άλλες που αναφέρθηκαν σε αυτήν, όπως ΚΑΤΣΑΠΑΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2012) 2 Α.Α.Δ. 318, AHMED Κ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2012) 2 Α.Α.Δ. 801, SOLEIMANI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2006) 2 Α.Α.Δ. 476 και ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ Κ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2007) 2 Α.Α.Δ. 492.
Προβάλλει, από τη νομολογία, η επιβολή, κατ’ αναλογία πάντα, σημαντικά αυστηρότερων ποινών φυλάκισης από αυτήν που επέλεξε να επιβάλει το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Όπως και στην ΠΟΙΡΑΤΖΙΔΗ (ανωτέρω), στην παρέμβασή μας αυτή θα είναι σχετική και η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του αδικήματος μέχρι και σήμερα. Όπως επισημαίνεται στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΤΑΚΚΑ, Ποινική Έφεση 160/2022, ημερομηνίας 26.6.2025:
«Όπως λέχθηκε και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. 41/2025, ημερ. 10.4.2025 η καθυστέρηση αποτιμάται κατά το πέρας της διαδικασίας ως ελαφρυντικός παράγων στη βάση των σταθερών νομολογιακών αρχών, συνεκτιμάται δε με την αλλαγή των προσωπικών και άλλων περιστάσεων του παραβάτη.»
Αναπόφευκτα, λαμβάνουμε υπ' όψιν το γεγονός ότι έχουν παρέλθει επτά έτη από την τέλεση των αδικημάτων, γεγονός που επιδρά στην παρέμβασή μας για καθορισμό της ορθής ποινής, ώστε αυτή να είναι ουσιαστικά μειωμένη συγκριτικά με την ποινή που θα ήταν ορθό να είχε επιβληθεί πρωτοδίκως.
Επιβάλλοντας δε πρωτογενώς ποινή, λαμβάνουμε υπόψη ότι μέχρι σήμερα ο εφεσίβλητος έχει περατώσει επιτυχώς πρόγραμμα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά, βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΓΙΩΡΓΟΥ ΖΑΒΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 232/2025, ημερομηνίας 26.5.2026.
Συνακόλουθα, κρίνουμε ότι η επιβληθείσα ποινή των 14 μηνών φυλάκισης στη δεύτερη κατηγορία θα πρέπει να αντικατασταθεί με ποινή φυλάκισης 20 μηνών. Ο πρώτος λόγος έφεσης συνεπώς, επιτυγχάνει.
Στρεφόμενοι στον δεύτερο λόγο έφεσης, παραθέτουμε ως εισαγωγή τα όσα λέχθηκαν προσφάτως στην GEORGIOS TSINTSARATZE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 139/2025, 141/2025, ημερομηνίας 30.10.2025:
«Σε συνάρτηση με τον ως άνω λόγο έφεσης και την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 3(2) του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιστάσεις Νόμου του 1972, Ν.95/1972, αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διατάσσεται αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΤΖΙΑΟΥΧΑΡΗ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 161).
Σύμφωνα με την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 168/2016, ημερομηνίας 19.4.2018:
«Η απόφαση για αναστολή της ποινής ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στην απουσία δε οποιουδήποτε λάθους αρχής δεν δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου».
Ως εξηγείται στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑΣ (ανωτέρω):
«Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938‑939:
"Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μία δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας."
Το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι μετριαστικοί όμως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής και του ύψους της δεν μπορούν να είναι ταυτόσημοι και να αποτελούν ταυτόχρονα και αιτιολογία για την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Το σύνολο των περιστάσεων μαζί με τα προσωπικά περιστατικά του παραβάτη θα πρέπει να αναδύουν μία εικόνα που να δικαιολογεί την απόφαση για αναστολή. Όπως για παράδειγμα η απόφαση στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου Πολ. Έφεση Αρ. 137/2015, ημερομηνίας 23.6.2018, όπου μετά την ανατροπή της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης, προσμέτρησαν ως ιδιαίτεροι παράγοντες για αναστολή της επιβληθείσας από το Εφετείο ποινής η μεγάλη πάροδος του χρόνου και η ύπαρξη νέων δεδομένων όπως ο αρραβώνας και ο προγραμματισμός γάμου και η απόκτηση παιδιού στο μεταξύ.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας το θέμα, αναφέρθηκε στις νομολογιακές αρχές που αφορούν την απόφαση για αναστολή ποινής φυλάκισης. Ως καθορίζει και η σχετική νομολογία, κατέγραψε ότι σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»
Στην υπό κρίση υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε μία διεργασία εντός του πλαισίου το οποίο καθορίζεται από τη νομολογία. Αποφάσισε υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης με μεγάλο δισταγμό, βάσει των πιο κάτω παραγόντων.
Έλαβε υπόψη ότι παρά τη χρήση ουσιών, ο εφεσίβλητος δεν είχε διαπράξει άλλο αδίκημα τα τελευταία έτη, ενώ θα ήταν πλέον υπεύθυνος να συντηρεί τρία μικρά παιδιά. Εργαζόταν και φαινόταν να έχει συγκροτημένο οικογενειακό περιβάλλον. Προσμέτρησε σοβαρά την προσπάθεια του εφεσίβλητου για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά με τη συμμετοχή του σε ειδικό πρόγραμμα και το ότι τυχόν άμεση φυλάκισή του θα ήταν εξοντωτική για την οικογένειά του. Αποφάσισε να του δώσει την ύστατη ευκαιρία να απαλλαχθεί από την έξη και να σταθεί κοντά στην οικογένειά του, αναλαμβάνοντας πλήρως τις ευθύνες του απέναντί της.
Δεν διακρίνουμε λόγο παρέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση.
Σημειώνουμε ότι στην ενώπιόν μας ακρόαση, ο συνήγορος του εφεσείοντα ανέφερε ότι ο εφεσίβλητος έχει πλέον συμπληρώσει επιτυχώς το ρηθέν πρόγραμμα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και δεν έχει παραβεί το διάταγμα επιτήρησης.
Εν όψει όλων των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Ως αποτέλεσμα των ως άνω, η έφεση επιτυγχάνει μερικώς. Η ποινή φυλάκισης των 14 μηνών ακυρώνεται και αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 20 μηνών. Κατά τα λοιπά η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο