MOTASIM HAIMOUR v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 138/2026, 9/6/2026
print
Τίτλος:
MOTASIM HAIMOUR v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 138/2026, 9/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 138/2026)

 

9 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

MOTASIM HAIMOUR,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

___________________________

Α. Γιαλελής για Kampouri, Gialeli & Co LLC, για τον Εφεσείοντα

Θ. Παπακυριακού (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας αναφορικά με οκτώ κατηγορίες, οι οποίες αφορούν το αδίκημα του βιασμού, της κοινής επίθεσης, της κακόβουλης βλάβης, του περιορισμού της ελευθερίας, της διάδοσης πορνογραφικού υλικού, της άσκησης ψυχολογικής βίας και της αρπαγής από πρόσωπο που ασκεί κοινή κηδεμονία.

 

Συγκεκριμένα, αποδίδεται στον εφεσείοντα ότι, την 5.2.2026, ήρθε σε παράνομη συνουσία διά κολπικής διείσδυσης του πέους στο σώμα της συζύγου του χωρίς τη συναίνεσή της (κατηγορία 1). Περαιτέρω, ότι, την 6.2.2026, παράνομα επιτέθηκε εναντίον του ιδίου προσώπου (κατηγορία 2) και εσκεμμένα και παράνομα έσπασε το κινητό της τηλέφωνο (κατηγορία 3). Περαιτέρω, ότι, την 7.2.2026, περιόρισε την ελευθερία του συγκεκριμένου προσώπου όταν αυτή προσπάθησε να βγει στο μπαλκόνι για να ζητήσει βοήθεια, αποτρέποντας πρόσβαση σε οποιαδήποτε έξοδο και επικοινωνία της με οποιοδήποτε πρόσωπο (κατηγορία 4). Περαιτέρω, ότι, κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του έτους 2026, απείλησε το ίδιο πρόσωπο ότι, χωρίς τη συγκατάθεσή της, θα αποστείλει στον πατέρα της φωτογραφίες και βίντεο με την ίδια να απεικονίζεται γυμνή (κατηγορία 5) και, με αυτήν του τη συμπεριφορά της άσκησε ψυχολογική βία (κατηγορία 6). Τέλος, ότι μετέφερε τα δύο παιδιά του με τη συγκεκριμένη παραπονούμενη εκτός των ορίων της Δημοκρατίας χωρίς τη συναίνεσή της (κατηγορίες 7 και 8).

  

Μετά από σχετικό αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, παρά την προβαλλόμενη ένσταση από πλευράς εφεσείοντα, το παραπέμψαν Επαρχιακό Δικαστήριο διέταξε την κράτησή του στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Ο εφεσείων καταχώρισε έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης, την οποία όμως απέσυρε κατά την ημερομηνία ακρόασής της, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του.

 

Κατά την πρώτη του εμφάνιση ενώπιον του Κακουργιοδικείου, ο εφεσείων απάντησε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και έφερε ένσταση στο αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για συνέχιση της κράτησής του, λόγω κινδύνου φυγοδικίας. Το Κακουργιοδικείο αποφάσισε τη συνέχιση της κράτησής του και ο εφεσείων προσβάλλει την εν λόγω απόφαση με τρεις λόγους έφεσης.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι κακώς και εσφαλμένα αποφάσισε ότι έχει καταδειχθεί πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα. Προβάλλεται, αιτιολογικά, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ όφειλε να περιοριστεί σε εξέταση του μαρτυρικού υλικού στην όψη του, ουσιαστικά αποδέχτηκε την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ως ορθή, θεωρώντας τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης ως δεδομένα. Με τον τρόπο που ενήργησε, ως η πλευρά του εφεσείοντα εισηγείται, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε σε ανεπίτρεπτη, έστω έμμεση, αξιολόγηση της αξιοπιστίας του μαρτυρικού υλικού.

  

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα στην απόφασή του περί ύπαρξης κινδύνου φυγοδικίας, καθ' ότι η σχετική κρίση δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα και αντικειμενικά δεδομένα, αλλά σε γενικές και υποθετικές εκτιμήσεις. Αιτιολογικά, προβάλλεται ότι, χωρίς να εντοπίσει οποιαδήποτε συγκεκριμένη συμπεριφορά ή περιστατικό που να καταδεικνύει πραγματικό και άμεσο κίνδυνο διαφυγής του εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο βασίστηκε κυρίως στη σοβαρότητα των κατηγοριών και την πιθανότητα καταδίκης. Επίκληση γίνεται, επίσης, παράλειψης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να προβεί σε ουσιαστική και εξατομικευμένη στάθμιση των προσωπικών περιστάσεων του εφεσείοντα και των δεσμών του με τη Δημοκρατία, ως τους εξηγεί, καθώς επίσης παράλειψης αξιολόγησης περιοριστικών όρων προς εξουδετέρωση οποιουδήποτε κινδύνου διαφυγής.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα δεν έλαβε υπ' όψιν την εισήγηση της Υπεράσπισης όπως επιβληθούν αυστηροί όροι στον εφεσείοντα προς εξασφάλιση της παρουσίας του. Είναι η εισήγηση της πλευράς του εφεσείοντα ότι θα έπρεπε να εισακουστεί η Υπεράσπιση σε σχέση με όρους και διάταγμα αποκλεισμού που είχε εισηγηθεί. Αναφορά, και πάλι, γίνεται στη μαρτυρία που υπάρχει μόνο από την παραπονούμενη, αλλά και θέση πλημμελούς έρευνας και ύπαρξης στοιχείων που αποδείκνυαν την αθωότητα του εφεσείοντα και δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για να τα αξιολογήσει.

 

Έχουμε με μεγάλη προσοχή ακούσει και εξετάσει τα όσα οι δύο συνήγοροι έχουν θέσει ενώπιόν μας με την επιχειρηματολογία τους, καθώς επίσης καθετί σχετικά με την παρούσα έφεση και πρωτόδικη διαδικασία και απόφαση.

 

Με δεδομένο ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο σε τέτοιας φύσης περιπτώσεις είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος και συγκεκριμένα σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286

 

Στο σύνολό τους, οι προβαλλόμενοι λόγοι έφεσης στοχοποιούν τη συνολική προσέγγιση και κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Υφίσταται τέτοια συνάφεια και σύνδεση των όσων προβάλλονται που καθίσταται ευχερές αυτά να εξεταστούν παράλληλα μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης απόφασης και κρίσης.

 

Από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, διαπιστώνεται η ορθή ανάλυση της νομικής πτυχής του υπό κρίση ζητήματος, με παραπομπή και σε σχετική νομολογία. Διαπιστώνεται, επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, με λεπτομέρεια και επάρκεια, κατέγραψε τα ενώπιόν του στοιχεία αλλά και θέσεις των δύο πλευρών. Προκύπτει ότι έτυχαν εξέτασης τα όσα τέθηκαν ενώπιόν του από την πλευρά του εφεσείοντα, ενώ έτυχε της δέουσας εξέτασης το καθετί που αφορούσε το μαρτυρικό υλικό προς διαπίστωση τόσο ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης, όσο και ύπαρξης, ως τελικό συμπέρασμα, κινδύνου φυγοδικίας.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε και κατέγραψε, σχετικά, το μέρος του μαρτυρικού υλικού (μαρτυρία παραπονούμενης και μίας φίλης της) από το οποίο, στην όψη του, υποστηρίζονται οι κατηγορίες, καθώς και την ενέργεια του εφεσείοντα ως προς τα παιδιά. Καταγράφεται σχετικά η κατάθεση του Λοχία που εκτελούσε καθήκοντα στον αερολιμένα Πάφου, το βράδυ που ο εφεσείων φέρεται να ταξίδεψε με τα παιδιά στην Ιορδανία, ο οποίος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο εφεσείων επέστρεψε στην Κύπρο χωρίς αυτά. Παράλληλα, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τα όσα ο εφεσείων προέβαλε ως την εκδοχή του αλλά και ελλείψεις στην έρευνα και κακοπιστία της παραπονούμενης, εξηγώντας, ορθά, ότι τέτοια θέματα δεν μπορούσαν να αξιολογηθούν στο στάδιο αυτό.

 

Δεν εντοπίζουμε σφάλμα, είτε στην προσέγγιση του ζητήματος, είτε στην κρίση του, από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Επαναλαμβάνουμε, προς απάντηση στο παράπονο του εφεσείοντα, και θα πρέπει να καταστεί αντιληπτό, ότι η μαρτυρία εξετάζεται στην όψη της, προς διαπίστωση της πιθανότητας καταδίκης. Το έργο του Δικαστηρίου εξαντλείται σ' αυτό το σημείο για τον απλό λόγο ότι, στο στάδιο αυτό, δεν αξιολογείται η μαρτυρία προς τον σκοπό διαπίστωσης ή μη ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2008) 2 Α.Α.Δ. 790).

 

Προσθέτουμε ότι, προς υποστήριξη της θέσης του, ο συνήγορος του εφεσείοντα παρέπεμψε στην υπόθεση SERHII MELNYK v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 80/24, ημερομηνίας 16.4.2024, στην οποία ανατράπηκε η εκεί υπό κρίση πρωτόδικη απόφαση κράτησης και ο εφεσείων αφέθηκε ελεύθερος με όρους εν όψει, κατά τον συνήγορο, παρόμοιας ασάφειας ως προς το κατά πόσον θα καλείτο να καταθέσει κατά τη δίκη συγκεκριμένη μάρτυρας. Επρόκειτο για κατηγορίες συνωμοσίας για καταδολίευση της Δημοκρατίας μέσω της εισαγωγής χρημάτων σε μετρητά με απώτερο σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

 

Με κάθε σεβασμό, επισημαίνουμε ότι οι περιστάσεις της παρούσας διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τις περιστάσεις στην MELNYK (ανωτέρω). Στην MELNYK (ανωτέρω) η μόνη μαρτυρία στην οποία στηριζόταν η Κατηγορούσα Αρχή ήταν η ανακριτική κατάθεση συγκεκριμένης μάρτυρος και είχε δηλωθεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν είχε ληφθεί ακόμη απόφαση αν αυτή θα καλείτο να καταθέσει στη δίκη. Το Εφετείο δε, βάσισε την απόφασή του όχι μόνον σε αυτό το σημείο. Πρόσθεσε ότι αυτό που επηρέασε ουσιωδώς την έφεση, ήταν η διαπίστωσή του ότι το όλο μαρτυρικό υλικό που προερχόταν από την εν λόγω μάρτυρα δεν έτεινε «να συνδέσει τα χρήματα με παράνομες δραστηριότητες», στοιχείο σχετικό με την πιθανότητα καταδίκης στις εκεί κατηγορίες.

 

Εν αντιθέσει με τις ιδιαίτερες περιστάσεις στην MELNYK (ανωτέρω), στην παρούσα, ουδόλως εντοπίζονται τέτοιας έκτασης ουσιώδη κενά στο μαρτυρικό υλικό, στο μέτρο που η εκ πρώτης όψεως εξέτασή του επιτρέπει να διαπιστωθούν. Με άλλα λόγια, τα όσα υπέδειξε ο συνήγορος του εφεσείοντα δεν καθιστούν την ισχύ του μαρτυρικού υλικού έκδηλα φτωχή, ούτε και δεικνύουν ότι αυτή στερείτο αποδεικτικής δύναμης ώστε να μην αναδύεται ευλόγως η πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα.

 

Δεν εντοπίζουμε, όμως, σφάλμα, ούτε στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε και έκρινε και το ζήτημα των δεσμών του εφεσείοντα με τη Δημοκρατία και την επάρκεια των προτεινόμενων όρων εγγύησης.

 

Εξήγησε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι:

 

«Σε ότι αφορά τους υποκειμενικούς παράγοντες, επισημαίνουμε ότι σύμφωνα με τον συνήγορο του, ο Κατηγορούμενος βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο, όπου εργάζεται με μισθό άνω των €3000. Ο λόγος για τον οποίο εργάζεται στην Κύπρο, είναι διότι η οικονομική κατάσταση στην πατρίδα του δεν είναι καλή. Παρουσίασε δε επιστολή, όπου αναφέρεται ότι απαιτείται όπως ο Κατηγορούμενος συνεχίσει να εργάζεται προκειμένου να στέλνει χρήματα στα παιδιά του (Τεκμήριο 13). Ουσιαστικά, εισηγήθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου είναι τέτοιες που σε συνδυασμό με την εύλογη προσδοκία αθώωσης που ενυπάρχει λόγω της αδύναμης μαρτυρίας, δεν θα τον οδηγήσουν στην σκέψη να φυγοδικήσει. Πέραν τούτου, ο κ. Γιαλελής ανέφερε ότι το διαμέρισμα το οποίο ενοικιάζει για την οικογένειά του, συνέχισε να το πληρώνει ο ίδιος ο εργοδότης του για να μπορέσει να επιστρέψει σε αυτό όταν αφεθεί ελεύθερος (Τεκμήριο 12).

Δεν παραγνωρίζουμε όλα τα πιο πάνω. Εντούτοις, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν κατάγεται από την Κύπρο, το γεγονός ότι τα παιδιά του δεν διαμένουν πλέον στην Κύπρο, αφού η επιμέλεια τους έχει ανατεθεί σε πρόσωπο στην Ιορδανία και δεδομένης της σοβαρότητας των κατηγοριών, της πιθανότητας καταδίκης και των αυστηρότατων ποινών που ενδέχεται να υποστεί, είναι στοιχεία που καθιστούν εύλογα ορατό, το ενδεχόμενο σκέψης από αυτόν να φυγοδικήσει, ώστε να αποφύγει τις συνέπειες ενδεχόμενης καταδίκης και την επαπειλούμενη ποινή. Επαναλαμβάνουμε ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, μεταξύ άλλων, κατηγορία βιασμού, για την οποία προνοείται δια βίου φυλάκιση. Όπως έχει αναγνωρισθεί στη νομολογία, όσο πιο σοβαρή είναι μία κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του (βλ. Τσαπατσάρης v. Αστυνομία (2004) 2 Α.Α.Δ. 600 και Νίκος Νικολάου v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 790). Δεν παραγνωρίζουμε ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται στην Κύπρο υπό το καθεστώς πολιτικού πρόσφυγα. Τούτο όμως δεν τον εμποδίζει από το να επισκεφθεί άλλη χώρα, όπως εξάλλου φέρεται να έπραξε ταξιδεύοντας στην Ιορδανία, ή ακόμα και να διαφύγει σε μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Το μόνο που ουσιαστικά τον κρατά στην Κύπρο, ως προκύπτει από τις αναφορές του συνηγόρου του, είναι ο μισθός που κερδίζει από την εργασία του. Θεωρούμε ότι το στοιχείο αυτό, αν και λαμβάνεται υπόψη, από μόνο του, δεν είναι αρκετό να εξαλείψει τη σκέψη φυγοδικίας εκ μέρους του Κατηγορουμένου.

Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνουμε ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι τη δίκη του, λόγω του κινδύνου φυγοδικίας. Λόγω των όσων έχουμε ήδη αναφέρει ανωτέρω, κρίνουμε ότι οι όροι που εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης δεν είναι ικανοί να εξουδετερώσουν τον εν λόγω κίνδυνο.»

 

Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CORNECI, Ποινική Έφεση 6/2026, ημερομηνίας 19.1.2026, είχαμε την ευκαιρία να συνοψίσουμε το θέμα ως εξής:

 

«Απαύγασμα της νομολογίας αποτελεί η αναγκαιότητα διαπίστωσης δεσμών με τον τόπο και τους ανθρώπους τέτοιων ώστε να θεωρείται ότι η ύπαρξη τους αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής προς αποφυγή της δίκης. Ως είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε στην PATEL v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικής Έφεση 293/2025, ημερομηνίας 11.12.2025:

«Είναι ορθό, παράλληλα, να επαναληφθεί, και, επίσης, να καταστεί αντιληπτό, ότι, ακόμη και η διαπίστωση δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εξαντλεί το θέμα υπέρ της επιβολής όρων εγγύησης. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε ότι ουδέποτε θα διατασσόταν η κράτηση Κύπριου πολίτη, ο οποίος, κατά Τεκμήριο, έχει τέτοιους δεσμούς. Ως εξηγείται στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω):

«...είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του».»

Επομένως, ασχέτως του πως μπορεί να χαρακτηριστούν οι δεσμοί ενός προσώπου με τον τόπο και τους ανθρώπους, ισχυροί ή χαλαροί, το ζητούμενο δεν παύει να είναι η επίπτωση που δυνατόν να έχουν επί του κινδύνου μη προσέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Πάντοτε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανάγκης για ορθή απονομή δικαιοσύνης και, επί του προκειμένου ζητήματος, έχοντας κατά νου ότι αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση.»

 

Ορθή, και σε κάθε περίπτωση εντός του επιτρεπτού πλαισίου, είναι η επί των υπό εξέταση θεμάτων πρωτόδικη κρίση. Τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στοιχεία επέτρεπαν σε αυτό να κρίνει ως έκρινε.

 

Καθ' όλα ορθή και πλήρως αιτιολογημένη κρίνεται η διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης, χωρίς να προκύπτει η όποια παραβίαση των ορίων εντός των οποίων το ζήτημα κρίνεται στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος κράτησης. Ορθή και πλήρως αιτιολογημένη κρίνεται και η πρωτόδικη κατάληξη περί ύπαρξης κινδύνου φυγοδικίας που καθιστούσε ανεπαρκές, ως μέτρο εξασφάλισης της παρουσίας του εφεσείοντα στο Δικαστήριο, την επιβολή όρων εγγύησης και επιβεβλημένη τη διαταγή κράτησης.

 

Τέλος, ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν απέδωσε την οποιαδήποτε σημασία στην εισήγηση του συνηγόρου για έκδοση διατάγματος αποκλεισμού, μαζί με άλλους όρους εγγύησης, καθότι τα όσα αφορούν σε διάταγμα αποκλεισμού σχετίζονται, όχι με τον πυλώνα του κινδύνου φυγοδικίας, αλλά αυτόν του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων και επηρεασμού μαρτύρων.

 

Καταλήγοντας, κρίνουμε ότι κανένα από τα παράπονα του εφεσείοντα, ως τίθενται με τους τρεις λόγους έφεσης, δεν δικαιολογείται. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, μέσα από μία καθ' όλα εμπεριστατωμένη απόφαση, ορθά εξέτασε και αποφάσισε κάθε εγειρόμενο ζήτημα.

 

Συνακόλουθα των ως άνω, η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

                                                Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

         

 

                                                ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο