ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 159/2026)
29 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΧΑΛΕΔ ΜΟΡΤΑΓΚΑ,
Εφεσίβλητου.
_________________________________
Α. Αριστείδης για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα
Ν. Καντάρα, Μ. Αθανασίου (κα) και Α. Μάρκου, για τον Εφεσίβλητο
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη. Θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας παρέπεμψε σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας τρεις κατηγορούμενους, συμπεριλαμβανομένου του εφεσίβλητου, οι οποίοι αντιμετωπίζουν από κοινού 11 κατηγορίες, ήτοι συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (1η, 2η, 3η και 4η κατηγορία), συνωμοσία για φόνο (5η κατηγορία), συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση (6η κατηγορία), συμμετοχή και αποδοχή διάπραξης εγκλημάτων (7η κατηγορία), ταξίδι εκτός της Δημοκρατίας με σκοπό τη διάπραξη αδικήματος τρομοκρατίας και τη συμμετοχή στις δραστηριότητες τρομοκρατικής ομάδας (8η κατηγορία), κατοχή πρόδρομων ουσιών εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια (9η κατηγορία), νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (10η κατηγορία) και αδίκημα τρομοκρατίας (13η κατηγορία).
Η Κατηγορούσα Αρχή προέβη σε αίτημα για κράτηση των κατηγορουμένων λόγω του κινδύνου φυγοδικίας. Ενώ οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν έφεραν ένσταση στο εν λόγω αίτημα, ένσταση έφερε ο κατηγορούμενος 3 (ο εφεσίβλητος), υποστηρίζοντας ότι από το μαρτυρικό υλικό δεν προκύπτει πιθανότητα καταδίκης του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά την απουσία ένστασης από πλευράς των δύο κατηγορουμένων, εξέτασε καθηκόντως κατά πόσον ενδεικνυόταν η κράτησή τους. Στο πλαίσιο της παράθεσης του μαρτυρικού υλικού σε σχέση με αυτούς, ένταξε και το μαρτυρικό υλικό το οποίο θεώρησε ότι σχετιζόταν με τον εφεσίβλητο, καταλήγοντας ως εξής:
«Χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε κρίση επί της αξιοπιστίας ή της τελικής αποδεικτικής αξίας του εν λόγω υλικού, θεωρώ ότι η μαρτυρία που αφορά τον Κατηγορούμενο 3, ιδωμένη στην όψη της και μόνο, παρουσιάζει αδυναμίες και δεν εμφανίζεται να έχει την ίδια βαρύτητα με εκείνη που φέρεται να συνδέει τους Κατηγορούμενους 1 και 2 με τα επίδικα αδικήματα (βλ. Νίκος Αριστοτέλους v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ. 72/26, ημερ. 07/04/26).»
Υπενθυμίζουμε, στο σημείο αυτό, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας εκτιμάται στη βάση τριών αντικειμενικών κριτηρίων, ένα εκ των οποίων είναι η πιθανότητα καταδίκης (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. BOUREL, Ποινική Έφεση Αρ. 206/21, ημερομηνίας 28.12.2021), ECLI:CY:AD:2021:B593.
Στη συνέχεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο συνυπολογίζοντας τα αντικειμενικά δεδομένα και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του εφεσίβλητου έκρινε ότι η παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου δύναται να εξασφαλιστεί επαρκώς με την επιβολή όρων εγγύησης και απέρριψε το αίτημα κράτησής του.
Ο εφεσείων προσβάλλει την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου προωθώντας τη θέση ότι η απόφασή του είναι εσφαλμένη τόσο ως προς τα πραγματικά περιστατικά, όσο και ως προς την εφαρμογή των σχετικών νομικών αρχών.
Για να γίνει κατανοητή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τη διασύνδεση του εφεσίβλητου με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, παραθέτουμε πρώτα την κατάληξή του αναφορικά με την αντίστοιχη διασύνδεση των κατηγορουμένων 1 και 2:
«14. Με άλλα λόγια, από την προσαχθείσα μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου και αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 2, προκύπτει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία η οποία τείνει να τους συνδέει με τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν. Ειδικότερα, προκύπτει μαρτυρία αναφορικά με τη μεταξύ τους σχέση και επαφή, τη διαμονή τους στην οικία στο Πεντάκωμο, τον εντοπισμό ουσιών, εξοπλισμού και άλλων αντικειμένων στις οικίες που φέρονται να συνδέονται με τον Κατηγορούμενο 1, τις κοινές μετακινήσεις τους, καθώς και τις αγορές διαφόρων υλικών από καταστήματα στη Λάρνακα. Περαιτέρω, υφίσταται μαρτυρία η οποία τείνει να καταδείξει τον σκοπό για τον οποίο φέρονται να αποκτήθηκαν τα εν λόγω υλικά. Υπό τα πιο πάνω, προκύπτει εκ πρώτης όψεως ένδειξη κοινής και συντονισμένης δράσης των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε σχέση με τις πράξεις που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, ενώ παράλληλα διαμορφώνεται εύλογη σύνδεση αμφοτέρων με τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.»
Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό ότι, όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό και εξάλλου καταγράφεται και στην εκκαλούμενη απόφαση, μέρος του πιο πάνω αναφερόμενου υλικού το οποίο βρέθηκε στην κατοχή των κατηγορουμένων 1 και 2 ήταν πακέτο σε σχέση με το οποίο ο εφεσίβλητος συμμετείχε στη διαδικασία παράδοσής του σε στενό συγγενικό του πρόσωπο. Ο εμπλοκή του εφεσίβλητου αφορούσε δύο πακέτα τα οποία παραλήφθηκαν από την οικία του εν λόγω συγγενικού του προσώπου από τους κατηγορούμενους 1 και 2.
Συγκεκριμένα, ο εφεσίβλητος φέρεται να επικοινώνησε με το στενό συγγενικό του πρόσωπο τηλεφωνικώς και να του είπε ότι ένας γνωστός του είχε ένα πακέτο από εταιρεία αποστολής δεμάτων και αυτό το διάστημα δεν βρισκόταν στην Κύπρο. Ο εφεσίβλητος ζήτησε από το συγγενικό του πρόσωπο όπως τηλεφωνήσει στην εν λόγω εταιρεία και διευθετήσει όπως το παραλάβει, πράγμα που έγινε. Το εν λόγω συγγενικό πρόσωπο φέρεται να μη γνώριζε το πρόσωπο το οποίο αναγραφόταν ως παραλήπτης στο πακέτο, ούτε να έχει κάποια σχέση μαζί του. Πρόκειται, όπως προαναφέραμε, για πρόσωπο το οποίο ο εφεσίβλητος χαρακτήρισε ως γνωστό του. Το συγγενικό πρόσωπο του εφεσίβλητου επικοινώνησε με τον γνωστό του εφεσίβλητου με μηνύματα τις ημέρες που προσπαθούσε να διευθετήσει την παραλαβή του πακέτου. Τον ενημέρωσε ότι θα έπρεπε ως αρχικός παραλήπτης να αποστείλει ηλεκτρονικό μήνυμα στην εν λόγω εταιρεία για να ζητήσει την αλλαγή. Επίσης, το εν λόγω συγγενικό πρόσωπο του εφεσίβλητου φέρεται να έστειλε μήνυμα στον γνωστό του εφεσίβλητου, λέγοντάς του ότι ήλθαν τα πακέτα και να πάει να τα παραλάβει, λαμβάνοντας ως απάντηση ότι θα στείλει έναν άλλο φίλο του να τα παραλάβει. Αφότου άλλο πρόσωπο έστειλε μήνυμα στο συγγενικό πρόσωπο του εφεσίβλητου λέγοντας ότι θα παραλάβει τα πακέτα, το εν λόγω συγγενικό πρόσωπο του έστειλε την τοποθεσία της οικίας του. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε ότι το συγγενικό πρόσωπο του εφεσίβλητου έδρασε όπως έδρασε επιθυμώντας να βοηθήσει τον εφεσίβλητο επειδή απουσίαζε εκτός Κύπρου. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό, αυτό που καταγράφεται σε αυτό είναι ότι το εν λόγω άτομο σκοπό είχε να βοηθήσει τον γνωστό του συγγενικού του προσώπου. Επίσης, εσφαλμένα κατέγραψε ότι ο εφεσίβλητος ανέφερε στο συγγενικό του πρόσωπο ότι το πακέτο περιείχε είδη κατασκήνωσης. Η πληροφόρηση αυτή καταγράφεται στο μαρτυρικό υλικό μεν, δεν προκύπτει ωστόσο η πηγή της. Ένα από τα πακέτα έφερε ένδειξη ότι επρόκειτο για εύφλεκτο υλικό, ένδειξη την οποία το συγγενικό πρόσωπο του εφεσίβλητου διαπίστωσε εξ ου και το τοποθέτησε στο γκαράζ της οικίας του. Πρόκειται για πακέτο το οποίο περιείχε 18 συσκευασίες στερεάς καύσιμης ύλης (solid fuel cubes). Σύμφωνα με έκθεση του Κρατικού Χημείου πρόκειται για αναγωγική ουσία, η οποία είναι εύφλεκτη όταν έρθει σε επαφή με πηγή θερμότητας και οξυγόνου. Από το μαρτυρικό υλικό φαίνεται ότι το σύνολο των κατασχεθέντων ουσιών από τον χώρο όπου έχει ανευρεθεί και το εν λόγω πακέτο είναι συμβατό με την παρασκευή αυτοσχέδιων εκρηκτικών υλών και δεν δικαιολογείται από νόμιμη επαγγελματική ή ερευνητική δραστηριότητα.
Η όλη πιο πάνω διευθέτηση σχετίζεται με άλλη πτυχή του μαρτυρικού υλικού σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος 2 φέρεται να ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 1 ότι θα σταματούσαν σε κάποιο μέρος στο ίδιο χωριό όπου βρισκόταν η πιο πάνω αναφερόμενη κατοικία του συγγενικού προσώπου του εφεσίβλητου και τα επίδικα πακέτα για να πάρουν υλικά που χρειάζονταν. Η δε περιγραφή των πακέτων που παρέλαβαν φέρεται να συνάδει με την περιγραφή που δόθηκε από το συγγενικό πρόσωπο του εφεσίβλητου, ενώ το ένα πακέτο που εν τέλει έχει ανευρεθεί στον πιο πάνω αναφερόμενο χώρο, μαζί με τα υπόλοιπα υλικά, αναγνωρίστηκε από το συγγενικό πρόσωπο του εφεσίβλητου ως ένα εξ αυτών που παρέλαβε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στρεφόμενο στην πιθανότητα καταδίκης του εφεσίβλητου, κατέγραψε τα εξής:
«15. Όσον αφορά τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου 3 ότι δεν προκύπτει πιθανότητα καταδίκης αναφορικά με τον πελάτη του, καθότι, κατά τους ισχυρισμούς του, από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό δεν στοιχειοθετείται οποιοδήποτε από τα αδικήματα που αντιμετωπίζει αλλά ούτε προκύπτει συμμετοχή του σε αυτά ή οποιαδήποτε σχέση του με τους Κατηγορούμενους 1 και 2, παρατηρώ τα ακόλουθα. Η σύνδεση του Κατηγορούμενου 3 με την υπό διερεύνηση υπόθεση, σύμφωνα με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής, εδράζεται κυρίως αφενός στην εμπλοκή του σε σχέση με το πακέτο της εταιρείας DHL, το οποίο φέρεται να ζήτησε από συγγενικό του πρόσωπο να παραλάβει, και αφετέρου στη μετάβασή του στις κατεχόμενες περιοχές κατά την επίμαχη ημερομηνία. Χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε κρίση επί της αξιοπιστίας ή της τελικής αποδεικτικής αξίας του εν λόγω υλικού, θεωρώ ότι η μαρτυρία που αφορά τον Κατηγορούμενο 3, ιδωμένη στην όψη της και μόνο, παρουσιάζει αδυναμίες και δεν εμφανίζεται να έχει την ίδια βαρύτητα με εκείνη που φέρεται να συνδέει τους Κατηγορούμενους 1 και 2 με τα επίδικα αδικήματα (βλ. Νίκος Αριστοτέλους v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ. 72/26, ημερ. 07/04/26).»
Ως προς τις νομικές αρχές οι οποίες εφαρμόζονται αναφορικά με την εκτίμηση του μαρτυρικού υλικού, σημειώνουμε ενδεικτικά ότι στην SULEYMAN κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 120/2020, 122/2020, ημερομηνίας 11.8.2020, αναφέρθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφασίζει μόνο αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη, με σχετική παραπομπή στις ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ κ.α. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2007) 2 Α.Α.Δ. 337 και ΜΑΛΑ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2008) 2 Α.Α.Δ. 135.
Σε περιπτώσεις συγκατηγορουμένων, όπως εν προκειμένω, δεν τίθεται, κατά την εκτίμηση του μαρτυρικού υλικού, ζήτημα σύγκρισης της βαρύτητας μεταξύ του μέρους αυτού, το οποίο συνδέει έκαστο εξ αυτών με τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν, διεργασία στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται, όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση, να προέβη στην παρούσα υπόθεση, με παραπομπή στην ΝΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 72/2026, 73/2026, 74/2026, 80/2026, ημερομηνίας 7.4.2026. Το ζήτημα δεν είναι εάν το μαρτυρικό υλικό που συνδέει έναν συγκατηγορούμενο παρουσιάζει αδυναμίες σε σχέση με αυτό το οποίο συνδέει άλλο κατηγορούμενο, αλλά αν είναι επαρκές στον βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό, ώστε να συνδέει τον συγκεκριμένο συγκατηγορούμενο με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Συνεπώς, η πιο πάνω εσφαλμένη εκτίμηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου δικαιολογεί την παρέμβαση του Εφετείου, εφόσον θεωρούμε ότι τυγχάνουν εφαρμογής τα πιο κάτω λεχθέντα στην A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286 .»
Επιπλέον των πιο πάνω, για σκοπούς πληρότητας, σημειώνουμε ότι εν προκειμένω, ο εφεσίβλητος αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της συνομωσίας. Προκύπτει από τη ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 78/24, ημερομηνίας 8.4.2024 ότι σε σχέση με το εν λόγω αδίκημα, στο στάδιο της εξέτασης της κράτησης, η πιθανολόγηση καταδίκης μπορεί να στηριχθεί σε μαρτυρία που τείνει να δείξει μια εικόνα συντονισμένης δράσης. Η έκφανση αυτή σχετικά με το συγκεκριμένο αδίκημα δεν εξετάστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Με δεδομένο το σφάλμα αρχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου, διαπιστώνουμε ότι προκύπτει, από το μαρτυρικό υλικό, η διασύνδεση του εφεσίβλητου με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει επαρκώς, σε βαθμό που πληροί το κριτήριο, όπως τίθεται από τη νομολογία, αναφορικά με την πιθανολόγηση καταδίκης στο στάδιο αυτό, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται η εύλογη προσδοκία αθώωσής του.
Εν όψει τούτης της διαπίστωσής μας αναφορικά με την εσφαλμένη κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, συνακόλουθα συμπαρασύρεται και η συνεκτίμηση στην οποία αυτό προέβη των δεσμών του εφεσίβλητου με τη Δημοκρατία και των προσωπικών του περιστάσεων ώστε να καταλήξει στην επιβολή όρων.
Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου και της ύπαρξης δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, παραπέμπουμε στις ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 51/2026, ημερομηνίας 5.3.2026, ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΦΛΟΥΡΟΥ κ.ά. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 41/2026, 43/2026, 44/2026, 45/2026, ημερομηνίας 27.2.2026 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. CORNECI, Ποινική Έφεση 6/2026, ημερομηνίας 19.1.2026.
Στην απόφαση CORNECI (ανωτέρω) σημειώσαμε τα εξής:
«Απαύγασμα της νομολογίας αποτελεί η αναγκαιότητα διαπίστωσης δεσμών με τον τόπο και τους ανθρώπους τέτοιων ώστε να θεωρείται ότι η ύπαρξη τους αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής προς αποφυγή της δίκης. Ως είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε στην PATEL v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικής Έφεση 293/2025, ημερομηνίας 11.12.2025:
«Είναι ορθό, παράλληλα, να επαναληφθεί, και, επίσης, να καταστεί αντιληπτό, ότι, ακόμη και η διαπίστωση δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εξαντλεί το θέμα υπέρ της επιβολής όρων εγγύησης. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε ότι ουδέποτε θα διατασσόταν η κράτηση Κύπριου πολίτη, ο οποίος, κατά Τεκμήριο, έχει τέτοιους δεσμούς. Ως εξηγείται στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω):
«...είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του».»
Επομένως, ασχέτως του πως μπορεί να χαρακτηριστούν οι δεσμοί ενός προσώπου με τον τόπο και τους ανθρώπους, ισχυροί ή χαλαροί, το ζητούμενο δεν παύει να είναι η επίπτωση που δυνατόν να έχουν επί του κινδύνου μη προσέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Πάντοτε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανάγκης για ορθή απονομή δικαιοσύνης και, επί του προκειμένου ζητήματος, έχοντας κατά νου ότι αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση.»
Στην παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι ο εφεσίβλητος, όπως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, διατηρεί δεσμούς με τη Δημοκρατία οι οποίοι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν χαλαροί. Το στοιχείο αυτό συνεκτιμάται με το ότι τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει επιφέρουν πολυετείς ποινές φυλάκισης, περιλαμβανομένης και της διά βίου φυλάκισης στην κατηγορία για το αδίκημα της τρομοκρατίας. Δεν φαίνεται να υφίσταται κατάσταση πραγμάτων που, κατά λογική εκτίμηση, να απομακρύνει την πιθανότητα της φυγοδικίας, προς αποφυγή ενδεχόμενων συνεπειών από μία σοβαρή υπόθεση, ως η παρούσα. Τα όσα έλαβε υπόψη το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κατεδείκνυαν συνθήκες ύπαρξης δεσμών με τη Δημοκρατία ικανών να υπερφαλαγγίσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και την ενδεχόμενη ποινή σε περίπτωση καταδίκης του εφεσίβλητου.
Tέλος, λαμβάνοντας υπόψη το χρονικό διάστημα το οποίο μεσολαβεί μέχρι τη δίκη του εφεσίβλητου, σε συνάρτηση με τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την εμφάνιση του εφεσίβλητου στο Κακουργιοδικείο δεν είναι υπό τις περιστάσεις υπερβολικό (βλ.
TASEV GEORGI ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2016) 2 Α.Α.Δ. 1079)
Εν κατακλείδι, κρίνουμε ότι στην παρούσα υπόθεση θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής η εξαίρεση του κανόνα, με τη διαταγή κράτησης, αντικειμενικά, να ήταν η ορθή διαταγή.
Ο λόγος έφεσης ευσταθεί και η έφεση επιτυγχάνει. Οι επιβληθέντες όροι εγγύησης ακυρώνονται. Διατάσσεται η κράτηση του εφεσίβλητου μέχρι την ορισθείσα στις 6.8.2026 δικάσιμο.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο