ΚΛΕΟΝΙΚΗ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ.: 162/2023, 30/6/2026
print
Τίτλος:
ΚΛΕΟΝΙΚΗ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ.: 162/2023, 30/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 162/2023)

 

30 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΚΛΕΟΝΙΚΗ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ,

Εφεσείουσα,

 

v.

 

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Π. Πιερίδης για Πιερίδης & Πιερίδης, για την Εφεσείουσα

Μ. Φωτιάδου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η εφεσείουσα, πρωτοδίκως, αντιμετώπιζε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κατηγορίες που αφορούσαν το Τμήμα Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων για συγκεκριμένη περίοδο. Συγκεκριμένα, κατηγορείτο ότι παρέλειψε να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων ως αυτοτελώς εργαζόμενο πρόσωπο (κατηγορία 1), ότι παρέλειψε να καταβάλει πρόσθετο τέλος αναφορικά με τις εν λόγω εισφορές (κατηγορία 2), ότι παρέλειψε να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό εισφορών στο Ταμείο Ασφάλισης Υγείας για την ίδια περίοδο (κατηγορία 3) και ότι παρέλειψε να καταβάλει πρόσθετο τέλος αναφορικά με τις τελευταίες αυτές εισφορές (κατηγορία 4).

 

Ως προκύπτει από τον πρωτόδικο φάκελο, η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στις 29.6.2023. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, η εφεσείουσα δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου παρά το ότι κλητεύθηκε προς τούτο. Στον φάκελο της υπόθεσης τέθηκε ένορκη δήλωση επίδοσης του κατηγορητηρίου προς την εφεσείουσα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως προκύπτει από το πρακτικό της συγκεκριμένης ημερομηνίας, ικανοποιήθηκε για την ορθότητα της επίδοσης και την απουσία της εφεσείουσας. Κατόπιν σχετικού αιτήματος, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε όπως η υπόθεση προχωρήσει με απόδειξη των κατηγοριών στην απουσία της κατηγορούμενης. Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε μία μάρτυρα και, στη βάση των λεχθέντων από αυτήν, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην ενοχή της εφεσείουσας στις υπό κρίση κατηγορίες και επέβαλε σε αυτήν ποινή προστίμου €680 στην πρώτη κατηγορία και €100 στην τρίτη κατηγορία, εκδίδοντας, παράλληλα, εναντίον της διάταγμα πληρωμής του συνολικού ποσού των €11.713,19.‑. Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται ως εσφαλμένη με δύο λόγους έφεσης. Ο πρώτος λόγος έφεσης αφορά την εκδίκαση της υπόθεσης στην απουσία της κατηγορούμενης. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο συνήγορος της εφεσείουσας δήλωσε την εγκατάλειψη του θέματος που αφορά κακή επίδοση του κατηγορητηρίου στην εφεσείουσα και κατ' επέκταση αποστέρησή της από το δικαίωμα να είναι παρούσα στη δίκη της. Κατά συνέπεια, η παρούσα έφεση περιορίζεται στον λόγο έφεσης που αφορά την καταδίκη της εφεσείουσας, ήτοι τον δεύτερο λόγο έφεσης.

 

Ως προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα καταδίκασε την εφεσείουσα σε όλες τις κατηγορίες στην απουσία μαρτυρίας λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ή άλλης μαρτυρίας ικανής να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών. Η πλευρά της εφεσείουσας ουσιαστικά επικαλείται την ανεπάρκεια της μαρτυρίας που δόθηκε να αποδείξει τις υπό κρίση κατηγορίες. Αντίθετη είναι η άποψη της πλευράς της εφεσίβλητης η οποία υπεραμύνεται της επάρκειας της προσκομισθείσας μαρτυρίας και της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης.

 

Ως πρώτο σημείο, κρίνουμε σκόπιμο να επισημάνουμε ότι δεν ήταν απαραίτητο η συγκεκριμένη μάρτυρας να αναγράφεται στο κατηγορητήριο ώστε να μπορεί να προσφέρει μαρτυρία προς απόδειξη των κατηγοριών, ως εισηγείται η πλευρά της εφεσείουσας. Για την υπό κρίση διαδικασία δεν υφίσταται τέτοια υποχρέωση. Επομένως, προχωρούμε με την εξέταση της ουσίας του εγειρόμενου ζητήματος.

 

Είναι χρήσιμο, θεωρούμε, να παραθέσουμε επ' ακριβώς τι είναι που καταγράφεται στο πρακτικό της επίδικης δικασίμου. Ως προκύπτει, η συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή αναφέρει ότι:

 

«Χρ. Αθανασιάδου: καλώ μάρτυρα την κ. Ιφιγένεια Γιαννάκη, υπάλληλο του Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Μ.Κ.1 κ. Ιφιγένεια Γιαννάκη, ορκίζεται και λέει:

Τα γεγονότα είναι ως το κατηγορητήριο. Η Κατηγορούμενη παρέλειψε να καταβάλει προς το Ταμείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως αυτοτελώς εργαζόμενη τις εισφορές της περιόδου η οποία αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Όλα τα ποσά που αναφέρονται στο κατηγορητήριο είναι ορθά και αληθή.

α) Όλα τα ποσά εξακολουθούν μέχρι σήμερα να οφείλονται. Συνολικά ανέρχονται σε €11713,19.

Δικαστήριο:

Έχω μελετήσει τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και την οποία αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Έχω μελετήσει επίσης το περιεχόμενο των κατατεθέντων εγγράφων, το οποίο επίσης αποδέχομαι.

Κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει όλα τα συστατικά των αδικημάτων τα οποία αναφέρονται στο κατηγορητήριο.

Ως εκ τούτου η Κατηγορούμενη βρίσκεται ένοχη στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.

Αφού έλαβα υπ όψην τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή διαφαίνεται από τη προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και αφού έλαβα υπ όψην το λευκό ποινικό μητρώο και με βάση την αρχή της συνολικότητας της ποινής (βλ Χριστοφόρου v. Αστυνομίας (2004 2ΑΑΔ 443) επιβάλλονται οι πιο κάτω χρηματικές ποινές…»

 

Διαπιστώνεται, περαιτέρω, ότι στον πρωτόδικο φάκελο υπάρχει έγγραφο που τιτλοφορείται Κατάσταση Οφειλών Ποινικών Διώξεων υπό Εκδίκαση, με ημερομηνία 28.6.2023, στον οποίο αναφέρονται συγκεκριμένες καταχωρήσεις με αναφορά στο όνομα της εφεσείουσας.

 

Με βάση όλα τα ενώπιόν μας στοιχεία, έχουμε την άποψη ότι είναι δικαιολογημένο το παράπονο της εφεσείουσας. Όχι γιατί δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί μία τέτοια υπόθεση με τη μαρτυρία υπαλλήλου των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ούτε γιατί ενδεχομένως να γίνεται επίκληση εξ ακοής μαρτυρίας και του περιεχομένου προσωπικού φακέλου ενός κατηγορουμένου. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, το τι υφίστατο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου παρέμενε ανίκανο να ικανοποιήσει τα όσα απαιτούντο ώστε να αποδεικνύοντο τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που η εφεσείουσα αντιμετώπιζε.

 

Κατ’ αρχάς, εντοπίζεται ότι ακόμη και αυτή η ιδιότητα της μάρτυρος δεν διευκρινίζεται. Είναι η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής που ανέφερε ότι πρόκειται για υπάλληλο του Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η ίδια η μάρτυρας δεν αναφέρει κάτι τέτοιο στη μαρτυρία της, ούτε αναφέρεται η ιδιότητά της, η σχέση της με την υπόθεση και η γνώση της για τα γεγονότα της υπόθεσης. Επομένως, υφίσταται κενό όσον αφορά την αναφορά της ότι τα γεγονότα είναι ως το κατηγορητήριο και ότι η εφεσείουσα παρέλειψε να καταβάλλει ως αυτοτελώς εργαζόμενη τις εισφορές για την περίοδο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, αφού ελλείπει η πηγή γνώσης της για τέτοια αναφορά. Ούτε η αναφορά της ότι όλα τα ποσά που αναφέρονται στο κατηγορητήριο είναι ορθά και αληθή φαίνεται να τεκμηριώνεται από οτιδήποτε, όπως ούτε και το συνολικό ποσό που αναφέρθηκε. Τα ως άνω αναπόφευκτα καθιστούν ακροσφαλή και τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, παρά την αναφορά ότι αποδέχεται τη μαρτυρία ως αξιόπιστη. Σύγχυση δε, προκαλείται και από την αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι έχει μελετήσει το περιεχόμενο των κατατεθέντων εγγράφων, το οποίο αποδέχεται, ενώ δεν παρουσιάζεται να έχει κατατεθεί οποιοδήποτε έγγραφο ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακόμη και να θεωρείτο ότι αναφορά γίνεται στο έγγραφο που βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης, ουδόλως είχε τεθεί το πώς ετοιμάστηκε ένα τέτοιο έγγραφο και από ποιον, ούτε φαίνεται να υπογράφεται από οποιονδήποτε, ούτε φαίνεται να εξηγείται το περιεχόμενό του ή να είχε καταστεί τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Η υπόθεση στην οποία μας παρέπεμψε η συνήγορος για την εφεσίβλητη δεν βοηθά το επιχείρημά της αφού σε εκείνην, ως εμφαίνεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ΚΑΥΚΑΛΙΑ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση 70/2018, ημερομηνίας 23.1.2020), ECLI:CY:AD:2020:B30 επί της ουσίας της έφεσης, διαπιστώθηκε η ύπαρξη προφορικής μαρτυρίας που αποδείκνυε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και προσαγωγή σχετική βεβαίωσης για τις σχετικές καθυστερημένες και οφειλόμενες εισφορές. Ανάλογα στοιχεία αναφέρθηκαν και στην ομότιτλη απόφαση (ημερομηνίας 17.7.2019 η οποία αφορούσε αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας κατά την ακρόαση της έφεσης) στην οποία μας παρέπεμψε η συνήγορος. Ως εξηγούμε ανωτέρω, το σφάλμα στην παρούσα διαδικασία δεν ήταν το επιτρεπτό προσκόμισης τέτοιας φύσης μαρτυρίας προς απόδειξη των κατηγοριών αλλά η ανεπάρκεια, για τους λόγους που ανωτέρω εξηγούνται, της προσκομισθείσας μαρτυρίας να αποδείξει αυτές.

 

Έπεται των ως άνω ότι ακροσφαλής κρίνεται η καταδίκη της εφεσείουσας για τα αδικήματα τα οποία της αποδίδονταν. Βάσιμος κρίνεται ο δεύτερος λόγος έφεσης.

 

Ως αποτέλεσμα, η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Ακυρώνεται τόσο η καταδίκη της εφεσείουσας όσο και η επιβληθείσα σε αυτήν ποινή.

 

Η εφεσείουσα αθωώνεται και απαλλάσσεται.

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο