ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 178/2023)
30 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΣΩΤΗΡΟΥΛΑ Κ. ΚΑΖΑΓΚΑ-ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ,
Εφεσείουσα,
v.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΑΣΩΝ,
Εφεσίβλητου.
_________________________
Χρ. Κογκορόζης για Χρ. Κογκορόζης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.
Μ. Παπακώστα (κα) για Μ. Καραολιά (κα), για τον Εφεσίβλητο.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: H κατηγορούμενη αντιμετώπισε πρωτόδικα δύο κατηγορίες αναφορικά με παραβάσεις Άρθρων του Περί Δασών Νόμου Ν.25(Ι)/2012. Ειδικότερα, κατηγορήθηκε για παράνομη επέμβαση, κατοχή και χρήση, μέρους του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσης χωρίς την εξασφάλιση άδειας από τον Διευθυντή Τμήματος Δασών. Της αποδόθηκε ότι παράνομα από την 1.1.2017 μέχρι σήμερα κατέχει και χρησιμοποιεί υποστατικό έκτασης 30m2 το οποίο εμπίπτει στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσης.
Κατηγορήθηκε, επίσης, για παράλειψη συμμόρφωσης με ειδοποίηση για κατεδάφιση αποσυναρμολόγηση και/ή απομάκρυνση παράνομων υποστατικών που της δόθηκαν από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών κατά ή περί την 12.4.2016.
Όπως προκύπτει και από την έκθεση του αδικήματος αλλά και από τα γεγονότα της υπόθεσης, της είχε χορηγηθεί άδεια χρήσης κρατικής γης από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών με βάση το Άρθρο 22 του Νόμου, η οποία έχει λήξει στις 31.12.2016.
Μετά από ακροαματική διαδικασία το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ένοχη την κατηγορούμενη στην 1η κατηγορία ενώ την αθώωσε και απάλλαξε στη 2η κατηγορία. Της επιβλήθηκε δε ποινή προστίμου €500 στην 1η κατηγορία και εκδόθηκε εναντίον της διάταγμα κατεδάφισης του παράνομου υποστατικού.
Η κατηγορούμενη εφεσιβάλλει την καταδίκη της στην πρώτη κατηγορία με οκτώ λόγους έφεσης. Όλοι οι λόγοι έφεσης αφορούν ουσιαστικά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο τόσο της διά ζώσης αλλά και τεκμηρίων που κατατέθηκαν όσο και την αξιολόγηση που έγινε αναφορικά με τον ΜΚ1 τον οποίο, ως η θέση της εφεσείουσας, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ως εμπειρογνώμονα.
Όπως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης, κατά την ακροαματική διαδικασία κλήθηκαν δύο μάρτυρες από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, πρόκειται για τον Α. Κυριάκου, Δασικό Λειτουργό στον τομέα Γαιών και Χωρομετρίας (ΜΚ1) και τον Γ. Κυριάκου, Ανώτερο Δασικό Λειτουργό (ΜΚ2). Η κατηγορούμενη μετά που κλήθηκε σε απολογία έδωσε ένορκη μαρτυρία και δεν κάλεσε οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα.
Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν τεκμήρια σύμφωνα με τα οποία το Κύριο Κρατικό Δάσος «Αθαλάσσα» κηρύχθηκε σε Εθνικό Δασικό Πάρκο. Σχετικά είναι τα τεκμήρια 1, 2 και 3. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης που αναφέρονται στην εκκαλούμενη απόφαση, η κατηγορούμενη είναι ιδιοκτήτρια του τεμαχίου με αριθμό ΧΧΧ το οποίο εφάπτεται με το Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσης. Περί το έτος 1977 οι γονείς της κατηγορουμένης είχαν χτίσει δύο δωμάτια, μέρος των οποίων ενέπιπτε εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσης. Η έκταση της επέμβασης της κατηγορουμένης εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσης αποτυπώθηκε και υπολογίστηκε από τον ΜΚ1 στα 30 τετραγωνικά μέτρα και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 4 σχετικό σχεδιάγραμμα στο οποίο σημειώνεται η επέμβαση της κατηγορουμένης εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσης.
Λόγω της επέμβασης αυτής, πριν από καταχώρηση και προώθηση της παρούσας υπόθεσης, ο Διευθυντής Τμήματος Δασών είχε καταχωρήσει την ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 3152/1993 εναντίον της κατηγορουμένης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για παράνομη ανέγερση, κατοχή και χρήση υποστατικών στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσης. Μετά την καταχώριση της εν λόγω ποινικής υπόθεσης, η κατηγορούμενη υπέβαλε αίτηση στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ του τεμαχίου της ιδιοκτησίας της και του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσης και στις 25.11.1994 το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας απέστειλε ειδοποίηση στην κατηγορούμενη με την οποία την ενημέρωσε για την απόφασή του σε σχέση με τη διαφορά/σύνορο.
Σύμφωνα με την απόφαση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 25.11.1994, 30 τετραγωνικά μέτρα των υποστατικών της κατηγορούμενης επενέβαιναν εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσης. Η απόφαση κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 5. Η ποινική υπόθεση 3152/1993 αποσύρθηκε εναντίον της κατηγορουμένης μετά από εξώδικο συμβιβασμό και έκδοση ετήσιας άδειας χρήσης κρατικής δασικής γης υπό τον όρο ότι τα «παράνομα» υποστατικά θα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά ως κατοικία από τους γονείς της κατηγορουμένης ενόσω αυτοί βρίσκονταν εν ζωή. Προς τούτο, στις 27.10.1995 η κατηγορούμενη υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση με την οποία αποδέχθηκε τον πιο πάνω όρο καθώς και τον όρο ότι μετά τον θάνατο των γονέων της θα κατεδάφιζε και απομάκρυνε την επέμβαση. Ούτω και εγένετο για σειρά ετών.
Ακολούθως, στις 12.4.2016, μετά την ανανέωση της άδειας χρήσεως για το 2016, ο Διευθυντής Τμήματος Δασών κατόπιν έρευνας που διεξήγαγε διαπίστωσε ότι οι γονείς της κατηγορουμένης είχαν αποβιώσει. Ενόψει τούτου, απέστειλε στις 12.4.2016 επιστολή στην κατηγορουμένη με την οποία την καλούσε να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσής της ημερομηνίας 27.10.1995 και να απομακρύνει τα παράνομα υποστατικά. Κατατέθηκαν σχετικά τα τεκμήρια 6 και 7. Η άρνηση της κατηγορούμενης να συμμορφωθεί με τα όσα είχε αναλάβει και συμφωνήσει να πράξει, αποτέλεσε τον λόγο καταχώρησης της υπό κρίση υπόθεσης.
Ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η κατηγορούμενη παράνομα από την 1.1.2017 μέχρι σήμερα κατέχει και χρησιμοποιεί υποστατικά έκτασης 30 τετραγωνικών μέτρων τα οποία εμπίπτουν στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσης χωρίς την εξασφάλιση άδειας από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών και/ή ανανεωμένης άδειας χρήσης κρατικής γης από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών. Περαιτέρω, υποστήριξαν ότι η κατηγορουμένη παρέλειψε να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση που της δόθηκε στις 12.4.2016.
Ο ΜΚ1 κατέχει τη θέση του Πρώτου Δασικού Λειτουργού στον Τομέα Γαιών και Χωρομετρίας και προΐσταται του Κλάδου Χωρομετρίας. Είναι χωρομέτρης και παρακολούθησε μαθήματα στο Κτηματολόγιο που του επιτρέπουν να προβεί σε οποιαδήποτε χωρομετρία εντός του δάσους και των συνόρων του. Κατέθεσε τις γνωστοποιήσεις δυνάμει των οποίων το Κύριο Κρατικό Δάσος Αθαλάσσης κηρύχθηκε Εθνικό Δασικό Πάρκο, όπως και τα γεγονότα που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση από τότε που έγινε η παράνομη επέμβαση από τους γονείς της κατηγορουμένης μέχρι σήμερα.
Ο ΜΚ2 είναι Ανώτερος Δασικός Λειτουργός, Λειτουργός Διαχείρισης Γαιών και Προγραμματισμού Λευκωσίας, Λάρνακας και Αμμοχώστου ενώ προηγουμένως κατείχε τη θέση Δασικού Λειτουργού Πρώτης Τάξης και ήταν τοποθετημένος στον Δασικό Σταθμό Αθαλάσσης από 5.10.1992 με καθήκοντα διαφύλαξης των συνόρων των κρατικών δασών. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο από προσωπικό χειρισμό, αλλά και από έγγραφα που έχει στην κατοχή και φύλαξη του, τα οποία συνέλεξε μετά από έρευνα που διενέργησε ο ίδιος. Στις 19.4.2022 επισκέφθηκε το Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσης και συγκεκριμένα το σημείο που υφίσταται η παρέμβαση και συνέλεξε φωτογραφικό υλικό που απεικονίζει την επέμβαση της κατηγορουμένης και τα παράνομα υποστατικά. Κατέθεσε σχετικά δέσμη φωτογραφιών ως τεκμήριο 8. Σε νέα επίσκεψη που έκανε στις 10.4.2023 στο σημείο επέμβασης, διαπίστωσε ότι η επέμβαση εξακολουθεί να υφίσταται όπως και τα παράνομα υποστατικά της κατηγορουμένης.
Η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι τη δεκαετία του 1960 ο πατέρας της έχτισε μια οικία και στη συνέχεια μοίρασε το ακίνητο σε δύο κομμάτια προκειμένου να πάρει ένα η ίδια και ένα η αδελφή της, ως προίκα για τους γάμους τους. Όταν έγινε η εισβολή του 1974 ο πατέρας της έχτισε τα δύο επίδικα βοηθητικά δωμάτια στο πίσω μέρος του ακινήτου με σκοπό να διαμένει με τη μητέρα της τα τελευταία χρόνια της ζωής τους αφού αυτοί ήταν πρόσφυγες και δεν είχαν πού να μείνουν. Για τον καθορισμό του ακινήτου και του σημείου ανέγερσης των δωματίων ο πατέρας της, σύμφωνα πάντα με την κατηγορουμένη, βασίστηκε στην υφιστάμενη περίφραξη του Δασονομείου η οποία αποτελείτο από συρματόπλεγμα καθώς επίσης και κούκους-ορόσημα που υπάρχουν ακόμα μέχρι σήμερα. Πρόσθεσε ότι η περίφραξη του Δασονομείου είχε τοποθετηθεί αρχικά επί Αγγλοκρατίας και στη συνέχεια ήρθε η Δημοκρατία και τη μετέφερε προς τα μέσα. Σύμφωνα με την ίδια, πρώτα τοποθέτησαν τους κούκους και την περίφραξη, αργότερα τα μετατόπισαν και «έριξαν σε αυτούς το φταίξιμο» ότι επενέβησαν παράνομα σε κρατική γη. Πρόσθεσε ότι ο πατέρας της ουδέποτε ανέφερε ή πίστευε ότι επενέβαινε σε κρατική γη και ότι βασίστηκε σε αυτούς τους κούκους για να κτίσει τα επίδικα δωμάτια.
Σε ό,τι αφορά τη δήλωση που υπέγραψε στις 27.10.1995 που αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 6, ανέφερε ότι αυτή ήταν προϊόν εξαναγκασμού. Πρόσθεσε ότι οι υπάλληλοι του Τμήματος Δασών έρχονταν συχνά και μετρούσαν με τις μετροταινίες τους τα δωμάτια και επειδή ο πατέρας της ήταν μεγάλος σε ηλικία και είχε θέματα με την υγεία του όταν τους άκουγε να βγαίνουν πάνω στη στέγη τον έπιανε κρίση πανικού και έτσι η ίδια αναγκάστηκε να υπογράψει τη δήλωση που ετοίμασε το Τμήμα Δασών με σκοπό να αφήσουν ήσυχους τους γονείς της και να ζήσουν ήσυχα τα τελευταία χρόνια της ζωής τους. Πρόσθεσε ότι το ετήσιο ενοίκιο ύψους μιας λίρας δεν ήταν αποτρεπτικός λόγος για να μην προχωρήσει στην υπογραφή της συγκεκριμένης δήλωσης και το έκανε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «για να αγοράσει τον καβγά». Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της ανέφερε ότι μετά από την οικονομική κρίση στην Ελλάδα όπου είχαν αρχικά μετακομίσει για μια καλύτερη ζωή, ήρθαν πίσω στην Κύπρο και μετά ακολούθησαν και τα παιδιά της και εκ των πραγμάτων πήγε να μείνει στα επίδικα βοηθητικά δωμάτια για να έχει την ανεξαρτησία της.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, όλοι οι λόγοι έφεσης άπτονται της αξιολόγησης που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και των συμπερασμάτων που εξήγαγε από αυτήν αφού αξιολόγησε θετικά την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 ενώ αρνητικά της κατηγορουμένης.
Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό ότι το πώς το Εφετείο αντιμετωπίζει θέματα αξιολόγησης που έγιναν από το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι καλά θεμελιωμένο στη νομολογία. Αναφέρουμε ενδεικτικά την πρόσφατη απόφασή μας FARHAT ABDELGHAFAR FARHAT MOHAMED v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 45/2023, ημερομηνίας 25.2.2026 στην οποία λέχθηκαν τα εξής:
«Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»
Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:
«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία του ΜΚ1 ανέφερε ότι «Η πλευρά της υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε ούτε την ιδιότητα του ως χωρομέτρη ούτε τις ικανότητες του για τη διεξαγωγή της χωρομετρικής εργασίας την οποία διεξήγαγε υπό την ιδιότητα του ως χωρομέτρης, ούτε την ορθότητα της χωρομετρικής εργασίας στην οποία ο ίδιος προέβη για να καταλήξει στην έκταση της επίδικης επέμβασης. Εξήγησε με σαφήνεια ότι ο ίδιος είναι χωρομέτρης και έτυχε μάλιστα σχετικής εκπαίδευσης σε σχέση με χωρομετρικές εργασίες και οι επί του προκειμένου αναφορές του παρέμειναν αναμφισβήτητες. Οι αναφορές του υπήρξαν σταθερές και συνάδουν με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατέθεσε. Σαφής, σταθερός και πειστικός υπήρξε και στις αναφορές του σε σχέση με την αναφορά που είχε γίνει στο παρελθόν στην άδεια χρήσης που είχε δοθεί στην κατηγορούμενη το 1995 σε 18m2 (Τεκμήριο 7) εξηγώντας ότι η έκταση αυτή δεν περιλάμβανε και την περίφραξη του επίδικου υποστατικού. Γεγονός παραμένει ότι ο ίδιος προέβη σε χωρομετρική εργασία και κατέληξε στα δικά του συμπεράσματα ως προς την έκταση της επίδικης επέμβασης και οι επί του προκειμένου αναφορές του παρουσίαζαν την αναγκαία θετικότητα, σταθερότητα, σαφήνεια και πειστικότητα ώστε να μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά καταλήγω ότι η μαρτυρία του παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι χωρίς οποιαδήποτε αμφισβήτηση παρέμειναν και οι αναφορές του με τη διαδικασία επίλυσης συνοριακής διαφοράς σε σχέση με το επίδικο υποστατικό, όπως επίσης χωρίς αμφισβήτηση παρέμειναν και οι αναφορές του στην απόφαση του Κτηματολογίου προς επίλυση της συνοριακής διαφοράς (Τεκμήριο 5) στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε η ύπαρξη επέμβασης του τεμαχίου της κατηγορουμένης πάνω στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσης».
Κατέληξε, έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του ΜΚ1 και την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχτηκε τη μαρτυρία του στην ολότητά της.
Θετική ήταν η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από τον ΜΚ2 αναφέροντας ότι η μαρτυρία του περιορίστηκε στην παρουσίαση σχετικού φωτογραφικού υλικού σχετικά με το επίδικο υποστατικό. Ανέφερε επίσης ότι οι πλείστες αναφορές του ΜΚ2 συνάδουν με την ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία του ΜΚ1.
Αντίθετα, αξιολογώντας τη μαρτυρία της εφεσείουσας στο σύνολό της κατέληξε ότι δεν ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη, αφού έδωσε παραδείγματα των αναφορών της για να καταλήξει σε αυτήν του τη θέση. Ιδιαίτερο σχόλιο έγινε, επίσης, για αναφορές της σε σχέση με το ζήτημα της αίτησης για καθορισμό της συνοριακής διαφοράς μεταξύ της και του Τμήματος Δασών. Απέρριψε, επίσης, χωρίς ενδοιασμό τη θέση της σε κατ’ ισχυρισμόν πίεση που δέχτηκε για να υπογράψει τη δήλωση με την οποία αποδέχτηκε ότι τα παράνομα υποστατικά θα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά ως κατοικία από τους γονείς της ενόσω βρίσκονταν εν ζωή και ότι μετά τον θάνατό τους θα κατεδάφιζε και απομάκρυνε την επέμβαση.
Η αξιολόγηση στην οποία προέβηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι ενδελεχής και υπενθυμίζουμε ότι είναι το πρωτόδικο Δικαστήριο που είχε ενώπιόν του τους μάρτυρες, και μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης μπόρεσε να τους κρίνει, αξιόπιστους τους ΜΚ1 και ΜΚ2 και αναξιόπιστη την κατηγορούμενη, ως τεκμηριωμένα έχει παραθέσει στην απόφασή του. Τόσο η αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η παράθεση της αιτιολογίας του Δικαστηρίου για αυτήν είναι λεπτομερής και δικαιολογημένη. Κρίνουμε ότι δεν υπάρχει λόγος παρέμβασής μας στην αξιολόγησή του.
Ούτε το παράπονο της εφεσείουσας για τον χαρακτηρισμό του ΜΚ1 ως εμπειρογνώμονα από το πρωτόδικο Δικαστήριο ευσταθεί. Ο ΜΚ1 εξήγησε ότι μέσα στα καθήκοντά του είναι η οριοθέτηση νέων δασών, ο έλεγχος της οροθετικής γραμμής των Κρατικών Δασών και η αποτύπωση επεμβάσεων εντός της Κρατικής Δασικής Γης. Είναι χωρομέτρης παρακολουθώντας μαθήματα στο Κτηματολόγιο και μπορεί να κάνει οποιαδήποτε χωρομετρία εντός του δάσους και των συνόρων του. Καθόλα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να δεχτεί τη μαρτυρία του. Η μόνη χωρομέτρηση που έκανε ο ίδιος ήταν να καταγράψει τα 30 τετραγωνικά μέτρα της επέμβασης της κατηγορουμένης ενώ όλα τα υπόλοιπα στοιχεία τα γνώριζε από τον φάκελο και καθόλα συνάδουσα με τη λογική η απάντησή του για τη διαφορά που παρουσιάζεται στο εμβαδό της επέμβασης και τα παράνομα υποστατικά της κατηγορούμενης, ειδικότερα τις μετρήσεις των 18 και 30 τετραγωνικών μέτρων, που απέδωσε στην πρώτη μέτρηση που έγινε επί Αγγλοκρατίας με βάση την τοποθέτηση των κούκων σε σχέση με την μέτρηση που έγινε αργότερα από πλευράς Κυπριακής Δημοκρατίας και τη νέα περίφραξη που τοποθετήθηκε σχετικά.
Ενόψει των ανωτέρω, κανένας από τους λόγους που προβάλλει η εφεσείουσα για λανθασμένη αξιολόγηση μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ευσταθεί.
Συνεπεία της ορθής αξιολόγησης της μαρτυρίας που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με τους ΜΚ1 και ΜΚ2, ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο να δεχθεί τη θέση τους και ήταν εύλογα επιτρεπτή η θέση του να καταλήξει στα γεγονότα της υπόθεσης σύμφωνα με τα δικά τους λεχθέντα.
Τεκμηριωμένα, επίσης, απέρριψε τη μαρτυρία της κατηγορουμένης, επεξηγώντας πλήρως τους λόγους που το οδήγησαν σε αυτήν του την απόφαση. Κανένα τεκμήριο που κατατέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν αξιολογήθηκε λανθασμένα από αυτό.
Η έννοια του «διαπιστευμένου χωρομέτρη» την οποία επικαλείται ο συνήγορος της εφεσείουσας δεν απαντάται πουθενά για να μπορεί να γίνει αντιληπτή η θέση του. Ούτε έχει έρεισμα η θέση ότι οι φωτογραφίες που κατατέθηκαν από τον ΜΚ2 δεν έχουν αξία καθότι δεν αποτελούν επίσημο κτηματολογικό και χωρομετρικό έγγραφο.
Ο ΜΚ2 εξήγησε ότι μετέβηκε επί τόπου και φωτογράφησε την επέμβαση και τις παράνομες οικοδομές έχοντας τη σχετική εξουσιοδότηση να πράξει τούτο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού ορθά κατέληξε στην αξιολόγηση και αποδέχθηκε τις θέσεις των ΜΚ1 και ΜΚ2 και απέρριψε τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας, υπήγαγε τα γεγονότα της υπόθεσης στο σχετικό Άρθρο του Νόμου, ειδικότερα το Άρθρο 37. Ορθά αναφέροντας ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το καθήκον να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που φέρει με μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής παρέθεσε το Άρθρο 37 του Νόμου και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αναφέρονται στο Εδάφιο (δ) αυτού αντιπαραβάλλοντας τα με τα τεκμήρια που είχε ενώπιόν του και τη σχετική ερμηνευτική διάταξη του Νόμου. Ορθά κατέληξε ότι:
«Από την ενώπιον μου προσκομισθείσα μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής έχει καταδειχθεί ότι η Κατηγορούμενη μετά τη λήξη στις 31/12/2016 της άδειας χρήσης που της είχε χορηγηθεί συνέχισε να κατέχει το επίδικο υποστατικό έκτασης 30m2 το οποίο επεμβαίνει επί κρατικού Δάσους και ειδικότερα επί του Εθνικού Δασικού Πάρκου Αθαλάσσας το οποίο κηρύχθηκε ως τέτοιο στη βάση των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου και των γνωστοποιήσεων που δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Τεκμήριο 1, 2 και 3). Περαιτέρω, έχει επίσης καταδειχθεί ότι η κατηγορούμενη συνέχισε να κατέχει το επίδικο υποστατικό έκτασης 30m2 χωρίς εξουσιοδότηση δυνάμει των διατάξεων του Περί Δασών Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών και χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου δεόντως εξουσιοδοτημένου από αυτόν.»
Και ότι, συνεπώς, η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την ενοχή της κατηγορουμένης στην πρώτη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ορθά επίσης, απέρριψε τη θέση της υπεράσπισης περί εφαρμογής του Άρθρου 8 του Νόμου το οποίο προνοεί «Ποινικό αδίκημα εναντίον της περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης.
Υπενθυμίζουμε ότι δεν υπάρχει λόγος έφεσης που να αφορά το μέρος αυτό της απόφασης, αντίθετα όλοι οι λόγοι έφεσης άπτονται της αξιοπιστίας των μαρτύρων κατηγορίας μετά από την αξιολόγηση που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ούτε υπάρχει λόγος έφεσης που αφορά την επιβληθείσα ποινή στην πρώτη κατηγορία, η οποία παραμένει αδιαμφισβήτητη.
Ως εκ των ανωτέρω, όλοι οι λόγοι έφεσης απορρίπτονται. Η πρωτόδικη απόφαση για την καταδίκη της εφεσείουσας στην πρώτη κατηγορία που αντιμετώπισε επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο