ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 226/2025)
25 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΗΛΙΑΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Α. Σαουρής, για τον Εφεσείοντα
Α. Χατζηγεωργίου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο εφεσείων αρχικά αντιμετώπιζε 17 κατηγορίες, ενώ δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε, μαζί με τον εφεσείοντα, 6 από τις 17 κατηγορίες. Οι κατηγορούμενοι δεν είχαν παραδεχτεί ενοχή και, συνεπώς, η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε με την παράθεση μαρτυρίας από αριθμό μαρτύρων και την κατάθεση μεγάλου αριθμού τεκμηρίων. Κατόπιν τροποποίησης του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος 2 παραδέχτηκε μία κατηγορία παράνομης κατοχής περιουσίας, η οποία προστέθηκε με την τροποποίηση, με τη δίωξη του στις υπόλοιπες έξι κατηγορίες που αντιμετώπιζε να αναστέλλεται. Ο εφεσείων, με την άδεια του Δικαστηρίου, άλλαξε την απάντησή του από μη παραδοχή σε παραδοχή σε ορισμένες κατηγορίες, με αποτέλεσμα να κριθεί ένοχος κατόπιν παραδοχής στις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι διάρρηξης και κλοπής (κατηγορίες 1 και 7), της διάρρηξης κατοικίας (κατηγορία 2), της κλοπής από κατοικία (κατηγορίες 3 και 9), της κατοχής διαρρηκτικού οργάνου κατά τη διάρκεια της νύκτας (κατηγορία 4), της παράνομης κατοχής περιουσίας (κατηγορίες 5 και 6), της νυχτερινής διάρρηξης κατοικίας (κατηγορία 8), της κακόβουλης ζημιάς (κατηγορία 10) και της κλοπής (κατηγορία 11). Η δίωξη του εφεσείοντα στις υπόλοιπες κατηγορίες διακόπηκε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού κατέγραψε με λεπτομέρεια τα γεγονότα που αφορούσαν τις υπό κρίση κατηγορίες, σημείωσε ότι για σκοπούς επιβολής ποινής θα λαμβανόταν υπ' όψιν ακόμη μία ποινική υπόθεση για παρόμοιας φύσεως αδικήματα. Κατέγραψε, επίσης, τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων και τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροί τους, καθώς επίσης τα όσα αναφέρονται στη νομολογία σε σχέση με τα υπό κρίση αδικήματα και την ποινή που θα πρέπει να επιβάλλεται για αυτά. Εφαρμόζοντας τις νομολογιακές αρχές επί των δεδομένων της υπόθεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή ήταν αυτή της φυλάκισης. Επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 3 ετών στην κατηγορία 8, 2 ½ ετών στις κατηγορίες 2 και 9, 2 ετών στην κατηγορία 3, 18 μηνών στην κατηγορία 11, ενός έτους στην κατηγορία 4, 8 μηνών στην κατηγορία 10 και 45 ημερών στις κατηγορίες 5 και 6. Στις κατηγορίες 1 και 7 δεν επέβαλε οποιαδήποτε ποινή, εξηγώντας ότι τα γεγονότα που τις στοιχειοθετούν περιλαμβάνονται στα γεγονότα των κατηγοριών 2 μέχρι 6 και 8 μέχρι 11.
Με την παρούσα έφεσή του, ο εφεσείων προσβάλλει στην επιβληθείσα ποινή με πέντε λόγους έφεσης.
Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν έλαβε δεόντως υπ' όψιν, κατά την επιμέτρηση της ποινής, τον ρόλο του εφεσείοντα κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, όπως διαφαίνεται από το ύψος της ποινής που του επέβαλε και ή ότι τον αναφέρει ως επιβαρυντικό παράγοντα. Αιτιολογικά, προβάλλεται ότι ενώ αναφέρθηκε από την Υπεράσπιση ότι ο ρόλος του εφεσείοντα ήταν αυτός του οδηγού κατά τις διαρρήξεις και η Κατηγορούσα Αρχή ουσιαστικά δεν αμφισβήτησε αυτό, το πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα και αντινομικά, δεν επέβαλε ποινή βάσει αυτού του ρόλου αλλά θεώρησε ότι ο ρόλος αυτός δεν αναιρεί ή αφαιρεί από την παραδοχή του. Οι δε σχετικές αναφορές έγιναν με αναφορά σε επιβαρυντικούς παράγοντες.
Ο δεύτερος λόγος αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι λανθασμένα και ή αντινομικά ανέφερε ότι ο εφεσείων διώκεται ως αυτουργός και όχι ως συναυτουργός δυνάμει του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Επίκληση γίνεται της ύπαρξης άλλου συμμετέχοντα στη διάπραξη των αδικημάτων και της θέσης ότι η συναυτουργία, εκ της φύσεως της, δημιουργεί διακριτούς ρόλους στην τέλεση του αδικήματος και συνεπώς στην ποινική μεταχείριση του κάθε συναυτουργού.
Ο τρίτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι, λανθασμένα και ή αντινομικά, δεν έλαβε υπ' όψιν ως μετριαστικό παράγοντα την αναστολή δίωξης σε όλες τις κατηγορίες του συγκατηγορούμενου του. Προβάλλεται ότι οι επί του προκειμένου θέματος αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι λανθασμένες και αντινομικές.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι, λανθασμένα και ή αντινομικά, εξέλαβε ως επιβαρυντικό παράγοντα στην επιμέτρηση της ποινής το γεγονός ότι απουσίαζαν δεδομένα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ελαφρυντικά ως προς την ώθηση για τη διάπραξη των αδικημάτων. Προβάλλεται ότι είναι αντινομικό να λαμβάνεται υπ' όψιν ως επιβαρυντικός παράγοντας η απουσία ελαφρυντικού παράγοντα.
Ο πέμπτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι, λανθασμένα και ή αντινομικά, εξέλαβε ως επιβαρυντικό παράγοντα στην επιμέτρηση της ποινής του εφεσείοντα το γεγονός ότι κατείχε περιουσία παρανόμως ενόσω βρισκόταν εντός του οχήματός του.
Έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό με την παρούσα έφεση αλλά και την πρωτόδικη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων των όσων οι δύο πλευρές έθεσαν ενώπιόν μας.
Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας, ως προαναφέραμε, αναλύσει τη σχετική νομολογία, αναφέρθηκε στα όσα αφορούσαν την υπό κρίση υπόθεση. Ανέφερε σχετικά:
«Εξετάζοντας τα δεδομένα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα την καθιστούν όντως σοβαρή. Η αξιόποινη συμπεριφορά του 1ου κατηγορουμένου δεν περιορίστηκε σε ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά συνέχισε και εκδηλώθηκε με τη διάπραξη όμοιου αδικήματος αυτή τη φορά κατά τη διάρκεια της ημέρας, λίγες μέρες μετά την 8.3.25, γεγονός που δεν μπορεί να παραγνωριστεί ενόψει της προμελέτης και προετοιμασίας που χρειαζόταν προς εκπλήρωση του παράνομου σκοπού. Η αφαίμαξη λοιπόν συμπολιτών του, εν καιρώ νυκτός δεν ήταν αρκετή για τον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος εντός λίγων μόνο ημερών προχώρησε, δρώντας μεθοδευμένα και στοχευμένα στη διάπραξη και δεύτερης διάρρηξης και κλοπής από κατοικία, διαταράσσοντας έκαστη φορά το δικαίωμα στην απόλαυση της περιουσίας και της ιδιωτικότητας έκαστου επηρεαζόμενου προσώπου. Η συμπεριφορά λοιπόν που εκδηλώθηκε είναι καταδικαστέα επειδή ακριβώς φανερώνει θράσσος και ασέβεια προς τρίτα πρόσωπα των οποίων τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας, καταπατήθηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Περιπλέον, οι ενέργειες του 1ου κατηγορούμενου συνέτειναν στη συνέχιση και διατήρηση των αισθημάτων φόβου και ανασφάλειας που επικρατούν στο κοινωνικό σύνολο σε ότι αφορά την επικράτηση της παρανομίας, διαβρώνοντας το αίσθημα ασφάλειας έκαστου πολίτη της Δημοκρατίας (βλ. Παναγίδης v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 104).
Δεν μπορεί επίσης να μην ληφθεί υπόψιν η ταλαιπωρία και ανησυχία που προκλήθηκε στους παραπονούμενους ως αποτέλεσμα της δράσης του 1ου κατηγορούμενου. Λαμβάνεται υπόψιν επίσης η ζημιά αλλά και το ύψος αυτής που οι παραπονούμενοι επωμίστηκαν από την στέρηση της κατοχής και χρήσης της περιουσίας που κλάπηκε συνεπεία της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Στην περίπτωση του Αγίου Επιφανείου (κατηγορίες 1‑3) από την οικία της παραπονούμενης κλάπηκαν χρυσαφικά συνολικής αξίας €16.400, χρηματικό ποσό των €500 και μια τραπεζική κάρτα. Αντίστοιχα από την οικία στην περιοχή της Νήσου κλάπηκαν χρυσαφικά συνολικής αξίας €35.500, χρηματικό ποσό των €3.000 σε μετρητά και ένα πορτοφόλι το οποίο περιείχε τραπεζικές κάρτες, με την απόσπαση από αυτές συνολικού ποσού ύψους €6.000. Οι πιο πάνω ζημιές/απώλειες είναι πέραν και ανεξάρτητα από τις υλικές ζημιές που προκλήθηκαν επί της οικίας των παραπονουμένων στη Νήσου (κακόβουλη ζημιά‑ κατηγορία 8).
Σημειώνεται ότι μέρος της κλαπείσας περιουσίας (χρυσαφικά) που αφορούν στο περιστατικό του Αγίου Επιφανείου εντοπίστηκε εντός του οχήματος του 1ου κατηγορούμενου και αναγνωρίστηκε από την εκεί παραπονούμενη. Σε ότι δε αφορά την κλοπιμαία περιουσία που αφορά στην περιοχή Νήσου, η ζημιά στους παραπονούμενους θα είναι μόνιμης φύσεως. Περαιτέρω ουδεμία μορφή αποζημίωσης υπήρξε. Το ύψος του ποσού και η αξία της κλοπιμαίας περιουσίας είναι παράγοντες που ανάλογα με την περίπτωση συντείνουν στο καθορισμό του ύψους της ποινής η οποία εν πάση περιπτώσει οφείλει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα (βλ. Σταύρου «Φάντης» v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 61).»
Προχωρώντας με την εξέταση των λόγων έφεσης, λόγω της συνάφειας που παρουσιάζεται στους λόγους έφεσης 1 και 2, κρίνουμε ορθό όπως εξετάσουμε αυτούς μαζί. Επί του τι αφορούν οι εν λόγω λόγοι έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά σε στοιχεία που αφορούσαν την υπόθεση και επενεργούσαν, ως ανέφερε, επιβαρυντικά για τον εφεσείοντα, κατέγραψε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«4. Το γεγονός ότι εντός χρονικού διαστήματος ενός μηνός ο κατηγορούμενος 1 διέρρηξε δύο κατοικίες από τις οποίες έκλεψε μεγάλη περιουσία. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου η αναφορά του κ. Σαουρή ότι ο πελάτης του είχε το ρόλο του οδηγού σε αμφότερες διαρρήξεις, με την κατηγορούσα αρχή επί του προκείμενου να αναφέρει ότι, σύμφωνα με τα γεγονότα τα πρόσωπα φαίνεται να ήταν δύο χωρίς να διαχωρίζεται ή να ξεχωρίζει ο ρόλος έκαστου προσώπου. Η μη συμφωνία των δύο πλευρών επί του προκείμενου, ποσώς αναιρεί ή αφαιρεί από την παραδοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, μήτε και διαφοροποιεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 διώκεται (και προς τούτο και η παραδοχή του), ως αυτουργός, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα.
5. Ο κατηγορούμενος 1 αποτέλεσε μέλος μιας ομάδας που στόχος και σκοπός της ήταν η παράνομη απόκτηση οικονομικού όφελους μέσα από την πραγματοποίηση συγκεκριμένης εγκληματικής δραστηριότητας, με το ρόλο του να μην μπορεί σε καμία περίπτωση να κριθεί ως αμελητέος ή παράπλευρος. Συγκεκριμένα, ο 1ος κατηγορούμενους συμφώνησε μαζί με τρίτα πρόσωπα στην επίτευξη ενός κοινού, παράνομου σκοπού, ήτοι στην διάρρηξη όχι μιας αλλά δύο κατοικιών και κλοπής από αυτών χρυσαφικών μεγάλης αξίας. Ο τρόπος δράσης φανερώνει προσχεδιασμό (συνωμοσία) και πρόθεση δια ολοκλήρωση του σκοπού, με τον κατηγορούμενο να αποτελεί μέρος της παράνομης ομάδας που σκοπό είχε την αφαίμαξη αθώων πολιτών και ανυποψίαστων θυμάτων, λαμβάνοντας την περιουσία και το βιός τους ως λάφυρα.
6. Η δράση του 1ου κατηγορουμένου και η συνδρομή του στην επίτευξη του κοινού σκοπού είναι ενδεικτική του μεγέθους του θράσους, της ψυχρότητας και της αποφασιστικότητας που χαρακτηρίζουν την παράνομη δράση, με τη συνεισφορά και συμμετοχή του να κρίνεται ως εξίσου καθοριστικής και καταλυτικής σημασίας σε αμφότερες περιπτώσεις, με τον ίδιο να αποτελεί έναν από τους κρίκους της αλυσίδας στην πραγμάτωση του κοινού σκοπού. Τα πιο πάνω στοιχεία δεν μπορούν παρά να προσμετρούν εις βάρος του κατηγορουμένου (βλ. Χριστοφής v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας v. Τσαπατσάρη κ.α. (2000) 2 Α.Α.Δ. 304).
7. Η διάπραξη των κύριων αδικημάτων ήτοι των διαρρήξεων και κλοπών φανερώνει ένα επιμελή τρόπο δράσης, καθόλου ερασιτεχνικό ή επιπόλαιο. Αντίθετα δείχνει εκδήλωση προμελετημένων ενεργειών στη βάση οργανωμένου σχεδίου, με το εσωτερικό των οικιών να εντοπίζεται όπως ακριβώς το άφησαν οι ιδιοκτήτες τους προ των διαρρήξεων, χωρίς να υπάρχει ίχνος ακαταστασίας ή ίχνη εντοπισμού, με τη μια διάρρηξη μάλιστα να λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της ημέρας.»
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα της πλευράς του εφεσείοντα. Είναι προφανές από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, από το οποίο δεν θα πρέπει να απομονώνονται λέξεις ή φράσεις προς υποστήριξη διαφορετικής ερμηνείας, ότι δεν υφίστατο ζήτημα αναζήτησης μαρτυρίας προς επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς. Η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής, με αναφορά στην εισήγηση της Υπεράσπισης για περιορισμένο ρόλο του εφεσείοντα ως οδηγού, εξήγησε το γιατί κάτι τέτοιο δεν ίσχυε. Δεν αμφισβητήθηκε το ενδεχόμενο ο εφεσείων να είχε τον ρόλο του οδηγού στην εφαρμογή του όλου σχεδίου δράσης. Εκείνο που εξηγήθηκε είναι ότι ο εφεσείων παραδέχτηκε εκείνο το οποίο του αποδιδόταν και που δεν ήταν άλλο από την ενέργεια ως αυτουργός, δηλαδή, ως αποδίδεται και στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ότι μαζί με άλλο πρόσωπο διέπραξε τα αποδιδόμενα αδικήματα. Άλλωστε, δεν είναι άνευ σημασίας η απόδοση στον εφεσείοντα και η παραδοχή εκ μέρους του και κατηγοριών συνωμοσίας με άλλο πρόσωπο για τέτοιες ενέργειες. Συνεπώς, καθόλα λογικό και ορθό προβάλλει το τι περαιτέρω εξήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο για τον ρόλο του εφεσείοντα ως μέλος μίας ομάδας που στόχος και σκοπός της ήταν αυτά που διαπράχθηκαν. Οι σχετικές διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν απολύτως δικαιολογημένες στη βάση των γεγονότων που αφορούσαν τα υπό κρίση αδικήματα και που, ορθώς τέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή κατόπιν της παραδοχής των κατηγορουμένων. Επρόκειτο για περίπτωση που οι συμμετέχοντες στα αδικήματα είχαν, ως μέλη ομάδας που συμφώνησε και οργάνωσε τα αδικήματα, ισότιμη ευθύνη, ενεργώντας ο καθένας με διαφορετικό ρόλο ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός της πράξης.
Επομένως, δεν εντοπίζουμε σφάλμα, νομικό ή άλλο, στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε και αποφάσισε το ζήτημα. Αβάσιμοι κρίνονται οι λόγοι έφεσης 1 και 2.
Αναφορικά με τον τρίτο λόγο έφεσης, ο οποίος αποδίδει άνιση μεταχείριση του εφεσείοντα, αφού δεν λήφθηκε υπ' όψιν ως ελαφρυντικό η αναστολή της δίωξης του συγκατηγορούμενου του, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:
«5. Τέλος, το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει το ζήτημα που ήγειρε ο κ. Σαουρής περί ισότιμης ποινικολογικής μεταχείρισης μεταξύ των δύο συγκατηγορουμένων. Υπενθυμίζεται στο στάδιο αυτό ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους, οφείλουν όπως προσάγουν ενώπιον των ανεξάρτητων δικαστικών αρχών, όλους τους παραβάτες, ως άλλωστε υπαγορεύει η αρχή της ίσης μεταχείρισης παραβατών (βλ. Άρθρο 28 του Συντάγματος και Gagloshvill v. Αστυνομίας Ποινική Εφ. 33/21 ημερ. 21.12.21, ECLI:CY:AD:2021:D575). Στην παρούσα σημειώνεται ότι οι λόγοι που οδήγησαν στην αναστολή της υπόθεσης εναντίον του 2ου κατηγορούμενου δεν διευκρινίστηκαν. Υπενθυμίζεται δε ότι η απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα για αναστολή μέρους ή όλων των κατηγοριών είναι ανέλεγκτη δικαστικά. Από την άλλη τα γεγονότα ενώπιον μου, ως αυτά έχουν πλέον τεθεί, δεν φανερώνουν τη συμμετοχή του 2ου κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία έχει διακοπεί η ποινική δίωξη εναντίον του, ώστε τούτο το στοιχείο να μπορεί να ληφθεί υπόψιν στο βαθμό και έκσταση που επιθυμεί ο συνήγορος υπεράσπισης του 1ου κατηγορούμενου για να μετριαστεί τυχόν αίσθημα αδικίας που αισθάνεται ο 1ος κατηγορούμενος. Η 18η κατηγορία που ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ταυτίζεται με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, με τη συμμετοχή του να ξεκινά και να τελειώνει με την παράνομη κατοχή περιουσίας.»
Ούτε επί του προκειμένου εντοπίζουμε σφάλμα στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε και αποφάσισε το θέμα. Είναι εμφανές ότι η εξέλιξη της υπόθεσης και τα γεγονότα που αναφέρθηκαν σε σχέση με τις κατηγορίες που αφορούσαν τόσο τον εφεσείοντα όσο και τον κατηγορούμενο 2 (με παραμένουσα γι’ αυτόν μόνο μία κατηγορία για παράνομη κατοχή περιουσίας) δεν επέτρεπαν διαπίστωση ότι υφίστατο διαφορετικός χειρισμός για όμοιες ενέργειες. Υπενθυμίζεται ότι, μετά την παραδοχή των κατηγορουμένων, τα γεγονότα τα οποία δέσμευαν τη διαδικασία είναι αυτά που προβλήθηκαν ως γεγονότα των κατηγοριών και όχι οι όποιοι ισχυρισμοί είχαν προηγηθεί κατά την ημιτελή ακρόαση της υπόθεσης. Επομένως, δεδομένου ότι τα γεγονότα δεν φανέρωναν συμμετοχή του δεύτερου κατηγορουμένου στη διάπραξη των αδικημάτων που αφορούσαν τον εφεσείοντα και για τα οποία είχε διακοπεί η ποινική δίωξη εναντίον του, ώστε να προκύπτει ανεξήγητη διακοπή της δίωξης του συγκατηγορούμενου του, ουδόλως δικαιολογείται οποιοδήποτε παράπονο από μέρους του εφεσείοντα. Με βάση τα γεγονότα ως αναφέρθηκαν, τυχόν παράπονο του εφεσείοντα θα μπορούσε να βασίζεται μόνο στο ότι αναστάληκε η δίωξη του εν λόγω προσώπου για κάτι στο οποίο δεν συμμετείχε. Παράλογο θα ήταν να υφίσταται τέτοιο παράπονο.
Ορθή κρίνουμε την πρωτόδικη κρίση επί του προκειμένου, καθιστώντας αβάσιμο και τον τρίτο λόγο έφεσης.
Συνάφεια διαπιστώνουμε και σε σχέση με τους λόγους έφεσης 4 και 5, αφού αμφότεροι αναφέρονται σε στοιχεία τα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως επιβαρυντικά.
Παρατηρούμε ότι ενδεχομένως να μην έγινε αντιληπτό ή το πρωτόδικο Δικαστήριο να μην πέτυχε να καταστήσει αντιληπτό το τι εξηγούσε στην απόφασή του. Αναλύοντας τις περιστάσεις της υπόθεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε θέματα τα οποία «επενεργούν επιβαρυντικά» σε σχέση με αμφότερους τους κατηγορούμενους (κάποια) και τον εφεσείοντα (άλλα). Οι λόγοι έφεσης προβάλλουν ως λόγο για μείωση της επιβληθείσας ποινής ότι δεν αναγνωρίζονται τέτοιοι επιβαρυντικοί παράγοντες και κακώς λήφθηκαν υπ' όψιν ως τέτοιοι. Φρονούμε ότι η συγκεκριμένη διεργασία από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν αποσκοπούσε σε οτιδήποτε άλλο παρά την ανάλυση των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, αναδεικνύοντας τα στοιχεία που επιβαρύνουν τη θέση των κατηγορουμένων και του εφεσείοντα ειδικά. Γι' αυτό άλλωστε, αναφορά γίνεται, μεταξύ άλλων, στη σοβαρότητα των αδικημάτων, ως αυτή διαφαίνεται από τις προβλεπόμενες ποινές και την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων αυτού του είδους ή και στις ενέργειες του εφεσείοντα και τις επιπτώσεις αυτών. Συνεπώς, το τι αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο δεν βρίσκει έρεισμα στο σύνολο των λεχθέντων εκ μέρους του. Είναι προφανές ότι το τι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξηγεί είναι το αδικαιολόγητο των ενεργειών του εφεσείοντα. Υποδεικνύει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, τη μη ύπαρξη οποιασδήποτε εξήγησης ή λόγου για τη διάπραξη των αδικημάτων και το αδικαιολόγητο των ενεργειών του, όντας σε μία ώριμη πλέον ηλικία.
Ομοίως, στο πλαίσιο της ανάλυσης του σκεπτικού του σε σχέση με την κλοπιμαία περιουσία, το ύψος της και την αποστέρηση αυτής από τους νόμιμους ιδιοκτήτες, αναφορά έγινε σε επιχείρημα της Υπεράσπισης σε σχέση με μέρος της περιουσίας που επιστράφηκε στους ιδιοκτήτες, για να υποδειχθεί η περιορισμένη βαρύτητα τέτοιας πράξης εν όψει του ότι αυτό το μέρος της περιουσίας ανευρέθηκε στο όχημα του εφεσείοντα κατά την έρευνα αυτού.
Δεν διαπιστώνουμε το πρωτόδικο Δικαστήριο να επέβαλε αυξημένη ποινή στον εφεσείοντα στη βάση των αναφερόμενων δεδομένων, ώστε να δικαιολογείται μείωσή της. Έχουμε έντονα την άποψη ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το όλο σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Άλλωστε, η επιβληθείσα ποινή προκύπτει να είναι ισορροπημένη και δίκαιη, αποδίδοντας την αρμόζουσα αξία στη σοβαρότητα των αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών και στις περιστάσεις που αφορούν την τέλεση των αδικημάτων, αλλά και τις προσωπικές περιστάσεις και τα υπόλοιπα ελαφρυντικά στοιχεία που το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε στον εφεσείοντα.
Δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα ικανό να καταστήσει δικαιολογημένη ή απαραίτητη την παρέμβασή μας στην πρωτόδικη κρίση. Αβάσιμοι κρίνονται και οι λόγοι έφεσης 4 και 5.
Η παρούσα έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο