ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. KHALED AL KADOUR, Ποινική Έφεση Αρ.: 234/2025, 29/6/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. KHALED AL KADOUR, Ποινική Έφεση Αρ.: 234/2025, 29/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 234/2025)

 

29 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

KHALED AL KADOUR,

Εφεσίβλητου.

______________________________

 

Αίτηση ημερομηνίας 26.3.2026

 

Ε. Παπαλοΐζου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα

Ν. Τσίτσιος για Τσίτσιος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: O εφεσείων με δύο λόγους έφεσης προσβάλλει απόφαση του Κακουργιοδικείου Αμμοχώστου, διά της οποίας ο εφεσίβλητος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε αναφορικά με κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού κατά παράβαση του Άρθρου 6(4)(α) του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 (91(Ι)/2014).

 

Η έφεση καταχωρίστηκε την 13.8.2025 και με αίτησή του ημερομηνίας 26.3.2026, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας αιτείται διάταγμα του Εφετείου ώστε να επιτραπεί  η τροποποίηση των λόγων έφεσης διά της προσθήκης ενός πρόσθετου λόγου έφεσης. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείοντα ότι, μετά τον ορισμό της έφεσης για οδηγίες την 27.2.2026, η δικηγόρος η οποία χειρίζεται την υπόθεση διεξήλθε εκ νέου των λόγων έφεσης καθώς και της πρωτόδικης προσβαλλόμενης απόφασης και διαπίστωσε ότι, για να είναι πλήρως ολοκληρωμένη η έφεση που αφορά στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, θα έπρεπε να προστεθεί ο προτεινόμενος λόγος έφεσης. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον Κανονισμό 24 των περί Ποινικής Δικονομίας Κανονισμών 249/1953.

 

Η πλευρά του εφεσίβλητου καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας ότι η αίτηση ισοδυναμεί με εισαγωγή νέου θέματος και, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να εγκριθεί μόνο δυνάμει του Άρθρου 134 του περί Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155, εάν βεβαίως προβαλλόταν βάσιμος λόγος, εν τη εννοία της νομολογίας, για την απαραίτητη παράταση χρόνου προς καταχώρησή του, πράγμα που δεν έγινε εν προκειμένω.

 

Για να γίνει αντιληπτό το υπό εξέταση ζήτημα είναι χρήσιμο να παραθέσουμε το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αφού αναφέρθηκε στη νομική πτυχή, με αναφορά στις νομοθετικές πρόνοιες και την A.R.R. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 20/2022, ημερομηνίας 30.4.2024, κατέληξε ως κατωτέρω:

 

«O Κατηγορούμενος εν προκειμένω διατηρούσε μια καλή σχέση με τα παιδιά του και στο πλαίσιο της επικοινωνίας του μαζί τους, πήγαιναν σε εστιατόρια για φαγητό, επισκέπτονταν φίλους ως επίσης και διάφορους άλλους χώρους για την ψυχαγωγία των παιδιών, όπως για παράδειγμα διάφορα πάρκα, έπαιζαν, έκαναν αγκαλιές και γελούσαν. Ο Κατηγορούμενος, παρά το γεγονός ότι δεν αντιμετώπιζε τις δυσκολίες του Μ.Κ.1 με τη δέουσα κατανόηση, εντούτοις ήταν χαρούμενος με τα παιδιά του. Όταν έπαιζαν δε μαζί με τον Μ.Κ.1 αλλά και γενικότερα στο πλαίσιο της προσπάθειας του να τον κάνει να γελάσει και να νιώσει άνετα, είτε βρίσκονταν στους πιο πάνω χώρους είτε στο αυτοκίνητο, τον άγγιζε και τον τσιμπούσε πάνω από τα ρούχα, στην παρουσία της αδελφής του, Μ.Κ.2. Κάποιες φορές τον τσίμπησε στο στήθος, τον κτύπησε στον πισινό και τον άγγιξε στο πόδι (και στην περιοχή του μηρού εσωτερικά). Εξάλλου, ως ήδη υποδείξαμε και ανωτέρω, ο Μ.Κ.1 περιέγραψε και περιστατικά που ο Κατηγορούμενος τον τσιμπούσε και τον γαργαλούσε. Για τις άλλες περιπτώσεις δε, τις οποίες ο ίδιος αντελήφθη διαφορετικά, έχουμε ήδη επισημάνει ότι δεν δόθηκαν λεπτομέρειες ως προς το ποια ήταν γενικότερα η διάθεση και η συμπεριφορά του πατέρα του κατά το χρόνο που συνέβαιναν, για να μπορεί το Δικαστήριο να τα εξετάσει ενδεχομένως από ένα διαφορετικό φακό και τούτο παρά το γεγονός ότι, ως επίσης υποδείξαμε, η μαρτυρία του για τους λόγους που εξηγήσαμε δεν ήταν τέτοια που να μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα περί αγγίγματος σε αυτό καθ' αυτό το γεννητικό όργανο.

Με αυτά υπόψη θεωρούμε ότι τα επίδικα αγγίγματα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως σεξουαλικά, αφού αφενός δεν θεωρούνται εκ φύσεως τους σεξουαλικά και αφετέρου δεν δύνανται να καταστούν τέτοια υπό το φως των περιστάσεων κάτω από τις οποίες γίνονταν. Και βεβαίως έχοντας κατά νουν τη σχέση των παιδιών με τον πατέρα τους και το πλαίσιο στο οποίο γίνονταν τα αγγίγματα, και παρά το γεγονός ότι μιλούμε για πατρικά αγγίγματα και για τίποτε περισσότερο, επισημαίνουμε πως δεν μπορούμε βεβαίως να μιλούμε ούτε για κατάχρηση εμπιστοσύνης ή εξουσίας από μέρους του Κατηγορούμενου, ο οποίος θα πρέπει να τονίσουμε ότι δεν αντιλήφθηκε ποτέ ότι ο υιός του ένιωθε ενοχλημένος από τα αγγίγματα του για να τα σταματήσει. Τούτο σημειώνουμε πως επιβεβαιώνεται και από την αναφορά της Μ.Κ.7, ότι ο ανήλικος της είπε πως ένιωθε θυμό, χωρίς όμως να τον εκφράσει προς τον πατέρα του. Συγκεκριμένα ο ανήλικος της είχε αναφέρει «ένιωθα τον μέσα μου, δεν ήταν κάτι που έβγαζα προς τα έξω». Λέγοντας αυτά τονίζουμε βεβαίως πως είναι πάντα στο μυαλό μας τα προβλήματα και οι δυσκολίες έκφρασης που αντιμετώπιζε ο ανήλικος κατά τον ουσιώδη χρόνο, όμως η ουσία του πράγματος δεν αλλάζει, αλλά ούτε και μπορεί οιοσδήποτε να ισχυριστεί για παράδειγμα ότι o Κατηγορούμενος «καθήλωσε το παιδί στις ορέξεις του χωρίς να του αφήσει δυνατότητα διαφυγής», όπως συνέβη στην Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.178/2017, ημερ. 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457

 

Έχοντας κατά νου, την εκκαλούμενη απόφαση, θα εξετάσουμε το τι επιδιώκεται με τον προτεινόμενο λόγο έφεσης και πώς αυτός συνδέεται με τους υφιστάμενους λόγους έφεσης.

 

Με τον υφιστάμενο πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε πλημμελώς τον νόμο επί των πραγματικών γεγονότων κρίνοντας εσφαλμένα ότι δεν υπήρχε τέτοιας ποιότητας μαρτυρία εκ μέρους του ΜΚ1 (ανήλικο πρόσωπο) ώστε να καταλήξει με ασφάλεια ότι ο κατηγορούμενος τον άγγιζε στα γεννητικά του όργανα. Στην αιτιολογία αυτού, γίνονται παραπομπές σε πτυχές της μαρτυρίας τις οποίες υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε ή παρέβλεψε.

 

Με τον υφιστάμενο δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε πλημμελώς τον νόμο επί των πραγματικών γεγονότων και εσφαλμένα έκρινε ότι από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του δεν προέκυψε ασφαλές υπόβαθρο για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνονταν τα αγγίγματα που καταλόγισε ο ΜΚ1 στον κατηγορούμενο στους χώρους που ανάφερε. Στην αιτιολογία αυτού, αναφέρεται πρώτον ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τη μαρτυρία που αφορούσε τους χώρους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λάμβαναν χώρα τα αγγίγματα που καταλόγισε ο ΜΚ1 στον κατηγορούμενο, αποσπασματικά και όχι στο σύνολό της, και δεύτερον, προβάλλεται ότι η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκήθηκε εσφαλμένα αφού αγνόησε μαρτυρία που έγινε δεκτή ως προς τις δυσκολίες έκφρασής του ΜΚ1. Η αιτιολογία αυτή αναπτύσσεται με αρκετή λεπτομέρεια.

 

Ο προτεινόμενος πρόσθετος λόγος έφεσης έχει ως εξής:

 

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε πλημμελώς τον νόμο επί των πραγματικών γεγονότων και εσφαλμένα κατέληξε ότι, στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν του, τα επίδικα αγγίγματα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν εκ της φύσεως τους σεξουαλικά, αλλά ούτε και να καταστούν σεξουαλικά υπό το φως των περιστάσεων κάτω από τις οποίες γίνονταν.»

 

Η αιτιολογία αυτού, έχει ως ακολούθως:

 

«Σε συνάρτηση με την αιτιολογία των λόγων έφεσης 1 και 2, στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά και της νομολογίας, τα αγγίγματα που περιέγραψε ο ΜΚ1 από τον κατηγορούμενο, είτε ήταν εκ της φύσεως τους σεξουαλικά, όπως π.χ. τα αγγίγματα στα γεννητικά του όργανα, αλλά και καθίσταντο σεξουαλικά υπό το φως των περιστάσεων κάτω από τις οποίες γίνονταν, ήτοι χαϊδέματα και κτυπήματα στα οπίσθιά του, τσιμπήματα στο στήθος του και χαϊδέματα στο μηρό με κίνηση προς τα γεννητικά του όργανα.»

 

Σημειώνουμε τα εξής:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε διαφορετική κρίση αναφορικά με κάθε ένα από τα επίδικα αγγίγματα. Όσον αφορά τα αγγίγματα στα γεννητικά όργανα, κατέληξε ότι «η μαρτυρία δεν ήταν τέτοια που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εύρημα σε αυτό καθ’ αυτό το γεννητικό όργανο». Όσον αφορά τα άλλα αγγίγματα, αποδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στα εξής σε σχέση με τον ΜΚ1: «Κάποιες φορές τον τσίμπησε στο στήθος, τον κτύπησε στον πισινό και τον άγγιξε στο πόδι (και στην περιοχή του μηρού εσωτερικά).»

 

Σε σχέση δε με αυτά τα αγγίγματα, θεώρησε ότι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν σεξουαλικά, «αφού αφενός δεν θεωρούνται εκ της φύσεως του σεξουαλικά και αφετέρου δεν δύνανται να καταστούν τέτοια υπό το φως των περιστάσεων κάτω από τις οποίες γίνονταν».

 

Ο πρώτος λόγος εμφανώς περιορίζεται ρητώς στο ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν προέβη σε εύρημα σε σχέση με αγγίγματα στα  γεννητικά όργανα. Με τον προτεινόμενο λόγο έφεσης, σε σχέση με τα γεννητικά όργανα, ο εφεσείων επιχειρεί να προσβάλει ανύπαρκτη πρωτόδικη κρίση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε εύρημα ως προς το κατά πόσον έλαβαν χώραν τέτοια αγγίγματα, πόσω μάλλον ως προς τη φύση αυτών. Ως προς αυτήν του την πτυχή, ο λόγος έφεσης δεν μπορεί να επιτραπεί εφόσον πρόκειται για λόγο έφεσης ο οποίος είναι καταδικασμένος σε αποτυχία και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εγκριθεί.

 

Εφαρμόζουμε κατ’ αναλογία το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ, Ποινική Αίτηση Αρ. 8/2020, ημερομηνίας 16.4.2021, η οποία αφορούσε αίτηση για παράταση χρόνου για καταχώριση έφεσης κατά της καταδίκης, κατόπιν παραδοχής. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε, με παραπομπή σε αγγλική νομολογία, ότι σε περίπτωση έφεσης η οποία δεν είναι επιτρεπτή και άρα είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, η αίτηση για παράταση δεν μπορεί να πετύχει.

 

Σε σχέση με τα άλλα αγγίγματα, μπορεί να λεχθεί ότι ο δεύτερος λόγος είναι σχετικός με τον προτεινόμενο, με την έννοια ότι προσβάλλει τη θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτά γίνονταν. Είναι όμως προφανές ότι με τον προτεινόμενο λόγο έφεσης επιχειρείται επιπλέον να προσβληθεί η πρωτόδικη κρίση ως προς το καθαρά αντικειμενικό κριτήριο που τίθεται στο στοιχείο (α) του Άρθρου 2 του Νόμου.

 

Όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε, στην A.R.R. (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής ως προς τις πρόνοιες του Άρθρου 2 του Νόμου και την έννοια της σεξουαλικής πράξης:

 

«Διευκρινίζεται ότι το διαζευκτικό κριτήριο που τίθεται στο στοιχείο (β) του ορισμού της σεξουαλικής πράξης, συμφώνως του οποίου «η πράξη δυνατό να είναι εκ της φύσεως της σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται την καθιστούν σεξουαλική», αφορά πράξη η οποία δεν ικανοποιεί το καθαρά αντικειμενικό κριτήριο του στοιχείου (α), αλλά οι συνθήκες υπό τις οποίες διενεργείται, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του δράστη, καθιστούν την πράξη σεξουαλική. Καθοδηγητική επί τούτου είναι η απόφαση στην υπόθεση R v. H [2005] EWCA Crim 732, η οποία ερμηνεύει τον σχεδόν πανομοιότυπο ορισμό της σεξουαλικής πράξης, στο Άρθρο 78 του Sexual Offences Act 2003, αναφέροντας μάλιστα ότι η βαθμιαία προσέγγιση (staged approach) του Εφετείου (παρ. 9, 10) στην ανάλυση του Άρθρου 78(b) [το οποίο αντιστοιχεί στον ορισμό που περιέχεται στο στοιχείο (β) ανωτέρω], αντανακλάται στην απόφαση του Λόρδου Ackner στην R v. Court [1989] A.C.28 (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2003, B3.58, Rook and Ward on Sexual Offences Law & Practice, 6η έκδοση, παρ. 2.62 -2.72). Συμφώνως της R v. H (ανωτέρω, παρ.13) η εξέταση του στοιχείου (β) καθίσταται αναγκαία μόνο σε περίπτωση που η απάντηση επί του στοιχείου (α) είναι αρνητική.»

 

Ευσταθεί, επομένως, η ένσταση του εφεσίβλητου, ότι ο προτεινόμενος λόγος έφεσης περιέχει ένα νέο ζήτημα το οποίο ουδόλως συνδέεται με τα ζητήματα τα οποία εγείρονται με τους  υφιστάμενους λόγους έφεσης. Ελλείψει δε οποιασδήποτε εξήγησης για την καθυστέρηση στην προώθησή του νέου λόγου έφεσης, η αίτηση δεν θα μπορούσε να εγκριθεί.

 

Υπενθυμίζουμε, συναφώς, τα λεχθέντα επί του ζητήματος αυτού από το Ανώτατο Δικαστήριο στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Πoινική Έφεση Αρ. 193/2014, ημερομηνίας 25.6.2018:

 

«Στην υπόθεση Α/φοι Λαμπριανίδη κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερίου, (1989)2 Α.Α.Δ. 374, αναφέρονται στη σελ.376 τα εξής σχετικά:

«Όταν η αίτηση για τροποποίηση των λόγων της έφεσης σκοπεί στην εισαγωγή νέου θέματος, σε αντίθεση με την αναμόρφωση των λόγων που έχουν υποβληθεί σε υφιστάμενη έφεση, η αίτηση κρίνεται ως αίτημα για την παράταση χρόνου για την υποβολή έφεσης για το νέο θέμα και ισχύουν, όπως είναι φυσικό, αυστηρότατα κριτήρια για την έγκρισή της».

Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στη Φιλίππου ν. Δημοκρατίας (2006)2 Α.Α.Δ. 98.

Στην κρινόμενη υπόθεση με απλή σύγκριση του παλαιού και νέου λόγου έφεσης, ειδικά δε με βάση την εκτεταμένη αιτιολογία του 2ου λόγου, σαφώς και ομιλούμε για εισαγωγή νέου θέματος, αφού δι΄ αυτού πλήττεται η πρωτόδικη κρίση σε διάφορα επιμέρους θέματα, όπως η σημασία της ανακριτικής κατάθεσης του εφεσίβλητου, η μαρτυρία του ΜΚ4 και άλλα. Θέματα τα οποία δεν είχαν εγερθεί μέχρι τώρα ως εσφαλμένα.

Παρατηρούμε ότι δια του περιεχομένου του νέου λόγου έφεσης και της εκτεταμένης αιτιολογίας του δεν μπορούμε απλώς να μιλούμε για «αναμόρφωση λόγου» αλλά για νέο λόγο που μάλιστα αγγίζει σχεδόν όλο το εύρος της πρωτόδικης κρίσης.

Με τη διαπίστωση ότι πρόκειται για νέο θέμα ή νέα θέματα ορθότερα, που εγείρονται δεν δύναται να εφαρμοστεί μόνο ο Καν.24, ανωτέρω, αλλά το άρθρο 134 της Ποινικής Δικονομίας στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει ως εκ του περιεχομένου του αλλά και ως εκ της νομολογίας που το ερμήνευσε. (βλ. μεταξύ άλλων την Ποινική αίτηση 12/14 Daniel Naydenov v. Δημοκρατίας και Παύλος Αροστείδου ν Sisamos Refrigeration Ltd, Πολιτική αίτηση αρ.11/15 δοθείσες στις 16.9.15 και 23.12.2015 αντίστοιχα.)

Όπως υποδεικνύεται από τη νομολογία το άρθρο 134 ενεργοποιείται και παρέχεται σχετική άδεια μόνο «κατόπιν απόδειξης βασίμου λόγου».

Εν προκειμένω τέτοιος βάσιμος ή καλός λόγος όχι μόνο δεν αποδείχθηκε αλλά ούτε καν προβλήθηκε στην αίτηση του εφεσείοντα.

Συνεπώς, άνευ ετέρου η αίτηση αποτυγχάνει

 

Ούτε και επαφίεται στο Εφετείο να διαμορφώσει το ίδιο τον προτεινόμενο λόγο έφεσης, ώστε να διαγραφεί το σκέλος το οποίο αφορά σε νέο ζήτημα.

 

Εν όψει όλων των ανωτέρω, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο