CHIGOTIE CHIATOKE v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 248/2023, 30/6/2026
print
Τίτλος:
CHIGOTIE CHIATOKE v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 248/2023, 30/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 248/2023)

 

30 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

CHIGOTIE CHIATOKE,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Δ. Μουστούκης για Χρίστος, Φοίβος Κληρίδης Δ.Ε.ΠΕ., για τον Εφεσείοντα

Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

          ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, ο εφεσείων αντιμετώπιζε τέσσερεις κατηγορίες που αφορούσαν ναρκωτικά. Συγκεκριμένα, του αποδιδόταν ότι συνωμότησε με άγνωστο πρόσωπο να εισάγει στην Κυπριακή Δημοκρατία κοκαΐνη συνολικού βάρους 191,4 γραμμαρίων χωρίς άδεια από τον Υπουργό Υγείας (κατηγορία 1), ότι εισήγαγε την εν λόγω ποσότητα κοκαΐνης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία 2), ότι κατείχε την εν λόγω ποσότητα κοκαΐνης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία 3) και ότι κατείχε την εν λόγω ποσότητα κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (κατηγορία 4).

 

          Το Κακουργιοδικείο, μετά από ακρόαση της υπόθεσης, έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο και στις τέσσερεις κατηγορίες και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 ετών στην πρώτη κατηγορία και 8 ετών σε καθεμία από τις κατηγορίες 2 και 4. Δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή στην τρίτη κατηγορία εν όψει του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονταν στα γεγονότα της τέταρτης κατηγορίας. Διατάχθηκε, τέλος, όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν.

 

          Ο εφεσείων προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση ο ίδιος, αναγράφοντας στην ειδοποίηση έφεσης τη φράση «am innocent about my case». Παρά το προφανές, ότι το τι αμφισβητείται και προσβάλλεται με την παρούσα έφεση αφορά την καταδίκη του εφεσείοντα, κάτι που επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα από συνήγορο που εμφανίστηκε εκ μέρους του, και παρά τις σχετικές οδηγίες του Εφετείου, επιχειρήθηκε η καταχώριση λόγων έφεσης (τριών λόγων έφεσης), δύο εκ των οποίων αφορούσαν θέμα ποινής. Κατόπιν σχετικής υπόδειξής μας, ο συνήγορος του εφεσείοντα απέσυρε τους λόγους έφεσης που αφορούσαν θέμα ποινής. Εγκρίθηκε η καταχώριση του λόγου έφεσης που αφορά την καταδίκη του εφεσείοντα.

 

          Με τον λόγο έφεσης αυτόν, ο εφεσείων προβάλλει ότι «δυνάμει όλων των πιο πάνω λόγων έφεσης αλλά και της μαρτυρίας όπως αυτή εντοπίζεται στα πρωτόδικα πρακτικά της υπόθεσης αλλά και στη βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δημιουργείται τουλάχιστον μια υποβόσκουσα αμφιβολία (lurking doubt) ως προς τα γεγονότα η οποία πρέπει να οδηγήσει στην αθώωση του κατηγορουμένου». Είναι αναπόφευκτη η παρατήρησή μας επί της διατύπωσης του λόγου έφεσης αυτού, αφού αφενός η φράση «δυνάμει όλων των πιο πάνω λόγων έφεσης» δεν φαίνεται να έχει οποιοδήποτε έρεισμα, ενώ αφετέρου δεν είναι ορθό να προβάλλεται θέση με αναφορά στη μαρτυρία και στα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου χωρίς εξειδίκευση του συγκεκριμένου σημείου αναφοράς.

 

          Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται από την αιτιολογία του λόγου έφεσης ότι το τι προβάλλεται περιορίζεται στο σκεπτικό της απόφασης της διεξαχθείσας δίκης εντός δίκης αναφορικά με τη θεληματικότητα της κατάθεσης του εφεσείοντα. Είναι χρήσιμο να τεθεί, για σκοπούς καλύτερης αντίληψης, ότι προσπάθεια κατάθεσης, ως τεκμήριο, της κατάθεσης του εφεσείοντα στην Αστυνομία αντιμετώπισε την ένσταση της Υπεράσπισης, με ένα από τα εγειρόμενα σημεία να αφορούν την υπογραφή συγκεκριμένου εγγράφου που αφορούσε τα δικαιώματα του εφεσείοντα κατόπιν της σύλληψής του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν δίκης εντός δίκης, απέρριψε κάθε εγειρόμενο σημείο ένστασης της Υπεράσπισης και αποδέχτηκε την κατάθεση του εφεσείοντα ως θεληματική.

 

          Προβάλλεται, συναφώς, αιτιολογικά ότι, από το περιεχόμενο της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη δίκη εντός δίκης, δεν προκύπτει ότι δημιουργήθηκε έστω και ελάχιστη αμφιβολία στο Δικαστήριο σε σχέση με το ενδεχόμενο η υπογραφή του εφεσείοντα να ήταν πλαστή, ως η σχετική μαρτυρία γραφολόγου. Αντιθέτως, η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου απέδιδε πλήρη αναξιοπιστία στη μαρτυρία του εν λόγω εμπειρογνώμονα κατά τρόπο ολιστικό και χωρίς επιφύλαξη, ενώ θα έπρεπε να διαπιστωθεί η ύπαρξη εύλογης υποβόσκουσας αμφιβολίας ως προς την αυθεντικότητα της υπογραφής του εφεσείοντα, η οποία να λειτουργούσε υπέρ του και να οδηγούσε στην αθώωσή του.

 

          Είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε καθετί που αφορά την παρούσα έφεση. Έχουμε με προσοχή μελετήσει τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, στο σύνολό τους, και το περιεχόμενο των πρωτόδικων αποφάσεων αναφορικά με τη δίκη εντός δίκης αλλά και την τελική ετυμηγορία του Κακουργιοδικείου.

 

          Δεν είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε έρεισμα στο τι προβάλλεται από τον εφεσείοντα ως λόγος έφεσης. Τα όσα αφορούν την πρωτόδικη κρίση σε σχέση με τη μαρτυρία που γραφολόγος προσκόμισε κατά τη διεξαγωγή της δίκης εντός δίκης κρίνονται απολύτως ορθά. Εξήγησε, συναφώς, το Κακουργιοδικείο τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να βασιστεί στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, λόγους που κυρίως είχαν ως βάση τη δειγματοληψία υπογραφής από τον εφεσείοντα. Δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση αυτή. Ούτε κατά τα λοιπά πάσχει με οποιοδήποτε τρόπο η πρωτόδικη κρίση στην ενδιάμεση διαδικασία της δίκης εντός δίκης.

 

          Πέραν όμως των ως άνω, καθίσταται εμφανές, από το σκεπτικό της τελικής απόφασης του Κακουργιοδικείου, ότι η κατάθεση του εφεσείοντα αποτελούσε ένα από τα στοιχεία που είχε ενώπιόν του το Κακουργιοδικείο. Εξηγείται, στην πρωτόδικη απόφαση, η αποδοχή του συνόλου της μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και η απόρριψη της εκδοχής του εφεσείοντα, ως προβλήθηκε κατά τη δική του ένορκη μαρτυρία. Τίποτα από αυτά δεν αμφισβητείται με την παρούσα έφεση. Αναπόφευκτα, καταδεικνύεται ότι οι εν λόγω διαπιστώσεις αποτελούν δεδομένα ενώπιόν μας.

 

          Καταληκτικά, παρατηρούμε ότι ουδέν σφάλμα υφίσταται στην πρωτόδικη κρίση, ούτε έχουν καταδειχθεί συνθήκες τέτοιες που να δημιουργούν ύπαρξη υποβόσκουσας αμφιβολίας ως προς οποιοδήποτε από τα συμπεράσματα του Κακουργιοδικείου.

 

          Δεν εντοπίζουμε έρεισμα στο τι προβάλλεται από την πλευρά του εφεσείοντα και, ως αποτέλεσμα, αβάσιμος κρίνεται ο υπό κρίση λόγος έφεσης.

 

          Η παρούσα έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο