ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΙΑΚΩΒΙΔΗ, Ποινική Έφεση Αρ.: 266/2023, 24/6/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΙΑΚΩΒΙΔΗ, Ποινική Έφεση Αρ.: 266/2023, 24/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 266/2023)

 

24 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΙΑΚΩΒΙΔΗ,

Εφεσίβλητου.

______________________________

 

Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα

Μ. Αρμεύτης, για τον Εφεσίβλητο

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Κατόπιν δικής του παραδοχής, ο εφεσίβλητος βρέθηκε ένοχος, από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας, στην κατηγορία κατοχής 9,8 κιλών κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Το Κακουργιοδικείο, στη βάση των όσων εξήγησε στην απόφασή του, επέβαλε στον εφεσίβλητο ποινή φυλάκισης 7 ετών.

 

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας προσβάλλει την επιβληθείσα ποινή με έναν λόγο έφεσης, ο οποίος προβάλλει ότι αυτή είναι έκδηλα ανεπαρκής. Αιτιολογικά, προβάλλεται ότι το Κακουργιοδικείο έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στο νεαρό της ηλικίας του εφεσίβλητου καταλήγοντας σε τέτοια ποινή η οποία δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς που αναγνωρίζει η ποινολογία και δεν αντανακλά τη βαρύτητα του αδικήματος. Υπάρχει δε, τέτοια αναντιστοιχία ώστε η ποινή να καθίσταται έκδηλα ανεπαρκής.

 

Όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί, η εξουσία επέμβασης του Εφετείου σε επιβληθείσα ποινή δεν επαφίεται στην υποκειμενική κρίση των μελών του. Στην ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2021, ημερομηνίας 29.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B131, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής. Ως λέχθηκε:

 

«Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani k.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014 ημερ. 25.11.2015

Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525)».»

 

Είναι χρήσιμο να τεθεί το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης, ως το Κακουργιοδικείο το κατέγραψε στην απόφασή του. Ως αναφέρεται, κατόπιν σχετικής πληροφορίας ότι ο εφεσίβλητος θα προμηθευόταν μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών, αυτός εντοπίστηκε να οδηγά το όχημά του σε συγκεκριμένο χώρο όπου κατέβηκε και παρέλαβε δύο μαύρα σακούλια σκουπιδιών τα οποία έβαλε στο όχημά του και αναχώρησε. Ως περαιτέρω καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση, «...Αφού δόθηκε οδηγία για ανακοπή του οχήματος έγινε προσπάθεια ανακοπής αλλά ο κατηγορούμενος οδήγησε το αυτοκίνητο σε χωράφι και ακινητοποιήθηκε σε χωράφι με ελιές. Ο ίδιος κατέβηκε και τράπηκε σε φυγή πεζός, καταφέρνοντας να διαφύγει. Ενώ γίνονταν ενέργειες προς αναζήτηση του κατηγορούμενου ερευνήθηκε και το αυτοκίνητο του όπου εντοπίστηκαν τα δύο σακούλια σκουπιδιών, καθένα από τα οποία περιείχε δέκα συσκευασίες με κάνναβη, βάρους μισού κιλού η καθεμιά, περίπου συνολικού βάρους 9,8 κιλών. Εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Ο κατηγορούμενος στις 08/10/2023 περί τις 1500 παρουσιάστηκε με τον δικηγόρο του στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας όπου και συνελήφθηκε. Την ίδια μέρα λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι θα παραλάμβανε τα ναρκωτικά για να τα μεταφέρει σε σημείο που θα του αναφερόταν στην συνέχεια. Ανάφερε ότι δεν ήθελε να κατονομάσει τον εντολέα του, για τον οποίο θα μετέφερε τα ναρκωτικά προς εξόφληση χρέους 1500 ευρώ το οποίο προέκυψε από την αγορά ναρκωτικών».

 

Το Κακουργιοδικείο κατέγραψε, επίσης, τα όσα η πλευρά του εφεσίβλητου έθεσε ενώπιόν του. Συναφώς, αναφέρθηκε στην απολογία του εφεσίβλητου, την παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο αλλά και το νεαρό της ηλικίας του, 22 ετών κατά τον χρόνο επιβολής της ποινής. Αναφέρθηκε, παράλληλα, ότι προς εξόφληση της αναφερόμενης οφειλής του, ο εφεσίβλητος διενήργησε δύο μεταφορές, με την επίδικη να αφορά την εν λόγω ποσότητα την οποία αυτός δεν γνώριζε, με οδηγίες να κατευθυνθεί προς Λεμεσό αναμένοντας νέες οδηγίες για το πού θα παρέδιδε τα ναρκωτικά. Ο ρόλος του περιοριζόταν σε αυτόν του μεταφορέα, ενώ τράπηκε σε φυγή από φόβο και κατόπιν συνεργάστηκε με την Αστυνομία μεταμελούμενος.

 

Καταγράφηκαν, περαιτέρω, οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου. Ως καταγράφεται: 

 

«Ο κατηγορούμενος είναι το μικρότερο παιδί μιας συγκροτημένης και ενωμένης πενταμελούς οικογένειας με τον πατέρα του να εργάζεται σε ιδιωτική εταιρεία εντός των Βρετανικών Βάσεων Ακρωτηρίου ενώ η μητέρα του ηλικίας 56 ετών εργάζεται ως ειδική δασκάλα σε δημοτικό σχολείο. Φοίτησε σε τεχνική σχολή ακολουθώντας τους κλάδους μηχανικού αυτοκινήτου και επιπλοποιού και ολοκλήρωσε την δεκατετράμηνη στρατιωτική του θητεία. Όταν απολύθηκε από την Εθνική Φρουρά εγγράφηκε σε κολλέγιο για να λάβει δίπλωμα μηχανικού και κατά τη διάρκεια της φοίτησης του εργαζόταν παράλληλα ως πλασιέ. Με την έλευση όμως της πανδημίας του κορωνοϊού και επειδή τα μαθήματα στο κολλέγιο παραδίδονταν διαδικτυακά, θεώρησε αχρείαστη τη φοίτηση του αφού ο κλάδος που επέλεξε να ακολουθήσει απαιτούσε κυρίως πρακτική εξάσκηση. Για ένα χρονικό διάστημα εργάστηκε σε εργοστάσιο κατασκευής πυροσβεστήρων και στη συνέχεια σε άλλο εργοστάσιο στον Ύψωνα. Ο εθισμός του όμως στα ναρκωτικά είχε σαν συνέπεια, λόγω της συμπεριφοράς του, να απολυθεί από την εργασία του παραμένοντας άνεργος μέχρι τη σύλληψη του. Η οικογένεια του παραμένει δίπλα του έτσι ώστε να τον βοηθήσει να κτίσει το μέλλον του σε υγιείς βάσεις.»

 

Στην απόφασή του, το Κακουργιοδικείο, με αναφορά και σε νομολογία, επεσήμανε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την προβλεπόμενη ποινή για το υπό κρίση αδίκημα, αυτήν της διά βίου φυλάκισης. Εφάρμοσε τις αρχές που η νομολογία καθορίζει στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης και αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες προηγούμενες επιβληθείσες ποινές τις οποίες θεώρησε καθοδηγητικές και ενδεικτικές.

 

Έστρεψε, παράλληλα, την προσοχή του στους μετριαστικούς παράγοντες, εξατομικεύοντας την ποινή που θα επέβαλλε, αναγνωρίζοντας, ως ελαφρυντικά, τα ακόλουθα, αναφέροντας ότι:

 

«Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψιν την άμεση παραδοχή του, παράγοντας ο οποίος, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), το λευκό ποινικό μητρώο του, το νεαρό της ηλικίας του αφού είναι μόλις 22 ετών, ως επίσης και το ότι ο εθισμός του στις ναρκωτικές ουσίες, με όλα τα αρνητικά συνεπακόλουθα και τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει τον έφεραν σε τέτοια συναισθηματική φόρτιση έτσι ώστε να εμπλακεί στην υπόθεση αυτή. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν το γεγονός ότι δεν ήταν ο ιθύνων νους, ως επίσης και τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές που περιορίστηκε όμως στις καταθέσεις του και στην υπόδειξη σκηνών χωρίς να κατονομάσει τον προμηθευτή του, στοιχείο το οποίο θα βοηθούσε την αστυνομία να τον εντοπίσει και να τον φέρει ενώπιον της δικαιοσύνης. Δεν παραγνωρίζουμε την πρόθεση του να ενταχθεί στο πρόγραμμα απεξάρτησης που προσφέρουν οι Κεντρικές Φυλακές στην προσπάθεια του να απαλλαγεί από τον εθισμό στα ναρκωτικά και να βασίσει τη ζωή του επί στέρεων βάσεων μακριά από εξαρτησιογόνες ουσίες (βλ. Γιαννακάκης ν. Αστυνομίας, (2016) 2Α ΑΑΔ 364 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 82). Δεν παραβλέπουμε τέλος τις συνέπειες που ο εγκλεισμός του στις φυλακές θα έχει στον ίδιο αλλά και στην οικογένεια του. Είναι περαιτέρω δεδομένο, κάτι που αποτέλεσε εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν οι παράγοντες του άρθρου 30(4)(α) του Ν. 29/77 και που θα καθιστούσαν το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό.»

 

Κατέληξε, στη βάση των ως άνω, στην ποινή την οποία επέβαλε.

 

Ως είχαμε την ευκαιρία να επαναλάβουμε στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΠΟΪΡΑΤΖΙΔΗ, Ποινική Έφεση 60/2023, ημερομηνίας 28.1.2026:

 

«Είναι προφανής η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορά η παρούσα έφεση και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Ως υποδείξαμε στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. SUTTON, Ποινική Έφεση 199/2024, ημερομηνίας 8.12.2025:

«Αδικήματα που αφορούν ναρκωτικά έχουν επανειλημμένως χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα, θέτοντας σε κίνδυνο, τόσο τη φυσική όσο και την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η δε έξαρση, η οποία παρατηρείται σε τέτοιου είδους αδικήματα, καθιστά την αποτροπή, κυρίαρχο στοιχείο στην ποινή που θα πρέπει να επιβάλλεται. Όπως λέχθηκε στην BEYKI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 60:

«Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.»

Εις δε την VALDEZ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 144/2016, ημερομηνίας 21.2.2017, ECLI:CY:AD:2017:B57, λέχθηκε ότι: 

«Διαχρονικά έχουμε τονίσει τη σημασία του ρόλου του Δικαστηρίου ως προς την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε συνάρτηση με αδικήματα ναρκωτικών, ειδικά όταν αφορούν την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ (όπως εδώ, κοκαϊνης) με σκοπό την προμήθεια. Είναι φανερό ότι τέτοιες ενέργειες, ως των εφεσειόντων, δίδουν τη δυνατότητα της άμεσης εξάπλωσης και χρήσης ναρκωτικών σε ευρύ αριθμό ατόμων με άμεσο καταστρεπτικό αντίκτυπο στον κοινωνικό ιστό. Γι' αυτό το λόγο, όπως επίσης έχει νομολογηθεί, οι προσωπικές περιστάσεις αν και δεν ατονούν, έχουν σαφώς μειωμένη σημασία αφού προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου για προστασία του κοινωνικού συνόλου».»

Ανάλογες διατυπώσεις γίνονται και στην XHAFERI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 207/2021, ημερομηνίας 16.11.2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, όπου λέχθηκε ότι:

«Όπως σημειώσαμε στην Ελενόδωρου Κυριάκου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 68/2020, ημερ. 11/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:B180, η νομολογία υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ναρζίπ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2014, ημερ. 21/11/2014, η ενασχόληση με τα ναρκωτικά, είτε για ιδία χρήση ή κατά μείζονα λόγο με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτους, αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση. Στην υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110, λέχθηκε ότι:

«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών».»

(Βλ. Επίσης, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ANGELOV, Ποινική Έφεση 38/2023, ημερομηνίας 16.12.2025).»

 

Σε περαιτέρω ανάλυση της νομολογίας, είχαμε την ευκαιρία να προβούμε στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση 263/2023, ημερομηνίας 20.5.2026, στην οποία, για κατοχή σχεδόν 13 κιλών κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, η επιβληθείσα πρωτοδίκως ποινή φυλάκισης 9 ετών αυξήθηκε σε 12 έτη.

 

Ενώ θεωρούμε ότι ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, προσέγγισε το θέμα του καθορισμού του είδους της ποινής για την κατηγορία της κατοχής ναρκωτικών ουσιών τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα και ορθά έστρεψε την προσοχή του στα ελαφρυντικά και προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, διατηρούμε την άποψη ότι η κατάληξή του, ως προς το ύψος της επιβαλλόμενης ποινής, ελέγχεται.

 

Επρόκειτο για κατοχή μίας πολύ μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, 9,8 κιλών κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Ο εφεσίβλητος, με σκοπό αποκόμισης οφέλους, κατέστησε τον εαυτό του μέρος της αλυσίδας διοχέτευσης ναρκωτικών στην κοινωνία, ενέργεια η οποία αναπόφευκτα οδηγεί στην εξαθλίωση των ανθρώπων. Μπορεί ο ρόλος του να περιοριζόταν σε αυτόν του μεταφορέα, όμως, όπως πλειστάκις έχει υποδειχθεί, εξίσου σημαντικός είναι και ο ρόλος των μεταφορέων στην όλη αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, αφού χωρίς αυτούς δεν θα ήταν εφικτή η εμπορία τους (VALDEZ (ανωτέρω)). Το Κακουργιοδικείο, προς τούτο, ορθά παρέπεμψε σε σχετικό απόσπασμα από την ΙΩΣΗΦ (ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«O εφεσείων είναι χρήστης ναρκωτικών από 15 ετών και, όπως τόνισε ο συνήγορός του, δέχθηκε πιέσεις για τη διάπραξη των αδικημάτων, γεγονός που, κατά την εισήγησή του, δεν λήφθηκε υπόψη από το Κακουργιοδικείο.

Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Το Κακουργιοδικείο εξέτασε το εγειρόμενο ζήτημα στην ορθή του διάσταση. Σχετικά είναι και όσα διαχρονικά υποδεικνύει η νομολογία, τα οποία επαναλήφθηκαν στη Ζωμενής ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 400 ότι «η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για την μεταφορά των ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου.».

Το Κακουργιοδικείο, συναφώς, ανέφερε τα ακόλουθα, ορθά κατά την κρίση μας, σε σχέση με αυτόν τον παράγοντα:

«Επισημαίνουμε ότι τα ναρκωτικά, είτε προωθούνται με σκοπό το άμεσο χρηματικό κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος, η κατάληξη παραμένει πάντα η ίδια, που δεν είναι άλλη από τη διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα και τη διασπορά του θανάτου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος 1 διέπραξε τα αδικήματα με τη συνδρομή του στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα χέρι βοήθειας σε εμπόρους. Ό,τι οφείλουμε να επισημάνουμε είναι πως, ο μόνος δρόμος για όσους δέχονται πιέσεις ή πειρασμούς είναι, είτε η απόσταση είτε η συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους, κυρίως πριν την εμπλοκή τους στη διάπραξη αδικημάτων, παρ΄ ότι και η μετέπειτα συνεργασία είναι καλοδεχούμενη, προκειμένου να βοηθήσουν και τους ίδιους αλλά και την υπόλοιπη κοινωνία. Δικαιολογίες για αντίθετη συμπεριφορά δεν θα πρέπει να αναμένεται ότι θα τυγχάνουν ιδιαίτερης βαρύτητας ως μετριαστικός παράγοντας.».»

 

Στην προκειμένη περίπτωση, πέραν των ως άνω, ούτε η συνεργασία του εφεσίβλητου επεκτάθηκε πέραν της δικής του παραδοχής. Οι δε προηγούμενες ποινές, από τις οποίες το Κακουργιοδικείο άντλησε καθοδήγηση, εμφανώς παραπέμπουν σε αυστηρότερη αντιμετώπιση, από την ποινή που το Κακουργιοδικείο επέλεξε να επιβάλει.

 

Δεν είναι άνευ σημασίας το τι επισημάνθηκε και στην ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2008) 2 Α.Α.Δ. 124:

 

«Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια και ορθά επισημάνθηκε από το Κακουργιοδικείο, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα. Όπως τονίστηκε στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών.»

 

Αντικειμενικά κρινόμενη, και όχι ως αποτέλεσμα της υποκειμενικής άποψης των μελών του Εφετείου, η επιβληθείσα ποινή των 7 ετών φυλάκισης, υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής δεν είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, της έξαρσης που αυτό παρουσιάζει καθιστώντας το κοινωνική μάστιγα, και της αναγκαιότητας για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, τόσο σε σχέση με τον αδικοπραγούντα, όσο και σε σχέση με τρίτους. Η αναντιστοιχία αυτή θέτει την επιβληθείσα ποινή εκτός των πλαισίων τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, καθιστώντας την έκδηλα ανεπαρκή, με αποτέλεσμα να κρίνεται αναγκαία η παρέμβασή μας.

 

Υπό το φως των ως άνω, βάσιμος κρίνεται ο λόγος έφεσης. Κρίνουμε ότι, στη βάση των όσων αφορούν στην υπό κρίση περίπτωση, η αρμόζουσα ποινή είναι αυτή των 9 ετών φυλάκισης.

 

Συνακόλουθα, η έφεση επιτυγχάνει. Η ποινή φυλάκισης των 7 ετών ακυρώνεται και αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 9 ετών. Κατά τα λοιπά, η πρωτόδικη απόφαση παραμένει ως έχει.

 

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο