ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Ε. Α., Ποινική Έφεση Αρ.: 267/2023, 30/6/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Ε. Α., Ποινική Έφεση Αρ.: 267/2023, 30/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 267/2023)

 

30 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

Ε. Α.,

Εφεσίβλητου.

______________________________

 

Ξ. Ξενοφώντος (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον  Εφεσείοντα

Ο. Οικονόμου (κα), για τον Εφεσίβλητο

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη. Θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Συνεπεία παραδοχής του, ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος σε 48 κατηγορίες οι οποίες αφορούν αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμος του 2014 (Ν.91(I)/2014), («ο Νόμος»). Πρόκειται για οκτώ συνολικά διαφορετικές περιπτώσεις, οι οποίες έλαβαν χώραν εντός περιόδου δύο μηνών, και αφορούν την κόρη του αδελφού του εφεσίβλητου, ηλικίας 11 ετών. Επειδή οι γονείς της εργάζονταν, ο εφεσίβλητος, ηλικίας 39 ετών, όντας άνεργος, λόγω διαφόρων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, πολλές φορές παραλάμβανε την ανήλικη από το σχολείο μαζί με τη μικρότερη αδελφή της και τις συνόδευε στο σπίτι τους με τα πόδια, όπου παρέμενε μαζί τους. Ήταν εντός του σπιτιού της ανήλικης, στην απουσία όμως της μικρότερης αδελφής, η οποία έπαιζε είτε στο δωμάτιό της είτε στην αυλή, όπου έλαβε χώραν η παρενόχληση ως κατωτέρω περιγράφεται.

 

«i. προκάλεσε ώστε η ανήλικη ….., γεννηθείσα την ……, να γίνει μάρτυρας σεξουαλικών πράξεων ή απεικόνισης σεξουαλικών πράξεων, δηλαδή τής έδειχνε  σεξουαλικές πράξεις από το κινητό τηλέφωνό του κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6 (1), (7) και (14) του Ν. 91(I)/2014 (κατηγορία 1 έως και 8) και αυνανιζόταν και εκσπερμάτωνε στην παρουσία της κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6 (1), (7) και (14) του Ν. 91(I)/2014 (κατηγορία 9 έως και 16).

ii. συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την ανήλικη ….., η οποία δεν είχε φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, δηλαδή τήν χάιδευε στα γεννητικά της όργανα κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6 (3), (7) και (14) του Ν. 91 (I)/2014 (κατηγορία 17 έως και 24) και τήν χάιδευε στο στήθος κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6 (3), (7) και (14) του Ν. 91(I)/2014 (κατηγορία 25 έως και 32).

iii. κατά κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής πάνω στην ίδια, δηλαδή ενώ ήταν ο θείος της τήν χάιδευε στα γεννητικά όργανά της κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6 (4) (α), (7) και (14) του Ν. 91(I)/2014 (κατηγορία 33 έως 40) και τήν χάιδευε στο στήθος κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6 (4) (α), (7) και (14) του Ν. 91(I)/2014 (κατηγορία 41 έως και 48).»

 

Λόγω του ότι η ανήλικη ήταν κάτω της ηλικίας των 13 ετών, προβλέπεται από τον Νόμο ποινή φυλάκισης διά βίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 7 ετών σε έκαστη κατηγορία, με αυτές να συντρέχουν. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας προσβάλλει τις εν λόγω ποινές ως έκδηλα ανεπαρκείς.

 

Είχαμε πρόσφατα την ευκαιρία να αναφερθούμε στις αρχές που διέπουν το πεδίο επέμβασης του Εφετείου αναφορικά με πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές, ειδικότερα σε σχέση με αυτής της φύσεως αδικήματα, καθώς και στις αρχές που λαμβάνονται υπόψη κατά το στάδιο της επιβολής της ποινής, βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Α.Σ., Ποινική Έφεση Αρ. 327/2024, ημερομηνίας 19.11.2025, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Κ. Π., Ποινική Έφεση Αρ. 74/2025, ημερομηνίας 8.12.2025,  M.A. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 216/2022, 221/2022, ημερομηνία 25.2.2026 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. M.Ι., Ποινική Έφεση Αρ. 217/2023, ημερομηνίας 18.5.2026. Στην τελευταία από αυτές, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Πρόσφατα, στην απόφασή μας M. A. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινικές Εφέσεις 216/2022 και 221/2022, ημερομηνίας 25.2.2026, είχαμε την ευκαιρία να συνοψίσουμε τόσο τη νομολογία σε σχέση με αυτού του είδους τα αδικήματα αλλά και με τις αρχές που εφαρμόζει το Εφετείο, αναφορικά με εφέσεις που αφορούν το ύψος της ποινής που επιβάλλεται από πρωτόδικο Δικαστήριο. Σημειώσαμε σχετικά τα ακόλουθα:

«Η πάγια αρχή της νομολογίας είναι ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής αλλά εξετάζει κατά πόσο αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο που καθορίζεται από τη νομολογία και που αρμόζει στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Ζ.Α.Η. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 137/2022 κ.ά., ημερομηνίας 8.11.2024).

Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, SELMANI Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 235/2013 και 236/2013, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014, και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).»

Η σοβαρότητα των αδικημάτων της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού και του βιασμού είναι αυταπόδεικτη από το γεγονός ότι τόσο στο Άρθρο 6(4)(α)(7) του Ν.91(1)/2014 όσο και στο Άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19(γ) του Ν.91(Ι)/2014 όπου το αδίκημα διαπράχθηκε από μέλος της οικογένειας του θύματος ή από πρόσωπο που έχει προβεί σε κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας αυτό θα λαμβάνεται υπ' όψιν από το Δικαστήριο ως επιβαρυντικός παράγοντας.

[…]

Η συχνότητα διάπραξης αυτών των αδικημάτων επίσης τα καθιστούν ιδιαίτερα σοβαρά. Στην υπόθεση ΛΕΥΚΑΡΙΤΗΣ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2016) 2 Α.Α.Δ. 1165, λέχθηκε ότι όταν αδικήματα σεξουαλικής φύσης στρέφονται κατά νεαρών προσώπων τα οποία δεν έχουν ακόμα ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ή σταθερές δυνάμεις αντίστασης, καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά. Επίσης, στην υπόθεση Γ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 178/2017, ημερομηνίας 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

«Η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή, η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας. Περαιτέρω, ορθά λήφθηκε εν προκειμένω υπόψιν η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ εφεσείοντα και παραπονούμενης.»

Χρήσιμη σύνοψη της νομολογίας για αυτού του είδους τα αδικήματα, και τις ποινές που επίσης επιβάλλονται, έχει γίνει πρόσφατα από το Εφετείο στις υποθέσεις K.I. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 145/2022, ημερομηνίας 31.7.2025 και T.O. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση 217/22, 237/22, ημερομηνίας 12.2.2026

 

Υπό το φως των ανωτέρω, στρεφόμαστε στις περιστάσεις της παρούσης, εφόσον η σοβαρότητά τους δέον όπως αντανακλάται στην ποινή. Θα σταθούμε σε ορισμένα στοιχεία.

 

Ο εφεσίβλητος κέρδισε τη συμπάθεια του θύματος αρχικά, παίζοντας μαζί της και χαρίζοντας της γλειφιτζούρια και καραμέλες. Όμως, το θύμα περιέγραψε και περιστατικό, κατά το οποίο ο εφεσίβλητος θύμωσε μαζί της ρίχνοντάς ένα αντικείμενο, κάτι που την έκανε να αισθανθεί φόβο για τις αντιδράσεις του. Εξ ου και μετά το πρώτο περιστατικό κατά το οποίο αισθάνθηκε άβολα και απορία, ενώ κατά το δεύτερο είχε αντιληφθεί ότι δεν ήταν σωστό, ωστόσο αισθανόταν φόβο ότι εάν αποκάλυπτε, ο εφεσίβλητος μπορούσε να θυμώσει και να τη χτυπήσει.

 

Όσον αφορά τη φύση των επίδικων επαναλαμβανόμενων πράξεων, σημειώνουμε ότι ενώ ο εφεσίβλητος έδειχνε στο θύμα από το κινητό του τηλέφωνο, μέσω εφαρμογής, βίντεο ενός άνδρα που διείσδυε το πέος του στον πρωκτό μίας γυναίκας, αφαιρούσε το εσώρουχό του, αυνανιζόταν, χάιδευε την ανήλικη στα γεννητικά της όργανα και στα στήθη και εκσπερμάτωνε. Ακολούθως, ζητούσε  από την ανήλικη να του φέρει χαρτί και αφού σκουπιζόταν, στη συνέχεια ο εφεσίβλητος πετούσε το χαρτί στον κάλαθο.

 

Η ανήλικη είχε φθάσει σε συναισθηματικό αδιέξοδο και προέβαινε σε ενέργειες να αποφεύγει τον εφεσίβλητο, πράγμα που ενόψει της στενής οικογενειακής σχέσης, δεν ήταν πάντα εφικτό. Εξ ου και η ανήλικη αρχικά εκμυστηρεύτηκε τα εν λόγω περιστατικά στις συνομήλικες φίλες της. Έστειλε μηνύματα από το κινητό της τηλέφωνο στον εφεσίβλητο ζητώντας του να σταματήσει αυτό που της έκανε και του ζήτησε να μην ξαναπάει στο σπίτι της. Τον ενημέρωσε μάλιστα ότι κοινοποίησε στις φίλες της τα όσα έγιναν, και του ανέφερε να μην την αγγίζει εκεί που δεν πρέπει και ότι αυτό ονομάζεται σεξουαλική παρενόχληση. Παρά αυτή την τελευταία ενημέρωση προς τον εφεσίβλητο, ακολούθησε ακόμη ένα περιστατικό. Ήταν μετά από αυτή την εξέλιξη, που η ανήλικη εκμυστηρεύτηκε, σε γενικές γραμμές, τα περιστατικά στη μητέρα της, η οποία αντιμετώπισε τόσο τον σύζυγό της (αδελφό του κατηγορουμένου) όσο και τον εφεσίβλητο. Ο πρώτος δεν την πίστεψε και ο δεύτερος αρνήθηκε κάθε ανάμειξη. Κατόπιν έκδοσης εναντίον του εφεσίβλητου εντάλματος σύλληψης, προέβη σε θεληματική κατάθεση με μερική περιγραφή των όσων διαδραματίζονταν.

 

Κατ’ αρχάς, καταγράφουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν αποτελούσε σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα και δεν μπορούσε να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στο ύψος της ποινής, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος χάιδευε τα γεννητικά όργανα και το στήθος του θύματος πάνω από τα ρούχα της, παραπέμποντας στην Γ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2017, ημερομηνίας 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη την παρατεταμένη δράση του εφεσίβλητου, καθώς και την ίδια τη φύση των επίδικων πράξεων. Έλαβε υπόψη τα κλινικά ευρήματα παιδοψυχολόγου σε σχέση με το θύμα, χωρίς ωστόσο να παραλείψει, ορθά, να σημειώσει ότι εν πάση περιπτώσει το πλήγμα στην προσωπικότητα του θύματος είναι εγγενές σε τέτοιες περιπτώσεις, με παραπομπή στην EIΡΗΝΑΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 59/2016, ημερομηνίας 23.3.2017. Προσμέτρησε επίσης τη διαφορά στην ηλικία μεταξύ θύτη και θύματος, με παραπομπή στην Μ.Σ. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 48/2020, ημερομηνίας 29.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:B367.

 

Έλαβε επίσης υπόψη ότι στις περιπτώσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, είναι επιβαρυντικό στοιχείο η επίδειξη του ανδρικού γεννητικού οργάνου του δράστη και η υπό διέγερση χρησιμοποίησή του προσεγγίζοντας το παιδί, με παραπομπή στην Σ.Α.Χ. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 71/2020, ημερομηνίας 28.1.2021, ECLI:CY:AD:2021:B23, καθώς επίσης και το ότι επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί η εκσπερμάτωση στην παρουσία του παιδιού, με παραπομπή στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Κ. Ρ. Α., Ποινική Έφεση Αρ. 122/2022, ημερομηνίας 1.12.2022, ECLI:CY:AD:2022:B472.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τους μετριαστικούς παράγοντες σε σχέση με τον εφεσίβλητο οι οποίοι περιλαμβάνουν, το λευκό του ποινικό μητρώο. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στη συνεργασία του με την Αστυνομία, παρά την αρχική του άρνηση οποιασδήποτε ανάμειξης, και στην άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. Έλαβε υπόψη επίσης, σε περιορισμένο βαθμό, και τις δύσκολες προσωπικές συνθήκες του εφεσίβλητου.

 

Φρονούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην παραδοχή του εφεσίβλητου, με παραπομπή στην H.E. κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 50/2018, 137/2018, ημερομηνίας 8.4.2020, υπόθεση, στην οποία λόγω ακριβώς της απουσίας παραδοχής, η ποινή φυλάκισης 7 ετών, αυξήθηκε σε 10 έτη. Παρέπεμψε επίσης συναφώς, στην Μ.Σ. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 48/2020, ημερομηνίας 29.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:B367, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Επιπλέον το Κακουργιοδικείο ορθά επεσήμανε ότι η παραδοχή, ιδιαίτερα σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων, δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή αφού με αυτό τον τρόπο δεν υποχρεώνονται τα θύματα να βιώσουν ξανά τις τραυματικές εμπειρίες τους. (Hamiehv. Γενικού Εισαγγελέα (2006) 2 Α.Α.Δ. 259, Γ.Χ. v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 140/2010, ημερ. 14/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας v. Βαρνάβα (1999) 2 Α.Α.Δ. 658 και Σ.Κ. v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 Α.Α.Δ. 304)

 

Ουδόλως υποβαθμίζουμε τον ρόλο της παραδοχής σε τέτοιας μορφής αδικήματα. Αντιθέτως, στην απουσία αυτής, θεωρούμε ότι η παρούσα περίπτωση ενόψει του ιστορικού και των περιστάσεων που την περιβάλλουν, καθώς λόγω του ότι παρά τις πολυετείς ποινές φυλάκισης που έχουν τα τελευταία χρόνια επιβληθεί σε αυτού του είδους τα αδικήματα, εντούτοις παρουσιάζουν έξαρση, θα ήταν κατάλληλη για επιβολή πολύ υψηλότερης ποινής. Το ερώτημα, όμως, παραμένει κατά πόσο, τηρουμένης της παραδοχής, η επιβληθείσα ποινή είναι έκδηλα ανεπαρκής.

 

Επισημαίνουμε ότι ο εφεσίβλητος δεν καταχράστηκε μόνο τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του θύματός του, την οποία έλαβε υπόψη το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά καταχράστηκε και τη σχέση επιρροής που είχε, όντας ο μόνος ενήλικας παρών στο σπίτι κατά τους επίδικους χρόνους. Σχετική ως προς το ζήτημα της επιρροής, είναι η ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Α.Σ. (ανωτέρω) και η εκεί αναφερόμενη ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΥΡΡΗ, Ποινική Έφεση Αρ. 70/2022, ημερομηνίας 7.2.2023, εφαρμοζόμενες βεβαίως, κατ’ αναλογία.

 

Στην ΚΥΡΡΗ (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής τα οποία, θεωρούμε ότι τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση:

 

«Όπως τονίστηκε, συναφώς, στην υπόθεση Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 155/2019, ημερ. 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:B57, τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη, με τις ποινές που επιβάλλουν για τέτοια αδικήματα, στο πλαίσιο πάντα και των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης, να συμβάλλουν στην προστασία των παιδιών από τέτοιες απαράδεκτες και ειδεχθείς συμπεριφορές. Η επιβολή επιεικών ποινών για τέτοια αδικήματα και με τέτοιες περιστάσεις διάπραξης, θα έστελνε, λανθασμένα μηνύματα τόσο προς την κοινωνία αλλά και σε κάθε επίδοξο παραβάτη

 

Όπως λέχθηκε στην ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 235/2023, 246/2023, ημερομηνίας 19.7.2024, ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής αλλά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων οι οποίες περιβάλλουν τη διάπραξή του, το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξη του δυνατόν να επιφέρει στην κοινωνία.

 

Εν προκειμένω, στις περιστάσεις διάπραξης λαμβάνεται υπόψη το ότι ο εφεσίβλητος, επέλεξε ένα ιδιαίτερα ευάλωτο θύμα, και εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι η εργασία των γονιών του, τους κρατούσε μακριά από το σπίτι για κάποιες ώρες, αναγκάζοντάς τους να στραφούν σε πρόσωπο της ευρύτερης οικογένειας, για να του προσφέρει προστασία και ασφάλεια. Παιδί, το οποίο βρέθηκε εγκλωβισμένο να ανταπεξέλθει στις πολυπλοκότητες του θεσμού της ευρύτερης οικογένειας, που αποτελεί γνώρισμα της κυπριακής κοινωνίας. Εκμεταλλεύτηκε ο εφεσίβλητος αυτόν καθ’ αυτόν τον θεσμό στον οποίο ήταν και ο ίδιος ενταγμένος, και είναι δυνάμει αυτού που του δόθηκε η πρόσβαση στο θύμα του.

 

Εφόσον λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής η ζημία η οποία προκαλείται στο θύμα (harm) και στην κοινωνία, προσμετρούμε το ότι ένα παιδί αναγκάστηκε να εξεύρει στήριξη και συμβουλή από άλλα παιδιά, για να βρει διέξοδο από αυτές τις περιστάσεις. Το να αναγκάζονται τα παιδιά να βρουν μόνα διέξοδο στα προβλήματά τους αναδεικνύει ένα κοινωνικό πρόβλημα σοβαρότατης μορφής και καθιστά ακόμη πιο εμφανή τη σοβαρότητα που ενέχουν τα αδικήματα σεξουαλικής φύσεως, όταν στρέφονται κατά νεαρών προσώπων. Επιτακτική, επομένως, είναι η ανάγκη όπως η σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος αντιμετωπιστεί ανάλογα με την επιβληθείσα ποινή.

 

Περαιτέρω, η όλη συνθήκη την οποία περιγράψαμε ανωτέρω, καθιστά το θύμα παιδί ευάλωτης θέσης λόγω του ότι βρισκόταν σε κατάσταση εξάρτησης, εν τη εννοία του Άρθρου 19(β) του Νόμου, και αποτελεί, δυνάμει αυτού, επιπλέον επιβαρυντική περίσταση.  

 

Προσθέτουμε ότι στην Κ. Ρ. Α. (ανωτέρω), επισημάνθηκε ότι η συγγένεια μεταξύ θύτη και θύματος  συνιστά επιβαρυντικό στοιχείο, με την παρατήρηση ότι όταν ο δράστης είναι ο πατέρας ή ο αδελφός, ανατρέπεται συθέμελα ο ψυχικός κόσμος του παιδιού. Εν προκειμένω, ο εφεσίβλητος ήταν ο αδελφός του πατέρα του θύματος, όμως, ήταν τέτοια η στενότητα των σχέσεων των μελών της ευρύτερης οικογένειας, που θεωρούμε τη συγγένεια, ως ένα αυτοτελή επιπλέον επιβαρυντικό παράγοντα.

 

Παρότι το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν παραγνώρισε το γεγονός ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του εφεσίβλητου τερματίστηκε μόνο όταν έλαβε χώρα καταγγελία στην Αστυνομία, δεν φαίνεται να προσέδωσε βαρύτητα στο ότι συνέχισε τις πράξεις του μετά την αντίδραση του θύματος, επιδεικνύοντας αδιαφορία για την προφανή βλάβη στο θύμα του.

 

Εν κατακλείδι, θεωρούμε ότι η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, και όχι ως αποτέλεσμα υποκειμενικής θεώρησης των μελών του Εφετείου, είναι έκδηλα ανεπαρκής, καθιστώντας βάσιμο τον λόγο έφεσης και απαραίτητη την επέμβασή μας. Η γενικότερη αποτίμηση της παράνομης συμπεριφοράς του εφεσίβλητου, καθώς και οι επιπτώσεις στο θύμα του και στην κοινωνία γενικότερα, δεν αντανακλάται στην επιβληθείσα ποινή, ώστε να καθίσταται απαραίτητη η παρέμβασή μας. Κρίνουμε ότι οι ορθές ποινές που θα έπρεπε να είχαν επιβληθεί είναι αυτές των 10 ετών σε κάθε μία από τις κατηγορίες.

 

          Κατά συνέπεια, η παρούσα έφεση επιτυγχάνει.

 

Οι επιβληθείσες ποινές αντικαθίστανται ως ανωτέρω. Η πρωτόδικη απόφαση,  ως προς τα λοιπά, παραμένει ως έχει.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο