ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 28/2018)
30 Ιουνίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ
Εφεσείων/Ενάγων
v.
ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ (Σ.Ο.ΤΑ.Δ.Υ.Κ ΛΤΔ) ΚΑΙ ΠΛΕΟΝ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΘΕΙΣΑ ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ
Εφεσίβλητης/Εναγομένης
--------------------
Σ. Σαββίδης για Σαββίδης & Συνεργάτες, για τον Εφεσείοντα
Ι. Κορφιώτου (κα) για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Θ. Θωμά, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΘΩΜΑ, Δ.: Η Έφεση προσβάλλει την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 8.12.17, δια της οποίας απερρίφθη η αγωγή την οποία είχε εγείρει ο Εφεσείων, ενάγων στην αγωγή, εναντίον της Εφεσίβλητης, εναγόμενης στην αγωγή. Ο Εφεσείων με την αγωγή του αξίωσε αποζημιώσεις εναντίον της Εφεσίβλητης «... αναφορικά με την ιδιοποίηση από μέρους της ... του ποσού των €17,086 (Λ.Κ.10,000)», που ο ίδιος κατ’ ισχυρισμόν «… έχει υποστεί λόγω παράβασης από την Εναγομένη της σχετικής σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων».
Συνοπτικά, η εκδοχή του Εφεσείοντος, όπως καταγράφεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει ως ακολούθως: Περί τον Οκτώβριο του 2000 αιτήθηκε από την Εφεσίβλητη, η οποία αποτελούσε Συνεργατική Εταιρεία παρέχουσα τραπεζικές διευκολύνσεις, δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.15.000, το οποίο και εγκρίθηκε στις αρχές Ιανουαρίου του 2001. Όταν επισκέφθηκε το κατάστημα της Εφεσίβλητης, λίγες μέρες αργότερα, για να αποσύρει τα χρήματα το,υ δανείου, ενημερώθηκε ότι η Εφεσίβλητη, άνευ της ρητής ή άλλως πώς εντολής του, κατέβαλε, μέσω τραπεζικής επιταγής, Λ.Κ.10.000, από τα χρήματα του δανείου, στην εταιρεία Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ, που ήταν οι τότε εργοδότες του.
Η Έφεση
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με τέσσερις λόγους έφεσης, οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: (α) Το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και αντινομικά αποφάσισε ότι ο Εφεσείων είναι αναξιόπιστος και ή ότι προώθησε ισχυρισμούς οι οποίοι συγκρούονται με την κοινή λογική και τη λογική συνέχεια των πραγμάτων, (β) Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε λανθασμένα αναφορικά με τη μαρτυρία, παρέλειψε να λάβει υπόψη ουσιώδεις περιστάσεις για την αξιολόγηση της και επίσης η αιτιολογία της κρίσης του αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων, ήταν ανεπαρκής (γ) Το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και άνευ αιτιολογίας αγνόησε ή και δεν ασχολήθηκε καθόλου με τη θέση του Εφεσείοντος ότι η Εφεσίβλητη διέπραξε το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης με μεταφορά (conversion by transfer) και (δ) η πρωτόδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη.
Λόγω της συνάφειας και αλληλοσύνδεσης τους, οι λόγοι έφεσης 1 και 2 θα συνεξεταστούν. Με αυτούς προσβάλλεται κατ’ ουσίαν η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε αυθαίρετα στο συμπέρασμα ότι μοναδικός σκοπός του Εφεσείοντος ήταν να προωθήσει τις θέσεις που υποστήριζαν την υπόθεση του, ανεξάρτητα εάν αυτές ήταν αληθείς ή όχι, κατά παραγνώριση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του για αποτελεσματική προσφυγή οποιουδήποτε πολίτη στο Δικαστήριο και υποστήριξη των θέσεων του. Προσέτι, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ότι ο Εφεσείων παρουσίασε όλα τα έγγραφα, τα οποία αφορούσαν τα επίδικα θέματα, χωρίς να αμφισβητηθεί επαρκώς από την Εφεσίβλητη ότι ο ίδιος ουδέποτε έδωσε ρητή εντολή για έκδοση οποιασδήποτε επιταγής επ’ ονόματι της Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ. Επιρρίπτεται επίσης στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη του τον πλέον βασικό λόγο για τον οποίο ο Εφεσείων συνέχισε να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις του δανείου του για δέκα συνεχείς μήνες, ο οποίος συνίστατο στο ότι φοβόταν να έρθει σε άμεση ρήξη με την Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ, που ήταν οι εργοδότες του και υπήρχε κίνδυνος άμεσης απόλυσης του. Κάτω από τον φόβο της απόλυσης του, προσπάθησε να εξαντλήσει όλες τις πιθανότητες φιλικής διευθέτησης, κάτι το οποίο δεν κατέστη τελικώς δυνατό.
Στην αιτιολογία του δεύτερου λόγου έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τις Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 αξιόπιστες και αποδέχθηκε το σύνολο της μαρτυρίας τους, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι (α) περιέπεσαν σε σωρεία ουσιωδών αντιφάσεων, οι οποίες δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση της Εφεσίβλητης και (β) απέφυγαν να απαντήσουν σε ουσιώδεις ερωτήσεις κατά την αντεξέταση. Κατά τον Εφεσείοντα, οι εκ παραδρομής πράξεις ή και παραλείψεις της Εφεσίβλητης, οι οποίες είναι καίριες και ουσιώδεις για την αξιοπιστία των ως άνω μαρτύρων, κρίθηκαν επουσιώδεις από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ οποιαδήποτε ενέργεια του ιδίου για προάσπιση και διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων του αντιμετωπίστηκε με καχυποψία και δυσπιστία.
Πριν προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση θεωρούμε ορθό να υπομνήσουμε τον πλειστάκις διατυπωθέντα νομολογιακό κανόνα ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει με ευκολία στην πρωτόδικη αξιολόγηση μαρτύρων και μαρτυρίας, η οποία αξιολόγηση αποτελεί τη συνισταμένη της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της ζώσας ενώπιον του παρουσιασθείσας μαρτυρίας (Λοΐζου v. Κωνσταντίνου κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 29/19, ημερ. 21.11.25). Μόνο στην περίπτωση που τα ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εξ αντικειμένου κρινόμενα, φαίνονται ανυπόστατα ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή βρίσκονται σε αντίθεση με την προσαχθείσα μαρτυρία ή είναι καταφανώς εσφαλμένα, δικαιολογείται η επέμβαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προς ανατροπή τους (Κώστα κ.ά. v. Παπαγιάννης, Πολ. Έφ. Αρ. 211/2015, ημερ. 7.5.26).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον Εφεσείοντα και τον μάρτυρα που παρουσίασε (Μ.Ε.2) αναξιόπιστους, ενώ αντίθετα, έκρινε αμφότερες τις μάρτυρες της Εφεσίβλητης αξιόπιστες. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εφεσείοντος από το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά την κρίση μας, υπήρξε υποδειγματική. Στις έντεκα σελίδες που καταλαμβάνει, παρατίθενται, με πλήρη λεπτομέρεια, οι λόγοι για τους οποίους οι θέσεις του δεν έγιναν αποδεκτές, ειδικότερα η πλέον βασική του θέση ότι η πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.10.000 από την Εφεσίβλητη προς τη Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ, έγινε χωρίς τη δική του εντολή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν περιορίστηκε στο να περιγράψει τη ζοφερή εικόνα που αποκόμισε από τον Εφεσείοντα, αλλά προχωρεί και αιτιολογεί πλήρως την κρίση του ότι ο Εφεσείων «... ήρθε ενώπιον του Δικαστηρίου προετοιμασμένος με σκοπό να προωθήσει συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που κατά τον ίδιο εξυπηρετούσαν την υπόθεση του και να αποφύγει να αναφέρει οτιδήποτε που θεωρούσε ότι δεν την εξυπηρετούσε». Κατά τον ίδιο τρόπο αιτιολογεί και την κρίση του ότι: «Πρόκειται για ευφυές πρόσωπο, το οποίο όμως, δυστυχώς, χρησιμοποίησε την ευφυΐα του με σκοπό να επωμίσει (sic) ευθύνες στους Εναγόμενους, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι, για την πληρωμή των Λ.Κ. 10.000,00 στη Λευκόνοικο, δεν είχε ο ίδιος υπογράψει τη σχετική εντολή, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να μην κατέχουν οποιοδήποτε αποδεικτικό υλικό προς υποστήριξη της θέσης τους ότι οι Λ.Κ.10.000,00 πληρώθηκαν κατόπιν εντολής του Ενάγοντα». Για του λόγου το αληθές παραθέτουμε αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης από την αξιολόγηση του Εφεσείοντος:
«Ακόμα υπεβλήθη στον Ενάγοντα ότι, οι Λ.Κ.10.000,00 καταβλήθηκαν στη Λευκόνοικο κατόπιν δικής του εντολής, ώστε να πιστωθεί προσωπικός του λογαριασμός που τηρείτο από τους εργοδότες του και ο οποίος είχε χρεωστικό υπόλοιπο. Οι επί του προκειμένου θέσεις του Ενάγοντα, σε κάθε περίπτωση που ερωτάτο κάτι σχετικό, ήταν ότι δεν γνώριζε για οποιονδήποτε λογαριασμό που τηρούσε η Λευκόνοικο, ότι ουδέποτε ο ίδιος προέβη σε οποιεσδήποτε χρηματιστηριακές πράξεις και ότι, ουδέποτε ο Χ''Ξενοφώντος τον ενημέρωσε ότι, τα χρήματα κατέληξαν σε οποιονδήποτε λογαριασμό που τηρείτο στο όνομα του, γεγονός για το οποίο, σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα, τελούσε, ακόμα και κατά το χρόνο που κατέθετε ενόρκως (Φεβρουάριος 2017), υπό άγνοια. Ζητούσε δε από τη συνήγορο των Εναγόμενων, που του έθετε τις διάφορες ερωτήσεις, όπως, για τα ζητήματα αυτά να (sic) ρωτήσει το Χ''Ξενοφώντος.
Εν τούτοις, το θέμα αυτό δεν ήταν καν επίμαχο. Και τούτο γιατί, ενώπιον του Δικαστηρίου, ως παραδεκτό γεγονός, αναφέρθηκε ότι, οι Λ.Κ.10.000,00 κατέληξαν στον λογαριασμό που τηρούσε η Λευκόνοικο στο όνομα του Ενάγοντα, σε σχέση με χρηματιστηριακές πράξεις που αποδίδονταν στον τελευταίο. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή του Ενάγοντα, για τον λογαριασμό αυτό, κινήθηκε αγωγή από τη Λευκόνοικο στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον του για το υπόλοιπο του συγκεκριμένου λογαριασμού. Σημειώνεται ακόμα ότι, πάντα κατά τα λεγόμενά του, ο Ενάγοντας άσκησε έφεση εναντίον της πρωτόδικης αυτής απόφασης, η οποία (έφεση), κατόπιν εκδίκασης, απερρίφθη. Πώς είναι δυνατόν με όλα αυτά τα δεδομένα, ο Ενάγοντας, κατά τον Φεβρουάριο του 2017, να δηλώνει άγνοια ως προς το πού κατέληξαν οι Λ.Κ.10.000,00 και ότι ουδέποτε έτυχε οποιασδήποτε σχετικής ενημέρωσης;».
Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα απέρριψε τη μαρτυρία του Εφεσείοντος πως ο ίδιος ουδέποτε είχε δώσει εντολή ή έγκριση για να δοθεί το ποσό των Λ.Κ.10.000 από το δάνειο του, περαιτέρω δε ότι λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη του πως δεν υπήρχε αποδεικτικό στοιχείο ή έγγραφο που να υποδηλώνει την έγκριση ή και εξουσιοδότηση του προς την Εφεσίβλητη να προβεί στην, κατά τη θέση του, παράνομη πράξη της μεταφοράς του ανωτέρω ποσού στην εταιρεία Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ. Ως έχουμε ήδη αναφέρει, το πρωτόδικο Δικαστήριο παραθέτει πειστικούς λόγους για τους οποίους δεν αποδέχθηκε τη βασική θέση του Εφεσείοντος πως δεν είχε δώσει εντολή προς την Εφεσίβλητη να μεταφέρει το ποσό των Λ.Κ.10.000 από το δάνειο του στην ανωτέρω εταιρεία. Φυσικά και δεν διέλαθε την προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο ίδιος δεν είχε υπογράψει οποιοδήποτε έντυπο, το οποίο εξουσιοδοτεί την Εφεσίβλητη να προβεί στην ανωτέρω μεταφορά χρημάτων. Άλλωστε δεν είχε καν προβληθεί θέση για την ύπαρξη τέτοιου εντύπου από την Εφεσίβλητη. Αντιθέτως ήταν αδιαμφισβήτητο, ότι το κατατεθέν ως τεκμήριο 14 έγγραφο, το οποίο περιγράφεται στον τίτλο του ως «Απόδειξη Πληρωμής», δεν φέρει την υπογραφή του Εφεσείοντος. Υπογράφεται μόνο από τη Μ.Υ.2. Κατ’ ουσίαν πρόκειται για το έντυπο με το οποίο δίδονται οδηγίες προς την Εφεσίβλητη αναφορικά με τον τρόπο διάθεσης του ποσού του εγκριθέντος δανείου. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, σχολιάζοντας το τεκμήριο 14, αναφέρει ότι «Πρόκειται στην ουσία για γραπτή εντολή, αναφορικά με τον τρόπο που θα τύγχαναν διαχείρισης οι Λ.Κ.15.000,00 του δανείου του Ενάγοντα και σε αυτήν προβλέπονται ειδικά σημεία στα οποία θα πρέπει να υπογράψουν, τόσο η ταμίας που διαχειρίζεται το δάνειο, όσο και ο δικαιούχος και δη ο Ενάγοντας. Αναφέρεται δε επ’ αυτού ότι, Λ.Κ.10.000,00 θα καταβληθούν με τραπεζική επιταγή στη Λευκόνοικο, ενώ οι λοιπές Λ.Κ.5.000,00, στον Ενάγοντα».
Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, «... η πληρωμή των Λ.Κ.10.000,00 στη Λευκόνοικο έγινε νομότυπα και δη με βάση την προφορική εντολή του Ενάγοντα. Δεν έχει αναγνωριστεί, είτε νομολογιακά, είτε νομοθετικά, άκαμπτος κανόνας και/ή επιτακτική προϋπόθεση, της όποιας πληρωμής σε τρίτο, να προηγείται γραπτή εντολή του πελάτη». Το εύρημα για πληρωμή των Λ.Κ.10.000 στην ανωτέρω αναφερόμενη εταιρεία στη βάση προφορικής εντολής του Εφεσείοντος, βασίστηκε επί της μαρτυρίας της Μ.Υ.2, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστη. Επρόκειτο για τη λειτουργό της Εφεσίβλητης, η οποία διαχειρίστηκε το δάνειο του Εφεσείοντος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, σχολιάζοντας τη μαρτυρία της, σημειώνει ότι, παρά το ότι δεν ενθυμείτο την περίπτωση του δανείου του Εφεσείοντος, εντούτοις ήταν ξεκάθαρη και πειστικότατη ως προς το ότι ουδέποτε εξέδωσε οποιοδήποτε δάνειο, χωρίς να έχει τη ρητή εντολή του πελάτη για τον τρόπο με τον οποίο θα διακινούντο τα χρήματα του δανείου.
Δεν έχει διαφανεί οποιοδήποτε σφάλμα, το οποίο θα δικαιολογούσε την επέμβαση μας, στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία τόσο της Μ.Υ.2, όσο και της Μ.Υ.1. Σημειώνουμε ότι η Μ.Υ.1 ήταν η Γραμματέας/Γενική Διευθύντρια της Εφεσίβλητης.
Πέραν των πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο, βασιζόμενο σε Αγγλική νομολογία (Morel & Anor v. Workers Savings & Loan Bank (Jamaica) [2007] UKPC3), καταλήγει ότι: «...δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας περί υποχρεωτικής γραπτής εντολής [...] είναι πάντοτε ανοικτό σε μια τράπεζα να αποδεχθεί να ενεργήσει επί τη βάσει προφορικής εντολής του πελάτη της με δικαίωμα χρέωσης του λογαριασμού του και επανάκτησης της όποιας οφειλής του που προέκυψε συνεπεία της υλοποίησης της προφορικής εντολής του».
Η ανωτέρω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ουδόλως προσβάλλεται με τους λόγους έφεσης. Αφ’ ης στιγμής λοιπόν ο Εφεσείων δεν προσβάλλει την ως άνω κατάληξη, αδίκως παραπονείται ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ή έγγραφο ή υπογραφή του ιδίου που να υποδηλώνει οποιαδήποτε έγκριση ή αποδοχή ή εξουσιοδότηση προς την Εφεσίβλητη να προβεί στην, κατά τη θέση του, παράνομη και ενάντια στα συμφέροντα του μεταφορά του ποσού των Λ.Κ.10.000 από το δάνειο του στη Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ. Ως έχει ήδη αναφερθεί, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα ότι η πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.10.000 έγινε με βάση προφορική εντολή του Εφεσείοντος, βασιζόμενο στη μαρτυρία της Μ.Υ.2, την οποία αποδέχθηκε ως αξιόπιστη. Αν και σύμφωνα με τον περί Ερμηνείας Νόμο, Κεφ.1 η ύπαρξη Νόμου συνιστά θέμα δικαστικής γνώσης (εκτός αντίθετης ειδικής πρόνοιας, αξίζει να επισημανθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξηγεί, απέρριψε την περί του αντιθέτου μαρτυρία του Μ.Ε.2 πως οι σχετικοί με τις τραπεζικές υπηρεσίες νόμοι, απαγορεύουν την προφορική εντολή από πελάτη σε τράπεζα για αποξένωση ή μεταφορά χρημάτων. Επισημαίνεται πως με τους λόγους έφεσης δεν προσβάλλεται η αξιολόγηση από το πρωτόδικο Δικαστήριο της μαρτυρίας του Μ.Ε.2.
Ο Εφεσείων διατείνεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τις Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 αξιόπιστες, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι: α) Περιέπεσαν σε σωρεία ουσιωδών αντιφάσεων και (β) Απέφυγαν να απαντήσουν ρητά σε ουσιώδεις ερωτήσεις. Αυτό το οποίο παρατηρούμε όμως είναι ότι δεν παρατίθενται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης λεπτομέρειες των κατ’ ισχυρισμόν ουσιωδών αντιφάσεων, καθώς και των ερωτήσεων στις οποίες απέφυγαν να απαντήσουν, με αποτέλεσμα η ανωτέρω θέση του Εφεσείοντος να διαπνέεται από ασάφεια, γενικότητα και αοριστία. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, στην «αιτιολογία» παρατίθενται οι λεπτομέρειες του λόγου έφεσης «...με παραπομπή σε σχετικά γεγονότα, σε επίμαχες αναφορές στην εκκαλούμενη απόφαση...» (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Μαυρέα κ.ά., Ποιν. Έφ. Αρ. 13/2022 κ.ά., ημερ. 25.2.25). Όπως επίσης νομολογήθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Tricor Ltd, Πολ. Έφ. 28/2023, ημερ. 6.7.23, ECLI:CY:AD:2023:D98, «η αιτιολογία [...] αναμένεται πως θα χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, βραχυλογία και αναγκαία λεπτομέρεια...». Στην προκείμενη περίπτωση, τα όσα προβάλλονται στην «αιτιολογία» του λόγου έφεσης, αναμφίβολα δεν βρίσκονται σε συμφωνία με την ανωτέρω νομολογιακή αρχή.
Γενική, ασαφής και αόριστη κρίνεται επίσης και η θέση του Εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ισχυρισμούς της Εφεσίβλητης, οι οποίοι δεν είναι δικογραφημένοι. Ούτε σε αυτή την περίπτωση παρατίθενται στην «αιτιολογία» του λόγου έφεσης λεπτομέρειες των μη δικογραφημένων ισχυρισμών, τους οποίους αποδέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Δεν διαφεύγει φυσικά την προσοχή μας το παράπονο του Εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε εύρημα ότι οι Λ.Κ.10.000 που δόθηκαν στην εταιρεία Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ, ωφέλησαν τον ίδιο, χωρίς να υπάρχει σχετική δικογράφηση. Όπως έχουμε παρατηρήσει, επρόκειτο για συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο στηρίχθηκε, κατά μεγάλο μέρος, στα κατατεθέντα τεκμήρια, πιο συγκεκριμένα στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 30.9.08, η οποία εκδόθηκε στην αγωγή υπ’ αριθμόν 13548/02 και κατατέθηκε ως τεκμήριο 15. Πρόκειται για αγωγή την οποία είχε εγείρει εναντίον του Εφεσείοντος και εναντίον δύο ακόμα προσώπων, η εταιρεία Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ, με την οποία αξίωσε το υπόλοιπο οφειλής, το οποίο προέκυψε από χρηματιστηριακές πράξεις που εκτελέστηκαν κατόπιν δικών του οδηγιών. Το δε ποσό για το οποίο εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, προέκυψε μετά από πίστωση του λογαριασμού του Εφεσείοντος από τη Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ με το ποσό των επίδικων στην παρούσα Λ.Κ.10.000. Αξίζει να αναφερθεί ότι, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση, η οποία δικαίωσε την ανωτέρω αναφερόμενη εταιρεία, επικυρώθηκε κατόπιν έφεσης, η οποία ασκήθηκε από τον ίδιο.
Κατά την κρίση μας, δεν απαιτείτο η ειδική δικογράφηση του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήτοι ότι ο Εφεσείων επωφελήθηκε του ποσού των Λ.Κ.10.000. Σημασία έχει το ότι υπήρξε δικογράφηση όλων των πρωτογενών γεγονότων επί των οποίων βασίστηκε το ανωτέρω συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με τη Δ.19 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας «Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be…”. Όπως είναι νομολογημένο, η δικογράφηση περιορίζεται στα ουσιώδη γεγονότα και δεν επεκτείνεται σε νομικές συνέπειες, τις οποίες συνεπάγεται η ύπαρξη τους (Αριστοδήμου v. Χαραλάμπους (1990) 1 Α.Α.Δ. 319). Επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητείται από πλευράς Εφεσείοντος πως υπήρξε δικογράφηση όλων των ως άνω γεγονότων.
Ως έχει ήδη αναφερθεί, στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης προβάλλεται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο Εφεσείων ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να προωθήσει θέσεις που βοηθούσαν την υπόθεση του ανεξαρτήτως του εάν αυτές ήταν αληθείς ή όχι, παραγνώρισε «το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος για αποτελεσματική προσφυγή οιουδήποτε πολίτη στο δικαστήριο και υποστήριξη των θέσεων του,...». Κατά την κρίση μας, το αμέσως πιο πάνω εγερθέν ζήτημα δεν καλύπτεται από τον λόγο έφεσης, ο οποίος αφορά το παράπονο του Εφεσείοντος ότι λανθασμένα κρίθηκε αναξιόπιστος. Συνεπώς δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να το αγνοήσουμε. Υπενθυμίζουμε ότι, σύμφωνα με νομολογιακή αρχή, δεν επιτρέπεται στην «αιτιολογία» η έγερση, επέκταση ή ανάπτυξη θεμάτων που δεν καλύπτονται από τον «λόγο έφεσης». Όπου δε γίνεται τούτο, οι αναφορές αγνοούνται από το Εφετείο (Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυρέα κ.ά., ανωτέρω). Θα προσθέταμε ακόμα ότι, ασφαλώς πρόκειται για γενικώς διατυπωθείσα θέση, χωρίς να προσδιορίζεται με την απαιτούμενη ακρίβεια και λεπτομέρεια πώς έχει παραβιασθεί το κατοχυρωμένο από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος δικαίωμα του Εφεσείοντος για δίκαιη δίκη. Όπως είναι νομολογημένο, η θεμελίωση της παραβίασης του δικαιώματος της «δίκαιης δίκης», δεν μπορεί να αποφασίζεται με τρόπο αφηρημένο (in abstracto), αλλά υπό το φως των ειδικών περιστάσεων της κάθε υπόθεσης (in concreto) (Kouppis v. Republic (1977) 2 C.L.R. 361, 388 και Κορέλλης v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (1998) 1 Α.Α.Δ. 1718). Θα πρέπει φυσικά να επισημανθεί ότι δεν έχει διαφανεί οποιαδήποτε παραβίαση του δικαιώματος του Εφεσείοντος να προσφύγει στο Δικαστήριο και να υποστηρίξει τις θέσεις του. Το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν αξιολόγησης του παρουσιασθέντος μαρτυρικού υλικού, ως καθηκόντως όφειλε να πράξει, δεν αποδέχθηκε τις θέσεις του, για τους λόγους που επεξηγούνται με επάρκεια, σε καμία περίπτωση ισοδυναμεί με παραβίαση του κατοχυρωμένου από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος δικαιώματος του.
Δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε η προβαλλόμενη στην αιτιολογία του λόγου έφεσης θέση πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ότι ο Εφεσείων παρουσίασε όλα τα έγγραφα και τεκμήρια που αφορούν τα επίδικα θέματα. Δεν έχουμε εντοπίσει οποιοδήποτε σχόλιο ή αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε έγγραφο ή τεκμήριο, το οποίο παρέλειψε να παρουσιάσει ο Εφεσείων. Δεν υπάρχει επίσης αναφορά από πλευράς Εφεσείοντος σε συγκεκριμένο έγγραφο ή τεκμήριο, το οποίο αγνοήθηκε ή και δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Αβάσιμο είναι και το παράπονο του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε αρνητικά υπόψη για την αξιοπιστία του, το ότι δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στη δίκη ο τότε δικηγόρος του, παρά το ότι η λήψη των επιστολών, οι οποίες αποστάληκαν από τον τότε δικηγόρο του, είναι παραδεκτή από την Εφεσίβλητη. Το σχόλιο του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως δεν παρουσιάστηκε ο τότε συνήγορος του Εφεσείοντος για να καταθέσει ενόρκως, δεν αφορούσε την από μέρους του συνηγόρου του αποστολή των επιστολών ημερομηνίας 4.3.03 και 2.6.04, οι οποίες αποτελούν τα αναφερόμενα ως «τεκμήρια 6(α) και 7(γ)» της δέσμης τεκμηρίων που παραδόθηκαν εκ συμφώνου κατά την αγόρευση ενώπιον μας. Όπως έχουμε διαπιστώσει, το πρωτόδικο σχόλιο αφορούσε τον ισχυρισμό του Εφεσείοντος πως στο διάστημα των 14 μηνών που μεσολάβησε, από τον Ιανουάριο του 2002 που σταμάτησε να καταβάλλει στην Εφεσίβλητη τις δόσεις του δανείου του, μέχρι τις 4.3.03 που έχει σταλεί η πρώτη προειδοποιητική επιστολή του συνηγόρου του στην Εφεσίβλητη, επικοινωνούσε με την Εφεσίβλητη ο συνήγορος του και αναζητούσε τρόπους διευθέτησης της διαφοράς. Σύμφωνα δε με το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Η όποια αναφορά του Ενάγοντα περί του ότι, στο μεταξύ, ο δικηγόρος του επικοινωνούσε με τους Εναγόμενους και αναζητούσε τρόπους διευθέτησης της διαφοράς, παρέμεινε μετέωρη, μιας και καμιά σχετική μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε. Από τη μια, οι δικοί του σχετικοί ισχυρισμοί ήταν εντελώς γενικοί, ασαφείς και αόριστοι (και ο τότε δικηγόρος του δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ενόρκως), ενώ, από την άλλη, η θέση της ΜΥ1 περί του ότι ουδέποτε συνομίλησε με τον τότε δικηγόρο του Ενάγοντα, δεν αμφισβητήθηκε και παρέμεινε αναντίλεκτη. Σημειώνω ότι, κατά τον Ενάγοντα, το πρόσωπο από πλευράς Εναγομένων με το οποίο δήθεν συνομίλησε ο δικηγόρος του, ήταν η ΜΥ1».
Δεν διαφεύγει φυσικά την προσοχή μας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει τη μη παρουσία του τότε συνηγόρου του Εφεσείοντος ως μάρτυρα στη δίκη, και σε άλλο σημείο της απόφασης του, συγκεκριμένα στο σημείο που αναφέρεται στην αποστολή από τον συνήγορο του της επιστολής ημερομηνίας 4.3.03. Θεωρούμε όμως ότι ατυχώς γίνεται στο σημείο εκείνο αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο στη μη παρουσία του συνηγόρου του Εφεσείοντος ως μάρτυρα στη δίκη, αφού ως έχει ήδη αναφερθεί, η παραλαβή της ως άνω επιστολής από την Εφεσίβλητη υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Η αναφορά στη μη παρουσία του συνηγόρου του Εφεσείοντος στο συγκεκριμένο σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επηρέασε την ορθότητα της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Εφεσείοντος από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε η θέση του Εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε πως ο κύριος και αποκλειστικός λόγος για τον οποίο συνέχισε να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου του για δέκα συνεχείς μήνες, ήταν η καλή του θέληση και η εξάντληση όλων των περιθωρίων διευθέτησης του ζητήματος, χωρίς να λάβει υπόψη του τον πλέον βασικό λόγο για τον οποίο συνέχισε να τις καταβάλλει, ο οποίος ήταν το ότι φοβόταν να έλθει σε ρήξη και σύγκρουση με τη Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ, που ήταν η εργοδότρια του, καθώς υπήρχε κίνδυνος άμεσης απόλυσης του. Από φόβο δε να μην απολυθεί, προσπάθησε να εξαντλήσει όλες τις πιθανότητες φιλικής διευθέτησης. Εύλογα, κατά την κρίση μας, το πρωτόδικο Δικαστήριο διατυπώνει την απορία πώς είναι δυνατόν ο Εφεσείων να συνεχίσει να καταβάλλει κανονικά τις δόσεις του δανείου για δέκα μήνες, ισχυριζόμενος ότι οι πληρωμές γίνονταν στα πλαίσια επίδειξης καλής θέλησης και εξάντλησης των πιθανοτήτων φιλικής διευθέτησης, αφ’ ης στιγμής κατ’ ισχυρισμόν του (α) δεν γνώριζε καν τους λόγους για τους οποίους το ποσό των Λ.Κ.10.000 κατέληξε στην εταιρεία Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ, (β) ο Χ’’ Ξενοφώντος, που ήταν ο προϊστάμενος της εργοδότριας εταιρείας, κάθε φορά που τον ρωτούσε, περιορίζετο απλά στο να του αναφέρει, ως ισχυρίστηκε, «θα το κανονίσω», χωρίς να του δίνεται οποιαδήποτε επεξήγηση αναφορικά με τον λόγο που τα χρήματα κατέληξαν στους εργοδότες του και (γ) η Μ.Υ.1 που κατείχε τη θέση της Γενικής Διευθύντριας της Εφεσίβλητης, ευθύς εξ αρχής αρνήθηκε να του επιστρέψει το ποσό των Λ.Κ.10.000.
Παρά το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αναφέρεται ευθέως στον φόβο του Εφεσείοντος ότι θα ερχόταν σε ρήξη με τους εργοδότες του, η οποία θα επέφερε την απόλυση του, εντούτοις ήταν απόλυτα δικαιολογημένη η απόρριψη πρωτοδίκως της θέσης του Εφεσείοντος ότι συνέχισε να πληρώνει κανονικά τις δόσεις του δανείου του στην Εφεσίβλητη, σε ένδειξη καλής θέλησης και εξάντλησης των πιθανοτήτων φιλικής διευθέτησης. Η απόρριψη δικαιολογείτο ενόψει του ότι οι αμέσως πιο πάνω προβληθείσες αιτιάσεις, ουδόλως συμβαδίζουν με τους ισχυρισμούς που ο ίδιος προώθησε, οι οποίοι παρατέθηκαν αμέσως πιο πάνω.
Δεν συμμεριζόμαστε ούτε την προβαλλόμενη στην αιτιολογία του λόγου έφεσης θέση πως λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του αρνητικά για την αξιοπιστία του Εφεσείοντος, το ότι δεν θυμόταν ποιο αυτοκίνητο ήθελε να αγοράσει όταν αιτήθηκε το επίμαχο δάνειο, ουσιαστικά δε έκρινε το κενό μνήμης αυτού ως ικανό να βλάψει την αξιοπιστία του. Όπως παρατηρούμε, η ύπαρξη πρόθεσης αγοράς αυτοκινήτου, ήταν μία εκ των εκδοχών τις οποίες προέβαλε, ερωτηθείς ως προς τον λόγο για τον οποίο αιτήθηκε το επίμαχο δάνειο. Ισχυρίστηκε δε ότι για τον σκοπό της αγοράς αυτοκινήτου, είχε προβεί και σε έρευνα αγοράς. Ερωτηθείς δε ποιο όχημα επιθυμούσε να αγοράσει και ποια η τότε αξία του, ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν. Υπό τις ως άνω συνθήκες ήταν εύλογη, κατά την κρίση μας, η απορία που εξέφρασε το πρωτόδικο Δικαστήριο «Πώς είναι δυνατό [...] να έχει προβεί σε έρευνα αγοράς, να έχει καταλήξει στο όχημα που επιθυμεί να αγοράσει, να αιτηθεί δανείου ώστε να δυνηθεί να το αγοράσει (με προφανή συνυπολογισμό της αξίας του για σκοπούς προσδιορισμού του ύψους του δανείου), να του έχουν αποστερήσει [...] παράνομα τη δυνατότητα να υλοποιήσει το στόχο του, και να μη θυμάται ποια ήταν η αξία του οχήματος που δεν κατάφερε να αγοράσει ή τουλάχιστον ποιο όχημα ήταν».
Εντελώς απαράδεκτο αλλά και αβάσιμο κρίνεται το παράπονο του Εφεσείοντος ότι οι «εκ παραδρομής» πράξεις ή και παραλείψεις της Εφεσίβλητης κρίθηκαν επουσιώδεις από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε αξιόπιστες τις Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, αποδεχόμενο τις θέσεις τους, ενώ οποιαδήποτε ενέργεια του Εφεσείοντος για προάσπιση και διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων του, αντιμετωπίστηκε με καχυποψία και δυσπιστία. Κατ’ ουσίαν μέμφεται το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ήταν προκατειλημμένο και μεροληπτικό έναντι του, κάτι το οποίο είναι εντελώς ανυπόστατο. Η απόρριψη της μαρτυρίας του Εφεσείοντος, ουδόλως συνιστά προκατάληψη και μεροληπτική στάση του πρωτόδικου Δικαστηρίου έναντι του. Θεωρούμε ορθό να υπομνήσουμε τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Σταυριανού κ.ά. v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Πολ. Έφ. 295/2019, ημερ. 10.2.26, από την οποία μεταφέρουμε αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα:
«Τέλος, η αναφορά σε «προκατάληψη» του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι βαριά κατηγορία που όχι απλώς θίγει τον συγκεκριμένο δικαστή, αλλά «βάλλει» γενικότερα κατά της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και της ακεραιότητας των λειτουργών της. Ισχυρισμοί για προκατάληψη δικαστή θα πρέπει να πλαισιώνονται με στοιχεία και να υποβάλλεται σχετική καταγγελία προς το αρμόδιο σώμα προς εξέταση - ήτοι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Η αβασάνιστη και ατεκμηρίωτη εκτόξευση κατηγορίας για «προκατάληψη» ώστε να προσβληθεί κατ' έφεση, δικαστική απόφαση που δεν αρέσει, με κάθε σεβασμό, αφήνει περισσότερο εκτεθειμένο τον κατήγορο, παρά τον πρωτόδικο Δικαστή».
Οι λόγοι έφεσης 1 και 2 απορρίπτονται.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης ο Εφεσείων παραπονείται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τη θέση του πως η Εφεσίβλητη διέπραξε το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης (conversion by transfer). Όπως προβάλλεται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ότι η Εφεσίβλητη είχε τον πλέον ενεργό ρόλο στην αποξένωση της περιουσίας του Εφεσείοντος, μέσω της παράδοσης της σε τρίτο πρόσωπο. Προβάλλεται ακόμα ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε την Εφεσίβλητη υπεύθυνη ουσιώδους παράβασης σύμβασης, καθότι δεν τήρησε την πρωταρχική της υποχρέωση για παράδοση των χρημάτων του δανείου στον Εφεσείοντα, αλλά ουσιαστικά τα απέστειλε σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς την εντολή ή και εξουσιοδότηση του πραγματικού τους δικαιούχου, παραβιάζοντας, κατ’ αυτό τον τρόπο, ουσιώδεις όρους της μεταξύ τους συμφωνίας.
Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης, παρά το ότι στο προοίμιο της απόφασης του, μεταφέροντας τις αξιούμενες από τον Εφεσείοντα θεραπείες, όπως διατυπώθηκαν στο δικόγραφο του, αναφέρεται επί λέξει σε «(Α) Αποζημιώσεις αναφορικά με την ιδιοποίηση εκ μέρους της Ενάγουσας […] του ποσού των €17,086 [...] που ο Ενάγων έχει υποστεί λόγω παράβασης από την Εναγόμενη της σχετικής σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων».
Στην υπόθεση Golubovic v. Manipro Constructions Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 181/2018, ημερ. 11.4.24, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Σύμφωνα με την νομολογία, τα ευρήματα γεγονότων ανάγονται στην αρμοδιότητα του πρωτόδικου Δικαστηρίου και η επέμβαση του Εφετείου, δικαιολογείται μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις. Το Εφετείο όμως, είναι στην ίδια θέση να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα από τα πρωτογενή γεγονότα, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Baloise Ins. Co. Ltd v. Κατωμονιάτη (2008) 1 Α.Α.Δ. 1275, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού τονίζει την πλεονεκτική θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου έναντι του Εφετείου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων, αναφέρει στην συνέχεια τα εξής χαρακτηριστικά:
«Ταυτόχρονα, όμως, το Εφετείο βρίσκεται στην ίδια καλή θέση όπως και το πρωτόδικο και έχει την ίδια ευχέρεια να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, με αποτέλεσμα την επέμβαση στην κατάληξη του Δικαστηρίου εκεί όπου διαπιστώνεται ότι αυτή η κατάληξη είτε δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τη μαρτυρία και τα γεγονότα, είτε η κρίση επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων παρουσιάζεται προβληματική ενόψει λογικής ανακολουθίας ή πλημμελούς αξιολόγησης των δεδομένων που παρουσιάστηκαν κατά τη δίκη. (δέστε Bullows v. Νεοφύτου (1994) 1 Α.Α.Δ 41, Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου (2006) 1 Α.Α.Δ. 236 και Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας ν. Κώστα Α. Ζαχαρία Λτδ (2006) 1 Α.Α.Δ. 705).»
Σημειώνεται επίσης ότι σύμφωνα με το Μέρος 41.12(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το Εφετείο έχει όλες τις εξουσίες του κατώτερου δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και την δικαιοδοσία να διαφοροποιεί απόφαση ή διάταγμα που εκδόθηκε από το κατώτερο δικαστήριο».
Ενόψει του ότι έχουμε αποδεχθεί την ορθότητα όλων των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται η από μέρους μας άσκηση πρωτογενούς εξουσίας, η οποία ανήκει κατ’ εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, μας παρέχεται η εξουσία ως Εφετείο να αποφασίσουμε το ως άνω ζήτημα και να εξαγάγουμε τα δικά μας συμπεράσματα, στη βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης περιγράφεται στο Άρθρο 39 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«Iδιoπoίηση συνίσταται σε παράvoμη φυσική πράξη η όποια επηρεάζει κινητή ιδιοκτησία και εδραιώνει αξίωση να χειρίζεται αυτή με τρόπο ασυμβίβαστο με τα δικαιώματα οποιουδήποτε προσώπου που δικαιούται στην άμεση κατοχή της» (“… and asserts a claim to deal therewith in a manner inconsistent ...”).
Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παράγραφο 22-13, επεξηγείται ότι: “An act of conversion […] must amount to a deprivation of possession to such an extent as to be inconsistent with the right of the owner and evidence of an intention to deprive him of that right…”. Στο ίδιο σύγγραμμα επεξηγείται επίσης, στην παράγραφο 22 – 17, ότι το αδίκημα της ιδιοποίησης μέσω μεταφοράς (conversion by transfer) διαπράττεται όταν ο αδικοπραγών, μαζί με την παράδοση της κατοχής της περιουσίας στο τρίτο πρόσωπο, σκοπεύει να δώσει κάποιο δικαίωμα επί αυτής στο τρίτο πρόσωπο, ενάντια στα δικαιώματα του νόμιμου δικαιούχου της.
Απόλυτα σχετική με το αδίκημα της ιδιοποίησης είναι και η υπόθεση The Cyprus Asbestos Mines Limited v. Scoufaris a.o. (1964) C.L.R. 6.
Όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, για τη διάπραξη του αδικήματος της ιδιοποίησης, δεν είναι αρκετή η απλή παράδοση ή και μεταφορά της κατοχής της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο. Η παράδοση ή και μεταφορά της θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που επεμβαίνει στα δικαιώματα του νόμιμου δικαιούχου της περιουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μεταφορά του ποσού των Λ.Κ.10.000 στην εταιρεία Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ, έγινε νομότυπα, με βάση προφορική εντολή του Εφεσείοντος, είναι καταλυτικής σημασίας για την απόδειξη του αδικήματος της ιδιοποίησης, αφού η μεταφορά του ουδόλως είχε γίνει κατά τρόπο ενάντιο ή και ασυμβίβαστο (in a manner adverse) με τα δικαιώματα του Εφεσείοντος επί του ανωτέρω ποσού. Ουσιαστικά το επικυρωθέν εύρημα ότι υπήρχε σχετική εντολή του δικαιούχου θέτει εκτός συζήτησης τη θέση περί παρανομίας στη μεταφορά των χρημάτων. Συνεπώς δεν στοιχειοθετείται η διάπραξη από την Εφεσίβλητη του αδικήματος της ιδιοποίησης μέσω μεταφοράς.
Καθ’ όσον αφορά την προβαλλόμενη στην αιτιολογία του λόγου έφεσης θέση πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν έκρινε την Εφεσίβλητη υπεύθυνη ουσιώδους παράβασης σύμβασης, παρατηρούμε ότι δεν καλύπτεται από τον λόγο έφεσης. Ως έχουμε αναφέρει, ο τρίτος λόγος έφεσης αφορά αποκλειστικά το παράπονο του Εφεσείοντος πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν ασχολήθηκε με το αδίκημα της ιδιοποίησης με μεταφορά. Συνεπώς δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να την αγνοήσουμε.
Ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον τελευταίο λόγο έφεσης ο Εφεσείων παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη. Σύμφωνα με την αιτιολογία του, το πρωτόδικο Δικαστήριο εδράζει τα ευρήματα του σε εκτιμήσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν ως λογικά άλματα, ενώ απουσιάζει παντελώς η νομολογία, η νομολογιακή καθοδήγηση που έπρεπε να αντληθεί και η επακριβής αιτιολόγηση της απόρριψης της αγωγής.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κωστάκη (2008) 1. Α.Α.Δ. 432, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με την αιτιολογία μίας δικαστικής απόφασης:
«Είναι νομολογιακά καθορισμένο ότι τα γνωρίσματα μιας δεόντως αιτιολογημένης απόφασης συναρτώνται από την ανάλυση της μαρτυρίας υπό το φως των επιδίκων θεμάτων, τη διατύπωση συγκεκριμένων ευρημάτων και την καταγραφή σαφούς δικαστικής απόφασης. (δέστε Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ (2004) 1 Α.Α.Δ. 1895 στη σελ. 1908.). Αναμφίβολα ένα Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να επαναλαμβάνει το σύνολο της μαρτυρίας που προσφέρεται ενώπιόν του, ούτε και να αναφέρεται σε κάθε πτυχή της. Εκείνο το οποίο χρειάζεται είναι, σύμφωνα με το σκεπτικό της υπόθεσης Loukason Ltd κ.ά. ν. Π. Μακεδόνας & Υιοί Λτδ κ.ά. (2005) 1 Α.Α.Δ. 345 στη σελ. 358:
«.. ο ορθός προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, η σύνοψη του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, ο συσχετισμός της με τα ευρήματα και τα συμπεράσματα, καθώς και η σύνδεση της απόφασης με τα επίδικα θέματα και τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου.»
Η προσβαλλόμενη απόφαση εμπεριέχει, κατά την κρίση μας, όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μίας ορθά αιτιολογημένης απόφασης, όπως αυτά περιγράφονται στο ανωτέρω απόσπασμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παραθέτει με κάθε λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Εφεσείοντος και του μάρτυρα του (Μ.Ε.2), όπως επίσης και τους λόγους για τους οποίους αποδέχθηκε τη μαρτυρία των μαρτύρων της Εφεσίβλητης. Στη βάση δε της μαρτυρίας που αποδέχθηκε, προέβηκε στη διατύπωση σαφών ευρημάτων. Ο λόγος της απόρριψης της αγωγής είναι, κατ’ ουσίαν, η μη αποδοχή της μαρτυρίας του Εφεσείοντος και του μάρτυρα που παρουσίασε. Δεν έχουμε αντιληφθεί τί εννοεί ο Εφεσείων με τη φράση «Το Δικαστήριο εδράζει τα ευρήματα του σε εκτιμήσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν ως λογικά άλματα». Ούτε την επεξηγεί στο περίγραμμα της αγόρευσης του.
Δεν έχουμε διαπιστώσει οποιαδήποτε εσφαλμένη καθοδήγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τον τρόπο αξιολόγησης του συνόλου του μαρτυρικού υλικού.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Κατάληξη
Στη βάση όλων των πιο πάνω, η Έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Επιδικάζονται έξοδα €3.200, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ της Εφεσίβλητης και εις βάρος του Εφεσείοντος.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο