ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 35/2024)
24 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
_____________________________
Α. Χαραλάμπους για Chrysses Demetriades & Co LLC, για τον Εφεσείοντα.
Ε. Θεοδότου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείοντας αντιμετώπισε πρωτόδικα τις κατηγορίες της παράνομης κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια 999,4 γραμμαρίων κάνναβης (πρώτη και δεύτερη κατηγορία) κατά παράβαση Άρθρων του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/1977, (εν της εφεξής «ο Νόμος») όπως αυτός τροποποιήθηκε.
Στο κατηγορητήριο του αποδόθηκε επίσης η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αναφορικά με το ποσό των €200 (τρίτη κατηγορία) κατά παράβαση Άρθρων του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(Ι)/2007, όπως τροποποιήθηκε.
Μετά από ακροαματική διαδικασία, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο στις πρώτη και δεύτερη κατηγορίες ενώ τον αθώωσε από την τρίτη κατηγορία που αντιμετώπιζε. Του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 ετών στη δεύτερη κατηγορία, ενώ δεν του επέβαλε ποινή στην πρώτη κατηγορία κρίνοντας ότι τα γεγονότα της εμπεριέχονται στα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, σύμφωνα με τις αρχές των αποφάσεων ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1996) 2 Α.Α.Δ. 34 και ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1991) 2 Α.Α.Δ. 385.
Με την υπό κρίση έφεση ο εφεσείοντας αμφισβητεί την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την καταδίκη του, προβάλλοντας τρεις λόγους έφεσης.
Σημειώνουμε ότι στην ειδοποίηση έφεσης περιέχονται και λόγοι έφεσης εναντίον της ποινής τους οποίους όμως ο ευπαίδευτος συνήγορός του απέσυρε στο στάδιο ακρόασης της έφεσης, περιορίζοντας το αντικείμενο της έφεσης στην απόφαση με την οποία καταδικάστηκε ο εφεσείοντας.
Ο πρώτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι η ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.5.2023 στη διαδικασία της δίκης εντός δίκης με την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε να δεχθεί τη μαρτυρία σε σχέση με τις ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν στην κατοχή του εφεσείοντα, ήταν νομικά εσφαλμένη και/ή αναιτιολόγητη και/ή δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς και/ή καθόλου οι νομικές θέσεις που ηγέρθηκαν από την Υπεράσπιση σε σχέση με την παρανομία της ακινητοποίησης, σύλληψης και έρευνας του εφεσείοντα.
Αντικείμενο του δεύτερου λόγου έφεσης είναι η θέση ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας ήταν αξιόπιστοι είναι εσφαλμένο, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία τους. Με τον τρίτο λόγο έφεσης, προβάλλεται η θέση ότι η καταδίκη του εφεσείοντα ήταν νομικά εσφαλμένη και/ή ανασφαλής και/ή αναιτιολόγητη και/ή δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και τα θέματα που ηγέρθηκαν από την Υπεράσπιση.
Σύντομη αναδρομή στην πορεία ακρόασης της υπόθεσης δείχνει ότι για την Κατηγορούσα Αρχή δόθηκε μαρτυρία από τρεις μάρτυρες κατηγορίας ενώ ο κατηγορούμενος, μετά που κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, έδωσε ένορκη μαρτυρία χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα. Διεξάχθηκε επίσης η διαδικασία της δίκης εντός δίκης, αναφορικά με την προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να καταθέσει ως τεκμήρια τις ποσότητες ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης μαζί με τις νάιλον συσκευασίες τους καθώς επίσης και το σακίδιο πλάτης που είχε ο κατηγορούμενος κατά την ανακοπή και έρευνά του, αφού είχε εγερθεί ένσταση από πλευράς Υπεράσπισης ότι τα εν λόγω τεκμήρια παραλήφθηκαν από την Αστυνομία κατόπιν παράνομης ακινητοποίησης, σύλληψης και έρευνας του εφεσείοντα και ειδικότερα κατά παράβαση του Άρθρου 11 του Συντάγματος με αποτέλεσμα να μην μπορούν να κατατεθούν ως μαρτυρία.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε την ενδιάμεση απόφαση του στη διαδικασία δίκης εντός δίκης στις 16.5.2023 με την οποία απορρίφθηκε η σχετική ένταση της Υπεράσπισης και επιτράπηκε η κατάθεση των ποσοτήτων κάνναβης μαζί με τις συσκευασίες τους, όπως και το σακίδιο πλάτης του εφεσείοντα τα οποία και σημειώθηκαν ως τεκμήρια 3-11 στο πλαίσιο της κυρίως δίκης. Η εν λόγω ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, όπως γίνεται αντιληπτό, είναι το αντικείμενο του πρώτου λόγου έφεσης.
Κρίνεται αναγκαίο, όπως παρατεθούν στο σημείο αυτό τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης.
Τα αδικήματα έλαβαν χώρα στις 19.9.2020 στη Λευκωσία.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στις 19.9.2020 λήφθηκε πληροφορία στην ΥΚΑΝ ότι ο εφεσείοντας θα παραλάμβανε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Συστάθηκε ομάδα από μέλη της ΥΚΑΝ με σκοπό τον εντοπισμό και παρακολούθησή του. Οι ΜΚ2 και ΜΚ3 μαζί με άλλα μέλη της ΥΚΑΝ μετέβηκαν και εγκαταστάθηκαν περιμετρικά της οικίας του εφεσείοντα για παρακολούθηση στις 17:40 της ίδιας μέρας. Η ώρα 18:15 ο ΜΚ3 είδε τον εφεσείοντα να φτάνει στην οικία του με το αυτοκίνητο και ακολούθως να αναχωρεί μετά πάροδο περίπου μισής ώρας οδηγώντας μοτοσικλέτα μαύρου χρώματος, μεγάλου κυβισμού, χωρίς πινακίδες εγγραφής. Ο εφεσείοντας φορούσε κράνος μαύρου χρώματος και έφερε σακίδιο πλάτης. Ακολούθησε παρακολούθηση από μέλη της ΥΚΑΝ και διαπιστώθηκε ότι αυτός εισήλθε στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Λευκωσίας με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Σε κάποιο σημείο του δρόμου η ομάδα παρακολούθησης έχασε την οπτική επαφή που είχε μαζί του, και τους δόθηκαν οδηγίες από τον συντονιστή της ομάδας όπως όλοι κατευθυνθούν προς Λευκωσία με σκοπό τον εντοπισμό του.
Περί η ώρα 19:20 ενώ ο ΜΚ2 οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση τη Λευκωσία, αντιλήφθηκε την μοτοσικλέτα του εφεσείοντα να τον προσπερνά με μεγάλη ταχύτητα πριν την έξοδο προς Τσέρι και να εξέρχεται της εν λόγω εξόδου. Ενημέρωσε σχετικά μέσω ασυρμάτου τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας και προσπάθησε να τον ακολουθήσει όμως έχασε την οπτική επαφή που είχε μαζί του. Ακολούθως έλαβε οδηγίες, όπως επιστρέψει και εγκατασταθεί, πλησίον του περιπτέρου με την ονομασία «Χαλεπιανές» με σκοπό τον εντοπισμό του εφεσείοντα σε περίπτωση επιστροφής του από το ίδιο σημείο. Πράγματι, περί η ώρα 19:55 ο ΜΚ2 αντιλήφθηκε τον εφεσείοντα να επιστρέφει με την μοτοσικλέτα του από τον ίδιο δρόμο, με κατεύθυνση από το Τσέρι προς τον αυτοκινητόδρομο και να στρίβει αριστερά με κατεύθυνση προς την οδό Σταδίου και τα φώτα τροχαίας πλησίον του κτιρίου της JCC. Αφού ο ΜΚ2 ενημέρωσε την υπόλοιπη ομάδα μέσω ασύρματου, ακολούθησε τον εφεσείοντα οδηγώντας το υπηρεσιακό του όχημα.
Ο ΜΚ3 βρισκόταν με άλλα μέλη της ομάδας παρακολούθησης στην οδό Σταδίου και μόλις έλαβαν την πληροφόρηση από τον ΜΚ2 έκλεισαν τον δρόμο με υπηρεσιακά οχήματα και φάρους, με αποτέλεσμα να ανακόψουν τη μοτοσικλέτα του εφεσείοντα στο ύψος της αερογέφυρας παρά τα φώτα τροχαίας της JCC. Αμέσως μετά την ανακοπή της μοτοσικλέτας του εφεσείοντα ο ΜΚ3 τον προσέγγισε, του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, τον πληροφόρησε για τους λόγους της παρουσίας του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο. Ο εφεσείοντας απάντησε «έχω χόρτο μες την βαλίτσα». Ο ΜΚ3 ερεύνησε το σακίδιο πλάτης του κατηγορούμενου και εντόπισε στο εσωτερικό του τέσσερεις νάιλον συσκευασίες οι οποίες περιείχαν ξηρή φυτική ύλη κάνναβης. Τις υπέδειξε στον εφεσείοντα ο οποίος απάντησε «είπα σου εν χόρτο που έχω». Η ώρα 19:58 ο ΜΚ3 συνέλαβε τον εφεσείοντα για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και αφού του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στον νόμο, ο εφεσείοντας απάντησε «είπα σου το». Εντός του σακιδίου πλάτης του εφεσείοντα ο ΜΚ3 εντόπισε επίσης ένα τηλέφωνο και ένα πορτοφόλι το οποίο περιείχε τέσσερα χαρτονομίσματα των €50 τα οποία υπέδειξε στον εφεσείοντα και αυτός του απάντησε «εν δικά μου». Ακολούθως ο ΜΚ3 πληροφόρησε προφορικά τον εφεσείοντα αναφορικά με τα δικαιώματά του ως συλληφθέντα και τον υπέβαλε σε σωματική έρευνα κατά την οποία εντόπισε ένα κινητό τηλέφωνο εντός του εσώρουχου του εφεσείοντα.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί οι συνθήκες ανακοπής, έρευνας και σύλληψης του εφεσείοντα αποτέλεσαν το αντικείμενο της διαδικασίας δίκης εντός δίκης. Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εφεσείοντα, την οποία υποστήριξε και ενώπιόν μας, ότι η σύλληψη του εφεσείοντα έγινε χωρίς να έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης και προτού προηγηθεί η διάπραξη αυτόφωρου αδικήματος από αυτόν. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι η ανεύρεση των ναρκωτικών ουσιών προέκυψε μετά την ανακοπή και σύλληψη του εφεσείοντα πριν την έρευνα του σακιδίου πλάτης του, η οποία ακολούθησε. Συγκεκριμένα, είναι η θέση του συνηγόρου, ότι ο εφεσείοντας είχε τεθεί υπό πλήρη περιορισμό κινήσεων, κάτι που κατά την εισήγησή του αποτελούσε παράνομη σύλληψη, πριν την έρευνα, με αποτέλεσμα το τι επακολούθησε να αποτελούσε παράνομα ληφθείσα μαρτυρία. Ταυτόχρονα, προβάλλεται η θέση ότι η αξιολόγηση των ΜΚ2 και ΜΚ3 ως αξιόπιστοι από το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι εντελώς λανθασμένη ενόψει της πληθώρας αντιφάσεων αλλά και των παραδοχών περί των ενεργειών τους, που έγιναν από τους ίδιους στο στάδιο της αντεξέτασης και των απαντήσεων τους στις υποβολές της Υπεράσπισης.
Είναι ειδικότερα, η θέση της Υπεράσπισης ότι οι ενέργειες των αστυνομικών ισοδυναμούσαν με παράνομη σύλληψη χωρίς ένταλμα και χωρίς να προηγηθεί αυτόφωρο αδίκημα. Η θέση της στηρίζεται στα πιο κάτω γεγονότα:
· Οι αστυνομικοί είχαν συλλάβει τον εφεσείοντα κατά τη στιγμή της ακινητοποίησής του από τον ΜΚ3 αφού επιβεβαίωσαν ότι ο εφεσείοντας δεν μπορούσε να διαφύγει μέχρις ότου ερευνηθεί. Η πρόθεσή τους να τον σταματήσουν να φύγει αποτελούσε σύλληψη.
· Στον τρόπο που ο ΜΚ3 αγκάλιασε τον εφεσείοντα για να ακινητοποιηθεί, ενώ ο εφεσείοντας ήταν ακόμα πάνω στη μοτοσικλέτα του.
· Στον τρόπο που ο ΜΚ2 έπιασε τα χέρια του εφεσείοντα για να τον ακινητοποιήσει, σε χρόνο που αυτός βρισκόταν στο έδαφος με τον ΜΚ3 για να μην μπορεί να διαφύγει.
· Η παραδοχή του ΜΚ2 στη διαδικασία της δίκης εντός δίκης ότι ο εφεσείοντας συνελήφθηκε μόλις σηκώστηκαν πάνω από το έδαφος και πριν γίνει η έρευνα στο σακίδιο πλάτης του.
Εισηγείται, ότι τα ανωτέρω γεγονότα συνιστούν παράνομη σύλληψη χωρίς να προηγηθεί κανένα αυτόφωρο αδίκημα και συνεπώς η ανεύρεση των ναρκωτικών ουσιών αποτελούσε παράνομα ληφθείσα μαρτυρία. Σε κανένα στάδιο, εισηγείται, δεν προηγήθηκε της ανακοπής, ακινητοποίησης, σύλληψης και της έρευνας, οποιοδήποτε αυτόφωρο αδίκημα που να δικαιολογεί την ανακοπή, ακινητοποίηση, σύλληψη και έρευνα χωρίς αιτιολογημένο ένταλμα του Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 11 του Συντάγματος αλλά αυτά έγιναν στη βάση πληροφοριών και οδηγιών που έλαβαν από τους προϊσταμένους τους, κάτι που δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τη σύλληψη του εφεσείοντα, είτε υποκειμενικά, είτε αντικειμενικά.
Ισχυρίζεται ακόμα η Υπεράσπιση ότι δεν υπήρχε κανένας παράγοντας που μπορούσε να δημιουργήσει αντικειμενικά την ύπαρξη της απαραίτητης εύλογης υποψίας της διάπραξης του αδικήματος της παράνομης κατοχής ναρκωτικών ουσιών από τον εφεσείοντα, αλλά ακόμα και αν οι παράγοντες αυτοί ήταν αρκετοί για να στοιχειοθετηθεί η απαραίτητη εύλογη υποψία, τότε και πάλι δεν ήταν αρκετή για να νομιμοποιήσει τις ενέργειες των αστυνομικών και ειδικά του ΜΚ3 να αγκαλιάσει τον εφεσείοντα ενώ βρισκόταν στη μοτοσικλέτα του για να μη διαφύγει και κατ’ επέκταση, να τον συλλάβει παράνομα, όπως έπραξε και ο ΜΚ2.
Κομβικό σημείο στην υπόθεση είναι πότε έγινε η σύλληψη του εφεσείοντα. Σημαντική είναι η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 για το θέμα αυτό. Σύμφωνα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής αυτός είχε τεθεί υπό περιορισμό όταν τον αντιλήφθηκε ο ΜΚ3 να προβαίνει σε κάποιο ελιγμό με τη μοτοσικλέτα του τον οποίο εξέλαβε ως πρόθεσή του να διαφύγει, τους πλησίασαν και άλλοι αστυνομικοί για να βοηθήσουν τον ΜΚ3 να τον ακινητοποιήσει και ακολούθως προέκυψε υπόνοια που δικαιολογούσε την έρευνά του κατόπιν της οποίας εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά και συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα. Ο ΜΚ3 επέμενε ότι σκοπός της ακινητοποίησης του εφεσείοντα ήταν να ερευνηθεί και δεν θα τον άφηναν να φύγει πριν τον ερευνήσουν. Επέμενε δε ότι η σύλληψη του κατηγορούμενου έγινε μετά την ανεύρεση των ναρκωτικών ουσιών στην κατοχή του. Ο ΜΚ2 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι όταν αυτός αφίχθηκε στο μέρος πλησίασε πεζός τον εφεσείοντα, ο οποίος είχε ήδη ανακοπεί. Στην παρουσία του, ο ΜΚ3 συνέλαβε τον εφεσείοντα για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής κάνναβης μετά την έρευνα που έγινε. Η θέση της Υπεράσπισης περί παραδοχής των ΜΚ2 ότι ο εφεσείοντας συνελήφθηκε μόλις σηκώθηκε πάνω από το έδαφος και πριν να ερωτηθεί δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία.
Αντίθετη είναι η θέση της Υπεράσπισης η οποία προβάλλει ότι η ακινητοποίηση του εφεσείοντα από τον ΜΚ3 ήταν παράνομη σύλληψη και συνεπώς η ανεύρεση των ναρκωτικών, που προέκυψε μετά την παράνομη σύλληψή του, είναι επίσης παράνομη. Ως αποτέλεσμα αυτής της παρανομίας, εισηγείται ο συνήγορός του, δεν θα έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να αποδεχθεί να κατατεθούν ως τεκμήρια οι ναρκωτικές ουσίες, γεγονός που πλήττει το εύρημα του Δικαστηρίου για ενοχή του εφεσείοντα και συνεπώς την καταδίκη του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε θετικά τους ΜΚ2 και ΜΚ3 αντιμετωπίζοντας το γεγονός ότι στις καταθέσεις τους δεν είχαν συμπεριλάβει γεγονότα τα οποία ανέφεραν προφορικά στο Δικαστήριο και παραδέχθηκαν σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης κατά την αντεξέτασή τους ότι όντως αυτό συνέβηκε, με το να αναφέρει ότι οι εν λόγω μάρτυρες δεν απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα διά της παράλειψής τους να τα αναφέρουν στις γραπτές τους καταθέσεις και δεν κλονίζει την αξιοπιστία τους η παράλειψη αυτή.
Ο συνήγορος υπεράσπισης καλεί το Εφετείο να ανατρέψει το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί αξιοπιστίας των ΜΚ2 και ΜΚ3 ισχυριζόμενος ότι υπάρχουν ισχυροί λόγοι να ανατραπεί αυτό το εύρημα, και συνεπώς και η καταδίκη του εφεσείοντα αφού αντικειμενικά ιδωμένη η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 δημιουργεί τουλάχιστον υποβόσκουσα αμφιβολία για τα όσα στην πραγματικότητα συνέβησαν την ημέρα της ανεύρεσης των ναρκωτικών ουσιών.
Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό τις αρχές επέμβασης του Εφετείου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που γίνεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο, εφόσον ουσιαστικά και οι τρεις λόγοι έφεσης άπτονται του θέματος αυτού, όπως τις επαναλάβαμε στην πρόσφατη απόφασή μας ΠΑΡΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2022, ημερομηνίας 5.11.2025:
«Οι αρχές αυτές έχουν με σαφήνεια διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραθέτουμε ενδεικτικά το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Δ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 57/2020, ημερομηνίας 6/10/2021, ECLI:CY:AD:2021:B432:
«Οι αρχές που διέπουν τη δυνατότητα επέμβασης του Εφετείου στην αξιολόγηση των μαρτύρων από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το έργο του Εφετείου δεν είναι να επαναξιολογήσει τους μάρτυρες στη βάση της δικής του εμπειρίας και πρωτογενώς να επιτελέσει το έργο αυτό εξ' αρχής, υπό το πρίσμα των προβαλλόμενων λαθών ή σημείων που προτείνονται (Λ. Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2017, ημερ. 21/11/2017). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας και, συνακόλουθα της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ανήκει στο Πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει, στο πλαίσιο της ενώπιον του ζωντανής διαδικασίας, την όλη συμπεριφορά των μαρτύρων έχοντας ένεκα τούτου το ευεργέτημα της άμεσης επαφής με τους μάρτυρες και της εντύπωσης που απεκόμισε για τον κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του. Η εξουσία του Εφετείου για επέμβαση στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου θα πρέπει, επομένως, να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ακριβώς ώστε να μην εξουδετερώνεται το πιο πάνω πλεονέκτημα που το Πρωτόδικο Δικαστήριο έχει. Ως εκ τούτου, το Εφετείο επεμβαίνει μόνο αν η αξιολόγηση της μαρτυρίας ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου συγκρούονται με την κοινή λογική και είναι εξ' αντικειμένου ανυπόστατα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του Δικαστηρίου (xxx Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 45/2014, ημερ. 5/10/2016). Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο Πρωτόδικο Δικαστήριο να κάνει τα ευρήματα τα οποία έκανε, σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Γ.Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 44/2019, ημερ. 18/9/2020). Μόνο όπου παρατηρείται ρήγμα λόγω αντιφάσεων ή κενών ή ουσιωδών λαθών είναι επιτρεπτή η επέμβαση του Εφετείου. Πρέπει δε οι αντιφάσεις να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλ. να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα, ή να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευστεί (Κ. Κ. ν. Γενικού Εισαγγελέα (2008) 2 Α.Α.Δ. 294 και Α. Π. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 192/2016, ημερ. 26/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:B395).»
Εναπόκειται δε, στον διάδικο που αμφισβητεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την αξιοπιστία, να πείσει το Δικαστήριο ότι αυτά είναι εσφαλμένα (MYLONAS AND OTHERS ν. KAILI (1967) 1 C.L.R. 77, SAKELLARIDES ν. PAPASAVVA AND ANOTHER (1966) 1 C.L.R. 261, 262 και IMAM V. PAPACOSTAS (1968) 1 C.L.R. 207, 208).»
Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»
Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:
«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»
Ένα από τα επιχειρήματα του συνηγόρου υπεράσπισης είναι ότι οι καταθέσεις των εν λόγω μαρτύρων ήταν αντιφατικές. Ειδικότερα, ότι η ένορκη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο συγκρούεται με τις γραπτές τους καταθέσεις. Όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει στην απόφασή του, αλλά όπως προκύπτει και από τα πρακτικά της υπόθεσης, οι ΜΚ2 και ΜΚ3 παραδέχθηκαν στην αντεξέτασή τους ότι παρέλειψαν να καταγράψουν στις καταθέσεις τους διάφορα γεγονότα τα οποία αφορούσαν τις συνθήκες σύλληψης και έρευνας του εφεσείοντα ενώ εισηγείται περαιτέρω ότι, οι εξηγήσεις που έδωσαν για αυτές τις παραλείψεις τους δεν ήταν πειστικές. Στο επίκεντρο του επιχειρήματος αυτού είναι το γεγονός ότι στις γραπτές τους καταθέσεις και οι δύο περιέγραψαν την σύλληψη του εφεσείοντα ως κάτι συνηθισμένο χωρίς λεπτομέρειες ενώ διαφάνηκε από την προφορική τους μαρτυρία ότι αυτή η θέση απείχε κατά πολύ από την πραγματικότητα.
Τόσο στα πρακτικά του Δικαστηρίου αλλά και στην ενδιάμεση απόφασή του στη δίκη εντός δίκης ημερομηνίας 16.5.2023, αναδιπλώνεται η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3. Ήταν η κοινή τους θέση, η οποία δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασής τους, ότι ο εφεσείοντας ανακόπηκε, του εξηγήθηκε η παρουσία της Αστυνομίας και ο λόγος ανακοπής του που ήταν η έρευνά του μετά από πληροφορία που είχαν λάβει για μεταφορά ναρκωτικών, ακολούθησε η έρευνα και μετά τον εντοπισμό των ναρκωτικών ουσιών συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην ενδιάμεση απόφασή του στη δίκη εντός δίκης παρέπεμψε σε νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και ειδικότερα στις υποθέσεις ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. ΒΑΡΝΑΒΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, (2010) 2 Α.Α.Δ. 172 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. ΣΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση 73/2014, ημερομηνίας 20.2.2014, στις οποίες αποφασίστηκε ότι η ανακοπή και η ακινητοποίηση οχήματος με σκοπό την έρευνα, διενεργούμενη σύμφωνα με τις πρόνοιες νομοθετημάτων, δεν συνιστά στέρηση της προσωπικής ελευθερίας του οδηγού, όσο και αν ενδεχομένως συνεπάγεται, ανάλογα με τα περιστατικά, κάποιον περιορισμό των κινήσεων του. Τα νομοθετήματα στα οποία αναφέρθηκε ήταν το Άρθρο 28(1) του Περί Αστυνομίας Νόμου Ν.73(Ι)/2004 και το Άρθρο 29(2)(β) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/1977. Και τα δύο αυτά άρθρα επιτρέπουν στην Αστυνομία να προβεί σε έρευνα οχήματος και επιβαινόντων σε αυτό εάν υπάρχει εύλογη υποψία ότι χρησιμοποιείται ή εμπλέκεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου (βλ. Άρθρο 28(1) του Ν.73(Ι)/2004) όπως και κατόπιν εύλογης υποψίας για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου, τη δυνατότητα για ανακοπή και έρευνα οχήματος ή σκάφους στο οποίο υποπτεύεται ότι βρίσκεται ελεγχόμενο φάρμακο (βλ. Άρθρο 29(2)(β) του Ν.29/1977).
Αποφάσισε ότι κατά τον χρόνο της ανακοπής και έρευνας του εφεσείοντα, αντικειμενικά κρινόμενα τα περιστατικά και δεδομένα της υπόθεσης, δημιούργησαν εύλογη υποψία ότι ο εφεσείοντας εντός της τσάντας που είχε στην πλάτη του, μετέφερε ναρκωτικές ουσίες. Τα γεγονότα επίσης κατέδειξαν ύποπτες, εκ πλευράς του, κινήσεις και ο ΜΚ2 θεώρησε εύλογα και καλόπιστα ότι ενδεχομένως ο εφεσείοντας θα προσπαθούσε να διαφύγει. Η κίνηση του ΜΚ2 να αγκαλιάσει τον κατηγορούμενο από το σώμα για να τον περιορίσει προσωρινά ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η έρευνά του, δεν κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο δυσανάλογη, το οποίο ανέφερε περαιτέρω ότι δεν διαφάνηκε πρόθεση από πλευράς του εν λόγω μάρτυρα να ασκήσει βία στον εφεσείοντα ή να προκαλέσει ζημιά στη μοτοσυκλέτα του. Σχολίασε, επίσης, το γεγονός της πτώσης τόσο του ΜΚ2 όσο και του εφεσείοντα αλλά και της μοτοσικλέτας του εφεσείοντα αναφέροντας ότι δεν έγινε σκοπίμως αλλά παρεμπιπτόντως, κατά την προσπάθεια του ΜΚ2 να ανακόψει τον εφεσείοντα, δρώντας σε ελάχιστο χρόνο. Κατέληξε, τελικά, κατ’ εφαρμογή του σκεπτικού της απόφασης ΒΑΡΝΑΒΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ (ανωτέρω) ότι στην παρούσα περίπτωση η ανακοπή και η προσωρινή ακινητοποίηση του εφεσείοντα έγινε στη βάση εύλογης υποψίας ότι αυτός είχε στην κατοχή του και μετέφερε ναρκωτικές ουσίες, και ως εκ τούτου προέκυψε η ανάγκη για διεξαγωγή έρευνας. Έκρινε, τέλος, ότι οι ενέργειες αυτές δεν αποτελούσαν παράνομη σύλληψη του εφεσείοντα και αποδέχθηκε ότι η σύλληψη του εφεσείοντα για αυτόφωρο αδίκημα έλαβε χώραν αμέσως μετά την ανεύρεση των ναρκωτικών ουσιών στην τσάντα του.
Προηγουμένως το πρωτόδικο Δικαστήριο πραγματεύτηκε σωστά τις αποκρυσταλλωμένες νομολογιακές αρχές ότι οποιαδήποτε μαρτυρία που λήφθηκε κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, ως απόδειξη, σε Δικαστήριο για κανένα λόγο, παραπέμποντας στις αποφάσεις POLICE v. GEORGIADES, (1983) 2 C.L.R. 33, ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΓΙΑΛΛΟΥΡΟΣ, (1992) 2 Α.Α.Δ. 147. Ορθά, επίσης, ανέφερε τη νομολογία ότι σε περίπτωση που η μαρτυρία εξασφαλίζεται κατά παράβαση νόμου αλλά όχι συνταγματικών προνοιών, το Δικαστήριο κέκτηται διακριτικής ευχέρειας να την αποδεχτεί, αν το κρίνει ορθό και δίκαιο, σταθμίζοντας συγκεκριμένους παράγοντες (βλ. PARRIS v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1999) 2 Α.Α.Δ. 186).
Είναι γεγονός ότι οι γραπτές καταθέσεις των ΜΚ2 και ΜΚ3, οι οποίες και κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είναι συνοπτικές και δεν περιγράφουν αναλυτικά τα γεγονότα όπως και οι δύο ισχυρίστηκαν ότι αυτά έλαβαν χώραν την επίδικη ημέρα. Οι πρακτικές αυτές πρέπει να αποφεύγονται παρά το ότι είναι κατανοητό ότι οι αστυνομικοί σημειώνουν στις καταθέσεις τους τα πιο σημαντικά γεγονότα και κατά την προφορική μαρτυρία τους στο Δικαστήριο μπορούν να προσθέτουν γεγονότα από μνήμης. Δεν σημαίνει όμως ότι η πρακτική αυτή αποτελεί, ως η εισήγηση του συνηγόρου για τον εφεσείοντα, λόγο για απόρριψη της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΚ3 από το Εφετείο έχοντας κατά νου ότι το Εφετείο, σύμφωνα με τη νομολογία, δύσκολα επεμβαίνει στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας που γίνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ούτε έχει έρεισμα η θέση του ότι αν απορριφθεί η εισήγησή του θα δοθούν προς τα έξω λανθασμένα μηνύματα ενώ παράλληλα οι αστυνομικοί όταν θα δίδουν καταθέσεις θα θεωρούν ότι «δικαιούνται» να αντιφάσκουν, δηλαδή να αναφέρουν άλλα γεγονότα στις καταθέσεις τους και άλλα γεγονότα στην ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο, χωρίς καμιά συνέπεια όσον αφορά την αξιοπιστία τους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παραθέτει στην απόφασή του τη μαρτυρία που δόθηκε από τους ΜΚ2 και ΜΚ3 στην κυρίως δίκη. Δίδοντας έμφαση στις ερωτήσεις και υποβολές που τους έγιναν κατά την αντεξέταση των, οι οποίες επικεντρώνονταν στις «διαφορές» που υπήρχαν μεταξύ της ένορκης κατάθεσής τους στο Δικαστήριο και των γραπτών καταθέσεων τους που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, κατέληξε ότι ούτε υπήρχαν αντιφάσεις μεταξύ γραπτής κατάθεσης και προφορικής μαρτυρίας ούτε η παράλειψή τους να αναφέρουν στη γραπτή τους κατάθεση λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες ανακοπής και σύλληψης του εφεσείοντα αποτελούσαν απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Ανέφερε, επίσης, ότι η παράλειψή τους να δώσουν λεπτομερή περιγραφή στις γραπτές τους καταθέσεις, δεν κλονίζει την αξιοπιστία τους.
Θεωρούμε, έχοντας κατά νου τις αρχές της νομολογίας, ότι δεν δικαιολογείται η εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντα περί της λανθασμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΚ3 ούτε και του εφεσείοντα.
Συνυφασμένη με τον λόγο αυτόν είναι και η θέση του συνηγόρου για τον εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο «αυτοεγκλωβίστηκε» στην αξιολόγηση των ΜΚ2 και ΜΚ3 ως αξιόπιστων αφού λανθασμένα, προέβηκε σε θετική αξιολόγηση της μαρτυρίας τους στην ενδιάμεση απόφασή του στη δίκη εντός δίκης και επομένως ήταν αναγκασμένο να υιοθετήσει τη θέση του αυτή στην τελική τους αξιολόγηση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην ενδιάμεση απόφασή του προφανώς είχε κατά νου τις αρχές της νομολογίας αξιολογώντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του για σκοπούς δίκης εντός δίκης σημειώνοντας ότι «το ζήτημα της γενικότερης αξιοπιστίας ενός εκάστου των μαρτύρων θα πρέπει να παραμείνει ανοικτό, ώστε αυτό να εξεταστεί κατά τη διαδικασία της κυρίως δίκης (βλ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1968) 2 Α.Α.Δ. 169, ΠΕΤΡΗ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1968) 2 Α.Α.Δ. 40)».
Στην ενδιάμεση απόφασή του αυτό ακριβώς έκανε. Σχολίασε μόνο το γεγονός ότι η μη αναφορά στις γραπτές τους καταθέσεις του τρόπου με τον οποίο ανακόπηκε η μοτοσικλέτα του εφεσείοντα δεν οδηγεί, κατά την κρίση του, στο συμπέρασμα ότι οι μάρτυρες δεν είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Σε ό,τι αφορά τον ΜΚ3 ανέφερε ότι αποδέχεται τη μαρτυρία του ο οποίος επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του ΜΚ2. Δεν θεωρούμε ότι έχει βάση η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον εφεσείοντα.
Ορθά, επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι εκτός από το Άρθρο 16 του Κυπριακού Συντάγματος, το οποίο θέτει ειδικές προϋποθέσεις μόνο ως προς την έρευνα κατοικίας, οι περιορισμοί ως προς τη δυνατότητα διεξαγωγής έρευνας στη βάση εύλογης υποψίας οχήματος ή άλλου χώρου εκτός από κατοικία δεν αποτελεί αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης αλλά πηγάζουν από νόμο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις TINKER ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ, (2006) 2 Α.Α.Δ. 411 και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1999) 2 Α.Α.Δ. 411.
Ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε στις αποφάσεις ΒΑΡΝΑΒΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ (ανωτέρω) αλλά και στην ΣΙΑΚΟΥ (ανωτέρω), στις οποίες αποφασίστηκε ότι η ανακοπή και η ακινητοποίηση οχήματος με σκοπό την έρευνα διενεργούμενη σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων των νομοθετημάτων στα οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω, δεν συνιστά στέρηση της προσωπικής ελευθερίας του οδηγού όσο και αν ενδεχομένως συνεπάγεται, ανάλογα με τα περιστατικά, κάποιο περιορισμό των κινήσεων του. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ο οποιοσδήποτε συνεπαγόμενος αναγκαίος περιορισμός των κινήσεων των επιβαινόντων σε όχημα μέχρι την αποπεράτωση της έρευνας που διεξάγεται σε αυτόν δεν συνιστά σύλληψή τους ή στέρηση της προσωπικής τους ελευθερίας αλλά επιτρεπτό περιορισμό τους. Σχετικές είναι οι αποφάσεις ΤINKER (ανωτέρω) και ERBEKCI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 434.
Στην AL-HAMAD κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1989) 2 Α.Α.Δ. 117, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο κρίνει με βάση τα στοιχεία και τα γεγονότα που τίθενται ενώπιόν του κατά πόσο υπάρχει η απαιτούμενη εύλογη υποψία για έρευνα οχήματος και επιβαινόντων σε αυτό έχοντας κατά νου ότι τέτοια υποψία πρέπει να δημιουργηθεί ειλικρινά και εύλογα, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στο μυαλό του ερευνώντος αστυνομικού. Στο Σύγγραμμα Λοΐζου και Πική, Criminal Procedure in Cyprus, υπό το Κεφάλαιο «Arrest and Search» σελ. 11-30, προκύπτει ότι κάποια υποψία θεωρείται «εύλογη» αν αυτή θα δημιουργείτο στο μυαλό του μέσου λογικού ανθρώπου έχοντας κατά νου όσα γνώριζε ο ερευνών αστυνομικός κατά τον χρόνο της έρευνας.
Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης είναι ορθό και εντός των πλαισίων άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το εύρημα ότι ο ΜΚ2 θεώρησε ότι ο κατηγορούμενος ενδεχομένως να προσπαθούσε να διαφύγει, με βάση και τις πληροφορίες που είχε και η κίνηση του να αγκαλιάσει τον κατηγορούμενο από το σώμα του για να τον περιορίσει προσωρινά ώστε να καταστεί δυνατή η έρευνά του, δεν κρίνεται δυσανάλογη. Η ανακοπή και προσωρινή ακινητοποίηση του κατηγορούμενου έγινε στη βάση εύλογης υποψίας ότι αυτός είχε στην κατοχή του και μετέφερε ναρκωτικές ουσίες και ως εκ τούτου προέκυψε η ανάγκη για διεξαγωγή έρευνας. Ορθό ήταν το συμπέρασμά του ότι οι ενέργειες αυτές δεν αποτελούσαν παράνομη σύλληψη του κατηγορουμένου αλλά και το εύρημα του ότι η σύλληψη του κατηγορούμενου για αυτόφωρο ατύχημα έλαβε χώραν αμέσως μετά την ανεύρεση των ναρκωτικών ουσιών στη τσάντα του.
Επομένως, ορθό είναι το συμπέρασμά του ότι δεν έλαβε χώρα οποιαδήποτε παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου ή οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας κατά την ανακοπή, έρευνα και σύλληψή του και ότι οι ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν στην κατοχή του δεν αποτελούν παρανόμως ληφθείσα μαρτυρία ή μολυσμένη μαρτυρία. Ενόψει της ανωτέρω κατάληξής μας, ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης προβάλλει ότι η αξιολόγηση όλων των μαρτύρων κατηγορίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν εσφαλμένη, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία τους.
Το πώς το Εφετείο αντιμετωπίζει θέματα αξιολόγησης που έγιναν από το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι καλά θεμελιωμένο στη νομολογία και έχει γίνει εκτενής αναφορά με παραπομπή σε σχετικά αποσπάσματα της νομολογίας ανωτέρω.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δικαιολόγησε πλήρως την αξιολόγηση των μαρτύρων στην οποία προέβηκε. Αντιπαρέβαλε δε την προφορική τους μαρτυρία με τις καταθέσεις αλλά και τα άλλα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιόν του ως τεκμήρια. Σημείωσε ότι οι γραπτές καταθέσεις ειδικά των ΜΚ2 και ΜΚ3 ήταν συνοπτικές σε σχέση με την έκταση και το εύρος της προφορικής τους μαρτυρία αλλά ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το γεγονός αυτό δεν τους καθιστά αναξιόπιστους. Έχουμε δε προβεί με τη σειρά μας σε σχετικό σχολιασμό του γεγονότος αυτού ανωτέρω. Δεν υφίσταται πεδίο ή λόγος παρέμβασής μας στην αξιολόγηση που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ο δεύτερος λόγος έφεσης στερείται ερείσματος και απορρίπτεται.
Ο τελευταίος λόγος έφεσης προβάλλει τη θέση ότι η καταδίκη του εφεσείοντα είναι νομικά εσφαλμένη και/ή ακροσφαλής και/ή αναιτιολόγητη και/ή δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς. Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Στην ουσία του ο εν λόγω λόγος έφεσης έχει τύχει εξέτασης από το Εφετείο στα πλαίσια του πρώτου λόγου έφεσης πιο πάνω. Για τους λόγους που αναφέρουμε στην εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης θεωρούμε ότι δεν έχει έρεισμα. Σημειώνουμε ότι αντίθετα με τα όσα προβάλλονται από τον συνήγορο υπεράσπισης, το πρωτόδικο Δικαστήριο τεκμηρίωσε πλήρως την απόφασή του, μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων προχώρησε στην καταγραφή των ευρημάτων του και ορθά υπήγαγε τα γεγονότα στα οποία κατέληξε στον Νόμο. Καταγράφοντας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ορθά κατέληξε ότι αποδείχθηκαν τα αδικήματα που περιγράφονται στην πρώτη και δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει, ενώ αθώωσε και απάλλαξε αυτόν από την τρίτη κατηγορία. Σημειώνουμε ότι δεν έχει εφεσιβληθεί αυτό το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Και ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η έφεση εναντίον της ποινής έχει αποσυρθεί και συνεπώς η πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με την καταδίκη του εφεσείοντα στις κατηγορίες 1 και 2 επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο