ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 37/2023)
29 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΣΥΜΕΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΜΙΧΑΗΛ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Αυτοπροσώπως ο εφεσείων
Σ. Ναθαναήλ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη. Θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του Άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (πρώτη κατηγορία) και για το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του Άρθρου 91Α του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία), κατόπιν ακρόασης. Του επιβλήθηκαν χρηματικές ποινές, €80 στην πρώτη κατηγορία και €200 στη δεύτερη κατηγορία. Ούτε πρωτοδίκως ούτε και ενώπιόν μας εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο.
Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο εφεσείων εκστόμισε σε δημόσιο δρόμο σε κατοικημένη περιοχή, προς τον παραπονούμενο (ΜΚ1), υβριστικές φράσεις που προσβάλλουν το πρόσωπό του και τη φήμη του αλλά και τη δημόσια αιδώ. Ήταν δε τόσο υβριστικές και προκλητικές που ενδέχετο ο παραπονούμενος να αντιδράσει επιθετικά. Συνεπώς, κατέληξε ότι πληρούνταν όλα τα συστατικά του εν λόγω αδικήματος. Πρόκειται για τις φράσεις «εννα σε κανονίσω» και τις φωνές «ρε καραγκιόζη ένα σε καταγγείλω».
Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι οι πιο πάνω φράσεις, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του εφεσείοντα, προκάλεσαν τρόμο στον παραπονούμενο, και ότι πληρούνταν συνεπώς όλα τα συστατικά του εν λόγω αδικήματος.
Τα γεγονότα τα οποία, σύμφωνα με αντίστοιχα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, προηγήθηκαν της διάπραξης των πιο πάνω αδικημάτων, έχουν ως εξής:
Ο εφεσείων ήταν ενοικιαστής διαμερίσματος, το οποίο ανήκε από κοινού σε δύο πρόσωπα, στα οποία όφειλε καθυστερημένα ενοίκια. Η μία ιδιοκτήτρια έδωσε πληρεξούσιο στην άλλη, η οποία ήταν πελάτισσα του παραπονούμενου δικηγόρου, με το οποίο την εξουσιοδοτούσε να κινήσει αγωγή εναντίον του εφεσείοντα γι’ αυτά. Ο παραπονούμενος κάλεσε τηλεφωνικώς τον εφεσείοντα και τον ενημέρωσε σχετικώς. Ο εφεσείων ζήτησε να δει το εν λόγω πληρεξούσιο. Κατά τη συνάντηση μεταξύ των δύο προς τον σκοπό αυτό, ο εφεσείων καθόταν σε αυτοκίνητο με ανοικτά τα παράθυρα, ενώ ο παραπονούμενος στεκόταν στον δρόμο. Αφού ο εφεσείων διάβασε το πληρεξούσιο, άρχισε να φωνάζει ότι παράνομα ο παραπονούμενος εξασφάλισε το πληρεξούσιο εξαπατώντας την εν λόγω ιδιοκτήτρια. Όταν ο παραπονούμενος εξήγησε ότι δεν είχε λόγο να πράξει τούτο, λέχθηκαν οι επίδικες φράσεις.
Το Δικαστήριο κατέληξε στα ευρήματά του στηριζόμενο κυρίως στη μαρτυρία του παραπονούμενου (ΜΚ1) και του ΜΚ2, φίλου της πελάτισσας του ΜΚ1, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου συμβάντος. Οι ΜΚ3 και ΜΚ4 ήταν αστυφύλακες. Η ΜΚ3 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον εφεσείοντα και ο ΜΚ4 έλαβε το παράπονο του ΜΚ1. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε τη μαρτυρία όλων των πιο πάνω, ενώ απέρριψε την εκδοχή του εφεσείοντα (ΜΥ1) καθώς και του ΜΥ2, κρίνοντας ότι ο τελευταίος δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας και προσπάθειά του ήταν να βοηθήσει τον εφεσείοντα.
Με τον πρώτο, έβδομο και όγδοο λόγο έφεσης ο εφεσείων ουσιαστικά αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο έλλειψη αντικειμενικής και υποκειμενικής αμεροληψίας. Θεωρεί ότι ήταν προκατειλημμένο εναντίον του και εχθρικά διακείμενο έναντί του, ενώ μεροληπτούσε υπέρ του παραπονούμενου, ο οποίος ήταν δικηγόρος. Προς τούτο, πιθανολογεί ότι ίσως να είχε προγενέστερη γνωριμία με τον εν λόγω παραπονούμενο και ότι θείοι της Δικαστού, οι οποίοι διετέλεσαν συνάδελφοι του εφεσείοντα, καθηγητές στο δημόσιο, και οι οποίοι είχαν προστριβές μαζί του λόγω ζηλοφθονίας, βρίσκονταν πίσω από την όλη συμπεριφορά της. Υποστηρίζει ότι η μεροληψία του πρωτόδικου Δικαστηρίου διαφαίνεται από τις παρεμβάσεις του κατά την ακροαματική διαδικασία, οι οποίες κυρίως σχετίζονταν με τον αποκλεισμό ερωτήσεων που ο ίδιος υπέβαλε αντεξετάζοντας τους μάρτυρες κατηγορίας, σε σχέση με τις προηγούμενες διαφορές μεταξύ εφεσείοντα από τη μία πλευρά και του παραπονούμενου και του υιού του από την άλλη. Προσάπτει επίσης στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι συμμετείχε σε σκευωρία, η οποία οργανώθηκε από τον παραπονούμενο δικηγόρο, με συμμετέχοντες ψευδομάρτυρες, αστυφύλακες και τη δημόσια κατήγορο η οποία χειρίστηκε την υπόθεση.
Στην πρόσφατη απόφαση ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 195/2024, 196/2024, 197/2024, ημερομηνίας 31.3.2026, έγινε αναφορά στις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε περιπτώσεις επίκλησης έλλειψης αμεροληψίας. Με αναφορά σε νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και ειδικότερα στην πρόσφατη DE T DOMIKI INVESTMENT LTD v. IRON MOUNTAIN CYPRUS LIMITED, Αίτηση Αρ. 1/2024, ημερομηνίας 18.1.2024, αναφέρθηκαν τα εξής:
«…Το κριτήριο είναι κατά πόσο δημιουργείται φαινομενική προκατάληψη στα μάτια του μέσου εχέφρονα πολίτη που είναι ταυτόχρονα ένας δίκαια σκεπτόμενος και πληροφορημένος παρατηρητής, που «δεν είναι ασφαλώς ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος ο οποίος, με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσιά τους, μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο» (Typye v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 279, 286).
Ο αντικειμενικός αυτός παρατηρητής, έχει ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών και, ειδικότερα, έχει γνώση ότι δικαστές και δικηγόροι είναι πεπαιδευμένοι και έμπειροι επαγγελματίες από τους οποίους εύλογα αναμένεται να ανταποκριθούν στο καθήκον τους (Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ.125/2017 και άλλες, ημερ.26.4.2018).»
Στην παλαιότερη PAL κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2010) 2 Α.Α.Δ. 551, λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με τα χαρακτηριστικά ενός «δίκαιου σκεπτόμενου και πληροφορημένου παρατηρητή»:
«Το κριτήριο επανατοποθετήθηκε και σχετικά πρόσφατα στην υπόθεση Helow (AP) v. Secretary of State and Another [2008] UKHL 62, όπου η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έδωσε τον ορισμό του δίκαιου σκεπτόμενου και πληροφορημένου παρατηρητή. Λέχθηκε ότι αυτό το άτομο δεν λαμβάνει βεβιασμένες αποφάσεις, αλλά επιφυλάσσει την απόφαση του σε κάθε σημείο μέχρι να είναι πλήρως ενήμερο των γεγονότων και να έχει σφαιρική αντίληψη των εκατέρωθεν επιχειρημάτων. Ταυτόχρονα δεν είναι υπέρμετρα ευαίσθητο ή καχύποπτο, δύναται να αποστασιοποιηθεί από την ενώπιον του υπόθεση, είναι δε και επαρκώς πληροφορημένο. Η ουσία παραμένει ότι η θεώρηση εκ μέρους του παραπονούμενου ατόμου ως προς την ύπαρξη φαινομενικής προκατάληψης, θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο.»
Στο σημείο αυτό λαμβάνουμε υπόψη ότι το ΕΔΑΔ έχει αποφασίσει ότι σε ποινικές διαδικασίες η θέση του κατηγορουμένου ως προς την έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας είναι σημαντική, όμως όχι αποφασιστικής σημασίας. Αυτό που έχει καθοριστική σημασία είναι το κατά πόσον ο φόβος του κατηγορουμένου περί έλλειψης αμεροληψίας, μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικά.»
Όπως προαναφέραμε, ο εφεσείων συσχετίζει την επικαλούμενη προκατάληψη του Δικαστηρίου με τις παρεμβάσεις του, στο στάδιο της από πλευράς του αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας.
Στρεφόμενοι στο νομικό πλαίσιο αναφορικά με το πεδίο παρέμβασης του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της αντεξέτασης, υιοθετούμε τα πιο κάτω από το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης και Σάντης, έκδοση 2014, σελίδα 704:
«Η αντεξέταση δεν πρέπει να είναι εκτεταμένη. Επιβάλλεται να είναι σύντομη και περιεκτική, με υποβολή αναγκαίων απλώς ερωτήσεων για προβολή των θέσεων του διαδίκου. Ο Δικαστής οφείλει να επιδεικνύει κάθε λογική ανεκτικότητα αλλά συνάμα, να διατηρεί και τον έλεγχο της δίκης και να φροντίζει από τη μια, να μην αποκλείεται χωρίς νόμιμο λόγο οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία και από την άλλη, να αποτρέπει την αχρείαστη σπατάλη δικαστικού χρόνου (R v Ptohopoulos (1968) 52 Cr App R 47), πόσω δε μάλλον όταν η ουσία της μαρτυρίας του αντεξεταζόμενου μάρτυρα είναι και εξαιρετικά απλή (Στυλιανίδης v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 158/11, ημ. 9.9.13). Κατ’ ακολουθίαν, διόλου δεν αποτελεί δικηγορικό χρέος ή δικαίωμα η παρατεταμένη αντεξέταση για ζητήματα τα οποία δεν είναι επίδικα ή αμφισβητούμενα (R v Kalia (1974) 60 Cr App R 200)…»
Προσθέτουμε ότι στην KΛΕΑΝΘΟΥΣ MΑΡΙΝΟΣ ΚΩΣΤΑ v. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1998) 2 Α.Α.Δ. 31, λέχθηκε ότι, μεταξύ άλλων, ο ρόλος του Δικαστή είναι να αποκλείσει άσχετα ζητήματα και να αποθαρρύνει τις επαναλήψεις. Λέχθηκε επίσης ότι παρεμβάσεις από το Δικαστήριο στη διάρκεια της δίκης θα οδηγήσουν στην ακύρωση της καταδίκης όταν, μεταξύ άλλων, αποτελεσματικά έχουν παρεμποδίσει τον κατηγορούμενο ή μάρτυρα υπεράσπισης από του να διηγηθεί την ιστορία του με τον δικό του τρόπο: R. v. HULUSI AND PURVIS, 58 CR. APP. R. 378.
Υπό το φως των ανωτέρω, εξετάσαμε με προσοχή τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας. Διαπιστώσαμε ότι η παρέμβαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποσκοπούσε στην αποφυγή της επανάληψης της υποβολής των θέσεων της Υπεράσπισης σε σχέση με τις προηγούμενες διαφορές μεταξύ των πιο πάνω προσώπων. Η θέση της Υπεράσπισης σχετικά τα κίνητρα για την προώθηση της υπό κρίση υπόθεσης εναντίον του εφεσείοντα είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και, κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο προφανώς για σκοπούς οικονομίας της δίκης, υπέδειξε ότι η έμφαση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων θα έπρεπε να δοθεί στα επίδικα γεγονότα, εξ ου και απαγόρευσε όπως τεθούν στους μάρτυρες ορισμένες ερωτήσεις. Θεωρούμε ότι η παρέμβασή του αυτή ήταν εντός του επιτρεπτού ορίου και ουδόλως συσχετίζεται με αιτιάσεις για προκατάληψη από πλευράς του Δικαστηρίου.
Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και μελέτη των πρακτικών της υπόθεσης, από τα οποία δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε άλλης μορφής εχθρική στάση του πρωτόδικου Δικαστηρίου έναντί του εφεσείοντα, ούτε εξάλλου και οποιαδήποτε μεροληπτική στάση υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής.
Επίσης, υπό το φως των λεχθέντων στην ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ (ανωτέρω), εξετάσαμε κατά πόσο εμποδίστηκε η Υπεράσπιση από το να παρουσιάσει με τον δικό της τρόπο την εκδοχή της. Καταλήξαμε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε.
Στρεφόμενοι στην επικαλούμενη συγγενική σχέση της πρωτόδικης Δικαστού με πρόσωπα με τα οποία ο εφεσείων έχει διαφορές λόγω επαγγελματικής παλαιότερης σχέσης, σημειώνουμε ότι αιτιάσεις αυτού του είδους θα πρέπει, όπως απαιτεί η νομολογία, να τεκμηριώνονται. Πέραν του ότι τέτοιες σχέσεις είναι σχετικές εφόσον πρόκειται για πρόσωπα που είναι παράγοντες στη δίκη, στην ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 125/2017, 127/17, 129/17, 130/17, 131/17, ημερομηνίας 26.4.2021, υπογραμμίστηκε ότι για να εγερθεί ζήτημα αμεροληψίας, θα πρέπει να υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο να στηρίζεται η θέση των εφεσειόντων περί εμπλοκής του συγκεκριμένου προσώπου στη δίωξή τους. Επομένως, ακόμη και σε περίπτωση όπου εγείρεται ζήτημα γνωριμίας παράγοντα της δίκης με πρόσωπο που εν δυνάμει μπορεί να επηρεάσει την τελική κρίση του Δικαστηρίου, θα πρέπει να εξετάζεται αντικειμενικά η φύση και ο βαθμός της γνωριμίας ή σχέσης (βλ. PULLAR v. UNITED KINGDOM, Application No. 22399/93, 10 June 1996, απόφαση του ΕΔΑΔ).
Στην υπό κρίση υπόθεση οι θέσεις του εφεσείοντα, πέραν του ότι δεν αφορούν σχέση του Δικαστή με παράγοντα της δίκης, παραμένουν γενικές και δεν μπορούν αντικειμενικά κρινόμενες να αποτελέσουν ένδειξη για έλλειψη αμεροληψίας. Λαμβάνουμε συναφώς υπόψη ότι όπως ήταν σχετικό στην υπόθεση PULLAR (ανωτέρω) ότι ο ένορκος είχε δώσει όρκο ότι θα αποτιμούσε την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα χωρίς πάθος, παρομοίως είναι εν προκειμένω σχετικό ότι ο Δικαστής προβαίνει σε διαβεβαίωση κατά την ανάληψη των καθηκόντων του ότι θα απovέμει «τo δίκαιov εις πάvτας συμφώvως πρoς τoυς vόμoυς και τα έθιμα της Δημoκρατίας της Κύπρoυ, άvευ φόβoυ ή ευvoίας, πρoκαταλήψεως ή πάθoυς» (βλ. Περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960).
Εν όψει όλων των πιο πάνω, οι λόγοι έφεσης 1, 7 και 8 κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Οι λόγοι έφεσης 2, 3, 5, 6 προσβάλλουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθώς και κάποια ευρήματα και συμπεράσματά του. Λόγω της συνάφειας που παρουσιάζουν, θα τύχουν κοινής εξέτασης.
Υποστηρίζεται, συναφώς, ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιλήφθηκε ότι η καταγγελία του παραπονούμενου ήταν ψευδής και έγινε ως αντίδραση σε σχέση με τις διαφορές που είχε με τον εφεσείοντα, στις οποίες έχουμε αναφερθεί ανωτέρω. Επίσης, ότι εσφαλμένα έκρινε ότι ο παραπονούμενος και οι ψευδομάρτυρες από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ήταν αξιόπιστοι, κι ότι ο εφεσείων εκστόμισε τις φράσεις που του αποδίδονταν. Τέλος, ότι εσφαλμένα δεν αποδέχτηκε ότι η ΜΚ3 επηρεάστηκε από συνάδελφό της, με τον οποίο ο εφεσείων είχε σοβαρές διαφορές και εναντίον του οποίου υπέβαλε καταγγελίες.
Στην πρόσφατη ΦΩΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 135/2023, ημερομηνίας 28.4.2026, λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας:
«Δεδομένης της αμφισβήτησης της από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου αξιολόγησης της μαρτυρίας, καθίσταται βοηθητικό να επαναλάβουμε τις αρχές που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
·Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»
Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:
«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»
Εξετάσαμε τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και καταλήγουμε ότι δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα του εφεσείοντα. Η προσκομισθείσα μαρτυρία, στο σύνολό της, δεν μας παρέχει έρεισμα παρέμβασης στο έργο της αξιολόγησής της από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ούτε ως προς τα ευρήματα αξιοπιστίας από πλευράς του, αλλά ούτε και ως προς τα ζητήματα για τα οποία ο εφεσείων μας καλεί είτε να ανατρέψουμε τα ευρήματα ή συμπεράσματά του, είτε να τα αντικαταστήσουμε με τα ευρήματα που ο ίδιος εισηγείται. Μελέτη της μαρτυρίας και των τεκμηρίων δεικνύει ότι η διεργασία από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθώς και τα ευρήματα και τα συμπεράσματα ήταν καθ' όλα επιτρεπτά και αιτιολογημένα. Στη βάση δε των νομολογιακών αρχών που έχουμε παραθέσει ανωτέρω, ουδόλως προκύπτει να υφίσταται πεδίο επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση. Συνακόλουθα, οι ως άνω λόγοι έφεσης απορρίπτονται.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης στρέφεται εναντίον της υπαγωγής των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου στον νόμο, εφόσον υποστηρίζεται ότι η φράση η οποία χρησιμοποίησε ο εφεσείων απευθυνόμενος στον παραπονούμενο, δεν είναι ποινικά κολάσιμη.
Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του Άρθρου 99 του Κεφ.154 και ειδικότερα σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσον συγκεκριμένη συμπεριφορά μπορεί να χαρακτηριστεί για τους σκοπούς του εν λόγω Άρθρου ως «υβριστική», από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ ΓΕΏΡΓΙΟΣ Ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2014) 2 Α.Α.Δ. 884. Παραθέτουμε το εξής διαφωτιστικό απόσπασμα από αυτήν:
«Το αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο εφεσείων είναι αυτό της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του Άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί ως εξής:
«99. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» (Όπως έχει μετατραπεί σε ευρώ με βάση το Ν. 33(Ι)/2007.)
Στην υπόθεση Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 98, μετά από καταγγελία ότι η εφεσείουσα προκαλούσε ενόχληση λόγω δυνατής μουσικής στο μπαρ της στις 02.00, μετέβη στο μέρος αστυφύλακας για διερεύνηση της καταγγελίας. Όταν την πληροφόρησε για την καταγγελία αυτή τον εξύβρισε με τη φράση «είσαι καραγκιόζης». Κρίθηκε ένοχη για δημόσια εξύβριση και η καταδίκη επικυρώθηκε από το Εφετείο. Με αναφορά στο Σύγγραμμα Hari Singh Gour The Penal Law of India, 9η Έκδοση, 4ος Τόμος, σελ. 4186, και στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens [1972] 2 All E.R. 1297, τονίστηκε ότι στις λέξεις που εκστομίζονται σε τέτοιου είδους υποθέσεις πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Και ότι, το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Αποφασίστηκε επίσης ότι δε χρειάζεται απόδειξη του κατά πόσο προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. «Είναι αρκετόν ότι, όπως ρητά προβλέπει το Άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο.»
Στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (1997) 2 Α.Α.Δ. 89, που παρέπεμψε ο εφεσείων με το διάγραμμα αγόρευσής του, η φράση "Fucking Bastard Police", την οποία εκστόμισε η εφεσείουσα σε αστυφύλακα, ανεξαρτήτως ότι στην προφορά έλεγε "Fucky Baster Police", με αναφορά στον τόπο και τόνο με τον οποίο έλεγε τη φράση, κρίθηκε ως εξύβριση.
Στην προκείμενη περίπτωση, η φράση «να πα να γαμηθείς» που εκστόμισε ο εφεσείων, κάτω από τις συνθήκες που περίγραψε ο ΜΚ1 στην κατάθεσή του, δεν θεωρούμε ότι είναι απλά αγενής απάντηση, όπως εισηγείται ο εφεσείων, αλλά είναι υβριστική και εφράζει αγανάκτηση και δυσαρέσκεια προς τον υβριζόμενο. (Βλ. Σχετικά Λεξικό Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη Γ' Έκδοση σελ.399). Έχοντας δε υπόψη τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο εφεσείων προέβη σε εξύβριση του ΜΚ1, καθώς και το γεγονός ότι υπήρχαν στο μέρος ακόμα τρείς αστυφύλακες, κρίνουμε ότι υπήρχε επαρκής μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου για να καταλήξει ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο, και συνεπώς θεωρούμε ότι ορθά κρίθηκε ένοχος στην εν λόγω κατηγορία…».
Κατόπιν, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά προχώρησε σε υπαγωγή των ευρημάτων του στο νομικό πλαίσιο και κατέληξε στην ενοχή του εφεσείοντα σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις υπό τις οποίες λέχθηκαν τα όσα λέχθηκαν, καθώς και τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος χώρου. Δεν ευσταθεί επομένως, με κάθε σεβασμό, η θέση του εφεσείοντα σε σχέση με την πρώτη κατηγορία.
Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία, το πρωτόδικο Δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση ως προς τη νομική πτυχή, από την απόφαση ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13. Ως προς το ζήτημα το οποίο εγείρει ο εφεσείων, λέχθηκε στην εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι το κατά πόσον από την απειλή, προκλήθηκε τρόμος ή ανησυχία, λαμβάνεται υπόψη η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη θέση του παραπονούμενου ότι τα λεχθέντα τον έκαναν να φοβηθεί και να προβεί συνακόλουθα σε καταγγελία στην Αστυνομία, το παράπονο του εφεσείοντα κρίνεται, με κάθε σεβασμό, αβάσιμο, εφόσον δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία.
Εν κατακλείδι ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Εν όψει όλων των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο