ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 424/2019)
10 Ιουνίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΤΑΣΟΣ ΦΩΚΑΣ ΕΠΙΠΛΩΣΕΙΣ ΛΤΔ
Εφεσείουσα/Ενάγουσα
v.
LOIS BUILDERS LTD
Εφεσίβλητης/Εναγομένης
--------------------
Γ. Παπαπέτρου για Μοντάνιος & Μοντάνιος Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα
Ν. Κουκουμά (κα) για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Θ. Θωμά, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΘΩΜΑ, Δ.: Η Έφεση προσβάλλει την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 30.4.19, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή την οποία είχε εγείρει η Εφεσείουσα εταιρεία, ενάγουσα στην αγωγή, εναντίον της Εφεσίβλητης εταιρείας, εναγόμενης στην αγωγή.
Σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία αναδύονται από τα δικόγραφα και καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση, κατά την 3.11.2004 υπεγράφη, μεταξύ Εφεσείουσας και Εφεσίβλητης, συμφωνία υπεργολαβίας, δυνάμει της οποίας η Εφεσείουσα ανέλαβε την εκτέλεση των ξυλουργικών εργασιών στο Ολυμπιακό Μέγαρο και Πάρκο στη Λευκωσία, για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.280.552 πλέον Φ.Π.Α. Η Εφεσίβλητη ήταν η κύρια εργολάβος, η οποία είχε αναλάβει την εκτέλεση του όλου έργου.
Η αξίωση της Εφεσείουσας εναντίον της Εφεσίβλητης, όπως περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, αφορά κατ΄ ισχυρισμόν πρόσθετες εργασίες, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στη μεταξύ τους υπογραφείσα συμφωνία, τις οποίες η Εφεσείουσα εκτέλεσε κατόπιν οδηγιών της Εφεσίβλητης ή και των αντιπροσώπων της. Λεπτομέρειες των εν λόγω πρόσθετων εργασιών μαζί με την αξία της κάθε μίας από αυτές, παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης.
Η Έφεση
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με οκτώ συνολικά λόγους έφεσης, δια των οποίων η Εφεσείουσα παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι: (1) Δεν εκτελέστηκαν οι προνοητικές εργασίες και ότι συνεπώς δεν δικαιολογείτο η πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.30.788 από την Εφεσίβλητη, (2) Θα έπρεπε να αποδείξει ότι υπήρχαν γραπτές οδηγίες ή και επιβεβαίωση των προφορικών οδηγιών ή ότι έγινε πιστοποίηση των πρόσθετων εργασιών, καθώς και ότι η απαίτηση για πληρωμή τους είχε εγκριθεί, (3) Δεν απέδειξε ότι οι εργασίες ήταν πρόσθετες και ότι δεν ενέπιπταν στις δυνάμει του συμβολαίου υπεργολαβίας υποχρεώσεις της, ή ότι υπήρξε διαφοροποίηση του συμβολαίου υπεργολαβίας, (4) Δεν απέδειξε ότι, ακόμα και εάν υπήρξε διαφοροποίηση του συμβολαίου υπεργολαβίας, δικαιούται επιπρόσθετη πληρωμή, (5) Δεν απέδειξε ή δεν προσδιόρισε με σαφήνεια και αποδείξεις το κόστος των πρόσθετων εργασιών ως ειδικές αποζημιώσεις, (6) Ο Μ.Υ.1 ήταν πραγματογνώμονας ή και εσφαλμένα έδωσε βαρύτητα στη μαρτυρία του, (7) Δεν μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ή και ότι αυτή ήταν επιστημονικά ατεκμηρίωτη ή και ότι ο Μ.Ε.2 δεν εφοδίασε το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να αξιολογηθούν τα συμπεράσματα του ή και ότι δεν αιτιολόγησε την κοστολόγηση των πρόσθετων εργασιών και (8) Δεν μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία του Μ.Ε.1.
Εκ προοιμίου αναφέρουμε ότι, εξετάζοντας με προσοχή τους λόγους έφεσης, έχουμε παρατηρήσει ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών προσβάλλει, εμμέσως, την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο, πλην των λόγων έφεσης 6, 7 και 8, οι οποίοι προσβάλλουν ευθέως την αξιολόγηση της μαρτυρίας συγκεκριμένων μαρτύρων. Θα πρέπει φυσικά να υπομνήσουμε τον νομολογιακό κανόνα ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει με ευκολία στην πρωτόδικη αξιολόγηση μαρτύρων και μαρτυρίας, η οποία αξιολόγηση αποτελεί τη συνισταμένη της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της ζώσας ενώπιον του παρουσιασθείσας μαρτυρίας (Λοϊζου v. Κωνσταντίνου κ.ά. Πολ. Έφεση Αρ. 29/19 ημερομηνίας 21.11.25). Μόνο στην περίπτωση που τα ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εξ αντικειμένου κρινόμενα, φαίνονται ανυπόστατα ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή βρίσκονται σε αντίθεση με την προσαχθείσα μαρτυρία ή είναι καταφανώς εσφαλμένα, δικαιολογείται η επέμβαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προς ανατροπή τους (Κώστα κ. ά. v. Παπαγιάννης, Πολ. Έφεση Αρ. 211/2015 ημερ. 7.5.26).
Ως έχουμε ήδη αναφέρει, ο πρώτος λόγος προσβάλλει το εύρημα ότι δεν εκτελέστηκαν οι προνοητικές εργασίες. Σύμφωνα με την αιτιολογία του, η συμφωνία των διαδίκων προέβλεπε πως οι προνοητικές εργασίες θα γίνονταν με οδηγίες της Εφεσίβλητης, όμως δεν προβλέπετο ότι οι οδηγίες θα έπρεπε να δίνονταν γραπτώς. Εφόσον δε υπήρχε μαρτυρία ότι οι προνοητικές εργασίες είχαν εκτελεστεί και η αξία τους είχε συμφωνηθεί από τους διαδίκους και καταγράφετο στη μεταξύ τους συμφωνία, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε τουλάχιστον να εκδώσει απόφαση προς όφελος της Εφεσείουσας για τη συμφωνηθείσα αξία τους. Προβάλλεται ακόμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν σχολιάζει καθόλου τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι με την επίσκεψη του στον χώρο επιβεβαίωσε πως οι προνοητικές εργασίες είχαν εκτελεστεί, ούτε και επεξηγείται ο λόγος για τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη θέση του Μ.Ε.2 σε σχέση με τις υπό αναφορά εργασίες.
Κατά πρώτο θα πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως προβλέπεται ρητά στους «ειδικούς όρους» της μεταξύ των μερών συμφωνίας υπεργολαβίας, σε σχέση με τις περιγραφόμενες στο Παράρτημα ΙΙΙ αυτής προνοητικές εργασίες: «Μόνο σε περίπτωση που θα δοθούν οδηγίες από τον κυρίως εργολάβο, θα εκτελεστούν οι εργασίες αυτές». Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι, όπως προκύπτει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, τόσο από την Έκθεση Απαίτησης, όσο και από την Έκθεση του Μ.Ε.2 (Τεκμήριο 3), οι προνοητικές εργασίες δεν διαχωρίζονται από τις πρόσθετες εργασίες, την αξία των οποίων διεκδικεί η Εφεσείουσα, αλλά αντίθετα αποτελούν μέρος αυτών.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, σχολιάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 εν σχέσει με τις προνοητικές εργασίες, αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: «...δεν με έπεισε ούτε η θέση του ότι εκτελέστηκαν οι προνοητικές εργασίες οι οποίες αναφέρονται στο Τεκμήριο 4». Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση της Εφεσείουσας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δικαιολογεί γιατί δεν πείστηκε από τη θέση του Μ.Ε.1 ότι εκτελέστηκαν οι προνοητικές εργασίες. Τουναντίον, το πρωτόδικο Δικαστήριο παραθέτει επαρκείς και συνάμα πειστικούς λόγους για τους οποίους δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε σχέση με τις πρόσθετες εργασίες, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προνοητικές εργασίες. Μεταξύ άλλων, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει και τα ακόλουθα:
«Εξετάζοντας τώρα τη μαρτυρία του σε σχέση με την απαίτηση των Εναγόντων για επιπρόσθετες εργασίες διαπιστώνω ότι αυτή παρέμεινε αόριστη, ασαφής και αντιφατική στα πλείστα σημεία, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η αποκρυστάλλωση των γεγονότων που τα περιβάλλει. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, το αρχικό κόστος επιπρόσθετων εργασιών που διεκδικούσαν ως τελικό λογαριασμό από τους Εναγόμενους κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και μετέπειτα ήταν ποσό ύψους €262.379,76 (βλ. Τεκμήριο 2), ενώ το ποσό αυτό περιορίστηκε στο ποσό ύψους €160.856,28, κατά την ακροαματική διαδικασία και αφού τα ποσά αυτά διαφοροποιήθηκαν από τον Μ.Ε.2 Παναγιωτίδη.
Ασαφής ήταν η μαρτυρία του και ως προς τις οδηγίες που πήρε για τη ετοιμασία των επιπρόσθετων εργασιών που διεκδικεί αφού δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει σε πολλά σημεία της απαίτησης του ποιος και πότε είχε δώσει και ποιες ακριβώς οδηγίες για την κάθε ισχυριζόμενη επιπρόσθετη εργασία. Στην περίπτωση δε που από τα τεκμήρια που παρουσιάσθηκαν στο Δικαστήριο διακρίνετο ότι είχε γίνει τροποποίηση των υφιστάμενων σχεδίων με νέες οδηγίες όπως π.χ. στα σημεία 1, 2 και 5 της Έκθεσης που ετοίμασε ο κ. Παναγιωτίδης ΜΕ2 Τεκμήριο 3, που αφορούσε Extra Marine Plywood αντί Plywood WBP, καθώς αλλαγή των επίπλων E8-E9 σε Ε8α-Ε9α αλλά και τα Τεκμήρια 6 και 6Α (αεροπλανάκι) δεν προσδιορίστηκε ποια ήταν η αρχική υποχρέωση, το κόστος αυτής, τι εκτελέσθηκε και ποιο ήταν το κόστος αυτής».
Δεν συμμεριζόμαστε όμως ούτε τη θέση της Εφεσείουσας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν σχολιάζει καθόλου τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι με την επίσκεψη του στον χώρο βεβαίωσε ότι οι προνοητικές εργασίες έγιναν και δεν επεξηγεί τον λόγο που ενδεχομένως δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του σε σχέση με αυτές. To πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού πρώτα αποδέχθηκε ότι ο Μ.Ε.2 είχε τα απαιτούμενα προσόντα, τα οποία τον καθιστούν εμπειρογνώμονα, προχώρησε και επεξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους έκρινε τη μαρτυρία του ως «επιστημονικά ατεκμηρίωτη». Για του λόγου το αληθές παραθέτουμε αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης:
«Προχωρώντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Παναγιωτίδη (Μ.Ε.2), ο οποίος είναι Επιμετρητής Ποσοτήτων, αυτή δεν βρίσκω ότι ήταν επιστημονικά τεκμηριωμένη, ούτε εφοδίασε το Δικαστήριο, με τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια, ώστε να μπορούν να ελεγχθούν τα συμπεράσματα του, ούτε όμως αιτιολόγησε με οποιοδήποτε τρόπο τα συμπεράσματα
του, αναφορικά με την κοστολόγηση ή τις κατ' ισχυρισμόν των Εναγόντων επιπρόσθετες ξυλουργικές εργασίες. Ειδικότερα δεν επεξήγησε με σαφή και τεκμηριωμένο τρόπο, πως κατέληξε ότι οι αναφερόμενες στην έκθεση του, υπό στοιχεία 1-56, είναι επιπρόσθετες εργασίες ή πέραν από τις προβλεπόμενες από το συμβόλαιο, εργασίες ούτε δικαιολόγησε με την αναγκαία λεπτομέρεια την διαφοροποίηση του κόστους που αφορούσε σε τροποποίηση προβλεπόμενης εργασίας. Σημειώνω ότι μεγάλο μέρος των όσων περιλαμβάνονται στην έκθεση του αφορούν εργασίες τις οποίες ο ίδιος δεν μπόρεσε να ελέγξει και πήρε πληροφορίες από το Διευθυντή των Εναγόντων ΜΕ1 κ. Φωκά. Όπως φαίνεται από την έκθεση του και στη δια ζώσης μαρτυρία σε πολλές περιπτώσεις δέχεται τα ποσά που οι Ενάγοντες διεκδικούν ως λογικά (βλ. σημεία 10-13,29,31,38 και 40 του Τεκμηρίου 3) χωρίς να εμβαθύνει είτε ως προς τη συμφωνημένη τιμή ή ως προς ποια ήταν η εργασία που δεν θα γινόταν, χωρίς να αφαιρεί οτιδήποτε. Επίσης στο σημείο 1 του Τεκμηρίου 3 που αφορά EXTRA ποσό για τοποθέτηση Marine P1ywood σε αντικατάσταση του Plywood WBP, ως εγκεκριμένων υλικών, παίρνει δεδομένο ότι υπήρχε συμφωνημένη τιμή ενώ κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε και δέχεται επίσης το πραγματικό κόστος χωρίς να υπάρχουν δικαιολογητικά, αφού προκύπτει ότι τα συγκεκριμένα δείγματα του Αρχιτέκτονα αφορούν αγορά από τις Δασικές Βιομηχανίες και όχι από τον Δημητριάδη και το τεκμήριο που αφορά δοθείσες από αυτόν τιμές των εν λόγω υλικών. Επίσης η αναφορά του στο σημείο 2 της Έκθεσης του Τεκμήριο 3 για τροποποίηση επίπλων Ε8 και E9 την επιπρόσθετη τιμή, τη δέχεται λόγω διακοπής της ροής της παραγωγής των Εναγόντων, ενώ, ως εμφαίνεται από τη γραπτή οδηγία, αυτή δόθηκε 06/05/2005, πριν να αρχίσουν οι ξυλουργικές εργασίες του έργου αφού μέχρι 12/ 12/05 δεν είχαν ακόμη εγκριθεί τα δείγματα των Εναγόντων για έναρξη των εργασιών και χωρίς να υπολογιστεί ότι αφορούσε μείωση και όχι αύξηση κόστους. Κάποια επίσης από τα σημεία της Έκθεσης που καθορίζει κόστος λόγω αναστάτωσης του όγκου εργασίας των Εναγόντων χωρίς να προσδιορίζεται αν αυτά ήταν πέραν από τις υποχρεώσεις τους και μπορούσαν να χρεωθούν. (βλ. Σημεία 2, 8 και 36 του Τεκμηρίου 3). Σε κάποια άλλα σημεία δεν υπάρχει οποιαδήποτε σημείωση του κ. Παναγιωτίδης (βλ. σημεία 14, 16, 18, 19, 20, 27, 28 κι 33 του Τεκμηρίου 3).
Καθ’ όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, κατά πρώτο θα πρέπει να υπομνήσουμε τη νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων αξιολογείται στη βάση των καθιερωμένων αρχών, με τις οποίες αξιολογείται και η μαρτυρία οποιουδήποτε άλλου συνήθους μάρτυρα (Αλεξάνδρου v. Γεώργιος Αλεξάνδρου (Καλαμούδιας) Λτδ, Πολ. Έφ. 301/2015, ημερ. 1.12.25). Κατά δεύτερο, δεν έχει διαφανεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος θα δικαιολογούσε την επέμβαση μας στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία του Μ.Ε.2.
Έχοντας κατά νουν τον εξονυχιστικό τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία τόσο του Μ.Ε.1 όσο και του Μ.Ε.2, όπως διαφαίνεται στα ανωτέρω παρατεθέντα αποσπάσματα, απορρίπτουμε και τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εφεσείουσας πως η πρωτόδικη απόφαση δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε ανάλυση ή αξιολόγηση των παρουσιασθέντων από τους μάρτυρες της Εφεσείουσας στοιχείων.
Αφ’ ης στιγμής λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία αμφοτέρων των μαρτύρων της Εφεσείουσας, δεν δικαιολογείτο η έκδοση απόφασης προς όφελος της για την αξία των προνοητικών εργασιών.
Δεν αποδεχόμαστε ούτε την προβαλλόμενη στην αιτιολογία του λόγου έφεσης θέση ότι δεν υπήρχε ξεκάθαρη τοποθέτηση ή και μαρτυρία από τους μάρτυρες της Εφεσίβλητης πως οι προνοητικές εργασίες δεν εκτελέστηκαν ή και ότι εκτελέστηκαν μεν αλλά είτε χωρίς τη συναίνεση της είτε χωρίς εκ μέρους της υποχρέωση πληρωμής. Το ακόλουθο απόσπασμα, από την αντεξέταση του Μ.Υ.1, διευθυντή της Εφεσίβλητης, καταδεικνύει το, κατά την κρίση μας, αβάσιμο της ανωτέρω θέσης της Εφεσείουσας:
«E. Εγώ σου υποβάλλω κύριε μάρτυρα ότι οι εργασίες αυτές έγιναν διότι αυτό φαίνεται επίσης και βεβαιώνεται από τον κύριο Παναγιωτίδη στη μελέτη του και είναι τα σημεία 18 και 32.
A. Διαφωνώ. Θέλω το Τεκμήριο 3. Το σημείο που αναφέρθηκε ο κύριος Παναγιωτίδης, εφόσον μπορούσε να υποστηρίξει το θέμα θα το υποστήριξε. Δεν έχει ούτε σημείωση, ούτε φωτογραφία, ούτε καταμέτρηση για να υποδεικνύει ότι είναι 56 τα τετραγωνικά. Δεν υπάρχει επιμετρητής σε αυτήν τη χώρα που θα παρουσίαζε εκ μέρους του πελάτη του προς τον εργολάβο αυτό το πράμα και να μην παρουσίαζε τα στοιχεία που εύκολα, το πιο εύκολο από όλα ήταν να πιάσει μια φωτογραφική να φωτογραφίσει τον χώρο που έκανε ο κύριος Φωκάς, να πιάσει ένα σχέδιο, να μετρήσει, είναι 4 διαστάσεις όλα και όλα, αφού είναι ταβάνι, και να το στείλει μέσα να πει ότι μπορεί να πληρωθεί. Ούτε μια φωτογραφία δεν έχει, συνεπώς δεν μπορώ να καταλάβω. Και το άλλο το σημείο το 32, Α, συγγνώμη. Δεν έχει τίποτε ο κύριος Παναγιωτίδης. Αντίστοιχα μιλούμε για προνοητικό ποσό το οποίο είναι 40, τουλάχιστον ξέρω εγώ τα 30, το προνοητικό ποσό θέλει οδηγία και θέλει επεξήγηση για να πληρωθεί. Και ο κύριος Παναγιωτίδης, που είναι επιμετρητής και είναι του RICS. Και το RICS δόξα σοι ο Θεός έχει πολλή τιτλογραφία και βιβλιογραφία που περιγράφει και για τις οδηγίες και το τι θεωρείται προνοητικό ποσό και πώς να το επεξεργάζεται κάποιος. Δεν έβαλε οποιανδήποτε σημείωση ούτε καν φωτογραφία».
Το ανωτέρω παρατεθέν απόσπασμα των πρακτικών καταδεικνύει την ξεκάθαρη, κατά την κρίση μας, θέση του Μ.Υ.1 ότι δεν είχαν εκτελεστεί οι προνοητικές εργασίες. Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εφεσείουσας, δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση του ότι ο Μ.Υ.1 περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές, χωρίς να μπορεί να βεβαιώσει αν πράγματι εκτελέστηκαν οι προνοητικές εργασίες. Αντίθετα, ως επιβεβαιώνεται από το ανωτέρω παρατεθέν απόσπασμα των πρακτικών, ήταν ξεκάθαρος ότι αυτές δεν είχαν εκτελεστεί.
Όμως ούτε και η προβαλλόμενη στην αιτιολογία του λόγου έφεσης θέση πως υπάρχουν σχετικές παραδοχές του Μ.Υ.3, οι οποίες έγιναν κατά την αντεξέταση του εν σχέσει με την εκτέλεση των προνοητικών εργασιών, μας βρίσκει σύμφωνους. Όπως διαφαίνεται από τα πρακτικά, ο συγκεκριμένος μάρτυρας, του οποίου η μαρτυρία έγινε αποδεκτή, κατέθεσε υπό την ιδιότητα του επιμετρητή ποσοτήτων, ο οποίος είχε διοριστεί από τον εργοδότη του έργου. Αντεξεταζόμενος επί των περιγραφομένων στη σελίδα 3/148 της επίδικης συμφωνίας υπεργολαβίας εργασιών, και ερωτώμενος αν οι ως άνω εργασίες έχουν εκτελεστεί, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Θεωρώ ότι έχουν γίνει, δεν θυμάμαι απ’ έξω εάν έχουν γίνει, εάν δεν υπάρχει οδηγία να μην γίνουν, έγιναν».
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας, βασιζόμενος στην ως άνω απάντηση του Μ.Υ.3, υποστηρίζει, πως αποτελεί παραδοχή ότι εκτελέστηκαν οι προνοητικές εργασίες. Πρόκειται, φρονούμε, για μια αποσπασματική και επιλεκτική θεώρηση, από τον ευπαίδευτο συνήγορο, της αντεξέτασης του μάρτυρος, η οποία ουδόλως αντανακλά το ουσιώδες νόημα της μαρτυρίας του. Αυτό το οποίο έχουμε παρατηρήσει, εξετάζοντας με προσοχή το πλήρες απόσπασμα των πρακτικών που περιέχει τη μαρτυρία του, είναι ότι ο ίδιος, ως διορισθείς από τον εργοδότη του έργου επιμετρητής, δεν είχε προβεί σε επιτόπια εξέταση των εκτελεσθεισών εργασιών. Για τον σκοπό δε της επιμέτρησης του έργου και της ετοιμασίας του τελικού λογαριασμού, είχε ζητήσει από την Εφεσείουσα, μέσω της Εφεσίβλητης, όπως παρουσιαστούν δικαιολογητικά για τις κατ’ ισχυρισμόν εκτελεσθείσες από την Εφεσείουσα πρόσθετες ξυλουργικές εργασίες, ώστε να περιληφθούν στον τελικό λογαριασμό του έργου, τα οποία όμως δικαιολογητικά ουδέποτε παρουσιάστηκαν.
Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι ο μάρτυρας με την ανωτέρω απάντηση του, εξέφρασε μία καθαρά προσωπική του άποψη, η οποία κάθε άλλο παρά παραδοχή συνιστούσε ότι είχαν εκτελεστεί οι προνοητικές εργασίες. Δεν διαφεύγει επίσης την προσοχή μας το ότι ο Μ.Υ.3 κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με την υποβληθείσα σε αυτόν θέση ότι μπορεί να εξακριβωθεί εάν έγιναν ή όχι οι πρόσθετες εργασίες με μιά επιτόπου επίσκεψη. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι στο περίγραμμα αγόρευσης της Εφεσείουσας γίνεται επίσης μνεία στην ως άνω θέση του μάρτυρα. Ούτε και αυτή η θέση όμως συνιστά παραδοχή ή και επιβεβαίωση εκ μέρους του Μ.Υ.3 ότι πράγματι είχαν εκτελεστεί πρόσθετες εργασίες από την Εφεσείουσα. Υπάρχει τεράστια εννοιολογική διαφορά μεταξύ της επιβεβαίωσης εκτέλεσης των πρόσθετων εργασιών και της απλής δυνατότητας εξακρίβωσης της εκτέλεσης τους.
Υπό το φως των όσων έχουμε αναφέρει πιο πάνω, απορρίπτουμε τον πρώτο λόγο έφεσης ως αβάσιμο.
Όσον αφορά στον δεύτερο λόγο έφεσης, σύμφωνα με την αιτιολογία του, η επίδικη συμφωνία υπεργολαβίας σε κανένα της σημείο δεν προνοεί ότι αναγκαία προϋπόθεση για την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών ή τη διαφοροποίηση υφιστάμενων, είναι η λήψη γραπτών οδηγιών ή επιβεβαίωσης ή οποιασδήποτε άλλης πιστοποίησης ή έγκρισης. Από την προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι όλες οι πρόσθετες εργασίες έγιναν κατόπιν απαίτησης και υποδείξεων της Εφεσίβλητης, η οποία τις αποδέχθηκε χωρίς να εγείρει θέμα ή και να ισχυριστεί ότι εκτελέστηκαν χωρίς οδηγίες της. Το δε εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 18 συνιστά αναγνώριση εκ μέρους του Μ.Ε.1 της αναγκαιότητας λήψης γραπτών οδηγιών για να διεκδικεί τα δικαιώματα του, είναι αυθαίρετο και μη λογικό. Κατά την Εφεσείουσα, το Τεκμήριο 18 αποδεικνύει ότι δίδοντο προφορικές οδηγίες για πρόσθετες εργασίες. Προβάλλεται ακόμα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας πως υπήρξε εξυπακουόμενος όρος για τη λήψη γραπτών οδηγιών, εφόσον δεν έχει καταδειχθεί από την Εφεσίβλητη ότι αυτή ήταν η πρόθεση των μερών ή ότι τέτοιος όρος ήταν αναγκαίος ή ότι χωρίς αυτόν η εκτέλεση της συμφωνίας θα ήταν αδύνατη.
Αυτό το οποίο έχουμε παρατηρήσει είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο σε κανένα σημείο της απόφασης του δεν αναφέρει ότι ήταν όρος, είτε ρητός είτε εξυπακουόμενος, της επίδικης συμφωνίας υπεργολαβίας, όπως οι όποιες οδηγίες για εκτέλεση πρόσθετων εργασιών δίδονται γραπτώς από την Εφεσίβλητη προς την Εφεσείουσα. Όπως επίσης έχουμε παρατηρήσει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, προς αντίκρουση του ισχυρισμού του Μ.Ε.1 ότι οι ως άνω οδηγίες δίδονταν προφορικά και δεν χρειαζόταν να δίδονται ή να επιβεβαιώνονται γραπτώς, παραπέμπει στο Τεκμήριο 18, το οποίο, σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του, είναι η επιστολή ημερομηνίας 27.3.2006, την οποία απέστειλε ο ίδιος ο Μ.Ε.1 προς την Εφεσίβλητη. Το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, το οποίο αναφέρεται στο Τεκμήριο 18, έχει ως ακολούθως:
«Παρά το ότι ήταν η θέση του ότι οι οδηγίες αυτές δίδονται προφορικά και δεν χρειάζετο αυτές να δίδοντο γραπτώς ή να επιβεβαιώνοντο γραπτώς, στην επιστολή του, ημερομηνίας 27/3/2006, (Τεκμήριο 18), ο μάρτυρας ως Διευθυντής των Εναγόντων, αναγνωρίζει την αναγκαιότητα λήψης γραπτών οδηγιών και τεχνικών λεπτομερειών ούτως ώστε ο ίδιος να μπορεί να διεκδικεί τα δικαιώματα του. Ειδικότερα αναφέρει στην επιστολή του αυτή τα ακόλουθα:
"Δια τους πιο πάνω λόγους και με βάση άλλες εμπειρίες διά να προχωρήσω σε όποιες κατασκευές θέλω να έχω τεχνικές λεπτομέρειες και σχέδια με οδηγίες δηλαδή η έγκριση των εισηγήσεων μας να έρχεται συνοδευμένη με επιστολή ως οδηγία και με κωδικό ώστε η ευθύνη να ανήκει εκεί που πρέπει και παράλληλα να δίνει την ευχέρεια στου κατασκευαστή να διεκδικεί τα δικαιώματα του είτε συν είτε πλην"».
Παρά τα πιο πάνω και ενώ η ίδια οδηγία είχε ήδη δοθεί στα αρχικά στάδια και από τον εργολάβο σε όλους τους υπεργολάβους του, εντούτοις ισχυρίστηκε ότι προχώρησαν στην εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών χωρίς αυτές να δίδονται ή επιβεβαιώνονται γραπτώς».
Δεν συμμεριζόμαστε την προβαλλόμενη, στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, θέση πως η ανωτέρω αναφερόμενη επιστολή αποδεικνύει, κατά πρώτον, ότι δίδοντο οδηγίες για εκτέλεση πρόσθετων εργασιών, κατά δεύτερον δε, ότι αυτές δίδοντο προφορικά. Πρόκειται για μία εντελώς αυθαίρετη ερμηνεία, η οποία δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα αναγράφονται στην ανωτέρω επιστολή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας, ως είχε καθήκον, τα αναγραφόμενα στην ως άνω επιστολή, ορθά έκρινε ότι με αυτήν ο Μ.Ε.1 απαίτησε όπως η κάθε οδηγία προς την Εφεσείουσα για εκτέλεση εργασίας, να δίδεται γραπτώς (Αλεξάνδρου v. Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 34/2013, ημερ. 4.2.19), ECLI:CY:AD:2019:A32.
Δεν συμμεριζόμαστε όμως ούτε τη θέση της Εφεσείουσας πως από το Τεκμήριο 20 προκύπτει ότι η Εφεσίβλητη αποδέχθηκε ότι υπήρχαν οδηγίες για εκτέλεση πρόσθετων εργασιών ή και ότι, παρά την απουσία γραπτών οδηγιών, δικαιολογείται η πληρωμή κάποιων εξ αυτών. Όπως παρατηρούμε, το Τεκμήριο 20 είναι μία δέσμη εγγράφων στα οποία περιλαμβάνεται σειρά επιστολών της Εφεσίβλητης προς τον Μ.Ε.1, καθώς και μία κατάσταση με τις κατ’ ισχυρισμόν εκτελεσθείσες πρόσθετες εργασίες, η οποία ετοιμάστηκε από την Εφεσείουσα, επί της οποίας υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις. Αξίζει να επισημανθεί ότι σε όλες τις επιστολές της, η Εφεσίβλητη αναφέρει στην Εφεσείουσα ότι παρουσιάζονται ελλείψεις στην υποβολή δικαιολογητικών για τις πρόσθετες εργασίες. Δυστυχώς δεν έχει επεξηγηθεί από πλευράς Εφεσείουσας, σε ποιο επακριβώς από τα ανωτέρω έγγραφα υπάρχει αποδοχή από την Εφεσίβλητη οποιωνδήποτε πρόσθετων εργασιών ή και πώς επακριβώς προκύπτει η κατ’ ισχυρισμόν αποδοχή της. Πρόκειται, κατά την κρίση μας, για μία γενική και αόριστη αναφορά της Εφεσείουσας σε κατ’ ισχυρισμόν αποδοχή της Εφεσίβλητης για εκτέλεση πρόσθετων εργασιών, η οποία ουδόλως προκύπτει από το Τεκμήριο 20. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, στην «αιτιολογία» του λόγου έφεσης παρατίθενται οι λεπτομέρειες του λόγου έφεσης «... με παραπομπή σε σχετικά γεγονότα, σε επίμαχες αναφορές στην εκκαλούμενη απόφαση...» (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Μαυρέα κ.ά., Ποιν. Εφ. Αρ. 13/2022 κ.ά., ημερ. 25.2.25). Στην προκείμενη περίπτωση, τα όσα προβάλλονται στην «αιτιολογία» του λόγου έφεσης, αναμφίβολα δεν βρίσκοναι σε συμφωνία με τον ανωτέρω νομολογιακό κανόνα.
Το ίδιο γενική και αόριστη κρίνεται και η προβαλλόμενη, στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, θέση πως από την προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι η Εφεσίβλητη αποδέχθηκε τις πρόσθετες εργασίες, χωρίς να διαμαρτυρηθεί περί του ότι εκτελέστηκαν χωρίς τις οδηγίες της. Ούτε σε αυτή την περίπτωση προσδιορίζεται σε ποιο ή ποια επακριβώς σημεία της μαρτυρίας εντοπίζεται η αποδοχή από την Εφεσίβλητη των πρόσθετων εργασιών.
Πέραν της ανωτέρω αναφερόμενης επιστολής, με την οποία ο ίδιος ο Μ.Ε.1 απαίτησε όπως οι οποιεσδήποτε οδηγίες της Εφεσίβλητης για πρόσθετες εργασίες δίδονται γραπτώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο καταγράφει και τα ακόλουθα:
«Επίσης, εν όψει της μη ύπαρξης γραπτών οδηγιών ή επιβεβαιωμένων προφορικών οδηγιών και της άρνησης των Εναγομένων γι’ αυτές, δεν προσκομίστηκε η μαρτυρία του Αρχιτέκτονα του Έργου για να διαφωτίσει για τις κατ’ ισχυρισμό επιπρόσθετες εργασίες, οι οποίες έγιναν, ενώ ο Επιμετρητής του Έργου, K. Ροδίτης (ΜΥ3), υπεύθυνος για τον Τελικό Λογαριασμό του Έργου, επιβεβαίωσε ότι τα ποσά τα οποία οι Ενάγοντες ζητούν
δεν δικαιολογήθηκαν ούτε παρουσιάστηκαν προς τούτο σχετικά αποδεικτικά ή επιβεβαίωση οδηγιών για τις κατ’ ισχυρισμό πρόσθετες εργασίες. Ως εκ των ανωτέρω δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του στα αμφισβητούμενα γεγονότα και την απορρίπτω».
Από τα ανωτέρω παρατεθέντα αποσπάσματα καθίσταται εμφανές ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών, όχι μόνο λόγω του ότι δεν είχαν παρουσιαστεί γραπτές οδηγίες ή και γραπτή επιβεβαίωση τους, αλλά και λόγω του ότι δεν είχε παρουσιαστεί η μαρτυρία του αρχιτέκτονα του έργου, που ήταν και ο πλέον αρμόδιος για να επιβεβαιώσει την εκτέλεση τους. Ειδικά δε καθ’ όσον αφορά την απαίτηση για επιβεβαίωση των πρόσθετων εργασιών από τον αρχιτέκτονα του έργου, το πρωτόδικο Δικαστήριο, πολύ εύστοχα παραπέμπει στο ακόλουθο απόσπασμα του συγγράμματος Keating on Construction Contracts, 10η Έκδοση, παρ. 7-099:
“If the architect issues a certificate which does not include something which the contractor has done and considers should be paid for as extra, the contractor may be unable to recover additional payment”.
Δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε και η προβαλλόμενη, στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, θέση πως το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι για την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών θα έπρεπε να υπήρχαν γραπτές οδηγίες ή επιβεβαίωση των προφορικών, αντικρούεται από τη διαπίστωση του ότι κάποια σημεία των αναφερομένων στην απαίτηση του Μ.Ε.1 τροποποιήσεων μπορεί να δικαιολογούν εύρημα ότι υπήρχαν τουλάχιστον οδηγίες από τον αρχιτέκτονα του έργου για εκτέλεση τους. Όπως έχουμε παρατηρήσει, στην αιτιολογία του λόγου έφεσης παρατίθεται αποσπασματικά μέρος μόνο του συλλογισμού του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Αυτό το οποίο στην πραγματικότητα αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να το οδηγήσει σε εύρημα ότι οι ανωτέρω τροποποιήσεις αποτελούν πρόσθετη εργασία, η οποία θα δικαιολογούσε την πληρωμή στην Εφεσείουσα επιπρόσθετου της αρχικής εργασίας κόστους. Για του λόγου το αληθές παραθέτουμε αυτούσιο το μέρος της απόφασης με το πλήρες σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου:
«Παρά το ότι σε κάποια σημεία, από τις αναφερόμενες, στην απαίτηση του, τροποποιήσεις, μπορεί να δικαιολογούν εύρημα ότι υπήρχαν οδηγίες τουλάχιστον από τον Αρχιτέκτονα του έργου για εκτέλεση τους (βλ. π.Χ. σημεία 1, 2 και 5 της Έκθεσης Τεκμήριο 3) ελλείπει μαρτυρία αν αυτές ήταν εντελώς νέα εργασία ή αποτελούσε τροποποίηση των υφιστάμενων εργασιων καθώς και το κόστος της αρχικής εργασίας αντιπαραβαλλόμενη με το κόστος της εργασίας που εκτελέσθηκε. Ως αναφέρεται στο πιο πάνω υπό αναφορά σύγγραμμα παρ. 4-48 οι Ενάγοντες και συμφωνώ με τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν νομιμοποιούνται στην απαίτηση τους, μόνο από αυτό το γεγονός: “Mere permission by the employer to do work different from that contracted for must be distinguished from α request. Thus contractors had undertaken ας part of α lump - sum contract to make certain girders. They found that it was impracticable οr very expensive to make them in the specified way and applied for, and were granted, permission to make them thicker. Lord Blackburn said "I think that there is nothing in that to imply that there was to be payment for that additional thickness (Wilmot υ. Smith (1828) 3 C&P 453)”».
Ο δεύτερος λόγος κρίνεται επίσης αβάσιμος.
Λόγω της συνάφειας και της μεταξύ τους αλληλοσύνδεσης, κρίνουμε ορθότερο όπως οι λόγοι έφεσης 3 και 4 συνεξεταστούν. Με τον τρίτο λόγο έφεσης η Εφεσείουσα παραπονείται, ως έχουμε ήδη αναφέρει, για το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως δεν απέδειξε ότι οι εργασίες ήταν πρόσθετες και ότι δεν ενέπιπταν στις δυνάμει του επίδικου συμβολαίου υπεργολαβίας υποχρεώσεις της ή ότι υπήρξε διαφοροποίηση του. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης ψέγει το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα έκρινε πως δεν απέδειξε ότι δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, ακόμη και εάν υπήρξε διαφοροποίηση του επίδικου συμβολαίου.
Σύμφωνα με την αιτιολογία του τρίτου λόγου έφεσης, υπήρχε μαρτυρία ότι οι εργασίες ήταν πρόσθετες και ότι δεν ενέπιπταν στις δυνάμει του επίδικου συμβολαίου υπεργολαβίας αναληφθείσες υποχρεώσεις της Εφεσείουσας. Από την άλλη, δεν υπήρξε αξιόπιστη και ανεξάρτητη μαρτυρία από την Εφεσίβλητη για το αντίθετο ή και ότι δεν υπήρξε διαφοροποίηση του. Από το Τεκμήριο 20 δε, προκύπτει ότι ο Μ.Υ.1 αποδέχθηκε ότι εκτελέστηκαν πρόσθετες εργασίες.
Κατά πρώτο, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία τόσο του Μ.Ε.1 όσο και του Μ.Ε.2 για τους λόγους που επεξηγεί λεπτομερώς στην απόφαση του. Δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος θα δικαιολογούσε την επέμβαση μας στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία των ως άνω μαρτύρων. Αφ’ ης στιγμής λοιπόν απορρίφθηκε η μαρτυρία των ως άνω μαρτύρων, που ήταν και οι μοναδικοί μάρτυρες της Εφεσείουσας, το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Εφεσείουσα δεν απέδειξε ότι δικαιούται πρόσθετη πληρωμή, ήταν απόλυτα δικαιολογημένο.
Δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε η προβαλλόμενη στην αιτιολογία του λόγου έφεσης θέση πως δεν υπήρξε ανεξάρτητη και αξιόπιστη μαρτυρία από πλευράς Εφεσίβλητης ότι οι πρόσθετες εργασίες ενέπιπταν στις δυνάμει του επίδικου συμβολαίου υπεργολαβίας υποχρεώσεις της Εφεσείουσας, καθώς και ότι αυτό δεν είχε διαφοροποιηθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδεχόμενο τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, αναφέρει επί λέξει ότι «...επεξήγησε γιατί τα όσα αναφέρονται στην απαίτηση των Εναγόντων δεν δικαιολογούν εύρημα ότι υπήρχε επιπρόσθετη εργασία ή τεκμηρίωση ότι υπήρχε επιπρόσθετο κόστος για οποιαδήποτε εργασία που αναφέρεται στην έκθεση του κ. Παναγιωτίδη».
Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί και το πρωτόδικο Δικαστήριο, η Εφεσείουσα ήταν αυτή που είχε το βάρος να αποδείξει με θετική μαρτυρία ότι οι προβαλλόμενες εργασίες ήταν επιπρόσθετες και δεν ενέπιπταν στις δυνάμει του επίδικου συμβολαίου υπεργολαβίας υποχρεώσεις της. Η αμέσως πιο πάνω επισήμανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου συμβαδίζει με τη γνωστή νομολογιακή αρχή ότι το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων, ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Σοφοκλέους v. Κυριάκου (2010) 1 Α.Α.Δ.665 και Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1858).
Καθ’ όσον αφορά την προβαλλόμενη στην αιτιολογία του λόγου έφεσης θέση πως από το Τεκμήριο 20 προκύπτει ότι η Εφεσίβλητη αποδέχθηκε ότι εκτελέστηκαν πρόσθετες εργασίες, ως έχουμε ήδη αναφέρει στο πλαίσιο της εξέτασης του δεύτερου λόγου έφεσης, στην αιτιολογική βάση του οποίου προβάλλεται παρόμοια θέση, δεν έχει προσδιοριστεί από πλευράς Εφεσείουσας πού επακριβώς υπάρχει αποδοχή από την Εφεσίβλητη ότι εκτελέστηκαν επιπρόσθετες εργασίες ή και σε τι επακριβώς συνίσταται η κατ’ ισχυρισμόν αποδοχή.
Προβάλλεται περαιτέρω από την Εφεσείουσα ότι δεν δικαιολογείται το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι σημειώσεις του Μ.Υ.1 επί του Τεκμηρίου 20 δεν αποτελούν παραδοχή ότι εκτελέστηκαν πρόσθετες εργασίες. Αυτό το οποίο έχουμε διαπιστώσει όμως είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρεται σε σημειώσεις επί των αρχιτεκτονικών σχεδίων, που αποτελούν το Τεκμήριο 10, σύμφωνα με την αρίθμηση των τεκμηρίων από το πρωτόδικο Δικαστήριο, και όχι σε σημειώσεις επί του Τεκμηρίου 20. Εν πάση περιπτώσει, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι οι ανωτέρω σημειώσεις υποδείκνυαν κάποιες πρόσθετες εργασίες, βασιζόμενο σε αποσπάσματα του συγγράμματος Keating on Construction Contract, των Stephen Furst και Vivian Ramsey, 2015, §4-54, §4-57 και πιο συγκεκριμένα, βασιζόμενο στο τι αποτελεί οδηγία για πρόσθετη εργασία, με βάση την ερμηνεία που δίνεται στο ανωτέρω σύγγραμμα.
Καθοδηγούμενοι από τα όσα έχουμε παραθέσει πιο πάνω, κατά την εξέταση του τρίτου λόγου έφεσης, απορρίπτουμε την προβαλλόμενη στην αιτιολογία του τέταρτου λόγου έφεσης θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο περιορίστηκε απλά στην απόρριψη της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 στην ολότητα της, χωρίς να αιτιολογήσει τους λόγους για τους οποίους η Εφεσείουσα δεν δικαιούται πληρωμή για κάθε επιπρόσθετη εργασία, όπως αναλύθηκε από τους μάρτυρες της, όπως και για το ότι, ακόμα και εάν υπήρξε διαφοροποίηση της συμφωνίας, δεν δικαιούται επιπρόσθετη πληρωμή. Ως έχουμε ήδη αναφέρει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού απέρριψε τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, καταλήγει ότι η Εφεσείουσα απέτυχε να αποδείξει, με παραπομπή στην επίδικη σύμβαση υπεργολαβίας: (α) ότι οι κατ’ ισχυρισμό εργασίες ήταν πρόσθετες, μη εμπίπτουσες στις δυνάμει της επίδικης σύμβασης αναληφθείσες υποχρεώσεις της και (β) ότι υπήρξε διαφοροποίηση της επίδικης σύμβασης. Δεν συμμεριζόμαστε την προβαλλόμενη στην αιτιολογία του τέταρτου λόγου έφεσης θέση ότι δεν μπορεί να ευσταθεί το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Εφεσείουσα δεν απέδειξε ότι δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, ακόμα και εάν υπήρξε διαφοροποίηση του επίδικου συμβολαίου. Επισημαίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τον Λογαριασμό που κατέθεσε ο Μ.Ε.1, Τεκμήριο 2, για τον λόγο ότι δεν παρουσιάστηκαν δικαιολογητικά και αποδείξεις των καταγραφομένων στο εν λόγω τεκμήριο ποσών, όπως επίσης δεν αποδέχθηκε ούτε την Έκθεση του Μ.Ε.2, Τεκμήριο 3, για τους λόγους που αναφέρονται λεπτομερώς στο απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης, το οποίο έχουμε παραθέσει πιο πάνω.
Η απόρριψη της μαρτυρίας των μαρτύρων της Εφεσείουσας, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο σε οποιαδήποτε αντίθετη κατάληξη.
Οι λόγοι έφεσης 3 και 4 απορρίπτονται.
Προχωρούμε στην εξέταση των λόγων έφεσης 5 και 7, οι οποίοι είναι συναφείς μεταξύ τους, γι αυτό χρήζουν συνεξέτασης. Με αυτούς προσβάλλεται, κατ’ ουσίαν, ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, τον οποίο τρόπο η Εφεσείουσα θεωρεί εσφαλμένο. Ως έχουμε ήδη αναφέρει, με τον πέμπτο λόγο έφεσης η Εφεσείουσα παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν απέδειξε ή δεν προσδιόρισε με σαφήνεια και αποδείξεις το κόστος των εργασιών ως ειδικές αποζημιώσεις. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογία του, το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αξία των πρόσθετων εργασιών θα έπρεπε να αποδειχθεί με αποδείξεις, ως ειδικές αποζημιώσεις, είναι νομικά εσφαλμένο, για τον λόγο ότι υπήρχε η μαρτυρία του πραγματογνώμονα της Εφεσείουσας, Μ.Ε.2, καθώς και η έκθεση εκτίμησης της αξίας των πρόσθετων εργασιών που συνέταξε, η οποία ήταν και η μοναδική μαρτυρία που δόθηκε για την αξία των πρόσθετων εργασιών.
Με τον έβδομο λόγο έφεσης η Εφεσείουσα παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.2 δεν είχε τεκμηριωθεί επιστημονικά ή και ότι δεν αιτιολογήθηκε από αυτόν η κοστολόγηση των πρόσθετων εργασιών.
Ως έχουμε ήδη αναφέρει, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε μεν την εμπειρογνωμοσύνη του Μ.Ε.2, όμως απέρριψε τη μαρτυρία του, περιλαμβανομένης της έκθεσης που συνέταξε, Τεκμήριο 3, κρίνοντας την ως μη «επιστημονικά τεκμηριωμένη». Οι λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκε η μαρτυρία του καταγράφονται λεπτομερώς στο απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης, το οποίο έχουμε παραθέσει πιο πάνω. Δεν συμμεριζόμαστε την προβαλλόμενη στην αιτιολογία του έβδομου λόγου έφεσης θέση πως το πρωτόδικο Δικαστήριο περιορίζεται σε γενικές αναφορές για να κρίνει ότι δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του Μ.Ε.2, χωρίς να εξετάζει την κάθε εργασία ξεχωριστά, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από όλους τους μάρτυρες. Υπενθυμίζουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλα τα περιγραφόμενα στην έκθεση του μάρτυρα κονδύλια, μεταξύ άλλων, και για το ότι «...δεν επεξήγησε με σαφή και τεκμηριωμένο τρόπο, πως κατέληξε ότι οι αναφερόμενες στην έκθεση του, υπό στοιχεία 1 – 56, είναι επιπρόσθετες εργασίες ή πέραν από τις προβλεπόμενες από το συμβόλαιο, εργασίες ούτε δικαιολόγησε με την αναγκαία λεπτομέρεια την διαφοροποίηση του κόστους που αφορούσε σε τροποποίηση προβλεπόμενης εργασίας». Προσθέτουμε ακόμα ότι, το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από άλλο πρόσωπο ή άλλη έκθεση εκτίμησης της αξίας της κάθε εργασίας, προς αντίκρουση της έκθεσης του Μ.Ε.2, σε καμία περίπτωση καθιστούσε την έκθεση του αυτομάτως αποδεκτή, χωρίς να απαιτείται αξιολόγηση της από το πρωτόδικο Δικαστήριο (Ντεμουρτσίδης v. Finandria Constructions Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 12/2019, ημερ. 28.4.26).
Εν κατακλείδι, κρίνουμε ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος θα δικαιολογούσε την επέμβαση μας στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία του Μ.Ε.2.
Οι λόγοι έφεσης 5 και 7 απορρίπτονται.
Με τον έκτο λόγο έφεσης η Εφεσείουσα ψέγει τον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία του Μ.Υ.2. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αιτιολογία του, η μαρτυρία του Μ.Υ.2 ήταν αόριστη, γενική και γεμάτη υπεκφυγές, αποφεύγοντας να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις ως προς το κατά πόσον εκτελέστηκαν οι πρόσθετες εργασίες, ενώ σε σχέση με τις προνοητικές εργασίες δεν μπορούσε να βεβαιώσει εάν εκτελέστηκαν. Οι δε χειρόγραφες σημειώσεις του επί του Τεκμηρίου 20 έρχονται σε αντίθεση με όσα δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον, ενώ εκεί αποδεχόταν ότι κάποιες εργασίες είχαν εκτελεστεί, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του αρνήθηκε ότι είχαν εκτελεστεί ή δεν ξεκαθάρισε αν εκτελέστηκαν ή όχι.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα:
«Ειδικότερα η μαρτυρία του κ. Λόη (ΜΥ1) ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και τα όσα ανέφερε ως εμπειρογνώμονας για τα επιμέρους θέματα που εγείρονται έχουν επεξηγηθεί με πλήρη σαφήνεια και το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία του. Ειδικότερα με τρόπο σαφή και επιστημονικό επεξήγησε γιατί τα όσα αναφέρονται στην απαίτηση των Εναγόντων δεν δικαιολογούν εύρημα ότι υπήρχε επιπρόσθετη εργασία ή τεκμηρίωση ότι υπήρχε επιπρόσθετο κόστος για οποιαδήποτε εργασία που αναφέρεται στην έκθεση του κ. Παναγιωτίδη. Δέχομαι τα όσα ανέφερε και για τις επιμέρους απαιτήσεις υπό στοιχεία 1-56 της Έκθεσης Απαίτησης παραγρ. 5 (βλ. Τεκ. Β1 και Β2). Η αναφορά του ότι μετά από ανάλυση είχαν καταλήξει ότι το ποσό των επιπρόσθετων εργασιών πιθανόν να είναι Λ.Κ.15.600 και στάληκε στον κ. ροδίτη (sic) για πληρωμή δεν μπορεί να αποτελέσει παραδοχή, ως προς το κόστος των επιπρόσθετων εργασιών που αυτά αφορά, αφού ως επεξήγησε στον ουσιώδη χρόνο, προσπαθούσαν να βοηθήσουν τους Ενάγοντες να πληρωθούν αφού σε οποιαδήποτε επιπρόσθετη εργασία των Εναγόντων και οι ίδιοι θα επωφελούντο ποσοστό. Εν όψει των ανωτέρω αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της και γίνονται ανάλογα ευρήματα».
Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η προβαλλόμενη στην αιτιολογία του λόγου έφεσης θέση πως ο Μ.Υ.1 αρκέστηκε σε γενικότητες, αποφεύγοντας να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις ως προς το κατά πόσον εκτελέστηκαν πρόσθετες ή προνοητικές εργασίες. Έχουμε ήδη παραθέσει πιο πάνω απόσπασμα της μαρτυρίας του, από το οποίο διαφαίνεται η ξεκάθαρη θέση του ότι δεν είχαν εκτελεστεί προνοητικές εργασίες. Περαιτέρω, έχοντας εξετάσει το σύνολο της μαρτυρίας του, κρίνουμε ως απόλυτα δικαιολογημένη την αποδοχή από το πρωτόδικο Δικαστήριο της μαρτυρίας του ως επιστημονικά τεκμηριωμένης. Παρά δε το ότι στην αιτιολογία του λόγου έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο τον θεώρησε εμπειρογνώμονα, εντούτοις δεν επεξηγείται ο λόγος ή οι λόγοι για τους οποίους δεν θα έπρεπε να του αποδοθεί η ως άνω ιδιότητα, όπως θα ήταν ενδεχομένως η μη κατοχή ακαδημαϊκών προσόντων, πείρας κ.λπ.. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε και η προβαλλόμενη στην αιτιολογία του λόγου έφεσης θέση πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αναλύει σε ποια σημεία δέχθηκε τη μαρτυρία του ως μαρτυρία επί των γεγονότων της υπόθεσης και σε ποια σημεία ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Όπως διαφαίνεται από την πρωτόδικη απόφαση, τουλάχιστον η μαρτυρία του επί της απαίτησης της Εφεσείουσας, όπως αυτή περιγράφεται στην έκθεση του Μ.Ε.2, κρίθηκε ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Καθ’ όσον αφορά την προβαλλόμενη στην αιτιολογία του λόγου έφεσης θέση του εν σχέσει με τις χειρόγραφες σημειώσεις που υπάρχουν επί του Τεκμηρίου 20, πιο συγκεκριμένα ότι έρχονται σε αντίθεση με όσα ο μάρτυρας δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου, υπενθυμίζουμε ότι έχουμε ήδη κάμει αναφορά στο ως άνω τεκμήριο σε προγενέστερο σημείο της απόφασης μας. Με την ίδια επακριβώς γενικότητα και αοριστία, με την οποία η Εφεσείουσα διατύπωσε τις επικρίσεις της επί του ως άνω τεκμηρίου, στις οποίες έχουμε ήδη αναφερθεί πιο πάνω, διατυπώνει και τη θέση ότι από τις ως άνω χειρόγραφες σημειώσεις προκύπτει αποδοχή από την Εφεσίβλητη της εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών. Δεν υπάρχει επακριβής προσδιορισμός ούτε συγκεκριμενοποίηση των χειρόγραφων σημειώσεων από τις οποίες προκύπτει η αποδοχή από την Εφεσίβλητη της εκτέλεσης των πρόσθετων εργασιών.
Εν κατακλείδι, δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος θα δικαιολογούσε την επέμβαση μας στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία του Μ.Υ.1.
Ο έκτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον τελευταίο λόγο έφεσης η Εφεσείουσα ψέγει το πρωτόδικο Δικαστήριο πως λανθασμένα θεώρησε ότι δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του Μ.Ε.1. Ό,τι προσβάλλει, κατ’ ουσίαν, η Εφεσείουσα είναι τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην αιτιολογία του λόγου έφεσης προβάλλεται ότι: (α) Οι λόγοι που παρέθεσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, για τους οποίους δεν έρχεται σε αντίθεση με τα όσα προβλέπονται στην επίδικη συμφωνία υπεργολαβίας η θέση ότι μπορούσε η Εφεσίβλητη να αφαιρέσει εργασίες χωρίς την έγκριση των διαδίκων, δεν ευσταθούν, ούτε δικαιολογούνται από τη μαρτυρία, (β) Δεν προκαλεί οποιαδήποτε αντιφατικότητα στους ισχυρισμούς του μάρτυρα το γεγονός ότι μειώθηκε η απαίτηση της Εφεσείουσας από την αρχικώς διεκδικούμενη, (γ) Δεν έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του μάρτυρα πως η Εφεσείουσα δεν ήταν συμβαλλόμενη με οποιονδήποτε άλλον εκτός από την Εφεσίβλητη, το ότι οδηγίες δίδοντο και από τον αρχιτέκτονα και τον εργοδότη του έργου, (δ) Η ερμηνεία που δίδεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο Τεκμήριο 18 δεν είναι λογική, ούτε συνάδει με την παρουσιασθείσα μαρτυρία και (ε) Δεν αιτιολογείται από το πρωτόδικο Δικαστήριο ο λόγος για τον οποίο δεν το έπεισε η θέση του μάρτυρα ότι εκτελέστηκαν οι αναφερόμενες στο Τεκμήριο 4 προνοητικές εργασίες.
Ξεκινώντας με τα προβαλλόμενα στην υπό (β) αιτιολογική βάση, όπως έχουμε παρατηρήσει, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 αναφέρεται όντως στη μείωση της απαίτησης της Εφεσείουσας από το αρχικώς διεκδικούμενο πόσο. Δεν συμφωνούμε όμως ότι την εκλαμβάνει ως γεγονός αντιφάσκον με τους ισχυρισμούς του μάρτυρα, ούτε αναφέρει κάτι τέτοιο στην απόφαση του. Συνεπώς τα προβαλλόμενα στην υπό (β) αιτίολογική βάση δεν γίνονται αποδεκτά.
Καθ’ όσον αφορά τα προβαλλόμενα στην υπό (γ) αιτιολογική βάση, αναφέρουμε ότι όρθά, κατά την κρίση μας, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι αποτελεί αντίφαση ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι η Εφεσείουσα δεν είχε συμβληθεί με οποιονδήποτε άλλον εκτός της Εφεσίβλητης, συνεπώς δεν δεσμεύετο από οποιαδήποτε άλλη συμφωνία, με την παραδοχή του ότι οδηγίες ως προς την εκτέλεση των εργασιών, δίδοντο και από τον αρχιτέκτονα του έργου, όπως και από τον εκπρόσωπο του εργοδότη του έργου. Είναι άξιο απορίας για ποιο λόγο αποδέχοντο τις οδηγίες που τους δίδοντο από τον αρχιτέκτονα ή και τον εκπρόσωπο του εργοδότη του έργου, αφ’ ης στιγμής η Εφεσείουσα δεν δεσμεύετο από τους όρους του βασικού συμβολαίου εργολαβίας, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του.
Καθ’ όσον αφορά τα προβαλλόμενα στις υπό (δ) και (ε) αιτιολογικές βάσεις, υπενθυμίζουμε ότι τα έχουμε ήδη σχολιάσει λοπτομερώς σε προγενέστερο σημείο της απόφασης μας, για αυτό δεν προτιθέμεθα να επανέλθουμε επί των ιδίων.
Ερχόμαστε στην εξέταση των όσων προβάλλονται στην υπό (α) αιτιολογική βάση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 επί του συγκεκριμένου σημείου, αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα:
«Αρχίζοντας από τη μαρτυρία του Διευθυντή των Εναγόντων κ. Τάσου Φωκά (ΜΕ1), ένα από τα σημεία αντιπαράθεσης των δύο πλευρών ήταν η ισχυριζόμενη αφαίρεση εργασιών από τους Εναγομένους ενώ, ως ισχυρίσθηκε δεν είχαν τέτοιο δικαίωμα, χωρίς την προηγούμενη έγκριση των Εναγόντων, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να απωλέσουν κέρδος. Η θέση αυτή δεν συνάδει με τους όρους 2.4 και 2.5 της επίδικης συμφωνίας που δίδει τη δυνατότητα στον εργολάβο «αν ο υπεργολάβος θελήσει να σταματήσει τις εργασίες για περισσότερο από 7 μέρες, να τερματίσει τη συμφωνία και να προχωρήσει με ενέργειες που θα αποτρέψουν οποιοδήποτε πρόβλημα στην πρόοδο του έργου», αλλά και «σε περίπτωση που ο υπερβολάβος δεν συμμορφώνεται με οποιεσδήποτε οδηγίες του εργολάβου το αργότερο μέσα σε διάστημα 7 ημερών και δεν συμμορφωθεί με οποιαδήποτε οδηγία, μπορεί να λάβει όλα τα απαραίτητα και αναγκαία μέτρα ώστε να μην δημιουργηθεί πρόβλημα στην πρόοδο του έργου». Ως προέκυψε από την μαρτυρία οι Εναγόμενοι προειδοποίησαν με διάφορες επιστολές τους Ενάγοντες, για αφαίρεση των, υπό αναφορά, εργασιών και ως τούτου η θέση του Μ.Ε.1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται».
Οι όροι 2.4 και 2.5 της επίδικης συμφωνίας υπεργολαβίας, στους οποίους αναφέρεται και το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχουν ως ακολούθως:
«2.4. Εάν ο Υπεργολάβος/Προμηθευτής σταματήσει ή αναστείλει τις εργασίες του για περισσότερο από 7 ημέρες τότε ο Εργολάβος, μετά από γραπτή ειδοποίηση που θα αποστείλει στον Υπεργολάβο/ Προμηθευτή, δικαιούται να τερματίσει την παρούσα Συμφωνία και να προχωρήσει με ενέργειες που θα αποτρέψουν οποιοδήποτε πρόβλημα στην πρόοδο του έργου συμπεριλαμβανομένης και της αντικατάστασης του Υπεργολάβου/Προμηθευτή. Ο Υπεργολάβος/ Προμηθευτής θα είναι υπεύθυνος για οποιαδήποτε ζημιά και απώλεια που θα είναι αποτέλεσμα του προαναφερόμενου τερματισμού της Συμφωνίας.
2.5 Ο Υπεργολάβος/Προμηθευτής θα συμμορφώνεται με οποιεσδήποτε οδηγίες του Εργολάβου το αργότερο μέσα σε διάστημα 7 ημερών (εκτός εάν αναφέρεται άλλο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στην συγκεκριμένη οδηγία). Στην περίπτωση που ο Υπεργολάβος/ Προμηθευτής δεν συμμορφωθεί με οποιαδήποτε οδηγία, ο Εργολάβος έχει το δικαίωμα να λάβει όλα τα απαραίτητα και αναγκαία μέτρα ώστε να μην δημιουργηθεί πρόβλημα στην πρόοδο του έργου».
Ως προκύπτει από το ανωτέρω παρατεθέν απόσπασμα της απόφασης του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα ότι, παρά το ότι η Εφεσίβλητη προειδοποίησε με σειρά επιστολών της την Εφεσείουσα για την αφαίρεση συμφωνηθεισών να εκτελεστούν από την Εφεσείουσα εργασιών, εντούτοις η τελευταία παρέλειψε να συμμορφωθεί, με αποτέλεσμα η Εφεσίβλητη να προβεί τελικά στην αφαίρεση τους. Αξίζει να επισημανθεί ότι η Εφεσείουσα με την Έκθεση Απαίτησης της αξιώνει, μεταξύ άλλων, ποσό Λ.Κ.2.315 ως απώλεια κέρδους για εργασίες που αφαιρέθηκαν.
Κατά πρώτον θα πρέπει να αναφερθεί ότι το ανωτέρω εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί προειδοποίησης της Εφεσείουσας για αφαίρεση εργασιών δεν προσβάλλεται με τους λόγους έφεσης. Κατά δεύτερον, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας ορθά, κατά την κρίση μας, τους ανωτέρω παρατεθέντες όρους της επίδικης συμφωνίας υπεργολαβίας, ειδικά δε τον όρο 2.5, ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, κατέληξε ουσιαστικά ότι δεν απαιτείτο η έγκριση της Εφεσείουσας για την αφαίρεση εργασιών, τις οποίες θα εκτελούσε η Εφεσείουσα, με βάση την επίδικη συμφωνία υπεργολαβίας. Ενόψει του ότι η Εφεσείουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις προειδοποιητικές επιστολές της Εφεσίβλητης, η τελευταία είχε δικαίωμα να προβεί στην αφαίρεση εργασιών μονομερώς, χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Εφεσείουσας. Ο Μ.Υ.1 στη γραπτή του δήλωση, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Ήταν ρητός ο όρος του Συμφωνητικού Υπεργολαβίας ότι οι Ενάγοντες ήταν υπόχρεοι να ακολουθούν το Πρόγραμμα Εργασιών των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες, κατά παράβαση του πιο πάνω όρου είχαν επανειλημμένως παρεκκλίνει από το πρόγραμμα εργασιών για τους λόγους που αφορούσαν κυρίως....Κατά διάφορα χρονικά διαστήματα οι Εναγόμενοι απέστελλαν σχετικές ειδοποιήσεις προς τους Ενάγοντες με σκοπό την άμεση συμμόρφωση των Εναγόντων με το πρόγραμμα εργασιών του Έργου.....Στην επιστολή ημερομηνίας 24/2/2006....οι εναγόμενοι επέστησαν την προσοχή των εναγόντων στη σοβαρότητα της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί ένεκα της από μέρους τους πρόκλησης καθυστέρησης στην πρόοδο των εργασιών του Έργου και η τυχόν μη συμμόρφωση τους θα ανάγκαζε τους εναγόμενους να προβούν σε αφαίρεση εργασιών».
Καθ’ όσον αφορά την ερμηνεία μιας σύμβασης θεωρούμε ορθό να υπομνήσουμε τον νομολογιακό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο αυτή είναι νομικό ζήτημα, το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Βασική δε αρχή για την ερμηνείας μιας σύμβασης είναι η πρόθεση των συμβαλλομένων, όπως εκφράστηκε στο έγγραφο (Morgan v. Μολέσκη κ.ά. Πολ. Έφεση Αρ. 360/2019, ημερ. 12.5.26).
Η Εφεσείουσα στην υπό (α) αιτιολογική βάση του λόγου έφεσης διατείνεται ότι ο Μ.Ε.1. στη μαρτυρία του έκαμε λόγο ξεκάθαρα για αυθαίρετη αφαίρεση εργασιών, εφόσον δεν απεδέχθη ότι υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση ή ότι δεν συμμορφώνετο με οδηγίες των εργολάβων. Θα πρέπει όμως να υπενθυμίσουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 στην ολότητα της για τους λόγους που επεξηγεί λεπτομερώς στην απόφαση του.
Ο όγδοος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Κατάληξη
Στη βάση όλων των πιο πάνω, η Έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Επιδικάζονται έξοδα €5.200, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ της Εφεσίβλητης και εις βάρος της Εφεσείουσας.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο