P. A. M. v. C. F., Πολιτική Έφεση Αρ.: 52/2024, 19/6/2026
print
Τίτλος:
P. A. M. v. C. F., Πολιτική Έφεση Αρ.: 52/2024, 19/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 52/2024)

 

19 Ιουνίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

P. A. M.

 

Εφεσείων

v.

 

C. F.

 

Εφεσίβλητης

 

--------------------

 

Ρ. Δρακουλάκου (κα), για Yiannis Fanides & Co LLC, για τον Εφεσείοντα

Α. Δημητριάδης, για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Με την υπό κρίση έφεση προσβάλλεται η τελική απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερ. 12.1.24, με την οποία ο Εφεσείων διατάχθηκε να καταβάλλει στην Εφεσίβλητη €1.645 μηνιαίως από 4.11.20, ημερομηνία καταχώρισης της εναρκτήριας αίτησης, ως συνεισφορά του στη διατροφή της ανήλικης θυγατέρας του.

 

 Με την εναρκτήρια αίτηση της η Εφεσίβλητη ζητούσε αρχικά το ποσό των €3.600 μηνιαίως ως συνεισφορά του Εφεσείοντος, ποσό το οποίο, στη συνέχεια, περιόρισε στα €3.300 μηνιαίως. Επίσης, στις 20.11.20, εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Εφεσείων διατασσόταν να καταβάλλει το ποσό των €3.000 μηνιαίως ως συνεισφορά για τη διατροφή της ανήλικης θυγατέρας του, το οποίο, μετά από ακρόαση, στις 28.1.22 περιορίστηκε στα €1.500 μηνιαίως από 24.12.20, ημερομηνία επίδοσης της μονομερούς αίτησης και του προσωρινού διατάγματος στον ίδιο.

 

Η ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης πρωτόδικα, ως υπόθεσης «Ταχείας Εκδίκασης» σύμφωνα με τη Δ.30 θ.6 των τότε ισχυόντων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διεξήχθη στη βάση ενόρκων δηλώσεων τις οποίες κατέθεσαν οι διάδικοι και οι οποίοι αντεξετάστηκαν.

 

Τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση, ως ακολούθως:

 

 

«1. Οι διάδικοι, Ελβετοί Υπήκοοι, διατηρούσαν σχέση και συμβίωναν.

 

2.     Από τη μεταξύ τους σχέση, απέκτησαν στις 21.9.2013 την ανήλικη θυγατέρα τους, ….

 

3.     Από το 2007 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2018 διέμεναν στην Ελβετία

 

4.     Τον Φεβρουάριο του 2018 εγκαταστάθηκαν σε ενοικιαζόμενη κατοικία στην Π…  της επαρχίας Πάφου όπου και διέμεναν μέχρι και την κατάρρευση της σχέσης τους τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους.

 

5.     Έκτοτε η ανήλικη διαμένει με την Αιτήτρια. Αρχικά διέμεναν στην ως άνω κατοικία και στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν σε ενοικιαζόμενη κατοικία στην Κ…  της επαρχίας Πάφου.

 

6.     Ο Καθ’ ου η αίτηση διαμένει στη Γερμανία με τη νέα του σύζυγο, τη θυγατέρα που απέκτησαν και τις δυο θυγατέρες της νέας συζύγου του από προηγούμενο γάμο  της.

 

7.     Κατά τη διάρκεια της συμβίωσης των διαδίκων ο Καθ’ ου η αίτηση επωμιζόταν αποκλειστικά όλα τα έξοδα διατροφής και συντήρησης τόσο της ανήλικης θυγατέρας των όσο και της ίδιας της Αιτήτριας.

 

8.     Η Αιτήτρια διατηρεί επιχείρηση πώλησης ενδυμάτων.

 

9.     Η ανήλικη φοιτά σε ιδιωτικό σχολείο της επαρχίας Πάφου».

 

Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα αποτελούσαν και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο Άρθρο 33(1) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Ν.216/90, το οποίο επιβάλλει στους γονείς υποχρέωση για από κοινού διατροφή του ανήλικου τέκνου τους, ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός, στο Άρθρο 37(1), το οποίο προβλέπει ότι η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου, καθώς και στο Άρθρο 37(2), το οποίο προβλέπει ότι η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τη νομολογιακή αρχή ότι οι γονείς έχουν υποχρέωση να προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των πραγματικών εισοδημάτων τους, χωρίς η οικονομική δυνατότητα του καθενός να αποτελεί ζήτημα απόδειξης από τον έτερο γονέα. Στη Δημητρίου ν. Περδίου (2005) 1 Α.Α.Δ. 418 λέχθηκαν τα εξής:

 

«Όπως έχει η σχετική νομοθετική διάταξη (βλ. άρθρο 33(1) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν. 216/90) η υποχρέωση για διατροφή των ανηλίκων τέκνων μιας οικογένειας ανήκει και στους δυο γονείς, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καθενός. Έχουν και οι δυο υποχρέωση όπως προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των πραγματικών τους εισοδημάτων και όχι μόνο των εξόδων τους. Στην υπόθεση Ette v. Ette [1965] 1 All. E.R. 341, 346 έχει λεχθεί ότι όταν ο καθού η αίτηση δεν προβαίνει ο ίδιος σε ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη σχετικά με την οικονομική του κατάσταση, τότε το δικαστήριο μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του επαγγέλματος του και το τι κερδίζουν άλλοι στο ίδιο το επάγγελμα, να υπολογίσει ότι ο καθού η αίτηση έχει ψηλότερα, απ' ότι ισχυρίζεται, εισοδήματα. Η αρχή αυτή συνάδει και με τον κανόνα ότι εκεί που κάποιος έχει την αποκλειστική γνώση γεγονότων, οφείλει να τα αποδείξει. (βλ. Tarapoulouzis v. District Officer (1962) C.L.R. 91 και Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδη κ.ά. (1998) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1386, 1390). Επομένως σε υποθέσεις διατροφής των ανηλίκων τέκνων μιας οικογένειας, η οικονομική δυνατότητα του καθενός από τους γονείς δεν είναι θέμα που θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτητή ή την αιτήτρια, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά θέμα αληθινής αποκάλυψης από τους ίδιους τους γονείς, των αντιστοίχων εισοδημάτων τους. Το δε δικαστήριο, προβαίνει σε πλήρη έρευνα αυτών των στοιχείων».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εκκαλούμενη απόφαση, διαπίστωσε πως ουδείς διάδικος υπήρξε ειλικρινής ως προς την πραγματική του κατάσταση και την εισοδηματική του ικανότητα. Αφού κατέληξε στο εύρημα ότι τα εισοδήματα της Εφεσίβλητης δεν μπορούσαν να είναι χαμηλότερα των εξόδων της, δηλαδή των €2.200 μηνιαίως και του Εφεσείοντος όχι χαμηλότερα των €10.000 μηνιαίως και ότι τα έξοδα της ανήλικης ανήρχοντο στο ποσό των €2.040 μηνιαίως, καθόρισε τη συνεισφορά του Εφεσείοντος στο ποσό των €1.645 μηνιαίως από 4.11.20, ημερομηνία καταχώρισης της κυρίως αίτησης.

 

Ο Εφεσείων, με πέντε λόγους έφεσης, προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση και ζητά τη διαφοροποίηση του ως άνω διατάγματος έτσι ώστε να καταβάλλει €1.000 μηνιαίως, ως συνεισφορά του στη διατροφή της θυγατέρας του. Συγκεκριμένα, προβάλλει ότι: Είναι εσφαλμένος ο τρόπος καθορισμού των οικονομικών δυνατοτήτων και της δικής του εισοδηματικής ικανότητας και τα πρωτόδικα συμπεράσματα είναι αυθαίρετα, ιδιαίτερα το εύρημα ότι η εισοδηματική του ικανότητα δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη των €10.000 (πρώτος λόγος), είναι εσφαλμένος και αυθαίρετος ο καθορισμός της συνεισφοράς της Εφεσίβλητης στα €395 μηνιαίως και του Εφεσείοντος στα €1.645 (δεύτερος λόγος), η απόφαση είναι εσφαλμένη και αυθαίρετη όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους της διατροφής στο συνολικό ποσό των €2.040 και ή το ποσό της διατροφής είναι υπέρογκο και ή υπερβολικό για ένα παιδί ηλικίας περίπου 10 ετών (τρίτος λόγος), είναι ασαφές και ανακριβές το καταληκτικό μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την υποχρέωση έναρξης πληρωμής του ποσού, από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ήδη ο Εφεσείων έχει προβεί σε υπερπληρωμή ποσών διατροφής από την ημερομηνία που επιδόθηκε το προσωρινό διάταγμα ημερ. 20.11.20, βάσει του οποίου καταβάλλετο ως διατροφή το ποσό των €3.000 και το οποίο μεταγενέστερα μειώθηκε στα €1.500 τον μήνα (τέταρτος λόγος), η έκδοση της πρωτόδικης τελικής απόφασης έγινε αργοπορημένα και ή καθυστερημένα, με συνέπεια ο Εφεσείων να αναγκάζεται να δανείζεται χρήματα για να καλύπτει το υπέρογκο ποσό της διατροφής των €3.000 που καθορίστηκε μονομερώς εσφαλμένα (πέμπτος λόγος).

 

Θεωρούμε ευχερέστερο να ξεκινήσουμε με τον τρίτο λόγο έφεσης με τον οποίο προβάλλεται πως ήταν εσφαλμένη η κρίση του Δικαστηρίου ότι τα μηνιαία έξοδα της ανήλικης ανέρχονταν στα €2.040. Στην αιτιολογία αυτού συγκεκριμενοποιούνται ως υπερβολικά τα ακόλουθα επιμέρους ποσά: για τη διατροφή και αγορά ειδών πρώτης ανάγκης το ποσό των €300 μηνιαίως, για την ένδυση και υπόδηση €120 μηνιαίως, για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη €80 μηνιαίως και για την ψυχαγωγία της ανήλικης €200 μηνιαίως.

 

Γενική καθοδήγηση ως προς τον προσδιορισμό του εύλογου ποσού διατροφής δύναται να αντληθεί από τη Ρουσουνίδης ν. Ρουσουνίδου, Έφ. Αρ. 25/19, ημερ. 15.12.21, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Το μέτρο με το οποίο θα καθοριστεί η διατροφή, δεν μπορεί να αποτιμάται με απόλυτους αριθμούς, ούτε αναμένεται η απόδειξη των κονδυλίων με περισσή αυστηρότητα, χωρίς να είναι επιτρεπτό να υιοθετούνται μέσες λύσεις κατά τρόπο αυθαίρετο (Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 951, 957). Η κοινή λογική και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες οι οποίοι διαδραματίζουν ρόλο στην καλύτερη αντίληψη των γεγονότων προς εντοπισμό των πραγματικών αναγκών συγκεκριμένων ατόμων. Κονδύλια που κατ' ισχυρισμό απαιτούνται για συγκεκριμένες ανάγκες μπορεί να μην γίνουν αποδεκτά από το δικαστήριο, είτε στη βάση ότι δεν υπήρξε ικανοποιητική τεκμηρίωση, είτε γιατί διαπιστώθηκε υπερβολή, οπόταν και μπορεί να μειωθούν. Άλλα μπορεί να κριθεί ότι δεν αφορούν βασικές ανάγκες και να μην γίνουν καθόλου αποδεκτά (Παναγιώτου v. Σφικτού (2001) 1(Α) Α.Α.Δ. 625, 630). Εάν για συγκεκριμένο κονδύλι δεν υπάρχει περί του αντιθέτου μαρτυρία, αυτό δεν οδηγεί απαρέγκλιτα στην αποδοχή του. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ασχοληθεί με το εύλογο των κονδυλίων και δεν δεσμεύεται από τη μαρτυρία των διαδίκων (Μαρκουλίδης v. Μαρκουλίδη κ.ά. (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1386, 1391)».

 

Η Εφεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι οι μηνιαίες ανάγκες της ανήλικης ανέρχονταν στο ποσό των €3.312,25. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο εύρημα ότι οι μηνιαίες ανάγκες της ανήλικης ανέρχονταν στο ποσό των €2.040 μηνιαίως.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, από όσα αξίωνε η Εφεσίβλητη, έκρινε ως υπερβολικά τα κονδύλια που αφορούσαν τη διατροφή (ψώνισμα από υπεραγορά, είδη πρώτης ανάγκης) ύψους €600 μηνιαίως, ως επίσης και τα έξοδα ένδυσης και υπόδησης ύψους €250 μηνιαίως.  Καθόρισε τα έξοδα διατροφής στο ποσό των €300 μηνιαίως, τα δε έξοδα ένδυσης και υπόδησης στο ποσό των €120 μηνιαίως. Η Εφεσίβλητη αξίωσε, επίσης, για την ψυχαγωγία της ανήλικης (πάρτι γενεθλίων, χαρτζιλίκι, σχολικές εκδρομές, παιγνίδια), το ποσό των €365 μηνιαίως, έξοδο το οποίο το Δικαστήριο θεώρησε υπερβολικό και το καθόρισε στο ποσό των €200 μηνιαίως. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε, επίσης, ιατρικά έξοδα για την ανήλικη πέραν των €80 μηνιαίως, καθόσον εφαρμόζεται πλέον το ΓΕΣΥ.

 

Εξετάσαμε τα πιο πάνω κονδύλια τα οποία αμφισβητούνται από τον Εφεσείοντα. Τα ποσά, όπως καθορίστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνουμε ότι ήταν εύλογα και εντός των αποδεκτών ορίων της νομολογίας (βλ. Ρουσουνίδης ν. Ρουσουνίδου, ανωτέρω). Κρίνουμε, συνεπώς, πως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθοδηγούμενο από τη νομολογία, καθόρισε τα συνολικά έξοδα για τη συντήρηση και διατροφή της ανήλικης, στο ποσό των €2.040 μηνιαίως, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων κονδυλίων, ότι η ανήλικη φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο για το οποίο καταβάλλοντο €525 μηνιαίως για δίδακτρα και €30 για την κολύμβηση, ως επίσης και €415 ως η αναλογία της για ενοίκιο και συντήρηση κήπου, ποσά που δεν αμφισβητήθηκαν από την άλλη πλευρά.

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προσβάλλεται το εύρημα ότι η εισοδηματική ικανότητα του Εφεσείοντος δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη των €10.000 μηνιαίως. Στην αιτιολογία αυτού προβάλλεται η θέση ότι το Δικαστήριο δεν αξιολόγησε ορθά τη μαρτυρία που προσκόμισε ο Εφεσείων, και συγκεκριμένα τη θέση του ότι η εισοδηματική του ικανότητα ήταν πλέον μηδενική, ότι για να αντιμετωπίζει τις οικονομικές δυσκολίες έλαβε δάνειο και ότι τον στήριζε οικονομικά ο εύπορος πατέρας του, ο αδελφός του και η νέα του σύζυγος.

 

Η Εφεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι ο Εφεσείων κατείχε θέση διευθυντή και ή ανώτερου στελέχους σε τουλάχιστον πέντε εταιρείες, μεταξύ των οποίων και στην οικογενειακή εταιρεία KRM Consulting Gmbh με έδρα την Ελβετία, ως επίσης και ότι ήταν διευθυντής και μέτοχος κυπριακής εταιρείας. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ο Εφεσείων ήταν διευθυντής από τις 22.1.19 μέχρι και τις 24.2.21 σε όμιλο εταιρειών (της IWG και της IWS), ότι αποχώρησε τυπικά, αλλά ότι συνέχιζε να παίρνει εισοδήματα από αυτές. Από πληροφορίες δε που πήρε από τους λογιστές της, ο Εφεσείων, με βάση τις προηγούμενες εμπειρίες και γνώσεις του, είχε τη δυνατότητα εξασφάλισης εισοδημάτων τα οποία να ξεπερνούν τις €20.000 μηνιαίως. Ως ενδεικτικό της οικονομικής ικανότητας του Εφεσείοντος, ανέφερε το γεγονός ότι τον Ιούλιο του 2019 τής εισηγήθηκε όπως τής καταβάλλει, ως συνεισφορά στη διατροφή της ανήλικης, το ποσό των €3.000 μηνιαίως, πλέον τα έξοδα για τα σχολικά της δίδακτρα και την ασφάλεια υγείας της, εισήγηση την οποία η ίδια απεδέχθη. Εκδικητικά και κατά παράβαση της συμφωνίας τους, όμως, τον Σεπτέμβριο του 2020 ο Εφεσείων αρνήθηκε να της καταβάλλει το εν λόγω συμφωνηθέν ποσό.

 

Ο Εφεσείων, αρνούμενος τους ισχυρισμούς της Εφεσίβλητης, ανέφερε ότι μέχρι το 2012 εργαζόταν σε μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία και είχε πολύ ψηλά εισοδήματα. Τον Μάρτιο του 2020, λόγω του ότι ήταν άνεργος, για να συντηρεί την οικογένεια του και για να πληρώνει τη διατροφή, συνήψε δάνειο ύψους €200.000, με εγγυητές τον πατέρα του και τον αδελφό του. Κατείχε τη θέση Διευθυντή στην IWG μέχρι τις 24.2.21, αλλά από την αποχώρηση του δεν έπαιρνε οποιαδήποτε εισοδήματα ή οφέλη διότι έπρεπε να ξεπληρώνει το ποσό των €3.000, το οποίο απέστελλε μηνιαίως η εταιρεία για τη διατροφή της θυγατέρας του. Η δε εταιρεία KRM Consulting ανήκε στον πατέρα του και ο ίδιος δεν είχε μετοχές, ούτε οποιοδήποτε εισόδημα από αυτήν. Η οικονομική του κατάσταση από την περίοδο της συμβίωσης είχε αλλάξει άρδην προς το χειρότερο, με την εισοδηματική του κατάσταση να είναι μηδενική. Δεν ασκούσε οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν είχε οποιαδήποτε εισοδήματα ή ακίνητη περιουσία, αφού αναγκάστηκε να την πωλήσει το 2017, λόγω των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Παραδέχθηκε ότι εισηγήθηκε, τον Ιούλιο του 2019, να καταβάλλει στην Εφεσίβλητη το ποσό των €3.000 για τη διατροφή, πλέον τα έξοδα για τα σχολικά δίδακτρα και την ασφάλεια υγείας της ανήλικης, όμως, σύμφωνα με τη θέση του, η εισήγηση έγινε διότι τότε ευελπιστούσε ότι μελλοντικά θα είχε εισοδήματα από τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στην Ελβετία, οι οποίες εν τέλει δεν καρποφόρησαν.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, προφανώς εκτιμώντας ότι υπήρχε δυνατότητα προσκόμισης καλύτερης δυνατής μαρτυρίας, σημείωσε και το ότι ο Εφεσείων δεν προσκόμισε οποιαδήποτε έγγραφη μαρτυρία που να υποστηρίζει την εκδοχή του, ή έστω να αντικρούει τα όσα επικαλέστηκε η Εφεσίβλητη. Περαιτέρω, με λεπτομερείς αναφορές σε σημεία της μαρτυρίας, εξήγησε γιατί θεώρησε τον Εφεσείοντα αναξιόπιστο. Θα παραθέσουμε μόνο κάποιες από αυτές, όπως καταγράφονται στην εκκαλούμενη απόφαση:

 

«Παρόλο που βασικός πυρήνας της εκδοχής του θέλει να επήλθε δραματική αλλαγή στην οικονομική του κατάσταση εντούτοις ουδεμία σαφή μαρτυρία προσκόμισε που να επιβεβαιώνει τα λεγόμενά του. Αντιθέτως, σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του προέβαλε διαφορετικές εκδοχές ως προς τον χρόνο και τον λόγο που προέκυψαν τα κατ’ ισχυρισμόν οικονομικά του προβλήματα.  Ως τέτοια χρονικά σημεία καθόρισε, μεταξύ άλλων, το 2017 που αναγκάστηκε να πωλήσει κινητή και ακίνητη περιουσία του, το 2018 που κατασχέθηκε περιουσία του, το 2020 που έμεινε άνεργος και τον Φεβρουάριο του 2021 που έμεινε χωρίς εργασία και εισοδήματα μετά και την αποχώρησή του από την IWG.

Με εξαίρεση την εργοδότησή του από τη HoffmannLa Roche, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί, η εκδοχή του ως προς τη μετέπειτα επαγγελματική του πορεία παρουσιάζεται άκρως αντιφατική. Ενώ από τη μια επικαλέστηκε ότι οι αποταμιεύσεις που απέκτησε από την άσκηση των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος  από το 2013 μέχρι το 2017 ήταν αυτές που τον βοήθησαν να καλύψει μέχρι και τελευταίως τις οικονομικές υποχρεώσεις που ανέλαβε τόσο προς την ανήλικη θυγατέρα του όσο και προς την Αιτήτρια, από την άλλη, αντεξεταζόμενος ανάφερε για πρώτη φορά ότι κατά την πιο πάνω περίοδο δραστηριοποιείτο μέσω δυο εταιρειών που ίδρυσε (Ιgrow & Swisstengrow) οι οποίες έκλεισαν περί το 2015 – 2016 επιφέροντάς του ζημιά. Ομοίως, όταν κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του ερωτήθηκε ως προς την πηγή των εισοδημάτων του κατά τα έτη 2018 – 2021 αναφέρθηκε στη λήψη προμήθειας από την εταιρεία KRM Consulting για την πώληση μετοχών των εταιρειών IWG και IWS και αργότερα σε πώληση «δανείων» προς την ίδια εταιρεία, το ύψος των οποίων και πάλι δεν προσδιόρισε. Οι εν λόγω θέσεις του όμως και πάλι αντιφάσκουν με τα όσα κατέθεσε στην ένορκη δήλωσή του αλλά και τα όσα υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια από τη συνήγορό του και τα οποία θέλουν τον ίδιο να μην είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από την εν λόγω εταιρεία.

[…]

Σημειώνεται ότι νεοφανής ήταν και η απάντηση του κατά την αντεξέτασή του ως προς την πηγή των σημερινών εισοδημάτων του που, εκτός από την οικονομική βοήθεια που κατ’ ισχυρισμόν λαμβάνει από τη σύζυγό του, την οποία εν πάση περιπτώσει δεν προσδιόρισε, αναφέρθηκε και σε «κληρονομιά» αξίας μερικών εκατοντάδων χιλιάδων ελβετικών φράγκων που έλαβε σε διάφορα χρονικά διαστήματα από τον πατέρα του, ενώ ο τελευταίος εξακολουθεί να βρίσκεται εν ζωή.

Αντιφατικά ήταν και τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη λήψη δανείου ύψους CHF220.000 (ισόποσο σε €200.000) κατά τον Μάρτιο του 2020. Ενώ στα πλαίσια της ένορκης δήλωσής του ανέφερε ότι το εν λόγω δάνειο ήτο προσωπικό προκειμένου να συντηρήσει την οικογένειά του και να πληρώνει τη διατροφή των €3.000 δυνάμει του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, εντούτοις τόσο από το Τεκμήριο 2 που ο ίδιος προσκόμισε αλλά και από τα όσα αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε προκύπτει ότι το εν λόγω δάνειο λήφθηκε στις 30.3.2020 από την KRM Consulting. Ό,τι επίσης διέλαθε την προσοχή του Καθ’ ου η αίτηση είναι το γεγονός ότι το συγκεκριμένο προσωρινό διάταγμα εξεδόθη στις 20.11.2020 και επιδόθηκε στον ίδιο στις 24.12.2020, δηλαδή δέκα μήνες περίπου μετά τη λήψη του εν λόγω δανείου.

[…]

Το ουσιωδέστερο δε της αναξιοπιστίας του είναι το ότι δεν ήταν σε θέση να δικαιολογήσει πειστικά πώς ο ίδιος ανταποκρίνεται στις αυξημένες, κατά τα άλλα, υποχρεώσεις του, οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, εκτός από τα προσωπικά του έξοδα και τη συμβολή του στα έξοδα της νέας του οικογένειας, τη μηνιαία συνεισφορά του στη διατροφή της ανήλικης θυγατέρας του, την κάλυψη του κόστους πραγματοποίησης ταξιδιών του στην Κύπρο μέχρι και δυο φορές τον μήνα αλλά και της ανήλικης στη Γερμανία, όλα τα έξοδα της τελευταίας κατά την παραμονή της με τον ίδιο καθώς και έκτακτες ανάγκες της (π.χ. οδοντιατρικές υπηρεσίες, αξιολόγηση από ψυχολόγο κ.α.)». 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη αφενός την παραδοχή του Εφεσείοντος ότι κληρονόμησε εκατοντάδες χιλιάδες ελβετικά φράγκα από τον πατέρα του, τα οποία δικαιούτο να πάρει ενόσω ο πατέρας του ζούσε και αφετέρου την αδιαμφισβήτητη πολυετή πείρα του στον τομέα των επιχειρήσεων και των διεθνών πωλήσεων, έκρινε ότι η εισοδηματική του ικανότητα δεν μπορούσε να είναι χαμηλότερη των €10.000 μηνιαίως.    

 

Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αξιοπιστία των μαρτύρων και η αξιολόγηση τους είναι έργο των πρωτόδικων Δικαστηρίων (βλ. Χ''Λουκάς κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ., Αρ. 96/2016, ημερ. 17.7.2024). Η όποια παρέμβαση του Εφετείου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας δικαιολογείται μόνο όταν τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, ως αξιόπιστη.

 

Κρίνουμε ότι οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τις αντιφάσεις και τα κενά που παρουσίαζε η μαρτυρία του Εφεσείοντος ήταν εύλογες. Το Δικαστήριο έδωσε πλήρεις και πειστικές εξηγήσεις στην τεκμηρίωση ότι ο Εφεσείων είχε εισοδήματα ύψους τουλάχιστον €10.000 μηνιαίως, ακολουθώντας ορθά τη νομολογιακή αρχή ότι το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη όχι μόνο τα πραγματικά εισοδήματα, αλλά και την ικανότητα του γονέα να εξασφαλίσει εισοδήματα (βλ. Klucinsky v. Klucinsky [1953] 1 All E.R. 683, McEwan v. McEwan [1972] 2 All E.R. 708, Γ. Μ. Γ. ν. Ε. Α. Γ., Έφ. Αρ. 13/21, ημερ. 20.10.22).

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι ο υπολογισμός της συνεισφοράς των διαδίκων στα έξοδα διατροφής της ανήλικης στα €395 για την Εφεσίβλητη και στα €1.645 μηνιαίως για τον Εφεσείοντα είναι εσφαλμένος και αυθαίρετος. Στην αιτιολογία αυτού, ο Εφεσείων προβάλλει ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι αυθαίρετη και αντιφατική διότι από τη μια το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η Εφεσίβλητη είναι ικανή να εργάζεται και να λαμβάνει επιπρόσθετα εισοδήματα λόγω του ότι είχε δίπλωμα αισθητικού και γυμναστικής και από την άλλη έθεσε το μεγαλύτερο βάρος κάλυψης των εξόδων της ανήλικης στον Εφεσείοντα, ενώ θα έπρεπε να τα επωμίζονται εξ ημισείας.

 

Είναι παραδεκτό γεγονός ότι η Εφεσίβλητη, κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, δεν εργαζόταν. Στη συνέχεια, δημιούργησε επιχείρηση ενδυμάτων και για τον σκοπό αυτό, αλλά και για να καλύψει ανάγκες της ανήλικης θυγατέρας της, αναγκάστηκε να πωλήσει ακίνητο της. Είπε, επίσης, ότι δεν λάμβανε οποιοδήποτε εισόδημα από την επιχείρηση της. Αντίθετη ήταν η θέση του Εφεσείοντος, ο οποίος υποστήριξε ότι από την επιχείρηση ενδυμάτων η Εφεσίβλητη είχε τέτοια εισοδήματα τα οποία της επέτρεπαν να εργοδοτεί και υπάλληλο και να συνεισφέρει στα έξοδα της ανήλικης, ως επίσης και ότι διέθετε δύο διαμερίσματα και ένα οικόπεδο στη Ρουμανία μεγάλης αξίας.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τις θέσεις της Εφεσίβλητης ως προς την εισοδηματική της κατάσταση. Σημείωσε πως ήταν θέμα κοινής λογικής και ανθρώπινης εμπειρίας ότι για να εξακολουθούσε η Εφεσίβλητη να διατηρεί την εν λόγω επιχείρηση και να έχει και υπάλληλο, όπως παραδέχθηκε, έπεται πως είχε σεβαστό εισόδημα από την επιχείρηση. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στο ότι η Εφεσίβλητη αντεξεταζόμενη, είπε πως είχε αποταμιεύσεις, χωρίς να καθορίσει το ύψος τους. Λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά της έξοδα ύψους €2.200, τα οποία αδιαμφισβήτητα τα κάλυπτε η ίδια, έκρινε ότι το εισόδημα της δεν μπορούσε να είναι χαμηλότερο των €2.200. Σε αυτό το ποσό, το Δικαστήριο πρόσθεσε €200 μηνιαίως από κυβερνητικά επιδόματα και κατέληξε στο εύρημα πως η εισοδηματική ικανότητα της Εφεσίβλητης ανερχόταν στο ποσό των €2.400 μηνιαίως.

 

Έχουμε εξετάσει με προσοχή τις αιτιάσεις του Εφεσείοντος τις οποίες δεν συμμεριζόμαστε. Το εύρημα ότι η εισοδηματική ικανότητα της Εφεσίβλητης δεν μπορούσε να είναι χαμηλότερη των €2.200 μηνιαίως πλέον τα επιδόματα, συνιστούσε συμπέρασμα το οποίο, στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, βασίστηκε στα έξοδα διαβίωσης της ιδίας και ήταν εύλογο.

 

Με βάση, συνεπώς, το ορθό εύρημα, όπως έχουμε προαναφέρει, ότι η εισοδηματική ικανότητα του Εφεσείοντος δεν μπορούσε να είναι χαμηλότερη των €10.000 μηνιαίως, ορθά το Δικαστήριο καθόρισε τα έξοδα της ανήλικης ύψους €2.040 μηνιαίως να καταβάλλονται ανάλογα με τις δυνάμεις των διαδίκων και όχι εξ ημισείας, όπως εισηγήθηκε ο Εφεσείων.

 

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το καταληκτικό μέρος της απόφασης αναφορικά με την αναδρομική διατροφή είναι ασαφές και δημιουργείται σύγχυση αναφορικά με τα ποσά που είχαν υπερπληρωθεί, με βάση το προσωρινό διάταγμα.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, η αναδρομικότητα ενός διατάγματος διατροφής είναι επιτρεπτή. Όπως λέχθηκε στην Konyalian v. Paskulov, Έφ. Αρ. 2/20, ημερ. 24.6.21:

 

 «Η αναδρομικότητα του διατάγματος είναι καθόλα επιτρεπτή εφόσον ανατρέχει στην ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης και ήταν υπό τις περιστάσεις καθόλα εύλογη (βλ. Χρυσάνθου ν. Χρυσάνθου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1890). Η έκδοση νωρίτερα προσωρινού διατάγματος με μεγαλύτερο ποσό δεν μπορεί να εμποδίσει το Δικαστήριο να διατάξει αναδρομικότητα ισχύoς του τελικού διατάγματος. Οι δύο διαδικασίες κρίνονται επί διαφορετικών παραμέτρων και προϋποθέσεων και εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς».

 

Το καταληκτικό μέρος της εκκαλούμενης απόφασης είχε ως εξής:

 

«Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ’ ου η Αίτηση όπως από τις 4.11.2020, ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης, και την αντίστοιχη ημέρα κάθε επόμενου μήνα με επτά (7) μέρες χάρη, καταβάλλει στην Αιτήτρια το ποσό των €1.645, ως συνεισφορά του στη διατροφή της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων C. J. M.

 

Νοείται ότι οποιαδήποτε ποσά έχουν καταβληθεί από τον Καθ’ ου η αίτηση δυνάμει του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 20.11.2020, ως αυτό μεταγενέστερα τροποποιήθηκε, να αφαιρεθούν από το ποσό της αναδρομικής διατροφής. 

 

Το ποσό της αναδρομικής διατροφής να πληρωθεί το αργότερο μέχρι τις 30.6.2024».

 

Δεν διακρίνουμε οποιαδήποτε ασάφεια στο πιο πάνω διάταγμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθόρισε επακριβώς την ημερομηνία έναρξης καταβολής της διατροφής, κάνοντας ταυτόχρονα πρόνοια για αφαίρεση του επιπλέον ποσού που καταβλήθηκε με βάση το προσωρινό διάταγμα και οποιοδήποτε τυχόν ποσό οφείλετο με βάση την αναδρομική διατροφή να καταβάλλετο μέχρι συγκεκριμένης ημερομηνίας. Πρόνοια η οποία συνήδε και με τη διαταγή που είχε δοθεί στο πλαίσιο της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 28.1.22, βάσει της οποίας όλα τα ποσά που έχουν καταβληθεί στη βάση του διατάγματος ημερ. 20.11.20 θα λογίζονται έναντι της υποχρέωσης του Εφεσείοντος όπως αυτή έχει καθοριστεί με την τροποποίηση (μείωση) η οποία επήλθε στις 28.1.22.  Εναπόκειται στους διαδίκους να προβούν σε απλές μαθηματικές πράξεις για να εξακριβώσουν το όποιο ποσό οφείλεται και αν οφείλεται, με βάση την αναδρομική διατροφή, και όχι στο Δικαστήριο.

 

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Τέλος, με τον πέμπτο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο καθυστέρησε στην έκδοση της απόφασης κατά παράβαση του Διαδικαστικού Κανονισμού για την Έγκαιρη Έκδοση Αποφάσεων των Δικαστηρίων του 1986 (11/1986), ήτοι την επεφύλαξε στις 13.1.23 και την εξέδωσε στις 12.1.24.

 

Ο Κανονισμός 3 (α) του Διαδικαστικού Κανονισμού ορίζει:

 

«Κάθε απόφαση εκδίδεται το συντομότερο δυνατόν μετά το πέρας της διαδικασίας και δεν επιφυλάσσεται για διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών.»

 

Στην Α. Γ. ν. Σ-Α. Τ., Έφ. Αρ. 36/18, ημερ. 7.5.2020, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Περαιτέρω, παρατηρούμε ότι η σταθερή νομολογία επί του θέματος είναι ότι δεν υπάρχει αρχή δικαίου ότι η καθυστέρηση, από μόνη της, οδηγεί αυτόματα στην ακυρότητα της εκδοθείσας απόφασης. Προκειμένου να οδηγήσει σε τέτοιο αποτέλεσμα θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να έχει προκληθεί δικαιολογημένος φόβος ότι εξαιτίας της καθυστέρησης το Δικαστήριο δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία ή να φαίνεται ότι συνεπεία της καθυστέρησης προέκυψαν δυσμενή αποτελέσματα στην ετοιμασία της απόφασης (βλ. Μακρή κ.α. ν. Χ'Ευαγγέλου (1993) 1 Α.Α.Δ. 203, Παπακόκκινου κ.α. ν. Δήμου Πάφου (1998) 1 Α.Α.Δ. 2398, Τεμβριώτου ν. Αντωνιάδη (1994) 1 Α.Α.Δ. 494)».

 

Όπως δε προσφάτως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Atlaspantou Co. Ltd ν. Maserdo Ltd κ.ά, Αίτηση Αρ. 2/26, ημερ. 8.6.26:

 

«Σκοπός του Διαδικαστικού Κανονισμού είναι η καθιέρωση διαδικασίας, προς διασφάλιση του τελέσφορου της απονομής της Δικαιοσύνης. Αντικείμενο του Διαδικαστικού Κανονισμού είναι, όπως διαπιστώνεται στην απόφαση της Ολομέλειας Δράκος & άλλοι ν. Δημοκρατίας (1991) 1 Α.Α.Δ. 696 (σελ. 699), η «. δημιουργία μηχανισμού αυτοελέγχου της Δικαστικής Εξουσίας για την εκπλήρωση των συνταγματικών της υποχρεώσεων γενικά και τη διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ειδικά». Η διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων μέσα σε εύλογο χρόνο, υπογραμμίζεται στην ίδια απόφαση, συνιστά ατομικό δικαίωμα, η αποτελεσματική εφαρμογή του οποίου αποτελεί υποχρέωση των Δικαστικών Αρχών».

 

Πράγματι, παρατηρείται ότι υπήρξε σημαντική καθυστέρηση στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία εξεδόθη εκτός του χρονικού πλαισίου των έξι μηνών που καθορίζεται από τον σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό. Όπως έχει τονιστεί από τη νομολογία, η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο αποτελεί ευθύνη της δικαστικής εξουσίας, μέσα στα πλαίσια του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Παρόλα αυτά και συνεκτιμώντας τις όποιες δυσμενείς συνέπειες θα προέκυπταν στην ευημερία της ανήλικης, δεν θεωρούμε ότι η παρατηρηθείσα υπέρβαση στην υπό κρίση υπόθεση είναι τέτοια που επιβάλλει την ακύρωση του διατάγματος διατροφής λόγω καθυστέρησης της έκδοσης της απόφασης. Ούτε και τέθηκε ενώπιον μας ότι εξαιτίας της καθυστέρησης προκλήθηκε πρόβλημα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ή της ετοιμασίας της απόφασης. Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι λόγω της καθυστέρησης στην έκδοση της εκκαλούμενης τελικής απόφασης, ο Εφεσείων είχε οικονομικές επιπτώσεις, εφόσον το εκδοθέν στις 20.11.20 προσωρινό διάταγμα ύψους €3.000 για το οποίο, όπως ισχυρίστηκε, συνήψε δάνειο για να το πληρώνει, μειώθηκε αναδρομικά, με την ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερ. 28.1.22. Το δε επιπλέον ποσόν, το οποίο ο ίδιος ο Εφεσείων υπολογίζει σε €13.845, ουσιαστικά αφορούσε κάποιους μήνες (περίπου εννέα) μετά την ενδιάμεση απόφαση και όπως ήδη αναφέραμε, παρέχεται η ευχέρεια στους διαδίκους να το διευθετήσουν, εάν δεν το έχουν ήδη πράξει.

 

Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Συνακόλουθα, η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντος έξοδα ύψους €1.100, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο