ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 65/2020)
29 Ιουνίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ]
[ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΩΝΙΔΑ
Εφεσείων/Αιτητής
και
Α. MESSIOS & SONS LTD
Εφεσίβλητη/Καθ’ ης η Αίτηση
-------------------------------------------------
Αίτηση ημερ. 27.1.2026 για Τροποποίηση της Ειδοποίησης Έφεσης
Αντιγόνη Αριστείδου, για τον Εφεσείοντα/Αιτητή
Αντώνης Χριστοφή για Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη/Καθ’ ης η Αίτηση
-------------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Παπαδοπούλου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Με πρωτογενή αίτηση η Εφεσίβλητη εξαιτείτο την ακύρωση δύο εγγραφών δικαστικής απόφασης (memo) που είχαν γίνει από τον Εφεσείοντα επί περιουσίας των Εφεσιβλήτων κατά τα έτη 2003 και 2015. Στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης αρ. 128/2016 είχαν καταχωριστεί και εκδικαστεί δύο ενδιάμεσες αιτήσεις. Ειδικότερα, στις 28.9.2018 εξεδόθη ενδιάμεση απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αριθμός προδικαστικών ενστάσεων και στις 22.3.2019 εξεδόθη ενδιάμεση απόφαση στο πλαίσιο αιτήματος αναβολής. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με Απόφαση επί της Κυρίως Αίτησης ημερ. 30.12.2019, εξέδωσε διάταγμα ακύρωσης των πιο πάνω memo.
Με την Ειδοποίηση Έφεσης γνωστοποιείται ότι ο Εφεσείων προσβάλλει:
«(α) Την τελική απόφαση που δόθηκε στην πιο πάνω Γενική αίτηση ημερομηνίας 30 Δεκεμβρίου 2019….
(β) Την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 28/9/2018 η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της πιο πάνω Γενικής Αίτησης…..
(γ) Την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 22/3/2019 η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της πιο πάνω Γενικής Αίτησης……
(δ) Την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 4/4/2019 η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της πιο πάνω Γενικής Αίτησης».
Κατά την προδικασία τέθηκε προβληματισμός από το Δικαστήριο ως προς τη δυνατότητα προσβολής αριθμού πρωτόδικων αποφάσεων με την ίδια Ειδοποίηση Έφεσης. Ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης με την οποία ο Εφεσείων εξαιτείται άδεια για εκτενή τροποποίηση της Ειδοποίησης Έφεσης. Το αίτημα προσέκρουσε στην ένσταση της Εφεσίβλητης.
Στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι η προδικαστική ένσταση ότι η Εφεσίβλητη δεν είχε δικαίωμα να ενστεί στην Αίτηση δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Όπως ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εφεσίβλητη, ο εκκαθαριστής είχε παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει δε διορίσει τους συνηγόρους όπως τον εκπροσωπούν. Όσον αφορά στον τίτλο της Ένστασης, νοείται ότι μέχρι την τροποποίηση του τίτλου και την παροχή άδειας για συνέχιση της διαδικασίας κατά του εκκαθαριστή, ο διάδικος ενώπιον του Δικαστηρίου παραμένει η εταιρεία. Επισημαίνουμε επιπλέον το οξύμωρο του επιχειρήματος ότι η ίδια η πλευρά του Εφεσείοντος επέδωσε την Αίτηση στην Εφεσίβλητη και όχι στον εκκαθαριστή.
Δεν μπορεί να μην σχολιαστεί το ότι, παρά το γεγονός ότι η Αίτηση διέπεται από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (εφεξής οι «Κανονισμοί»), ουδείς εκ των διαδίκων αναφέρθηκε στις αγορεύσεις του σε Νομολογία που να αφορά το νέο καθεστώς, επικαλούμενοι αμφότεροι Νομολογία που αφορούσε την Δ.35, Θ.8 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
Η κατάσταση, όμως, έχει διαφοροποιηθεί με την υιοθέτηση των Κανονισμών του 2023. Ειδικότερα, όσον αφορά στις Εφέσεις, στο Μέρος 41.8 προβλέπεται μόνον ότι Ειδοποίηση Έφεσης δεν μπορεί να τροποποιηθεί χωρίς την άδεια του Εφετείου. Αυτό, ως διαφοροποίηση των προνοιών του Μέρους 18.1 σύμφωνα με το οποίο ενώπιον των πρωτόδικων Δικαστηρίων τροποποίηση δικογράφων μπορεί να λάβει χώρα και απλώς με τη γραπτή συγκατάθεση όλων των άλλων διαδίκων. Κατά τ’ άλλα, όμως, οι γενικές αρχές που διέπουν τις τροποποιήσεις δικογράφων βάσει του Μέρους 18 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στις Εφέσεις. Κρίνουμε, συναφώς, χρήσιμη μια σύνοψη του νομικού πλαισίου που διέπει πλέον αιτήματα τροποποίησης.
Τονίζεται εξ αρχής ότι αφετηρία της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελεί πάντα ο Πρωταρχικός Σκοπός, όπως αυτός καταγράφεται στο Μέρος 1, ήτοι η παροχή στο δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος. Όπως αναφέρεται στη σελ. 679 του The White Book 2021:
«An obvious starting point is that the court should have regard to all the matters mentioned in r.1.1(2) so as to deal with the case “justly and at proportionate cost” in accordance with the overriding objective. Applications always involve the court striking a balance between injustice to the applicant if the amendment is refused, and injustice to the opposing party and other litigants in general, if the amendment is permitted...».
Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την Αγγλική Νομολογία, αφού το Μέρος 18 των Κανονισμών είναι αντίστοιχο με το Μέρος 17 των Αγγλικών Civil Procedure Rules. Μελέτη αυτής οδηγεί στο ότι οι πιο κάτω αρχές εφαρμόζονται σε αιτήματα τροποποίησης βάσει του Μέρους 18 των Κανονισμών:
- Το κατά πόσον θα επιτραπεί η τροποποίηση ή όχι είναι ζήτημα που εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο ασκεί αυτήν έχοντας κατά νουν ως παράγοντα ύψιστης σημασίας τον Πρωταρχικό Σκοπό (βλ. Pearce v. East and North Hertfordshire NHS Trust (2020) EWHC 1504).
- Η ύπαρξη πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της προτεινόμενης τροποποίησης. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει κατά πόσον η προτεινόμενη τροποποίηση έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας με ανάλογο τρόπο όπως σε αιτήματα για έκδοση συνοπτικής απόφασης βάσει του Μέρους 24 των Κανονισμών. Ως απόρροια δε της απαίτησης όπως τροποποίηση συνοδεύεται από Δήλωση Αληθείας, δεν θα επιτραπεί σε διάδικο να εγείρει με τροποποίηση ισχυρισμό ο οποίος δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία και που αποτελεί απλώς εικασία ή εφεύρεση (Clarke v. Marlborough Fine Art (London) Ltd (2002) EWHC 11 (Ch), SPR North Ltd v. Swiss Post International (UK) Ltd (2020) EWHC 2004 (Ch)). Όπως αναφέρεται στην παρ. 17.3.6 του The White Book 2021 με επίκληση της Groveholt Ltd v Hughes (2010) EWCA Civ 538:
«…the court may reject an amendment seeking to raise a version of the facts of the case which is inherently implausible, self-contradictory or is not supported by contemporaneous documentation…».
Ούτε και θα δοθεί άδεια τροποποίησης ώστε να επιτραπεί η έγερση απαίτησης που δεν στηρίζεται σε εδραιωμένες αρχές δικαίου.
- Μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς και τις οδηγίες του Δικαστηρίου πρέπει να αντιμετωπίζεται αυστηρά. Όπως αναφέρεται στην Pearce v. East and North Hertfordshire NHS Trust (πιο πάνω):
«A strict view must be taken to non-compliance with the CPR and directions of the Court. The Court must take into account the fair and efficient distribution of resources, not just between the parties but amongst litigants as a group. It follows that parties can no longer expect indulgence if they fail to comply with their procedural obligations: those obligations serve the purpose of ensuring that litigation is conducted proportionately as between the parties and that the wider public interest of ensuring that other litigants can obtain justice efficiently and proportionately is satisfied».
- Όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης («very late amendment») ο αιτητής φέρει αυξημένο βάρος να καταδείξει τη δύναμη της προτεινόμενης νέας υπόθεσης του και το γιατί η δικαιοσύνη εξυπηρετείται με την παροχή της αιτούμενης άδειας για τροποποίηση, τόσο σε σχέση με τον ίδιο και τον αντίδικο του, αλλά και σε σχέση με άλλους διάδικους ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Quah v. Goldman Sachs International (2015) EWHC 759 (Comm)). Μεγάλη καθυστέρηση θεωρείται ότι υφίσταται όπου ένεκα της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεαστεί η ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης. Όπως δε λέχθηκε στην CIP Properties (AIPT) Ltd v. Galliford Try Infrastructure Ltd (2015) EWHC 1345 (TCC):
«…lateness is a relative concept but an amendment is always in principle late if it could have been advanced earlier».
- Δεν ισχύει πλέον η αρχή ότι η επιδίκαση εξόδων συνιστά επαρκή αποζημίωση. Όπως λέχθηκε στην Quah (πιο πάνω):
«Gone are the days when it was sufficient for the amending party to argue that no prejudice had been suffered, save as to costs. In the modern era it is more readily recognised that the payment of costs may not be adequate compensation».
Και πιο κάτω:
«88. The submission that GS would suffer no prejudice that cannot be compensated for by way of costs is unsustainable. Even ignoring the fact that an opposing party is never fully compensated for the costs which it incurs (or for business disruption and loss of management time) and even ignoring the doubts as to Ms Quah's ability to pay GS' costs (beyond any interim payment), the submission ignores the fact that GS' fully legitimate expectation of trial and disposal of this matter this month will be (and indeed has been) thwarted».
Με τις πιο πάνω αρχές κατά νουν, προχωρούμε στην εξέταση των αιτητικών.
Σημειώνουμε ότι δεν υπήρξε ένσταση στο αιτητικό (1) για τροποποίηση του τίτλου, στα μέρη των αιτητικών (4) και (9) που αφορούν στη διόρθωση των ημερομηνιών και στο αιτητικό (18) για παροχή άδειας για συνέχιση της Έφεσης.
Με το αιτητικό (2) η πλευρά του Εφεσείοντος επιχειρεί να διορθώσει τον εσφαλμένο τρόπο διατύπωσης της Ειδοποίησης Έφεσης που είχε υποδειχθεί από το Δικαστήριο κατά την προδικασία. Εντούτοις, με την προτεινόμενη τροποποίηση αυτός όχι μόνο δεν διορθώνεται, αλλά επιτείνεται. Εάν η εξαιτούμενη τροποποίηση επιτραπεί, η Έφεση θα στρέφεται και πάλι κατά τεσσάρων διαφορετικών αποφάσεων και όχι εναντίον της τελικής απόφασης, στο πλαίσιο της οποίας προσβάλλονται και ενδιάμεσες αποφάσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται και στην παρ. 17.3.6 του The White Book 2021:
«A claimant should not be granted permission to amend their claim in order to raise a claim which is not maintenable in established law».
Εν πάση περιπτώσει, με τους Λόγους Έφεσης 1, 2, 7, 19, 20 και 23 οι ενδιάμεσες αποφάσεις ημερ. 28.9.2018, 22.3.2019 και 4.4.2019 προσβάλλονται και δεν απαιτείται η καταγραφή τους επί της Ειδοποίησης Έφεσης συγκεκριμένα. Συναφώς, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι παράγραφοι (β) έως (δ) της Ειδοποίησης Έφεσης διαγράφονται.
Στο ίδιο πλαίσιο ούτε δικαιολογείται η προσθήκη του λεκτικού ότι οι ενδιάμεσες αποφάσεις επηρέασαν ή καθόρισαν την προσβαλλόμενη τελική απόφαση, όπως επιχειρείται να γίνει με τα αιτητικά (3), (5), (7), (9), (14), (15) και (16) στους Λόγους Έφεσης 1, 2, 3, 7, 20 και 23. Οι Ενδιάμεσες Αποφάσεις που καταγράφονται πιο πάνω εξεδόθησαν στο πλαίσιο εκδίκασης της Κυρίως Αίτησης και ο βαθμός στον οποίο αυτές, αν ήθελαν κριθούν εσφαλμένες, τυχόν επηρέασαν την ορθότητα της εφεσιβαλλόμενης Απόφασης θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης της Έφεσης ούτως ή άλλως.
Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 25 (1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, σε έφεση υπόκεινται ενδιάμεσες αποφάσεις ανεξαρτήτως του κατά πόσον αυτές είναι καθοριστικές για τα δικαιώματα των διαδίκων. Προβλέπεται δε ρητά ότι:
«Νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση, διάδικος δεν αποστερείται του δικαιώματος να εγείρει ζητήματα που αφορούν οποιαδήποτε ενδιάμεση απόφαση στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης».
Δεν ευσταθεί, κατ’ επέκταση, η θέση της Εφεσίβλητης ότι επιχειρείται προσπάθεια από μέρους του Εφεσείοντος να εφεσιβάλει εκπρόθεσμα τις ενδιάμεσες αποφάσεις. Ούτως ή άλλως οι Λόγοι Έφεσης με τους οποίους αυτές προσβάλλονται περιέχονταν και στην αρχική Ειδοποίηση Έφεσης.
Με το αιτητικό 4, πέραν της διόρθωσης της ημερομηνίας που έχουμε ήδη πραγματευτεί, επιζητείται η προσθήκη στην αιτιολογία νέων παραγράφων (ιβ) και (ιγ). Παρατηρούμε ότι με αυτές επαναλαμβάνονται ουσιαστικά τα ίδια επιχειρήματα που προβάλλονται στη λοιπή αιτιολογία του Λόγου Έφεσης 1, ενώ τίποτε δεν εμποδίζει τη συνήγορο να επιχειρηματολογήσει επί των συγκεκριμένων θέσεων της κατά την αγόρευση της. Ούτε και έχει δοθεί κάποιος λόγος ως προς το γιατί οι παράγραφοι αυτοί δεν προστέθηκαν εξ αρχής στην αιτιολογία του Λόγου Έφεσης. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με το αιτητικό (6) και το αίτημα για προσθήκη νέας παραγράφου (ιβ) στον Λόγο Έφεσης 2.
Με το αιτητικό (10) επιχειρείται η προσθήκη νέας παραγράφου (ε) στην αιτιολογία του Λόγου Έφεσης 7, η οποία όμως δεν προσθέτει οτιδήποτε στα όσα αναφέρονται στη λοιπή αιτιολογία. Ομοίως με το αιτητικό (11) ζητείται η προσθήκη στην αιτιολογία του Λόγου Έφεσης 15 τριών νέων παραγράφων, οι οποίες αποτελούν επανάληψη των όσων ήδη καταγράφονται, παρέχεται δε η ευχέρεια στην πλευρά του Εφεσείοντος να προβάλει τους ισχυρισμούς αυτούς στο πλαίσιο των περιγραμμάτων και των αγορεύσεων.
Θεωρούμε ότι έγκριση των προαναφερόμενων αιτημάτων θα ήταν αντίθετη με τον Πρωταρχικό Σκοπό, αφού θα δυσχέραινε την εκδίκαση της Έφεσης με τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος. Σημειώνουμε και τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση Various Claimants v. MGN Ltd (2020) EWHC 553 (Ch):
«A common sense judgment needs to be made in the light of what proportionality requires. If the claimants make their case on a few, they do not need the rest. If they cannot make their case on their best few, the addition of more is unlikely to improve matters».
Το αιτητικό (8) αποσκοπεί σε διόρθωση παράλειψης αναφοράς της σχετικής Νομοθεσίας και άρα είναι ορθό όπως εγκριθεί.
Τα όσα ζητούνται να προστεθούν στους Λόγους Έφεσης 19, 20 και 23 με τα αιτητικά (12), (13), (15) και (17) αποτελούν περαιτέρω επιχειρηματολογία η οποία θα μπορούσε να είχε περιληφθεί εξ αρχής. Εντούτοις, τυχόν άρνηση του αιτήματος θα έχει ως αποτέλεσμα η πλευρά του Εφεσείοντος να μην μπορεί να προωθήσει τα επιχειρήματα αυτά κατά την ακρόαση. Η πλευρά της Εφεσίβλητης δεν θα υποστεί κάποια ουσιαστική ζημιά δεδομένου του ότι δεν έχουν ακόμη καταχωριστεί τα περιγράμματα. Ζυγίζοντας τα πιο πάνω κατ’ εφαρμογή του Πρωταρχικού Σκοπού καταλήγουμε ότι θα πρέπει να δοθεί άδεια για προσθήκη των αιτούμενων παραγράφων στην αιτιολογία των Λόγων Έφεσης 19, 20 και 23.
Εκδίδεται συναφώς Διάταγμα ως τα αιτητικά (1), (8), (12), (13), (15) και (17) της Αίτησης. Εκδίδεται επίσης Διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η τροποποίηση της ημερομηνίας στην παρ. (γ) της αιτιολογίας του Λόγου Έφεσης 1.
Εκδίδεται επιπλέον διάταγμα διαγραφής των παραγράφων (β), (γ) και (δ) της Ειδοποίησης Έφεσης.
Τα λοιπά αιτητικά απορρίπτονται.
Τροποποιημένη Ειδοποίηση Έφεσης να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα και να επιδοθεί στον Εκκαθαριστή εντός περαιτέρω 20 ημερών.
Κατ’ εφαρμογή του Καν. 18.2 και δεδομένης της αποτυχίας των πλείστων αιτητικών, επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντος έξοδα εκδίκασης της αίτησης €1.350 πλέον Φ.Π.Α. Επιδικάζονται επιπλέον υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντος €1.000 πλέον Φ.Π.Α. ως απωλεσθέντα έξοδα συνεπεία της τροποποίησης.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο