ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ v. ΗΛΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 71/2020, 30/6/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ v. ΗΛΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 71/2020, 30/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 71/2020)

 

30 Ιουνίου, 2026

 

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ

Εφεσείουσα

 

και

 

                          1.    ΗΛΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗ

                          2.    ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΑ ΗΛΙΑ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗ

Εφεσίβλητοι

 

--------------------------------------------------

 

Μαριλένα Μηλιώτου για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. και Κύπρος Ανδρέου Δ.Ε.Π.Ε., για την εφεσείουσα

Χρίστος Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους εφεσίβλητους

 

--------------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΚΟΝΗΣ, Δ.: Αντικείμενο της παρούσας έφεσης είναι η απόφαση του Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 19.12.2019 με την οποία απέρριψε την αγωγή της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (η ενάγουσα) με έξοδα σε βάρος της και υπέρ των εφεσίβλητων/εναγομένων.

 

         Η ενάγουσα με αγωγή της αξίωνε εναντίον των εφεσίβλητων ποσό €96.002,49 δυνάμει «Συμφωνίας Δανείου και/ή Μεσοπρόθεσμου Γραμματίου ημερ. 04/06/2007 και/ή δυνάμει τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή δυνάμει χρεωστικού λογαριασμού και/ή δυνάμει Αποζημιώσεων» πλέον τόκους ως επίσης διάταγμα εκποίησης υποθήκης εναντίον της εφεσίβλητης 2.

 

         Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, κατόπιν συμφωνίας που συνομολογήθηκε κατά την 4.6.2007, η ενάγουσα παραχώρησε δάνειο στους εφεσίβλητους για το ποσό των €93.973,07 και άνοιξε για τον σκοπό αυτό σχετικό λογαριασμό. Προς εξασφάλιση πληρωμής του δανείου και των υποχρεώσεων των εφεσίβλητων προς την ενάγουσα, η εφεσίβλητη 2 κατά τις 8.6.2007 ενέγραψε προς όφελος της ενάγουσας την υποθήκη [     ] στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας επί του ακινήτου [     ]. Κατά παράβαση των όρων της αναφερόμενης συμφωνίας δανείου οι εφεσίβλητοι καθυστέρησαν την αποπληρωμή του δανείου αφού δεν πλήρωναν τις δόσεις όπως προβλεπόταν στη συμφωνία και δεν ανταποκρίθηκαν στις οχλήσεις της ενάγουσας. Η ενάγουσα τότε με επιστολή του δικηγόρου της τερμάτισε τη συμφωνία και απαίτησε την πληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού πλέον τόκους.

 

         Οι εφεσίβλητοι στην Υπεράσπιση τους ισχυρίστηκαν ότι η αγωγή ήταν πρόωρη. Προέβαλαν περαιτέρω ότι ο κατ΄ ισχυρισμό δανεισμός ήταν παράνομος ενώ αρνήθηκαν την ύπαρξη ή υπογραφή οποιασδήποτε συμφωνίας ημερ. 4.6.2007 ή του αναφερόμενου λογαριασμού. Άνευ βλάβης των πιο πάνω ισχυρίστηκαν διαζευκτικά ότι, σε περίπτωση που οι κατ΄ ισχυρισμό διευκολύνσεις ή και δάνειο αποδειχθούν νόμιμες ή και έγκυρες, αυτές περιείχαν καταχρηστικές ρήτρες που επιβλήθηκαν μονομερώς και η ενάγουσα τους επέβαλε παράνομες χρεώσεις ή και έξοδα ή και τόκους. Ισχυρίστηκαν περαιτέρω ότι η ενάγουσα ήταν αμελής και παρέβηκε τα θέσμια καθήκοντα της όταν χορήγησε τις επίδικες πιστώσεις παραθέτοντας προς τούτο σχετικές λεπτομέρειες. Ισχυρίστηκαν διαζευκτικά ότι η υπογραφή της συμφωνίας έγινε κάτω από συνθήκες ψυχικής πίεσης, αθέμιτης επιρροής και εξαναγκασμού ως επίσης ότι το κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό αποτελούσε προϊόν παράνομου ανατοκισμού, καταχρηστικών όρων ή ρητρών. Η ενάγουσα ουδέποτε τερμάτισε νόμιμα τη συμφωνία δανείου ή και τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και οι ίδιοι ουδέποτε παρέλαβαν οποιαδήποτε επιστολή. Δεν παραδέχθηκαν ότι η εφεσίβλητη 2 υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία για περαιτέρω εγγύηση ή και υποθήκη και τέλος ισχυρίστηκαν ότι ουδέν ποσό όφειλαν στην ενάγουσα.

 

         Η ενάγουσα στην Απάντηση της αρνήθηκε τους ισχυρισμούς των εφεσίβλητων και επανέλαβε τους ισχυρισμούς της στην Έκθεση Απαίτησης.

 

         Κατά την ακροαματική διαδικασία η πλευρά της ενάγουσας παρουσίασε μια μάρτυρα (Μ.Ε.1) ενώ η πλευρά των εφεσιβλήτων δεν παρουσίασε οποιοδήποτε μάρτυρα.

 

         Μολονότι η Μ.Ε.1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, παρατήρησε ότι δεν γνώριζε κάτι συγκεκριμένο για την υπόθεση και δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην επίδικη συμφωνία, ούτε και έλαβε πληροφόρηση από οποιοδήποτε συνάδελφο της σε σχέση με την επίδικη συμφωνία ή και τα επίδικα ζητήματα. Ανέλαβε την υπόθεση το 2018 και η γνώση της, όπως η ίδια παραδέχτηκε, πήγαζε από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή της. Κατ΄ ουσία αυτό που έκανε ήταν να εκτυπώσει την κατάσταση λογαριασμού και να ετοιμάσει την αναδομημένη κατάσταση.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στη συνέχεια σε συμπεράσματα/ευρήματα σημειώνοντας ότι με δεδομένο ότι οι εφεσίβλητοι στην Υπεράσπιση τους αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και κυρίως την υπογραφή της συμφωνίας δανείου και της σύμβασης υποθήκης και συνέχιζαν να αμφισβητούν την εμπλοκή τους στις συμφωνίες κατά την ακροαματική διαδικασία, η ενάγουσα όφειλε να αποδείξει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ή και την κατάρτιση των συμφωνιών με τους εφεσίβλητους ως επίσης την ορθή εκτέλεση τους. Έκρινε ότι η ενάγουσα απέτυχε να το πράξει αφού η μαρτυρία της Μ.Ε.1 ήταν εντελώς ανεπαρκής για να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε εμπλοκή των εφεσίβλητων στην υπόθεση και κατ΄ επέκταση οποιαδήποτε ευθύνη τους προς αυτήν, παραπέμποντας στην Εθνική Τράπ. της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Σαλούμη κ.ά. (2006) 1(Β) Α.Α.Δ. 1347. Έκρινε επίσης ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε πως με επιστολές ή τηλεφωνικές ειδοποιήσεις κάλεσε τους εφεσίβλητους να συμμορφωθούν με τους όρους πληρωμής του δανείου και δεν ανταποκρίθηκαν, αφού η σχετική αναφορά της Μ.Ε.1 ήταν γενική και αυτή δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική γνώση σε σχέση με το θέμα, ούτε ανέφερε από που άντλησε αυτήν την πληροφόρηση. Περαιτέρω δεν παρουσίασε τέτοια επιστολή και δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για τούτο. Έχοντας υπόψη ότι οι εφεσίβλητοι αμφισβητούσαν ότι είχαν ειδοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό ή ότι είχαν παραλάβει οποιαδήποτε επιστολή, κατέληξε πως τα όσα ανέφερε η Μ.Ε.1 δεν γίνονταν αποδεκτά και ότι η εφεσείουσα δεν είχε αποσείσει το βάρος αναφορικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Μ.Ε.1 ότι με τις επιστολές (Τεκμήριο 6) η συμφωνία δανείου τερματίστηκε, αποδεχόμενο την εισήγηση της πλευράς των εφεσίβλητων ότι το επίδικο ποσό ούτως ή άλλως δεν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ως επίσης ότι η αγωγή ήταν πρόωρη. Όσον αφορά το κατ΄ ισχυρισμό από την ενάγουσα υπόλοιπο, επισήμανε ότι πέραν της κατάθεσης των καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήρια 7 και 8), η μαρτυρία της Μ.Ε.1 δεν κάλυπτε τις επιτακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Ως ανεπαρκή, γενική και αόριστη έκρινε επίσης τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 σε σχέση με το υπό διεκδίκηση επιτόκιο.

 

         Με βάση τα πιο πάνω το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην απόρριψη της αγωγής σχολιάζοντας πάντως ότι οι εφεσίβλητοι δεν προώθησαν άλλες θέσεις που έθεταν διαζευκτικά με την Υπεράσπιση τους ή τις έθεσαν γενικά και αόριστα.

 

         Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι ως ενάγουσα στην αγωγή αναφερόταν αρχικά η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας και στη συνέχεια δυνάμει σχετικών ειδοποιήσεων που επέφεραν τροποποίηση του τίτλου της, η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας Λτδ και τελικά η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι βάσει ειδοποίησης ημερ. 19.5.2025 δυνάμει του άρθρου 18(6) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, Ν.169(1)/2015 ως έχει τροποποιηθεί, η εφεσείουσα εταιρεία έχει υποκαταστήσει τη Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ στην παρούσα έφεση.

 

         Η εφεσείουσα προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με πέντε λόγους έφεσης.

 

         Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε ότι το Τεκμήριο 5, δέσμη αποτελούμενη από το έγγραφο υποθήκης, σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου της Υποθήκης [     ], αποτελούσε δημόσιο έγγραφο και επιβεβαίωνε ή και περιείχε ή και αποτελούσε το υπό του άρθρου 16(4)(β) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (9/1965), προβλεπόμενο πιστοποιητικό έγγραφης υποθήκης. Η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι η παράλειψη αυτή είχε ως συνέπεια την παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας και των γεγονότων που η αρμόδια αρχή επιβεβαίωνε και του τεκμηρίου που αυτό προκαλούσε.

 

         Ο πιο πάνω λόγος έφεσης αφορά την αξιολόγηση από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέρους της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του.

 

         Στην απόφαση μας Παπαλής ν. Ζαχαρίου κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 365/2018, ημερ. 29/3/2024 επαναλάβαμε τον νομολογιακό κανόνα ότι:

 

         «το Εφετείο δεν επεμβαίνει με ευκολία στην πρωτόδικη αξιολόγηση μαρτύρων και μαρτυρίας, η οποία αξιολόγηση αποτελεί τη συνισταμένη της κρίσης του Δικαστηρίου επί της ζώσας ενώπιόν του παρουσιασθείσας μαρτυρίας.»

 

         Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις Tekinder Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551:

 

         «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων. (Δέστε Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ. 1275).»

 

Επέμβαση είναι δυνατή σε πολύ περιορισμένες περιπτώσεις όταν τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είτε αντιστρατεύονται τη λογική των πραγμάτων, είτε συγκρούονται με άλλη αποδεκτή από το ίδιο το Δικαστήριο μαρτυρία, είτε διαπιστώνεται πλημμελής αξιολόγηση των δεδομένων. Παραπέμπουμε στις αποφάσεις Bullows v. Νεοφύτου (1994) 1 Α.Α.Δ. 41, Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου (2006) 1 Α.Α.Δ. 236 και Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας ν. Κώστα Α. Ζαχαρία Λτδ (2006) 1 Α.Α.Δ. 705)

 

         Περαιτέρω στην υπόθεση Ευσταθίου ν. Alpha Bank Ltd (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1682 η παράλειψη αξιολόγησης από το πρωτόδικο Δικαστήριο της μαρτυρίας του ίδιου του ενάγοντος (εφεσείοντα), την οποία αξιολόγησε παρεμφερώς και μόνο προς υποστήριξη του απορριπτικού σκεπτικού του, που είχε ήδη προαποφασιστεί, αποτέλεσε ένα από τους λόγους για επέμβαση του Εφετείου, το οποίο διέταξε επανεκδίκαση της αγωγής. Στην Αγρότου κ.ά. ν. Αγρότου (2016) 1(Β) Α.Α.Δ. 1325 η πλημμέλεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εξετάσει έγγραφη μαρτυρία που άγγιζε κύριες πτυχές των υπερασπιστικών θέσεων των εφεσειουσών, επίσης αποτέλεσε ένα από τους λόγους για επέμβαση του εφετείου και την έκδοση διαταγής για επανεκδίκαση.

 

         Σημειώνουμε κατ΄ αρχάς ότι δεν συμφωνούμε με τη θέση των εφεσίβλητων στο περίγραμμα αγόρευσης τους ότι τα όσα προβάλλει η εφεσείουσα μέσω των λόγων έφεσης και ειδικότερα του τρίτου λόγου δεν τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

         Στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της ενάγουσας γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στη γραπτή δήλωση της Μ.Ε.1 όπου επισημαίνεται η γνώση της για τα γεγονότα της υπόθεσης και επεξηγείται η πορεία του επίδικου δανείου, το ιστορικό του φακέλου και οι συμβατικές υποχρεώσεις των εφεσίβλητων. Σύμφωνα με τους δικηγόρους η Μ.Ε.1 «κατέθεσε διάφορα τεκμήρια που σχετίζοντο με την αλλαγή της ονομασίας των Εναγόντων, τις ανάλογες δημοσιεύσεις, τις συμφωνίες δανείων, την πορεία του λογαριασμού με αναδομημένη κατάσταση καθώς και τα έγγραφα υποθήκης του υποθηκευμένου ακινήτου». (Υπογράμμιση δική μας). Περαιτέρω η Μ.Ε.1 επεξήγησε τη διαδικασία δανειοδότησης των εφεσίβλητων κατόπιν αίτησης τους και την υπογραφή της συμφωνίας δανείου (οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο) και κατέληξε ότι οι εφεσίβλητοι «δεν τήρησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και δεν πλήρωναν σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας δανείου, όπου κατέληξε στο οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού και/ή την αναδομημένη κατάσταση που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου». Γίνεται επίσης αναφορά στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της ενάγουσας ότι οι θέσεις της υπεράσπισης ήταν αλληλοσυγκρουόμενες και αντιφατικές μεταξύ τους και ότι ενώ η υπεράσπιση «αρνείτο την υπογραφή των Εναγομένων στις συμφωνίες δανείου κατ΄ ουσία η αντεξέταση των όχι μόνο επιβεβαίωνε την σύναψη της συμφωνίας δανείου αλλά και τους όρους της συμφωνίας καθώς και τις πληρωμές που έγιναν έναντι του δανείου». Επισήμαναν ακόμα ότι οι εφεσίβλητοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία.

 

         Κρίνουμε επομένως ότι παρά το γεγονός ότι στην τελική αγόρευση των δικηγόρων των εναγόντων δεν γίνεται ρητή αναφορά στο άρθρο 16(4)(β) του Ν.9/1965, αυτοί αναφέρθηκαν στο ζήτημα των επίδικων εγγράφων υποθήκης και του αναφερόμενου σ΄ αυτά ακινήτου. Επομένως δεν μπορεί να γίνεται λόγος ότι δεν τέθηκαν τα ζητήματα αυτά ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

         Επί της ουσίας του λόγου και σύμφωνα με το άρθρο 16(1)(4)(β) του Ν.9/1965:

 

            «16.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 24 και 25 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των άρθρων 14 και 15, ο Διευθυντής εγγράφει πάσαν μεταβίβασιν ή υποθήκην ακινήτου δηλωθείσαν δυνάμει των διατάξεων  του παρόντος Νόμου και γενομένην αποδεκτήν υπό του προς τούτο αρμοδίου υπαλλήλου.

            ……………………………………………………………………………………………...

            (4) Άμα τη διενεργεία της εγγραφής μεταβιβάσεως ή υποθήκης, ο Διευθυντής εκδίδει, αναλόγως της περιπτώσεως-

                     …………………………………………………………………………………….....

                     (β) τω ενυποθήκω δανειστή, πιστοποιητικόν εγγραφής της υποθήκης επ’ ονόματι αυτού, σημειούμενον επί της συμβάσεως και δηλώσεως της υποθήκης, και συνοδευόμενον υπό του επ’ ονόματι του ενυποθήκου οφειλέτου πιστοποιητικού εγγραφής του υποθηκευομένου ακινήτου.»

 

         Η Μ.Ε.1 κατέθεσε τα έγγραφα της πιο πάνω υποθήκης (Τεκμήριο 5) χωρίς ένσταση αναφέροντας κατά την κυρίως εξέταση της ότι «η Εναγόμενη 2 κατά ή περί την 08/06/2007 ενέγραψε προς όφελος των Εναγόντων την Υποθήκη υπ΄ αρ. Υ[     ] στο Κτηματολόγιο Λάρνακος επί του ακινήτου υπ΄ αρ. εγγρ. [     ], Φ/ΣΧ[     ], ΤΜ.[     ], Τεμ. [     ], χωράφι εμβαδού 11 ΔΕΚ, 054 ΤΜ, εγγεγραμμένο μερίδιο όλο, υποθηκευμένο μερίδιο ΟΛΟΝ, τοποθεσία [     ], Λάρνακα». Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1. H M.E.1 κατά την αντεξέταση της ρωτήθηκε σε σχέση με το Τεκμήριο 5 απλώς κατά πόσο αποτελούσε δεύτερη υποθήκη, με την Μ.Ε.1 να απαντά καταφατικά. Το Τεκμήριο 5, δηλαδή το έγγραφο υποθήκης και η Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου είναι πρωτότυπα έγγραφα δεόντως υπογεγραμμένα και χαρτοσημασμένα και αναγράφονται σ΄ αυτά τα ονόματα των εφεσίβλητων, ο αριθμός ταυτότητας τους και η διεύθυνση τους που είναι τα ίδια με αυτά που αναγράφονται στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Τα πιο πάνω στοιχεία θα έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, κάτι που δεν συνέβη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με το Τεκμήριο 5. Όπως έχει λεχθεί στην Λιάπη - Χ΄ Ιωάννου κ.ά. ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΚΕΔΙΠΕΣ), Πολ. Έφ. Αρ. 445/2019, ημερ. 12.3.2025:

 

            «Στα γεγονότα, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα πραγματικά (factual) στοιχεία της διαφοράς, αλλά και τα δικόγραφα, οι παραδοχές, η μη αμφισβήτηση, οι υποβληθείσες ερωτήσεις και τυχόν υποβολές (ή μη) προς τους μάρτυρες και γενικά όλα τα δεδομένα που διαμορφώνουν τη συνολική εικόνα, στην οποία θα στηριχθεί το Δικαστήριο για να προβεί σε ευρήματα και να εξαγάγει τα συμπεράσματα του.»

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο τρίτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει.

 

         Παρόμοια ζητήματα προβάλλονται και με τον πρώτο λόγο έφεσης όπου η πλευρά της εφεσείουσας προσβάλλει ως λανθασμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.1 ήταν εντελώς ανεπαρκής για να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε εμπλοκή των εφεσίβλητων στην υπόθεση και κατ΄ επέκταση οποιαδήποτε ευθύνη προς την εφεσείουσα. Η πλευρά της εφεσείουσας υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε ότι τα πλείστα από τα τεκμήρια που η πλευρά της είχε καταθέσει αποτελούσαν «Τραπεζικά Βιβλία» ή και «αντίγραφα αυτών» υπό την έννοια του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 ή και παρέλειψε να αποδώσει σε αυτά την αποδεικτική αξία που το συγκεκριμένο άρθρο τους αποδίδει. Περαιτέρω παρερμήνευσε τις πρόνοιες του άρθρου 22 του Κεφ. 9 περιορίζοντας την εφαρμογή του μόνο στις καταστάσεις λογαριασμού που είχαν κατατεθεί και όχι στα υπόλοιπα τεκμήρια. Σύμφωνα πάντα με την εφεσείουσα, το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε ότι οι εφεσίβλητοι με τους ισχυρισμούς τους στην Υπεράσπιση, είχαν παραδεχτεί εμπλοκή στην υπόθεση ισχυριζόμενοι ότι «υπέγραψαν την ισχυριζόμενη επίδικη συμφωνία υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης» και «αθέμιτης επιρροής» ως επίσης ότι οι συμφωνίες περιείχαν καταχρηστικές ρήτρες, ότι από τη χορήγηση των πιστώσεων υπέστησαν ζημιές και έξοδα και ότι έλαβαν το επίδικο δάνειο το οποίο είχε επιβαρυνθεί με υπερχρεώσεις κ.λπ. Υποστηρίζει επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε ότι ο δικηγόρος των εφεσίβλητων κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 αποδεχόταν την εμπλοκή τους στην υπόθεση.

 

         Ισχύουν και για τον λόγο αυτό τα όσα αναφέρουμε στο πλαίσιο του τρίτου λόγου έφεσης, ότι δηλαδή τα ζητήματα που τίθενται μέσω του λόγου έφεσης τέθηκαν και πρωτόδικα.

 

         Κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι τις επίδικες συμφωνίες τις υπέγραψαν οι εφεσίβλητοι, ούτε της υποβλήθηκε τέτοια θέση. Ούτε αμφισβητήθηκε αλλά ούτε της υποβλήθηκε ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή σ΄ αυτές. Από τη μελέτη των πρακτικών δημιουργείται αντικειμενικά η εντύπωση ότι η υπεράσπιση αποδεχόταν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και τη χορήγηση του επίδικου δανείου. Παραθέτουμε σχετικά αποσπάσματα από τα πρακτικά:

 

 

         (Σελ. 21)

            «Ε.    Συμφωνείτε μαζί μου ότι το δάνειο αυτό εδόθηκε πριν την 1.1.08; Συμφωνούμε με αυτό;

            Α.      Μάλιστα.»

 

         (Σελ. 26)

            «Ε.    Συμφωνείς μαζί μου όμως ότι αυτή η παράγραφος είναι πάνω σε όλες τις συμφωνίες της ΣΠΕ Μακράσυκας;

            Α.      Μάλιστα, την οποία κάθε πελάτης διαβάζει προτού υπογράψει.

            Ε.      Εσείς ξέρετε αν την διάβασαν πριν την υπογράψουν οι Εναγόμενοι;

            Α.      Θεωρώ ότι ήταν ορθό να την διαβάσουν μάλιστα.»

 

         Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό τη γνωστή νομολογιακή αρχή ότι, ακόμα και στο πλαίσιο διατυπωθείσας ερώτησης προς μάρτυρα, δήλωση δικηγόρου εκφράζει τη θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί και ότι η θέση δικηγόρου κατά την αντεξέταση αντιδίκου ταυτίζεται με τη θέση του πελάτη του και δεσμεύει αυτόν (Μιχαηλίδης v. Μαυρόπουλου (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 1143 και Μιχαήλ κ.ά. v. Φίλιου Γ. Συκοπετρίτη (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1049 αντίστοιχα, και T&M Οικονόμου και Υιός Λτδ κ.ά. ν. SCY CAC LIMITED, Πολ. Έφ. Αρ. 353/2018, ημερ. 28.3.2024).

 

         Υποδεικνύουμε περαιτέρω ότι μετά την 12.3.2004 όταν τροποποιήθηκε ο περί Αποδείξεως Νόμος, Κεφ. 9 μέσω του περί Αποδείξεως (Τροποποιητικού) Νόμου 32(I)/2004 η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται a priori από οποιαδήποτε διαδικασία. Η πλευρά των εφεσειόντων δεν ζήτησε την αντεξέταση μαρτύρων επί εξ ακοής μαρτυρίας δυνάμει του άρθρου 26(1). Περαιτέρω, δεν παρουσίασε οποιουσδήποτε μάρτυρες οι οποίοι θα μπορούσαν να προωθήσουν τις θέσεις τους (βλ. Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημ. Εταιρ. Λτδ (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2192).

 

         Η Μ.Ε.1 δεν ήταν άσχετη με την υπόθεση αφού εργαζόταν στην Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ για αρκετά χρόνια και μέχρι 31.1.2018 ήταν τοποθετημένη ως λειτουργός στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών. Από την 1.2.2018 είχε μεταφερθεί ως υπάλληλος στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με την πιο πάνω εταιρεία, με βάση την οποία η Altamira ενεργούσε για λογαριασμό της και είχε αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ των οποίων και του επίδικου δανείου.

 

         Στη Ρώσσου ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 448/2012, ημερ. 17.12.2018 λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι:

 

            «Η κάθε υπόθεση βέβαια κρίνεται με βάση τα δικά της γεγονότα και περιστατικά και τη μαρτυρία που η κάθε πλευρά επιλέγει να προσκομίσει.

            ……………………………………………………………………………………………...

            Το γεγονός δε ότι οι μάρτυρες των εφεσιβλήτων δεν ήταν εκ των προσώπων που υπέγραψαν τα συμβόλαια εκ μέρους τους, δεν τους καθιστούσε άσχετους με την υπόθεση και την αποδοχή της μαρτυρίας τους μεμπτή. Στα καθήκοντα τους περιλαμβανόταν η παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών και των λογαριασμών για τις υποθέσεις που είχαν παραπεμφθεί στο Δικαστήριο.  Υπό την εποπτεία τους ήταν και ο επίδικος λογαριασμός.»

 

         Περαιτέρω, στην Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 294/2012, ημερ. 18.6.2019 λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι:

 

            «… οι μάρτυρες της τράπεζας κατέθεσαν έγγραφα ως μέρος της τραπεζικής πρακτικής και των αρχείων. Δεν ήταν ανάγκη να είχαν για το κάθε τι προσωπική γνώση και ανάμειξη δεδομένου ότι ήταν φορείς κατάθεσης των γεγονότων εκ μέρους οργανισμού.»

 

         (βλ. επίσης Κόκκινου κ.ά. ν. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 336/2018, ημερ. 31.3.2025 και την πολύ πρόσφατη απόφαση μας Γεωργίου κ.ά. ν. Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited, Πολ. Έφ. Αρ. 315/2020, ημερ. 19.6.2026).

 

         Σύμφωνα επίσης με πάγια νομολογία η μαρτυρία θα πρέπει να εξετάζεται και να αξιολογείται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά (βλ. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου κ.ά. (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 552, Παπακόκκινου κ.ά. v. Σμυρλή κ.ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 και Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 576).

 

         Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε περισσότερα σε σχέση με αυτόν τον λόγο έφεσης.

 

         Κρίνουμε με βάση τα πιο πάνω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να αξιολογήσει τη μαρτυρία στο σύνολο της και να θέσει ένα ασφαλές και στέρεο υπόβαθρο προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του με αποτέλεσμα η όλη κρίση και συλλογιστική του να κρίνεται ακροσφαλής.

 

         Σε σχέση με τη νομολογία που επικαλείται η πλευρά των εφεσίβλητων, κρίνουμε ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται. Στην υπόθεση Εθνική Τράπ. της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Σαλούμη κ.ά. (2006) 1(Β) Α.Α.Δ. 1347 πέραν της άρνησης των ισχυρισμών των εναγόντων στο δικόγραφο τους, κατά την αντεξέταση της μάρτυρος για τους ενάγοντες, αμφισβητήθηκε ρητά το περιεχόμενο των εγγράφων αλλά και η εμπλοκή των εφεσιβλήτων σ΄ αυτά. Διαφοροποιούνται επίσης από τα γεγονότα της Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. E.T. Autospares Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 843 αφού στην εν λόγω υπόθεση το μοναδικό επίδικο θέμα που προέκυπτε από τα δικόγραφα ήταν κατά πόσον οι εφεσίβλητοι υπέγραψαν τη σύμβαση ως εγγυητές (υποστήριξαν πως η υπογραφή τους είχε πλαστογραφηθεί) και ο μοναδικός μάρτυρας των εφεσειόντων εξάντλησε τη μαρτυρία του με αναφορά στο υπόλοιπο που παρέμενε οφειλόμενο, απουσίαζε δηλαδή μαρτυρία ουσίας. Στην παρούσα δεν υπήρχε θέση περί πλαστογραφίας στην Υπεράσπιση ούτε και τέθηκε τέτοιο ζήτημα κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1. Στην Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1491 (η οποία παραπέμπει στην Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.ά. (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 479) αποφασίστηκε ότι οι γενικής φύσεως αρνήσεις δεν είναι ο ιδανικότερος τρόπος για να εγερθεί μια υπεράσπιση. Μπορεί η γενική άρνηση ορισμένες φορές να θέτει υποχρέωση στον ενάγοντα να αποδείξει ορισμένη πτυχή της υπόθεσης του αλλά δεν βοηθά πολύ τον εναγόμενο ο οποίος έχει υποχρέωση να είναι και αυτός σαφής ως προς τα συγκεκριμένα θέματα που αμφισβητεί. Στην εν λόγω υπόθεση κατά την κατάθεση των καταστάσεων λογαριασμού δεν εγέρθηκε ένσταση ούτε διατυπώθηκε οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεση τους όπως και στην παρούσα υπόθεση όπου η Μ.Ε.1 δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού. Επομένως δεν θεωρούμε ότι η πιο πάνω νομολογία βοηθά τις θέσεις των εφεσίβλητων.

 

         Έχουμε αναφέρει πιο πάνω τα όσα οι εφεσίβλητοι ισχυρίστηκαν στο δικόγραφο τους. Οι εφεσίβλητοι στην Υπεράσπιση τους αμφισβήτησαν ουσιαστικά τα πάντα προβάλλοντας πληθώρα διαζευκτικών υπερασπίσεων πολλές φορές αντιφατικών μεταξύ τους όπως π.χ. την αμφισβήτηση της σύναψης της συμφωνίας δανείου και ταυτόχρονα την αμφισβήτηση του τερματισμού της ή του νόμιμου τερματισμού της ενώ ισχυρίστηκαν ότι η υπογραφή της συμφωνίας δανείου υπεγράφη από τους εφεσίβλητους υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης, αθέμητης επιρροής και εξαναγκασμού ή ότι οι κατ΄ ισχυρισμό διευκολύνσεις ή και δάνειο περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες που επιβλήθηκαν μονομερώς ή χωρίς διαπραγμάτευση, κ.λπ. Η πλευρά των εφεσίβλητων θα έπρεπε κατά την ακροαματική διαδικασία, ήτοι κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1, να θέσει την εκδοχή της, πράγμα που δεν έπραξε. Όπως αναφέρουμε στην Γαλάζης ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 405/2019, ημερ. 27.2.2026:

 

            «Η ακρόαση είναι για τη διαβίβαση της αλήθειας. Η αλήθεια έχει μόνον μια εκδοχή. Δεν χωράνε επ’ αυτής διαζεύξεις.»

 

         Τέλος, η Trambako Holdings Ltd κ.ά. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 87/2018, ημερ. 25.11.2024 επίσης διαφοροποιείται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού στην εν λόγω υπόθεση υπήρχε στην Υπεράσπιση των εφεσειόντων ρητή άρνηση της εκτέλεσης των εγγράφων. Περαιτέρω  κατά την κατάθεση των διαφόρων εγγράφων υπήρχε εκ μέρους των εφεσειόντων ρητή επιφύλαξη για αντεξέταση σε σχέση με την εκτέλεση των εγγράφων αυτών, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Αναφέρουμε ακόμα ότι το Εφετείο έκρινε ως βάσιμους τους λόγους έφεσης υπ΄ αρ. 1, 3 και 7, αποδεχόμενο την έφεση χωρίς να εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους έφεσης. Ο πρώτος λόγος έφεσης στρεφόταν κατά της ενδιάμεσης απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας σε σχέση με το κατ΄ ισχυρισμό υπόλοιπο ποσό της επίδικης συμφωνίας δανείου ή και τους επιβληθέντες τόκους ή και τους τόκους υπερημερίας. Με τον έβδομο λόγο έφεσης  υποστηρίχθηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο καθόρισε την ακροαματική διαδικασία και ειδικά το δικαίωμα των εφεσειόντων να προσκομίσουν μαρτυρία και να αντεξετάσουν μάρτυρες των εφεσίβλητων/εναγόντων, παραβίασε το δικαίωμα των εφεσειόντων 1 και 2/εναγομένων 1 και 2 για δίκαιη δίκη. Τέλος, με τον τρίτο λόγο έφεσης τίθετο ζήτημα κατά πόσον οι υπογραφές των επίδικων εγγράφων ή μέρους των εφεσειόντων 1 και 2, οι οποίες ήσαν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, έγιναν από δεόντως εξουσιοδοτημένα άτομα. Τα πιο πάνω στοιχεία διαφοροποιούν την πιο πάνω υπόθεση από την παρούσα.

 

         Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνουμε βάσιμο και τον πρώτο λόγο έφεσης χωρίς να κρίνουμε σκόπιμο να εξετάσουμε περαιτέρω ζητήματα τα οποία εγείρονται με αυτόν ούτε με τους υπόλοιπους λόγους έφεσης.

 

         Η έφεση επιτυγχάνει. Διατάσσεται η επανεκδίκαση της Αγωγής από άλλο Δικαστή του Ε.Δ. Λάρνακας. Η διαταγή για τα έξοδα πρωτοδίκως ακυρώνεται και αντικαθίσταται με έξοδα δίκης στην επανεκδίκαση.

 

         Επιδικάζονται €3.000 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον των εφεσίβλητων.

 

 

 

                                                                        ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.

 

 

                                                                        Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

                                                                        Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο