ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. E150/2020)
29 Ιουνίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΚΕΛΛΙΔΗΣ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΓΙΑΓΚΟΥ ΜΙΚΕΛΛΙΔΗ, ΤΕΩΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΥΡΓΑ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Εφεσείοντας/Εναγόμενος
και
ΘΕΟΧΑΡΙΔΟΥ ΕΙΡΗΝΗ - ΛΗΤΩ
Εφεσίβλητη/Ενάγουσα
------------------------------------------------------
Παρασκευάς Καύκαρος για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον εφεσείοντα/εναγόμενο
Μιχάλης Πελεκάνος για Ε. Πελεκάνος & Σία, για την εφεσίβλητη/ενάγουσα
------------------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η παρούσα υπόθεση αφορά αντιδικία μεταξύ της συντρόφου/συμβίας του αποβιώσαντος ΓΜ (ενάγουσα/εφεσίβλητη) και του αδελφού και διαχειριστή της περιουσίας του (εναγόμενος/ εφεσείοντας).
Πολύ συνοπτικά, η θέση της εφεσίβλητης, είναι ότι στο πλαίσιο της μακροχρόνιας σχέσης αγάπης που διατηρούσε με τον ΓΜ και με σκοπό την εξόφληση παλαιότερων χρεών του τελευταίου, τα οποία, ως μη εξυπηρετούμενα που ήταν, έθεταν σε ορατό και άμεσο κίνδυνο την ακίνητη του περιουσία, σύναψαν από κοινού στις 31.5.2013, δύο δάνεια για ποσά €280.000 και €740.000 αντίστοιχα. Με τα ποσά των δύο νέων δανείων υπήρξε αναδιάρθρωση/εξόφληση των παλαιότερων χρεών και αποφεύχθηκε ο τότε, άμεσος κίνδυνος εκποίησης της περιουσίας του ΓΜ, μεταξύ αυτής και το σπίτι στο χωριό Πυργά όπου συζούσαν. Έκτοτε, ανέλαβε αποκλειστικά η εφεσίβλητη τη διαχείριση των οικονομικών του ΓΜ. Παρόλα ταύτα και ενώ άρχισαν να γίνονται κάποιες πληρωμές από κοινά τους χρήματα, στις 20.8.2014 ο ΓΜ πέθανε αιφνίδια, με αποτέλεσμα να παραμείνει εκτεθειμένη για την αποπληρωμή του ½ των δανείων, το υπόλοιπο των οποίων κατά το 2020 ξεπερνούσε το €1.500.000. Η δε αξία της συνολικής ακίνητης περιουσίας του ΓΜ κατά το 2013 ήταν €1.800.000 και σε περίπτωση αναγκαστικής πώλησης €1.350.000.
Μετά τον θάνατο του ΓΜ και συγκεκριμένα στις 10.9.2014, ο εφεσείοντας καταχώρισε στο Ε.Δ. Λάρνακας την Αίτηση 204/14 για την έκδοση παραχωρητηρίου για τη διαχείριση της περιουσίας του ΓΜ. Κατά της έκδοσης του παραχωρητηρίου καταχωρίστηκε από μέρους της εφεσίβλητης Ειδοποίηση Ανακοπής. Ακολούθησε στις 5.11.2014 η από μέρους της εφεσίβλητης καταχώριση της αγωγής 2640/2014 εναντίον του εφεσείοντος - υπό την ιδιότητα του προτεινόμενου διαχειριστή - με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούσε να αναγνωριστεί κατ’ ουσία ως κληρονόμος του ½ της περιουσίας του αποβιώσαντος δυνάμει καταπιστεύματος. Η αγωγή αυτή τελικά απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης στις 16.5.2019, κάτι που είχε ως συνακόλουθο αποτέλεσμα, στις 5.6.2019, να εκδοθεί στον εφεσείοντα παραχωρητήριο για τη διαχείριση της περιουσίας του ΓΜ. Έγινε διττή προσπάθεια αναβίωσης της αγωγής 2640/2014 και κατ’ επέκταση της αντιστροφής της έκδοσης παραχωρητηρίου διαχείρισης προς τον εφεσείοντα, αφενός με αίτηση επαναφοράς ημερ. 23.5.2019, η οποία όμως κατόπιν απόσυρσης, απορρίφθηκε στις 28.6.2019 και αφετέρου με την Πολιτική Έφεση Ε148/2019, η οποία επίσης απορρίφθηκε στις 12.12.2023, λόγω μη προώθησης.
Εν τω μεταξύ στις 5.11.2019 η εφεσίβλητη καταχώρισε την αγωγή 1726/2019 εναντίον του εφεσείοντος και πάλι, υπό την επίσημη του ιδιότητα πλέον, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος ΓΜ. Στην αγωγή αυτή, η εφεσίβλητη θέτει και πάλι επί τάπητος τη σύναψη των δύο προαναφερθέντων δανείων και την έκθεση της στο χρέος που αυτά δημιούργησαν προς όφελος (τότε) του αποβιώσαντος. Συνακόλουθα, διεκδικεί ολόκληρη την περιουσία του αποβιώσαντος δυνάμει των δανείων και/ή της παράβασης συμφωνίας και λόγω της δημιουργίας εξ υπαγωγής καταπιστεύματος.
Ταυτόχρονα, με την καταχώριση της αγωγής, καταχώρισε δια κλήσεως αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία (α) να παρεμποδίζεται η πώληση, μεταβίβαση, επιβάρυνση και αποξένωση όλης της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος - ως αυτή περιγράφεται στο αιτητικό Α (1)-(4) της αίτησης, (β) να απαγορεύεται στον εφεσείοντα να κατέχει, εισέρχεται ή επεμβαίνει στο σπίτι στα Πυργά και (γ) να επιτρέπεται στην εφεσίβλητη να διαμένει στην εν λόγω έπαυλη.
Η ακρόαση της εν λόγω αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων των μερών, αρχικών και συμπληρωματικών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με την 37 σελίδων εκκαλούμενη απόφαση του ημερ. 30.9.2020, έκρινε ότι πληρούντο οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις και προχώρησε στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως η αίτηση.
Η έκδοση των διαταγμάτων δεν άφησε ικανοποιημένο τον εφεσείοντα, ο οποίος, προσέβαλε την απόφαση αρχικά με πέντε λόγους έφεσης. Στην πορεία, ο δεύτερος λόγος έφεσης εγκαταλείφθηκε με αποτέλεσμα να παραμείνουν τέσσερις.
Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο έφεσης «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή πεπλανημένα και/ή βασιζόμενο σε λανθασμένη νομική αρχή και/ή αδικαιολόγητα παρέλειψε να εξετάσει στα πλαίσια της Ενδιάμεσης Αίτησης της Ενάγουσας ημερομηνίας 5/11/2019 και λάβει υπόψιν του κατά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του ημερομηνίας 30/9/2020, τους πρώτο και δεύτερο λόγους ένστασης του Εναγόμενου περί εμποδισμού της Ενάγουσας στην προώθηση της αγωγής της καθώς και περί της κατάχρησης από αυτήν της δικαστικής διαδικασίας, ζητήματα που θα οδηγούσαν στην απόρριψη της Ενδιάμεσης Αίτησης της ημερομηνίας 5/11/2019 ως μη τηρουμένων ένεκα τούτου των ουσιαστικών κατά τον νόμο προϋποθέσεων παροχής των αιτούμενων θεραπειών».
Από την αιτιολογία του λόγου έφεσης αυτού προκύπτει ότι ο εφεσείοντας παραπονείται για την παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να ασχοληθεί με τα εγειρόμενα στην Ένσταση θέματα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου και της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης αμφισβητείται συλλήβδην και καθ’ ολοκληρία η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης αμφισβητείται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της εφεσίβλητης. Τέλος, ο πέμπτος λόγος έφεσης «βάλλει» κατά της παράλειψης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιβάλει στην εφεσίβλητη την ανάληψη εγγύησης προς κάλυψη των ζημιών που τυχόν θα προέκυπταν από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
Σημειώνεται, ότι κατά την ενώπιον μας ακροαματική διαδικασία, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τους διαδίκους, υιοθέτησαν τα κατατεθέντα περιγράμματα αγόρευσης και επιχειρηματολόγησαν περαιτέρω εστιάζοντας σε συγκεκριμένες θέσεις και ισχυρισμούς. Διεξήλθαμε με προσοχή τα περιγράμματα και λάβαμε υπόψη και τα όσα διευκρινιστικά αναφέρθηκαν ενώπιον μας.
Προέχει η εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης. Είναι γεγονός ότι με την Ένσταση του ημερ. 13.1.2020, ο εφεσείοντας εγείρει τόσο θέμα κωλύματος λόγω δεδικασμένου (1ος λόγος ένστασης) όσο και κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας (2ος λόγος ένστασης). Είναι επίσης γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως προκύπτει από το κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης, δεν εξέτασε τα ζητήματα αυτά.
Το ερώτημα που αναφύεται είναι κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο, μπορούσε ή όφειλε να εξετάσει τους λόγους ένστασης αυτούς, δεδομένου ότι ασχολείτο μόνον με την επίλυση της αίτησης ημερ. 5.11.2019 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ενώ οι εγειρόμενες ενστάσεις άπτονταν ευρύτερα της καταχωρισθείσας αγωγής. Η απάντηση είναι σαφέστατα καταφατική. Επί του προκειμένου, παραπέμπουμε στην υπόθεση D. STAVRINOS CONSTRUCTIONS LTD v. HADJIEFSTATHIOU BROS TOURIST ENTERPRISES LTD, Πολιτική Έφεση Ε146/2019, ημερ. 3.7.2024, όπου υποδείξαμε τα εξής:
«Εφόσον κατ’ ισχυρισμό, ανέκυπτε και καταλυτικής σημασίας για την αγωγή, θέμα κωλύματος λόγω δεδικασμένου, ήταν απολύτως λογικό και νομικά επιτρεπτό, να τίθετο και να εξεταζόταν στο πλαίσιο της ίδιας αίτησης. Καμία ανάγκη ή και δυνατότητα υπήρχε, υπό τις περιστάσεις, να δικογραφηθεί εκ των προτέρων το θέμα, αφού δικόγραφο από πλευράς εφεσίβλητου, δεν είχε καν καταχωρηθεί. Ούτε βεβαίως και υπήρχε λόγος ή δυνατότητα να ζητηθεί η προδίκαση τέτοιου θέματος δυνάμει της Διαταγής 27, αφού η προδίκαση και μάλιστα από το εντελώς αρχικό στάδιο, ήδη επιτυγχάνετο με την εξέταση του, στο πλαίσιο της υπό εκδίκαση αίτησης. Όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση RECNEX TRADING LTD κ.α. v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (2014) 1 Α.Α.Δ. 866, θέμα δεδικασμένου, ασχέτως κατάληξης, τέθηκε στο πλαίσιο αίτησης για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, χωρίς ποτέ να προηγηθεί η προβολή του σε οποιοδήποτε δικόγραφο.
Συναφώς με τα πιο πάνω, η εξέταση πάσης φύσεως κωλύματος είναι δυνατή από τα όσα εξυφαίνονται από τα γεγονότα, χωρίς ανάγκη ρητής αναφοράς στις έγγραφες προτάσεις...».
Σε κάθε περίπτωση, οι εν λόγω ενστάσεις, βρίσκονταν στον πυρήνα των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60. Δεν νοείτο δηλαδή να τίθετο θέμα ικανοποίησης των προϋποθέσεων που θέτει το εν λόγω άρθρο καθ’ ον χρόνο η ίδια η αγωγή, στο πλαίσιο της οποίας καταχωρίστηκε η αίτηση, δεν θα μπορούσε καν να αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είτε ένεκα κωλύματος λόγω δεδικασμένου είτε λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας.
Συνεπώς, ήταν σημαντική η παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην ασχοληθεί με την εξέταση αυτών των λόγων ένστασης.
Αυτού λεχθέντος, μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στις 30.9.2020 και συγκεκριμένα στις 9.11.2020, ο εφεσείοντας καταχώρισε αίτηση διαγραφής της αγωγής στηριζόμενος σε δύο λόγους, ο πρώτος εκ των οποίων ήταν ακριβώς ότι υπήρχε κώλυμα λόγω δεδικασμένου σε σχέση με την προηγηθείσα αγωγή 2640/2014 αλλά και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η αίτηση αυτή εκδικάστηκε και πρωτόδικο Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση), με απόφαση ημερ. 29.12.2021, την απέρριψε ως αβάσιμη.
Στην εν λόγω απόφαση δίδεται έμφαση στο γεγονός ότι τα ζητήματα δεδικασμένου και κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας τέθηκαν και στο πλαίσιο της επίδικης αίτησης ημερ. 5.11.2019. Θεωρήθηκε ότι «τα δύο ως άνω ζητήματα ήταν υπό την κρίση του εκδικάζοντος δικαστηρίου και δεν απέτρεψαν την έκδοση των διαταγμάτων» (σελ. 10). Με άλλα λόγια, το [δεύτερο] Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο σιωπηρά, αξιολόγησε και απέρριψε τα περί δεδικασμένου και/ή κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, αφού εκ του αποτελέσματος, δεν διαδραμάτισαν αναχαιτιστικό ρόλο στην έκδοση των διαταγμάτων. Οικοδομώντας επί της συλλογιστικής αυτής έκρινε περαιτέρω ότι δεν θα μπορούσε να εγκρίνει την ενώπιον του αίτηση για λόγους δεδικασμένου και/ή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας αφού σε μια τέτοια περίπτωση «θα καθιστούσε το παρόν Δικαστήριο Εφετείο του εαυτού του, πράγμα ανεπίτρεπτο» (σελ. 11).
Παρόλα ταύτα, σε άλλα σημεία της εν λόγω απόφασης διατυπώνεται σαφής άποψη και κρίση επί των θεμάτων αυτών. Για παράδειγμα, στη σελ. 5, ειδικά για το κώλυμα λόγω δεδικασμένου αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ταύτιση διαδίκων, ούτε ταύτιση επιδίκων θεμάτων και άρα δεν μπορεί να εφαρμοστεί (σελ. 11). Ομοίως, διατυπώνεται κρίση ότι δεν υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (σελ. 11).
Η απόφαση αυτή εφεσιβλήθηκε με την Πολιτική Έφεση Ε17/2022 η οποία όμως αποσύρθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα των διαδίκων και απορρίφθηκε από το Εφετείο στις 8.10.2025. Με τον τρόπο αυτό η πρωτόδικη απόφαση ημερ. 29.12.2021 κατέστη τελεσίδικη.
Το ερώτημα επομένως που προκύπτει είναι αν νομιμοποιείται ο εφεσείοντας να επαναφέρει το ίδιο ζήτημα στο πλαίσιο της παρούσας έφεσης. Φρονούμε πως η απάντηση είναι καταφατική. Το κώλυμα λόγω δεδικασμένου συναρτάται με την αρχή της τελεσιδικίας, η οποία άπτεται του δημοσίου συμφέροντος (βλ. K.S.R. Comercio E Emdustria De Papel S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Limited (1995) 1 Α.Α.Δ. 309 και Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1298). Το ίδιο και η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. ΚΑΗ v. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΚΙΝΗΤΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση 174/2018, ημερ. 31.5.2024). Πρόκειται για ύψιστης σημασίας αρχή, όπου το Δικαστήριο όχι απλώς έχει δυνατότητα εξέτασης, αλλά και υποχρέωση εξέτασης, ακόμα και αυτεπάγγελτα αν χρειαστεί (ex proprio motu). Η εξουσία εξέτασης ενδεχόμενης κατάχρησης είναι έμφυτη και σύμφυτη. Όπως έχει αναφερθεί στη Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217 η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας η οποία συνιστά κατάχρηση εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας, εξ ου και η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων προς παρεμπόδιση της κατάχρησης είναι σύμφυτη. Τα δε χρησιμοποιούμενα μέσα προς αποτροπή της κατάχρησης δεν συναρτώνται με κάποιο συγκεκριμένο διάταγμα, αλλά είναι δυνατό να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή η οποία είναι αναγκαία στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Επιπρόσθετα, όπως προαναφέραμε, τα ζητήματα αυτά ήταν συνυφασμένα με την εκπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 και ευρύτερα της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου να προχωρήσει στην έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Δεν εξετάστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε σε αυτό το πλαίσιο, επομένως θα πρέπει να υπάρξει εφετειακή εξέταση.
Με αυτά κατά νου προχωρούμε επί της ουσίας πλέον στην εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης.
Το κώλυμα λόγω δεδικασμένου ως προαναφέραμε, συναρτάται με την αρχή της τελεσιδικίας, η οποία είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Έχει δύο εκφάνσεις, το κώλυμα λόγω αιτίας αγωγής (cause of action estoppel) και το κώλυμα επίδικου θέματος (issue estoppel).
Ανεξαρτήτως έκφανσης, για να πετύχει η επίκληση του κωλύματος λόγω δεδικασμένου θα πρέπει:
(α) η απόφαση στην προηγηθείσα διαδικασία να είναι τελεσίδικη,
(β) να υπάρχει ταύτιση διαδίκων,
(γ) να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας διαδίκων και
(δ) να υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων.
Θα πρέπει δε να συνυπάρχουν και οι τέσσερις προϋποθέσεις για επιτυχή επίκληση της αρχής (βλ. Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα (2008) 1 Α.Α.Δ. 1125 και Χριστοφορίδης κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2166).
Μια από τις θεμελιακές επί του ζητήματος αποφάσεις είναι η Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 670, 677 όπου αναφέρθηκαν τα εξής:
«...δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί...».
Δέστε επίσης Χριστοφή (Παπέττας) v. Σ. & Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1703, Κλεόπα v. Αντωνίου (2002) 1 Α.Α.Δ. 58, Υπουργός Εσωτερικών v. Μυλωνά (2002) 1 Α.Α.Δ. 120, Χαραλάμπους (ανωτέρω) και Χωματένος κ.ά. v. Σταυρινού (2015) 1 Α.Α.Δ. 2825.
Απαραίτητη και απαρέγκλιτη προϋπόθεση για επιτυχή επίκληση κωλύματος λόγω δεδικασμένου είναι να υπήρξε τελική απόφαση από Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, ασχέτως αν η απόφαση από την οποία προκύπτει το δεδικασμένο πάρθηκε μετά από ακρόαση ή κατόπιν συμφωνίας των μερών (βλ. Εταιρεία «Ο Φιλελεύθερος Λτδ» κ.ά. v. Σοφοκλέους (2003) 1 Α.Α.Δ. 549). Η απόρριψη αγωγής λόγω μη προώθησης ισοδυναμεί με απόφαση απόρριψης της αγωγής επί της ουσίας της (on the merits) και δύναται επομένως να αποτελέσει το υπόβαθρo εκπλήρωσης της προαναφερθείσας προϋπόθεσης (α).
Στην προκειμένη περίπτωση αυτό ακριβώς συνέβη. Η πρώτη αγωγή 2640/2014 ενώ εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου για πέντε ολόκληρα χρόνια και στο πλαίσιο της πάρθηκαν διάφορα ένδικα διαβήματα, με έντονες αντεγκλήσεις και αντιδικία, τελικά απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης στις 16.5.2019. Όπως προαναφέραμε έγινε διττή προσπάθεια αναβίωσης της αγωγής αυτής αφενός με αίτηση επαναφοράς ημερ. 23.5.2019, η οποία όμως κατόπιν απόσυρσης, απορρίφθηκε στις 28.6.2019 και αφετέρου με την Πολιτική Έφεση Ε148/2019, η οποία επίσης απορρίφθηκε στις 12.12.2023 και πάλι λόγω μη προώθησης. Ως εκ τούτων, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται.
Πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση αφού σε αμφότερες τις υποθέσεις οι διάδικοι είναι οι ίδιοι. Ενάγουσα και στις δύο αγωγές είναι η Ειρήνη - Λητώ Θεοχαρίδου (εφεσίβλητη) και εναγόμενος ο Μάριος Μικελλίδης (εφεσείοντας).
Για ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης απαιτείται να υπάρχει και ταύτιση ιδιότητας διαδίκων. Αυτό χρήζει προσεκτικής ανάλυσης. Στην πρώτη αγωγή (2640/2014), ο Μάριος Μικελλίδης ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως προτεινόμενος διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος ΓΜ. Στη δεύτερη αγωγή (1726/2019) ενάγεται ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος ΓΜ. Επομένως, κυριολεκτικά ομιλούντες, η ιδιότητα είναι διαφορετική. Ουσιαστικά όμως, δεν είναι. Εξηγούμε. Καμία από τις δύο αγωγές δεν στρεφόταν εναντίον του Μάριου Μικελλίδη υπό την προσωπική του ιδιότητα. Ούτε και υπήρχε ιδιωτική διαφορά μεταξύ των κατονομαζόμενων διαδίκων. Η πεμπτουσία της αξίωσης της Ειρήνης - Λητώς Θεοχαρίδου σε αμφότερες τις υποθέσεις, ήταν κατά της περιουσίας του αποβιώσαντος ΓΜ - με διαφορετική βέβαια νομική βάση σε κάθε υπόθεση, γεγονός που θα σχολιάσουμε στη συνέχεια. Τη διαχείριση της περιουσίας αυτής επιχειρούσε να την αναλάβει κατά τον χρόνο καταχώρισης της πρώτης αγωγής ο Μάριος Μικελλίδης και ήδη την ανέλαβε κατά τον χρόνο καταχώρισης της δεύτερης αγωγής. Με άλλα λόγια, η διαφορά ιδιότητας του εφεσείοντος αφορούσε τον χρόνο και όχι την ουσία. Υπάρχει συνοχή και συνεκτικότητα ιδιότητας και απόλυτη ταύτιση των συμφερόντων που ο διάδικος (ο εφεσείοντος εν προκειμένω) εκπροσωπούσε. Αυτό είναι που έχει σημασία.
Στη Γαβριήλ κ.ά. v. Αγαπίου (1998) 1 Α.Α.Δ. 1868, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε δεδικασμένο, παρά το γεγονός ότι στη μετέπειτα αγωγή, οι διάδικοι ήταν τυπικά διαφορετικοί, αφού ήταν οι διάδοχοι του διαδίκου της πρώτης αγωγής. Τονίστηκε στην υπόθεση αυτή ότι εκείνο που έχει σημασία είναι το συμφέρον στη διαδικασία να ταυτίζεται κάτι που ικανοποιείται στην περίπτωση των «privies», που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους «διαδόχους κατά νόμο» και «διαδόχους περιουσίας και συμφέροντος».
Πληρείται συνεπώς και η τρίτη προϋπόθεση.
Ερχόμαστε στην τέταρτη προϋπόθεση που αφορά στην ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Από τη δικογραφία και τα υπόλοιπα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ξεκάθαρο ότι η πραγματική βάση και των δύο αγωγών ή αλλιώς τα πρωτογενή γεγονότα, ήταν απολύτως ταυτόσημα. Αφορούσαν στον ισχυρισμό της εφεσίβλητης για μακροχρόνια σχέση αγάπης με τον αποβιώσαντα και στην από κοινού μαζί του συνομολόγηση δύο δανείων προς εξόφληση/αναδιάρθρωση, αποκλειστικά δικών του προγενέστερων χρεών και της μετέπειτα έκθεσης της στο ½ του υπολοίπου των δανείων αυτών, πριν αλλά και πολύ πιο ουσιαστικά, μετά τον θάνατο του.
Η εφεσίβλητη όχι απλώς δεν αμφισβήτησε αυτή την ταύτιση γεγονότων, αλλά την επιβεβαίωσε. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 22 της Ένορκης Δήλωσης της ημερ. 5.11.2019 που συνοδεύει την πρωτόδικη αίτηση για την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων αναφέρει, για την αγωγή 1726/2019, τα εξής:
«Μετά τα πιο πάνω έλαβα νομική συμβουλή από τους δικηγόρους Ε. Πελεκάνος & Σία στη Λάρνακα οι οποίοι αφού μελέτησαν τον[ς] φακέλους της υπόθεσης μου με συμβούλεψαν ότι η ορθότερη διαδικασία για να προστατέψω τα δικαιώματα μου είναι η παρούσα. Άλλωστε ο Εναγόμενος διορίστηκε μόλις πρόσφατα ως διαχειριστής. Επιθυμώ να αναφέρω και να διευκρινίσω στο Δικαστήριο ότι στην αγωγή 2640/2014 γίνεται αναφορά ότι η διεκδίκηση των περιουσιακών στοιχείων του Γιάγκου ανέρχεται στο 50% της περιουσίας του ενώ στην παρούσα αγωγή διεκδικώ ολόκληρο το μερίδιο της οικίας καθώς και ολόκληρο μερίδιο των υπολοίπων περιουσιακών στοιχείων του Γιάγκου ή οποιοδήποτε άλλο μερίδιο ήθελε θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο (σε σχέση με τα υπόλοιπα ακίνητα όχι με την οικία). Ο λόγος αυτής της διαφοροποίησης είναι επειδή οι προηγούμενοι δικηγόροι μου είχαν την άποψη ότι τα γεγονότα της υπόθεσης μου δημιουργούσαν καταπίστευμα προς όφελος μου ως κληρονόμος του αποβιώσαντα. Σύμφωνα με την άποψη των τότε δικηγόρων μου το καταπίστευμα με κατέτασσε ως κληρονόμο και κατέληξαν ότι μαζί με τους υπόλοιπους κληρονόμους θα ήμουν δικαιούχος κατά το 1/2 μερίδιο. Όμως, οι δικηγόροι που διόρισα πρόσφατα έχουν εντελώς αντίθετη άποψη. Ως τυγχάνω νομικής συμβουλής τα γεγονότα της υπόθεσης μου δεν με κατατάσσουν ως κληρονόμο ως πρώην σύζυγο του αποβιώσαντα εφ’ όσον κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, καθ’ ότι το ποιος είναι κληρονόμος διέπεται από τον Νόμο. Τα δικαιώματα μου επί της περιουσίας του αποβιώσαντος είναι ανεξάρτητα από το γεγονός αν είμαι κληρονόμος ή όχι. Υπό τις περιστάσεις η διαφοροποίηση σε σχέση με την αγωγή 2640/2014 είναι καθαρά λόγω διαφορετικής νομικής προσέγγισης των δικηγόρων μου με γεγονότα τα οποία παραμένουν τα ίδια και αναλλοίωτα. Ως τυγχάνω νομικής συμβουλής σήμερα τα γεγονότα της υπόθεσης μου καθώς και τα νομικά μου δικαιώματα αποκρυσταλλώνονται πλήρως με την παρούσα αγωγή και όχι με την αγωγή 2640/2014 για την οποία οι σημερινοί δικηγόροι μου, έχουν την άποψη ότι επρόκειτο για λανθασμένο νομικό διάβημα χωρίς πιθανότητες επιτυχίας. Δεν είμαι νομικός και έχω εκφράσει τα ίδια γεγονότα τόσο στους αρχικούς όσο και στους σημερινούς μου δικηγόρους οι οποίοι φαίνεται να έχουν διαφορετικές νομικές προσεγγίσεις επί των ίδιων γεγονότων. Να σημειωθεί ότι στην αγωγή 2640/2014 οι θεραπείες που ζητώ είναι να αναγνωριστώ ως κληρονόμος και είναι φανερό ότι με την παρούσα αγωγή παρουσιάζω μια εντελώς διαφορετική νομική προσέγγιση και θεραπείες...».
(Η υπογράμμιση είναι δική μας).
Κοντολογίς, εκείνο το οποίο λέγει η εφεσίβλητη είναι ότι τα γεγονότα είναι τα ίδια, αλλά διπλασιάστηκε η αξίωση της και άλλαξε η νομική βάση και προσέγγιση λόγω της αλλαγής δικηγόρου. Αυτό είναι γεγονός αφού στην πρώτη αγωγή επιχειρούσε να αναγνωριστεί ως κληρονόμος, να διεκδικήσει το ½ της περιουσίας του αποβιώσαντος και για επίτευξη τούτου ζητούσε όπως διοριστεί η ίδια διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος. Στη δεύτερη αγωγή η αξίωση της αναβαθμίζεται και αφορά το σύνολο της περιουσίας του αποβιώσαντος. Εγκαταλείπεται η αξίωση για την αναγνώριση της ως κληρονόμος και η διεκδίκηση τίθεται επί διαφορετικής νομικής βάσης, στηριζόμενης στα προαναφερθέντα δάνεια και/ή στην παράβαση συμφωνίας και λόγω της δημιουργίας εξ υπαγωγής καταπιστεύματος.
Η διαφορετικότητα νομικής βάσης, θεώρησης ή προσέγγισης όμως, αλλά και η αλλαγή δικηγόρου ουδόλως δικαιολογεί την καταχώριση νέας υπόθεσης. Με κάθε σεβασμό, η επιλογή δικηγόρου για τον χειρισμό μιας υπόθεσης, είναι ιδιωτικό θέμα που αφορά αποκλειστικά τον διάδικο. Αλίμονο, αν υπήρχε το ελεύθερο να καταχωρούνται αλλεπάλληλες, διαδοχικές αγωγές λόγω διαφορετικής νομικής θεώρησης, προσέγγισης ή/και διορισμού νέου δικηγόρου. Οι διαδικασίες θα καθίσταντο δέσμιες τέτοιων προσεγγίσεων και η αρχή της τελεσιδικίας θα καταντούσε κενό γράμμα.
Στην K.S.R. Comercio S.A. (ανωτέρω) αναφέρονται στη σελ. 312 τα εξής σημαντικά:
«Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογή του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. ΄Ετσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα».
(βλ. επίσης Παμπορίδης (ανωτέρω) και Μιχαήλ (ανωτέρω)).
Τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής και στην προκειμένη περίπτωση. Δηλαδή, εφόσον τα γεγονότα που θα θεμελίωναν την αξίωση της εφεσίβλητης ήταν ήδη αποκρυσταλλωμένα, όφειλε με τρόπο συγκροτημένο, ενιαίο και πλήρη να θέσει τις αξιώσεις της σε μια αγωγή.
Κρίνουμε συνεπώς ότι τυγχάνει εφαρμογής το κώλυμα λόγω δεδικασμένου.
Η κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, αφορά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία στο σύνολο της και όχι επιμέρους διαβήματα που δυνατόν να ληφθούν στο πλαίσιο της. Συνεπώς, μολονότι ως προαναφέραμε, άπτεται και αυτό το ζήτημα των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 και ευρύτερα της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην έκδοση των διαταγμάτων, τα σχόλια μας που θα ακολουθήσουν, δύναται να αποτελέσουν καθοδήγηση προς το Ε.Δ. Λάρνακας ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της αγωγής. Δεν είναι ενώπιον μας η αγωγή, ώστε να προβούμε εμείς σε αυτόν τον χειρισμό.
Πέραν των όσων επισημάναμε πιο πάνω για την κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, να προσθέσουμε, ότι, δυνατόν να προσλάβει πολλές μορφές και έτσι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της είναι ευρεία (βλ. Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd a.o. (1983) 1 C.L.R. 348 και Αναφορικά με Αίτηση της Beogradska D.D. (1996) 1(B) A.A.Δ. 911).
Στο σύγγραμμα του Πόλυ Γ. Πολυβίου, «Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο» 2021 αναφέρονται στις σελ. 45-46 τα εξής σχετικά:
«Σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου (Inherent power of the Court)
Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να διακόψει ή να αναστείλει αγωγή για άλλη διαδικασία για κατάχρηση διαδικασίας έχει σαν πηγή τη «σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου» (inherent power of the Court). Με άλλα λόγια, η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο της κατάχρησης της διαδικασίας είναι σύμφυτη, έστω και αν σε κάποιο χρονικό διάστημα ενσωματώνεται σε Κανόνες ή Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Όπως ανέφερε η Δικαστής Δημητριάδου-Ανδρέου στην υπόθεση Aqua Sol Hotels Public Co Limited κ.ά. ν. Δημήτρης Μαρίνος κ.ά., Αρ. Αγωγής 2736/2014, Απόφαση ημερ. 11.12.2018, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν αποτελεί «ανεξάρτητη πηγή εξουσίας» αλλά εξουσία «η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη και η αναγνώριση της εν λόγω εξουσίας ή δικαιοδοσίας βασίζονται στο ότι η εν λόγω δικαιοδοσία είναι «αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου». Η επίκληση όμως της εν λόγω εξουσίας, ιδιαίτερα για αναστολή ή διακοπή κάποιας κατά τα άλλα νομότυπης διαδικασίας, «πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ».
Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση [Stelco Inc. (Bankruptcy), Re, 2005 CanLII 8671 (ON C.A.)]:
“Inherent jurisdiction is a power derived ‘from the very nature of the court as a superior court of law’, permitting the court ‘to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused’. It embodies the authority of the judiciary to control its own process and the lawyers and other officials connected with the court and its process, in order ‘to uphold, to protect and to fulfil the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner’”».
Στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 226 επισημάνθηκε ότι οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι:
«…το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς».
Στο προαναφερθέν σύγγραμμα «Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο» συναντούμε στις σελ. 26-27 και την εξής χρήσιμη, κατά την άποψη μας, αναφορά:
«Σε γενικές γραμμές η εξουσία του Δικαστηρίου εξασκείται εκεί όπου οι δικονομικοί χειρισμοί και οι ενέργειες του ενός μέρους συνεπάγονται «αδικία» (unfairness) κατά του άλλου μέρους ή εκεί όπου τίθεται σε κίνδυνο η αξιόπιστη απονομή της δικαιοσύνης (είτε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης ή γενικότερα). Έχουμε ήδη αναφέρει ότι δεν υπάρχει κλειστός κατάλογος κατηγοριών όπου μπορεί και πρέπει να ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για αποτροπή και καταστολή της κατάχρησης της διαδικασίας. Είναι όμως χρήσιμο να παραθέσουμε ορισμένες ενδεικτικές κατηγορίες όπου ενεργοποιείται η σχετική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, όπως αυτές προκύπτουν από τη σύγχρονη νομολογία του κοινοδικαίου:
(i) Καταστρατήγηση κάθε αρχής και κανόνα έντιμης συμπεριφοράς.
(ii) Έγερση λανθασμένης διαδικασίας και/ή κατά παράβαση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.
(iii) Καθυστέρηση.
(iv) Δόλια συμπεριφορά.
(v) Χρησιμοποίηση της δικαστικής διαδικασίας για αλλότριους λόγους και με σκοπό την κατάχρηση αφενός και την ταλαιπωρία του αντιδίκου αφετέρου, χωρίς καμία πρόθεση για την προώθηση επίλυσης γνήσιας διαφοράς από το Δικαστήριο.
(vi) Προώθηση στο Δικαστήριο «χαλκευμένης» υπόθεσης, όπου η πρόθεση του ενάγοντα προκύπτει από την όλη συμπεριφορά του, συμπεριλαμβανομένων πλαστογραφίας, κατασκευής μαρτυρίας και προσπάθειας στοιχειοθέτησης πλαστής υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου».
Στην Χριστοφή (Παπέττας) (ανωτέρω) σημειώθηκαν τα εξής:
«H αρχή του δεδικασμένου στοχεύει να προστατεύσει ένα διάδικο από την ανάγκη να υποχρεωθεί να προστατεύσει τον εαυτό του δύο φορές. Βλ. Odger's on Pleadings and Practice, 22η έκδοση, σελ. 188. Στην προκείμενη περίπτωση οι εφεσίβλητοι 1 και 2 επέλεξαν να απομονώσουν από το βασικό κορμό του συνόλου των διαφορών τους με τον εφεσείοντα, για τις οποίες έγινε δίκη και απέτυχαν, μια επιμέρους επουσιώδη διαφορά και να δημιουργήσουν επίδικο θέμα στα πλαίσια διαδικασίας τριτοδιαδίκου κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Αυτή ακριβώς η διαφορά ως εκ της φύσεως της και στην κανονική πορεία των πραγμάτων, υπαγόταν στην προηγούμενη αντιδικία όπου οι εφεσίβλητοι αν ασκούσαν τη δέουσα επιμέλεια θα έπρεπε να την είχαν προωθήσει. Η καθυστερημένη επαναφορά του θέματος μπορεί να χαρακτηριστεί υπό τις περιστάσεις και ως κατάχρηση της διαδικασίας που θα οδηγούσε στην απόρριψη της απαίτησης κατά του εφεσείοντα. Βλ. Greenhalgh v. Mallard [1947] 1 All E.R. 255 σελ. 257».
(Η υπογράμμιση είναι δική μας).
Το ίδιο φρονούμε ισχύει και στην προκειμένη περίπτωση. Η χρήση της δικαστικής διαδικασίας από μέρους της εφεσίβλητης υπήρξε έκδηλα καταχρηστική. Έσπευσε να καταχωρίσει την αγωγή 2640/2014 εναντίον του εφεσείοντος υπό την τότε ιδιότητα του προστιθέμενου διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος ΓΜ, προβάλλοντας ιδιότητα κληρονόμου κατά ½ της περιουσίας του αποβιώσαντος, ζητώντας να διοριστεί η ίδια διαχειρίστρια στη βάση ενός πολύ συγκεκριμένου πλαισίου κατ’ ισχυρισμό γεγονότων και στηριζόμενη σε πολύ συγκεκριμένη νομική θέση. Η αγωγή αυτή εκκρεμούσε για 5 ολόκληρα χρόνια ενώπιον του Ε.Δ. Λάρνακας μέχρι που απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης. Υποβλήθηκε αίτηση επαναφοράς η οποία αποσύρθηκε ενώ καταχωρίστηκε και η Πολιτική Έφεση Ε148/2019, η οποία εκκρεμούσε μέχρι τις 12.12.2023, οπότε απορρίφθηκε και αυτή πάλι λόγω μη προώθησης.
Με την νέα αγωγή 1726/2019, χωρίς να αλλάξει οτιδήποτε από πλευράς γεγονότων (ως ομολογεί η ίδια η εφεσίβλητη), επαναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου τη διαφορά, έχοντας αυξημένες αξιώσεις και στηριζόμενη αυτή τη φορά σε διαφορετική νομική βάση, λόγω άλλης νομικής προσέγγισης των νέων της δικηγόρων. Αυτή η αγωγή εκκρεμεί ενώπιον του Ε.Δ. Λάρνακας μέχρι και σήμερα, χωρίς, ως έχουμε πληροφορηθεί από τους συνηγόρους, να έχει αρχίσει ακόμα η ακροαματική διαδικασία. Παράλληλα, η αγωγή αυτή, ήταν το θεμέλιο, της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 30.9.2020, αντικείμενο της υπό συζήτηση έφεσης.
Φρονούμε, ότι οι θέσεις και ισχυρισμοί της εφεσίβλητης, με σύνεση και σεβασμό προς τις διαδικασίες, θα μπορούσαν και θα έπρεπε να τεθούν σε μια υπόθεση και όχι δύο. Ως υποδείξαμε προηγουμένως οι προσωπικές επιλογές της εφεσίβλητης ως προς τη νομική της εκπροσώπηση, αλλά και η διαφορετικότητα νομικής προσέγγισης ή θεώρησης των κατά καιρών συνηγόρων της, ουδόλως δικαιολογεί την καταχρηστικότητα των δικαστικών διαδικασιών κατά τον τρόπο που περιγράφουμε πιο πάνω.
Καταληκτικά, ο πρώτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει. Το κώλυμα λόγω δεδικασμένου και η κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, ως ζητήματα που εκθεμελιώνουν την ίδια την αγωγή, καθιστούν την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων στο πλαίσιο της, εγγενώς εσφαλμένη. Συνακόλουθα, επιτυγχάνουν και οι λόγοι έφεσης 3 και 4. Ο λόγος έφεσης 5, ως εκ των ανωτέρω, καθίσταται θεωρητικής μόνον σημασίας και έτσι δεν ενδείκνυται η εξέταση του.
Κατ’ ακολουθία των πιο πάνω, η έφεση επιτυγχάνει. Η ενδιάμεση απόφαση ημερ. 30.9.2020 παραμερίζεται και τα εκδοθέντα διατάγματα ακυρώνονται.
Επιδικάζονται έξοδα έφεσης €5.100 πλέον ΦΠΑ, υπέρ του εφεσείοντος και εναντίον της εφεσίβλητης.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο