Μ. Τ. v. Κ. Γ., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε82/2025, 10/6/2026
print
Τίτλος:
Μ. Τ. v. Κ. Γ., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε82/2025, 10/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε82/2025)

(i-justice)

 

10 Ιουνίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

Μ. Τ.

 

Εφεσείουσα/Καθ’ ης

 

v.

 

 

Κ. Γ.

 

 

Εφεσιβλήτου/Αιτητή

 

--------------------

 

Μ. Χατζηκωνσταντή (κα) και Ε. Μάρκου (κα), για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε, για την Εφεσείουσα

Ν. Νικολάου για Ν. Γ. Νικολάου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.


 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Οι διάδικοι είναι εν διαστάσει σύζυγοι. Ο Εφεσίβλητος, ως Αιτητής, καταχώρισε στις 27.3.24 στο Οικογενειακό Δικαστήριο Αμμοχώστου αίτηση με την οποία αξίωνε την ανάθεση της φύλαξης, φροντίδας και επιμέλειας των δύο ανηλίκων τέκνων του που γεννήθηκαν, το μεν πρώτο τον Ιανουάριο του 2020, το δε δεύτερο τον Ιούνιο του 2021, από κοινού και εξίσου στους διαδίκους.

 

Στο πλαίσιο της κυρίως αίτησης, ο Εφεσίβλητος καταχώρισε, επίσης στις 27.3.24, μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε διάταγμα με το οποίο να ρυθμίζεται προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και διέταξε την επίδοση της αίτησης. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων, οι οποίοι δεν αντεξετάστηκαν. Το Δικαστήριο, επίσης, πριν την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης, κάλεσε στις 2.5.25 τον μεγαλύτερο γιο των διαδίκων, ο οποίος τότε ήταν πέντε ετών και τριών μηνών περίπου, σε συνέντευξη.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 8.7.25, έκρινε ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, δηλαδή (i) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (ii) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και (iii) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 C.L.R. 557, Τσιολάκκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη (1992) 1 Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Έκρινε, επίσης, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της έκδοσης προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας του Εφεσίβλητου με τα ανήλικα τέκνα του και εξέδωσε το ακόλουθο προσωρινό διάταγμα:

 

«Συνακόλουθα εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή με τα ανήλικα τέκνα του Α. Γ, και Α. Ν.Γ, ως ακολούθως:

Α) Την πρώτη εβδομάδα εφαρμογής του παρόντος διατάγματος την Τετάρτη από η ώρα 14:00μ.μ μέχρι την Παρασκευή η ώρα 09:00π.μ με δικαίωμα διανυκτέρευσης, και

Β) Την δεύτερη εβδομάδα εφαρμογής του παρόντος διατάγματος την Τρίτη από η ώρα 14:00μ.μ μέχρι τις 19:00μ.μ χωρίς διανυκτέρευση και την Παρασκευή από η ώρα 14:00μ.μ μέχρι την Κυριακή η ώρα 19:00μ.μ με δικαίωμα διανυκτέρευσης.

ούτω καθεξής και εναλλάξ (sic)

Ο Αιτητής θα παραλαμβάνει τα ανήλικα τέκνα του από το σχολείο στο οποίο φοιτούν και θα τα παραδίδει στη λήξη του δικαιώματος επικοινωνίας τους στο σχολείο που φοιτούν. Όπου ο χρόνος παράδοσης είναι εκτός ωρών σχολείου θα τα παραδίδει στο τόπο διαμονής της Καθ' ης η αίτηση. Σε περίπτωση αργίας ή που για οποιοδήποτε λόγο τα ανήλικα δεν θα πάνε στο σχολείο, ως τόπος παράδοσης και παραλαβής των ανηλίκων καθορίζεται ο τόπος διαμονής της Καθ' ης η αίτηση.

Ο Αιτητής διατάσσεται όπως παραλαμβάνει και παραδίδει τα ανήλικα από και προς την Καθ' ης η αίτηση, ως προνοείται ανωτέρω, και

Η Καθ' ης η αίτηση διατάσσεται όπως παραδίδει και παραλαμβάνει τα ανήλικα στον και από τον Αιτητή, ως προνοείται ανωτέρω,

Το διάταγμα καθίσταται απόλυτο μέχρι την εκδίκαση της κύριας διαδικασίας και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του δικαστηρίου και ισχύει από την έκδοση του.

Τα έξοδα ακολουθώντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο».

 

Η Εφεσείουσα, με έξι λόγους έφεσης, προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση. Συγκεκριμένα, προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο: λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη του την υπέρμετρη καθυστέρηση και το χρονικό διάστημα των δεκαέξι μηνών που μεσολάβησε από την ημέρα καταχώρισης της μονομερούς αίτησης μέχρι την έκδοση απόφασης και ενώ υπήρχε δικαστική γνώση για τα γεγονότα που μεσολάβησαν και τα δεδομένα τα οποία στο μεσοδιάστημα μεταβλήθηκαν, τα αγνόησε και εξέδωσε δικαστική απόφαση βασιζόμενο σε γεγονότα που ίσχυαν τον Μάρτιο του 2024, με αποτέλεσμα το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα να πάσχει ή και να επηρεάζει αρνητικά τα συμφέροντα των ανηλίκων (πρώτος λόγος), κατέληξε σε αυθαίρετα συμπεράσματα που δεν συνάδουν με τη μαρτυρία και λανθασμένα έκρινε ότι πληρούτο η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 ή και οι προϋποθέσεις έκδοσης του προσωρινού διατάγματος (δεύτερος λόγος), εξέδωσε λανθασμένο διάταγμα το οποίο δεν μπορεί να εφαρμοστεί και επιπρόσθετα καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος συμμόρφωσης του Εφεσίβλητου με το διάταγμα και σε περίπτωση που ο Εφεσίβλητος δεν τηρήσει το διάταγμα, τα ανήλικα θα είναι εκτεθειμένα σε κίνδυνο (τρίτος λόγος), ενώ διαπίστωσε ότι ο πρωτότοκος γιος των διαδίκων ηλικίας πέντε ετών δεν διαθέτει την απαραίτητη ωριμότητα ώστε να συνεχίσει η συνέντευξη του και ότι η περαιτέρω συνέχιση της θα ήταν άσκοπη και θα προκαλούσε αχρείαστη ταλαιπωρία, λανθασμένα και αντιφατικά με το εύρημα του, συνεκτίμησε, κατά την έκδοση της απόφασης του, αποσπασματικά κομμάτια της συνέντευξης του και βασίστηκε σε αυτήν για την έκδοση διευρυμένου προγράμματος επικοινωνίας των ανηλίκων με τον Εφεσίβλητο (τέταρτος λόγος), έδωσε βαρύτητα στις επιθυμίες του εν λόγω ανήλικου γιου των διαδίκων, παρά το ότι κρίθηκε ανώριμος και προχώρησε στην έκδοση προσωρινού διατάγματος διευρυμένης επικοινωνίας, χωρίς να ζητήσει ή να λάβει τη γνώμη της κλινικής ψυχολόγου που ήδη παρακολουθούσε τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, με αποτέλεσμα το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα να πλήττει τα συμφέροντα των ανηλίκων και να διαταράσσει, μεταξύ άλλων, την καθημερινότητα και την ισορροπία που υπήρχε προηγουμένως για ενάμιση τουλάχιστον χρόνο από τη διάσταση (πέμπτος λόγος), δεν έδωσε τη βαρύτητα που όφειλε να δώσει στους αναντίλεκτους ισχυρισμούς της Εφεσείουσας και όχι μόνο εξέδωσε λανθασμένα προσωρινό διάταγμα, αλλά προέβη εσφαλμένα και στην καταδίκη της Εφεσείουσας σε έξοδα (έκτος λόγος).

 

Προτού ασχοληθούμε με τους εγερθέντες λόγους έφεσης, θεωρούμε ορθό να επισημάνουμε πως δυνάμει του Άρθρου 5(1)(α) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Ν.216/90, η γονική μέριμνα των ανηλίκων ασκείται από κοινού και από τους δυο γονείς.

 

Το Άρθρο 6 του Ν.216/90 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«6.-(1) Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.

(2)(α) Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της.

(β) Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία.

(3) Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσο η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του».

 

Το Άρθρο 17 προνοεί ότι:

 

«17.-(1) Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.

(2) Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος, προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.

(3) Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ’ αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6».

 

Το συμφέρον του παιδιού αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 Α.Α.Δ. 130, Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1108).

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο έχει ευρύτατη εξουσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα δυνάμει του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Όπως λέχθηκε στην Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά. (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 222:

 

«Η έκδοση ή μη, ενός ενδιαμέσου διατάγματος αποτελεί το επιστέγασμα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου και αυτή δεν πρέπει να διαταράσσεται, στο πλαίσιο της ασκηθείσας έφεσης, εκτός εάν το εφετείο έχει ικανοποιηθεί ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε λανθασμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Jonitexo (ανωτέρω)».

 

Όπως επανατονίστηκε στη Χειμωνίδης ν. Κωνσταντινίδου, Έφεση Αρ. 14/2020, ημερ. 7.10.21, η οποία αφορούσε προσωρινό διάταγμα σε σχέση με ανήλικο: «[Τ]ο πρωτόδικο Δικαστήριο στο χειρισμό ενδιάμεσων αιτήσεων για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας με σκοπό την προσωρινή επίλυση επειγουσών καταστάσεων έχει ευρεία διακριτική εξουσία να αποφασίσει έχοντας ακριβώς υπόψη αφενός - και κύρια - το συμφέρον του ανήλικου σε αιτήσεις αυτής της φύσεως που αφορούν στη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας και αφετέρου την προσωρινότητα του μέτρου με κύριο σκοπό την εκδίκαση της κύριας αίτησης».

  

Θα εξετάσουμε τους πρώτο και τρίτο λόγους έφεσης μαζί, λόγω της συνάφειας τους. Η θέση της Εφεσείουσας περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την υπέρμετρη, κατά τη θέση της, καθυστέρηση που υπήρξε από την καταχώριση της μονομερούς αίτησης, στις 27.3.24, μέχρι την έκδοση της απόφασης στις 8.7.25 η οποία στηριζόταν σε γεγονότα του Μαρτίου του 2024, ενώ το Δικαστήριο είχε δικαστική γνώση για γεγονότα που μεσολάβησαν και δεδομένα που μεταβλήθηκαν και αφορούσαν τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων.  Υποστηρίζεται ότι ως αποτέλεσμα τούτου, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα το οποίο δεν μπορούσε να εφαρμοστεί.

 

Στην αιτιολογία των πιο πάνω λόγων έφεσης, προβάλλεται ότι τα γεγονότα από την καταχώριση της μονομερούς αίτησης μέχρι και την έκδοση της απόφασης, όσον αφορά τα ανήλικα, είχαν διαφοροποιηθεί και συγκεκριμένα ότι στις 2.5.25, ημερομηνία κατά την οποία ήταν παρόντες οι διάδικοι, καθώς και η λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας, η Εφεσείουσα έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ότι οι διανυκτερεύσεις των ανηλίκων με τον Εφεσίβλητο τις καθημερινές προκαλούσαν προβλήματα σε αυτά. Τέθηκε, επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ένεκα αυτών των προβλημάτων, κατόπιν εισήγησης του Γραφείου Ευημερίας, κατέστη αναγκαίο τα ανήλικα και οι διάδικοι να παραπεμφθούν σε κλινική ψυχολόγο. Επιπρόσθετα, προβλήθηκε ότι μετά την καταχώριση της μονομερούς αίτησης και πριν την έκδοση της εκκαλούμενης ενδιάμεσης απόφασης, τα παιδιά δεν φοιτούσαν πλέον και τα δύο στο ίδιο σχολείο, αλλά σε διαφορετικά σχολεία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο ο Εφεσίβλητος διατασσόταν να παραλαμβάνει τα ανήλικα τέκνα του από το σχολείο στο οποίο φοιτούσαν στις 14:00, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ο μεγαλύτερος γιος των διαδίκων, κατά τον χρόνο εκδίκασης της αίτησης και έκδοσης απόφασης, άλλαξε σχολείο και φοιτούσε πλέον σε δημόσιο νηπιαγωγείο (προδημοτική) στο οποίο προσερχόταν στις 07:45 και από το οποίο σχόλανε στις 13:05. Συνεπώς, σύμφωνα με την Εφεσείουσα, ήταν ανέφικτο για τον Εφεσίβλητο να βρίσκεται την ίδια ώρα σε δύο διαφορετικά σχολεία και να εφαρμόζει το διάταγμα. Σύμφωνα με το επιχείρημα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε αυτά τα νέα γεγονότα και ενάντια στο συμφέρον των ανηλίκων, εξέδωσε το προσωρινό διάταγμα.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, η έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί συστατικό στοιχείο της έννοιας της δικαιοσύνης (βλ. Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου (1992) 1 Α.Α.Δ. 512).

 

Έχουμε εξετάσει με τη δέουσα προσοχή τα όσα έθεσε ενώπιον μας η Εφεσείουσα με τους πιο πάνω λόγους έφεσης. Είναι γεγονός ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση στην εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης, αλλά σε αυτήν συνέβαλε και η Εφεσείουσα, εφόσον δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο στις 19.4.24 να καταχωρίσει ένσταση μέχρι τις 26.4.24 και τελικά την καταχώρισε στις 29.7.24. Δεν συμφωνούμε, όμως, με την εισήγηση της Εφεσείουσας ότι η καθυστέρηση δικαιολογεί την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος, επί τω ότι εν τω μεταξύ επεσυνέβησαν γεγονότα τα οποία όφειλε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά εξέτασε την αίτηση με βάση τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις των διαδίκων. Σύμφωνα με τον Κ.23.13(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023: «Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας τα οποία αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση». Συνεπώς, η παροχή ή μη ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα από τα γεγονότα που τίθενται ενόρκως στη γραπτή μαρτυρία των διάδικων μερών. Ούτε και καταχωρίστηκε από την Εφεσείουσα συμπληρωματική γραπτή μαρτυρία για να συμπεριλάβει τα όσα σημαντικά, κατά την ίδια, επεσυνέβησαν μεταγενέστερα ώστε να τα εξετάσει ή συνυπολογίσει το Δικαστήριο (βλ. Κ.23.11(1)(β). Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε ορθά.

 

Συνακόλουθα, οι πρώτος και τρίτος λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προσβάλλεται η κρίση του Δικαστηρίου ότι πληρούτο η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην αιτιολογία αυτού προβάλλεται ότι ενώ ήταν αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος είχε συνεχή και απρόσκοπτη επικοινωνία με τα ανήλικα από τη μέρα της διάστασης, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι ήταν επιβεβλημένη η έκδοση προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας του Εφεσίβλητου με τα ανήλικα.

 

Ο Εφεσίβλητος στην ένορκη του δήλωση, ανέφερε ότι μετά τη διάσταση η οποία επήλθε τον Ιανουάριο του 2024 και μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου 2024, υπήρχε συναντίληψη με την Εφεσείουσα αναφορικά με τις μέρες και ώρες που θα είχε ο καθένας τους τη φύλαξη και φροντίδα των παιδιών και ότι περί τα μέσα Φεβρουαρίου τής πρότεινε ένα λογικό πρόγραμμα ώστε να ρυθμίζετο από κοινού η φύλαξη, το οποίο εφαρμόστηκε για δύο βδομάδες. Περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2024 η συμπεριφορά της Εφεσείουσας άλλαξε και του έστειλε ένα πρόγραμμα επικοινωνίας με το οποίο απαιτούσε τα παιδιά να διανυκτερεύουν μαζί του μόνο ένα βράδυ τη μια βδομάδα και δύο την επόμενη, πρόγραμμα το οποίο ο ίδιος δεν ενέκρινε. Ο Εφεσίβλητος, επίσης, ανέφερε ότι αρχές Μαρτίου του 2024 η Εφεσείουσα επέλεξε, ένεκα της απουσίας της στο εξωτερικό, όπως τα παιδιά διανυκτερεύσουν σε σπίτι τρίτου προσώπου, αντί στον ίδιο. Αμφότεροι οι διάδικοι αναφέρθηκαν σε περιστατικό που επεσυνέβη στις 24.3.24, ημερομηνία κατά την οποία η Εφεσείουσα παρέδωσε τα παιδιά στον Εφεσίβλητο για επικοινωνία. Ο Εφεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι επειδή η Εφεσείουσα άργησε να του παραδώσει τα παιδιά, τής εισηγήθηκε να διανυκτερεύσουν μαζί του το βράδυ, αλλά η Εφεσείουσα, σε έξαλλη κατάσταση, τον απείλησε ότι αν δεν της τα παρέδιδε άμεσα, θα έκανε καταγγελία στην Αστυνομία. Ο ίδιος τής παρέδωσε τα παιδιά, παρά το ότι αυτά έκλαιαν και ήθελαν να μείνουν μαζί του. Αντιθέτως, η Εφεσείουσα ισχυρίστηκε πως δεν υπήρχε συνεννόηση εκείνο το βράδυ να διανυκτερεύσουν μαζί του τα παιδιά και όταν η ίδια πήγε να τα παραλάβει από την οικία του Εφεσίβλητου, αυτά απουσίαζαν και τελικά τα εντόπισε να είναι μαζί με τον Εφεσίβλητο σε συγγενικό του πρόσωπο. Ο Εφεσίβλητος ήταν επιθετικός και στην προσπάθεια του να την απομακρύνει, την έσπρωξε και την άρπαξε με τα χέρια, μπροστά στα παιδιά τα οποία έκλαιαν. Περαιτέρω, η Εφεσείουσα προέβαλε ότι ο Εφεσίβλητος από την αρχή της διάστασης είχε συνεχή επικοινωνία με τα παιδιά του, με διανυκτερεύσεις, επομένως δεν υπήρχε λόγος καταχώρισης της ενδιάμεσης αίτησης. Στόχος του, σύμφωνα με την Εφεσείουσα, ήταν να έχουν ίσο χρόνο με τα παιδιά, για να μην καταβάλλει διατροφή. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι ο διαμοιρασμός του χρόνου εξίσου δεν είναι προς το συμφέρον των ανηλίκων καθότι, σύμφωνα με τα όσα της ανέφερε παιδοψυχολόγος, τα ανήλικα, εφόσον είναι μικρά, θα πρέπει να έχουν μια βάση.

 

Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέμνησε ότι δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις οικογενειακών διαφορών, με παραπομπή στην Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη (1997) 1 Α.Α.Δ. 415, όπου τονίστηκαν τα εξής:

 

«Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως "οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα".    

 

Παραπέμπουμε, επίσης, στην Γ. Λ. ν. Χ. Ι., Έφ. Αρ. 20/20, ημερ. 15.12.21, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Όταν το ασφαλιστικό μέτρο αφορά προσωρινή ρύθμιση επικοινωνίας του γονέα με το παιδί, η προϋπόθεση του ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος προσλαμβάνει την έννοια εξασφάλισης ενός δικαιώματος επικοινωνίας σε ένα επιθυμητό βαθμό ώστε, πρωτίστως και κύρια, να αποφευχθεί η αποξένωση του παιδιού με το γονέα με τον οποίο δεν διαμένει αλλά και γενικότερα να διατηρηθεί τέτοια επικοινωνία μεταξύ τους που να είναι συμβατή με το Νόμο και τη Νομολογία ώσπου τα θέματα γονικής μέριμνας να επιλυθούν οριστικά από το Δικαστήριο (δηλαδή τον Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990, Ν.216/90 Άρθρα 6(1)(2) και 17) και τη Νομολογία, (Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ν. κ.ά. (2001) 1Γ ΑΑΔ 1911 και Σ. ν. Σ. (1993) 1 ΑΑΔ 130)».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με βάση σχετική νομολογία (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263), τόνισε ότι δεν θα προέβαινε σε ευρήματα στο στάδιο της ενδιάμεσης αίτησης αναφορικά με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, έργο που διεξάγεται στο στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης.

 

Ακολούθως, ανέφερε τα εξής:

 

«Όπως εξηγώ και πιο πάνω το δικαστήριο στο πλαίσιο της ενδιάμεσης διαδικασίας προσεγγίζει τη μαρτυρία με μόνο σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος. Από τα όσα δε έχουν τεθεί ενώπιον μου και αξιολογώντας αυτά στο βαθμό που είναι επιτρεπτό για τους σκοπούς της υπό κρίση διαδικασίας, δεν διαπιστώνω την ύπαρξη οποιωνδήποτε λόγων και δει (sic)  εξαιρετικών που να δικαιολογούν τον περιορισμό του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα με τα ανήλικα τέκνα του.

[…]

Χωρίς λοιπόν να υπεισέρχομαι στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να εξετάζω στο στάδιο αυτό λεπτομερώς την μαρτυρία, χωρίς να παραγνωρίζω την πολύ μικρή ηλικία των ανηλίκων και συνεκτιμώντας ότι από τα  όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν έχουν καταδειχθεί τέτοιοι λόγοι που να δικαιολογούν τον περιορισμό του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα με τα ανήλικα τέκνα του και αναγνωρίζοντας ότι η συμμετοχή του πατέρα στις διάφορες χρονικές περιόδους της ζωής των παιδιών του θα είναι προς το συμφέρον των ανηλίκων και θα συμβάλει στην ανάπτυξη μιας υγιής (sic) σχέσης  αυτών με αμφότερους τους γονείς τους, κρίνω ότι πληρείται (sic) και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αφού η μη ικανοποιητική και επαρκής επικοινωνία του πατέρα με τα ανήλικα τέκνα του αναπόφευκτα θα δημιουργήσει αισθήματα αποξένωσης μεταξύ τους με συνέπειες ανεπανόρθωτες. Όπως δε προκύπτει τα ανήλικα από την γέννηση τους μέχρι την διάσταση των γονέων τους διέμεναν στην συζυγική οικία, όπου εξακολουθεί να διαμένει ο Αιτητής, διαθέτοντας εκεί το δικό τους χώρο».

 

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε στην απόφαση του ότι υπήρχαν αντικρουόμενες θέσεις μεταξύ των διαδίκων. Παρά το ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι υπήρχε επικοινωνία του Εφεσίβλητου με τα παιδιά του, με διανυκτερεύσεις, εντούτοις είναι εμφανές από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων ότι υπήρχαν διαφορές ως προς το επιδιωκόμενο εύρος αυτής και ότι ένεκα τούτου, δημιουργούνταν σκηνές μπροστά στα παιδιά. Η Εφεσείουσα κατήγγειλε τον Εφεσίβλητο στην Αστυνομία για άσκηση σωματικής βίας εναντίον της. Ακόμα και με δεδομένο ότι ο Εφεσίβλητος είχε επικοινωνία με τα παιδιά, τίποτε δεν θα εμπόδιζε την Εφεσείουσα να διαφοροποιήσει τη θέση της, ενόψει της τεταμένης σχέσης μεταξύ των διαδίκων και να μειώσει δραστικά τον χρόνο επικοινωνίας του Εφεσίβλητου, με κίνδυνο αποξένωσης των παιδιών από τον πατέρα τους. Επομένως, η έκδοση του προσωρινού διατάγματος ήταν απαραίτητη για τη διασφάλιση του συμφέροντος των ανηλίκων. Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ορθά ότι πληρούτο και η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60.   

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι έφεσης, οι οποίοι αφορούν τη συνέντευξη που διενήργησε το Δικαστήριο με το μεγαλύτερο παιδί των διαδίκων, θα εξεταστούν σε κοινό πλαίσιο. Με αυτούς, η Εφεσείουσα μέμφεται το Δικαστήριο ότι ενώ διαπίστωσε, κατά τη συνέντευξη του ανηλίκου ότι το παιδί δεν διέθετε την απαραίτητη ωριμότητα ώστε να συνεχίζετο η συνέντευξη η οποία κράτησε πολύ λίγο, λανθασμένα βασίστηκε σε μέρος της συνέντευξης και έδωσε βαρύτητα στις επιθυμίες του ανήλικου, χωρίς να λάβει υπόψη την άποψη της κλινικής ψυχολόγου που ήδη παρακολουθούσε τα ανήλικα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στις 2.5.25, πραγματοποίησε συνέντευξη με τον μεγαλύτερο γιο των διαδίκων, ηλικίας τότε πέντε ετών και τριών μηνών περίπου, με βάση το Άρθρο 6 (3) του Ν.216/90 και την απόφαση Γ. Δ. κ.ά. ν. Α. Β. κ.ά., Έφ. Αρ. 1/22 κ.ά. ημερ. 7.7.22, με την οποία κρίθηκε πως η γνώμη του ανήλικου πρέπει να αναζητείται και στις ενδιάμεσες αιτήσεις. Με το μικρότερο παιδί δεν πραγματοποιήθηκε συνέντευξη.

 

Όσον αφορά τη γνώμη του παιδιού, στη Στυλιανού ν. Στυλιανού (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής:

 

«Η λήψη της γνώμης του παιδιού, εφόσον η ωριμότητα του καθιστά δυνατή τη διαμόρφωση γνώμης, για την ανάθεση της επιμέλειας και μέριμνας του είναι υποχρεωτική, όπως προβλέπει το Άρθρο 6(3) του Ν. 216/90, και ενέχει βαρύνουσα σημασία ως αποκαλυπτική της δικής του βούλησης για την ευτυχία και πρόοδο του. Όπως εξηγείται στην Gillick (ανωτέρω), όσο μεγαλώνει το παιδί και ανεξαρτητοποιείται ανάλογα μεγαλύτερη και βαρύνουσα καθίσταται και η γνώμη του για την επιμέλεια του ατόμου του».

 

Το Δικαστήριο παρέπεμψε, επίσης, στην Π. Ε. ν. K. R. U., Έφ. Αρ. 23/18, ημερ. 3.12.19, όπου επανατονίστηκαν τα εξής:

 

«Η γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία, και συνεπώς η βούλησή του, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου (2004) 1 ΑΑΔ 338). Αυτό αποτελεί ένδειξη σεβασμού της προσωπικότητας του παιδιού από το νομοθέτη. Η αναζήτηση της γνώμης του παιδιού είναι υποχρεωτική, εφόσον το παιδί είναι ώριμο, λόγω βιολογικών ή κοινωνικών παραγόντων, να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα.

Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στη μονομερή επίδραση του ενός εκ των γονέων. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου το παιδί ζεί με τον ένα γονέα ή όπου καλλιεργείται από τον ένα γονέα η αποξένωση ως προς τον άλλο γονέα».

 

(Βλ. και E. R. v. P. R., Πολ. Έφ. Αρ. Ε4/25, ημερ. 30.12.25,  K. Z. v. K. K. κ. ά, Πολ. Έφ. Αρ. Ε118/24, ημερ. 28.1.26).

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως προς τη συνέντευξη με το μεγαλύτερο παιδί των διαδίκων, διαπίστωσε τα ακόλουθα:

 

«Παρά την σε γενικές γραμμές ανωριμότητα του ανήλικου, ήταν εμφανής η αγάπη του ανήλικου και προς τους δύο του γονείς αλλά και η επιθυμία του να βρίσκεται εξίσου και με τους δύο γονείς κάτι, το οποίο σαφώς και συνεκτιμάται. Εξέφρασε δε με τρόπο θετικό ότι περνά ωραία όταν βρίσκεται με τον πατέρα του και ότι επιθυμεί να περνά περισσότερο χρόνο με τον πατέρα του.

[…]

Άλλωστε και ο ανήλικος Α. μέσα από την συνέντευξη του, παρά το ανώριμο της ηλικίας του,  ήταν  σε θέση να διατυπώσει με σαφήνεια και με τρόπο θετικό την ευχαρίστηση του στο να περνά περισσότερο χρόνο με τον πατέρα του, εκφράζοντας συναισθήματα χαράς σε σχέση με τον χρόνο που περνά με τον πατέρα του».

 

Όπως κατέγραψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά το ανώριμο της ηλικίας του μεγαλύτερου παιδιού των διαδίκων, διαφάνηκε από τη συνέντευξη η αγάπη του και για τους δύο γονείς και η επιθυμία του να περνά χρόνο και με τους δύο. Κρίνουμε ότι η γνώμη του παιδιού αξιολογήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο σωστό πλαίσιο, το οποίο είχε υπόψη του την ανωριμότητα ενός παιδιού ηλικίας πέντε ετών και τριών μηνών περίπου και δεν συμφωνούμε με τη θέση της Εφεσείουσας ότι το Δικαστήριο έδωσε βαρύτητα στη γνώμη του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το προσωρινό διάταγμα δεν κατένειμε τον χρόνο των παιδιών εξίσου και με τους δύο γονείς, επομένως δεν ευσταθεί η θέση της Εφεσείουσας ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τη γνώμη του παιδιού για ίσο χρόνο με τους γονείς του. Εξάλλου, η επικοινωνία του Εφεσίβλητου με βάση το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα με το οποίο δόθηκαν δύο διανυκτερεύσεις την εβδομάδα με τα παιδιά, δεν απέχει κατά πολύ της εισήγησης της ίδιας της Εφεσείουσας, την οποία απέστειλε προς τον Εφεσίβλητο με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 2.2.24 (Τεκμήριο 2, στην ένσταση της) με την οποία πρότεινε τη μια εβδομάδα ο Εφεσίβλητος να έχει δύο διανυκτερεύσεις με τα παιδιά και την άλλη εβδομάδα μια διανυκτέρευση. Αβάσιμη είναι και η θέση ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη γνώμη της κλινικής ψυχολόγου που παρακολουθούσε τα παιδιά. Το Δικαστήριο δεν είχε ενώπιον του μαρτυρία της κλινικής ψυχολόγου με ένορκη δήλωση ή έστω έκθεση της επισυνημμένη ως τεκμήριο στην ένσταση και ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας την οποία δεν έλαβε υπόψη, παρά μόνο τον ισχυρισμό της Εφεσείουσας ότι η ειδική παιδοψυχολόγος τής ανέφερε ότι τα παιδιά σε αυτή την τρυφερή ηλικία είναι επιζήμιο ‘να μην έχουν μια βάση».      

 

Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιον του προς τον σκοπό διαπίστωσης του κατά πόσο συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και του συμφέροντος των ανηλίκων και δεν θεωρούμε ότι υπάρχει περιθώριο επέμβασης.

 

Συνακόλουθα, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Με τον έκτο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως λανθασμένη η έκδοση του προσωρινού διατάγματος, σε συνάρτηση με τη διαταγή για έξοδα εναντίον της Εφεσείουσας. Ήταν η θέση της Εφεσείουσας, ότι εφόσον ήταν αναντίλεκτο γεγονός ότι από τη μέρα της διάστασης ο Εφεσίβλητος είχε απρόσκοπτη επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του και ουδέποτε εμποδίστηκε ή αποξενώθηκε με αυτά, το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα την καταδίκασε σε έξοδα, παρά το ότι αυτός που προκάλεσε την ταλαιπωρία ήταν ο Εφεσίβλητος.

 

Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η γενική αρχή είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης. Όπως λέχθηκε στην Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477:

 

«Η έκδοση διαταγής για έξοδα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας προέχει ο κανόνας λογικής σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο μάλιστα είναι ισχυρός που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Χρήσιμη υπόμνηση περί τούτου γίνεται στην Χάσικος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389».

 

Στην προκείμενη περίπτωση, ο Εφεσίβλητος είναι ο επιτυχών διάδικος. Ως εκ τούτου, κρίνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκήθηκε ορθά. Δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που να καθιστά επιβεβλημένη την παρέμβαση μας.

 

Συνακόλουθα και ο έκτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Εν κατακλείδι, η έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Επιδικάζονται €2.400 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον της Εφεσείουσας.

 

 

 

 

          Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο