MENCHITA RIMAS TIAGO v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 103/2026, 9/7/2026
print
Τίτλος:
MENCHITA RIMAS TIAGO v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 103/2026, 9/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 103/2026)

 

9 Ιουλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

MENCHITA RIMAS TIAGO,

Εφεσείουσα,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Ν. Χατζηιωάννου και Α. Χατζηιωάννου, για την Εφεσείουσα

Σ. Μιχαήλ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: To Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας επέβαλε ποινή άμεσης φυλάκισης 9 μηνών στην εφεσείουσα, εφόσον κρίθηκε ένοχη κατόπιν παραδοχής της στο αδίκημα της διάδοσης υλικού πορνογραφικού ή σεξουαλικού περιεχομένου κατά παράβαση των Άρθρων 2, 5, 9, 13 και 33 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν.115(I)/2021.

 

Η εφεσείουσα διέδωσε σε άλλο πρόσωπο, το οποίο δεν έχει κατονομάσει, αλλά και στην ίδια την παραπονούμενη βίντεο και φωτογραφίες που απεικονίζουν την παραπονούμενη σε υλικό σεξουαλικού περιεχομένου. Το υλικό εμπεριέχει αριθμό φωτογραφιών που απεικονίζουν την παραπονούμενη γυμνή με τα εσώρουχά της, αλλά και δύο βίντεο σεξουαλικών πράξεων.

 

Η εφεσείουσα με τον πρώτο λόγο έφεσης προσβάλλει το ύψος της ποινής φυλάκισης ως έκδηλα υπερβολικό. Σημειώνουμε ότι η μέγιστη προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή είναι αυτή της φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 14 έτη.

 

Όσον αφορά το πεδίο επέμβασης του Εφετείου σε πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή, στην GEORGIOS TSINTSARATZE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 139/2025, 141/2025 ημερομηνίας 30.10.2025, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν  οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας του Εφετείου προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

“Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015  και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).”»

 

Υπό το φως των ανωτέρω, στρεφόμαστε στην αιτιολογία του λόγου έφεσης με την οποία προβάλλονται οι εξής αιτιάσεις:

 

Ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ως μετριαστικούς παράγοντες το ζήτημα της καθυστέρησης και τη διακοπή της ποινικής δίωξης εναντίον του πρώτου κατηγορουμένου.

 

          Κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί το παράπονο της εφεσείουσας. Προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, συνυπολόγισε στο ορθό πλαίσιο στις πιο πάνω περιστάσεις καταλήγοντας ως εξής:

 

«Οι περιστάσεις αυτές συνυπολογίζονται μεν κατά την επιβολή της αρμόζουσας ποινής, δίχως όμως να είναι σε θέση να εξουδετερώσουν τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. G v. Mavrokefalos (1966) 2 CLR 93, The Attorney-General v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another (1967) 2 CLR 20, Tibor Domotov κ.α. v. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 328, Ζακατζιώτη ανωτέρω, Balampanidis ανωτέρω, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 2/19 ημερ. 25/2/2021 & Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 127/2019 & 130/20219 ημερ. 10/03/2021.»

 

Δεν διαπιστώνουμε λόγο επέμβασής μας στη θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία υπό τις περιστάσεις της παρούσης, ήταν καθόλα επιτρεπτή.

 

Ως δεύτερη αιτίαση προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής ότι το επίδικο περιεχόμενο δεν προήλθε από την εφεσείουσα αλλά το έλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο. Ορθά θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε οποιαδήποτε σημασία στο γεγονός αυτό, εφόσον ουδόλως αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα.

 

Το επόμενο ζήτημα που εγείρεται είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής ότι η εφεσείουσα προκλήθηκε από την παραπονούμενη για να διαπράξει το επίδικο αδίκημα. Η πρόκληση φαίνεται να συνίστατο, ως καταγράφεται στην αιτιολογία, στο ότι πρώτα η παραπονούμενη διέδωσε σε τρίτους προσωπικές φωτογραφίες της εφεσείουσας οι οποίες δεν περιείχαν κάτι το σεξουαλικό. Επίσης, συναφώς προβάλλεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη ότι η εφεσείουσα έδρασε εν βρασμώ ψυχής. Κατά την αγόρευση ενώπιόν μας ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας επεξήγησε ότι αυτό έγινε σε μία έξαρση ζηλοτυπίας ενόψει του ότι οι δύο γυναίκες διατηρούσαν σχέση με το ίδιο πρόσωπο.

 

Τονίζουμε ότι το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε η εφεσείουσα, όπως εύστοχα κατέγραψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, λογίζεται δυνάμει του Άρθρου 5(ε) του Νόμου ως αδίκημα βίας κατά γυναίκας. Υιοθετούμε επίσης, τα όσα ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο για τη σοβαρότητά του:

 

«Γενικότερα έχει νομολογηθεί ότι τα σεξουαλικής φύσεως αδικήματα τιμωρούνται από τα Δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές, τόσο επειδή στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και επειδή προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ. 562). Η σοβαρότητα του παρόντος αδικήματος έχει άμεσο αντίκτυπο στην αξιοπρέπεια, στον ψυχισμό και στην ψυχολογική ακεραιότητα του θύματος, καθότι προσωπικές στιγμές, τις οποίες το θύμα αναμένει να παραμείνουν ιδιωτικές δεν τυγχάνουν σεβασμού και κοινοποιούνται σε τρίτους. Το αδίκημα της αποστολής υλικού σεξουαλικού περιεχομένου ευρίσκεται σε ανησυχητική έξαρση, κάτι που διαπιστώνεται από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται πολύ συχνά το Δικαστήριο και δικαιολογεί την επιβολή ακόμη πιο αποτρεπτικών ποινών

 

Ασφαλώς εν όψει και του ότι πρόκειται για σοβαρό αδίκημα βίας κατά γυναίκας, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις πιο πάνω θέσεις της Υπεράσπισης ως μετριαστικό παράγοντα. Στην MANPREET SING JAYIA v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 232/2022, ημερομηνίας 29.9.2025, το Εφετείο ανέφερε τα πιο κάτω  τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση.

 

«Με τον έβδομο λόγο, ο οποίος ήταν και ένας εκ των λόγων έφεσης που αναπτύχθηκαν και προφορικώς, είχαμε το ανεπιθύμητο προνόμιο να ακούσουμε το καινοφανές και απροσδόκητο επιχείρημα ότι το Κακουργοδικείο δεν έλαβε καθόλου υπ' όψιν ως μετριαστικό στοιχείο «την πρόκληση από τον Παραπονούμενο». Προβάλλει ο Εφεσείων ότι τον βιασμό τον διέπραξε «σε κατάσταση θυμού και ως μια αντίδραση στην προκλητική συμπεριφορά του Παραπονούμενου, ο οποίος του μιλούσε με προσβλητικό τρόπο». Η προσπάθεια μας κατά τη συζήτηση της έφεσης να πείσουμε ότι δεν υπάρχει λογική ή νομική βάση στην παράδοξη αυτή θέση, δυστυχώς δεν βρήκε οποιαδήποτε ανταπόκριση. Η κα Παυλίδου επέμεινε ότι ο Παραπονούμενος μιλούσε με προσβλητικό τρόπο στον Εφεσείοντα, αυτός θύμωσε, θόλωσε το μυαλό του, οπότε τον βίασε «ως αποτέλεσμα αντίδρασης στην προκλητική συμπεριφορά του Παραπονούμενου». Παρέθεσε μάλιστα και την υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342, προτείνοντας ότι υποστηρίζει τη θέση της.

Επιβάλλεται η έστω και σύντομη αναφορά στις σχετικές αρχές. Το κατά πόσον υπάρχει ή όχι πρόκληση αποτελεί θέμα πραγματικό, προδιαγεγραμμένο όμως νομικά από τις ιδιότητες που το συνθέτουν. Αυτό τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17, στην οποία τέθηκε και η έννοια της πρόκλησης όπως είναι γνωστή στο Κοινοδίκαιο και όπως είχε περιγραφεί στην κλασσική καθοδήγηση από την υπόθεση Duffy (1949) 1 All E.R. 932. Τα σχετικά κριτήρια συνοψίζονται και στο σύγγραμμα Card, Cross & Jones "Criminal Law", 20η έκδοση, §8.59 ως εξής:

"The alleged provocative conduct:

· had to cause in D a sudden and temporary loss of self-control (the subjective test); and

· had to be 'enough to make a reasonable person do as D did', ie enough to cause a reasonable person to suffer such a loss of self-control and, having lost self-control, to do as D did (the objective test)".

Συνάγεται λοιπόν πως δεν είναι οποιαδήποτε συμπεριφορά του θύματος η οποία δύναται να προσμετρήσει ως πρόκληση και να εξηγήσει την απώλεια αυτοελέγχου, μετριάζοντας την εγκληματική δράση. Θα πρέπει η συμπεριφορά του θύματος να είναι ικανή αντικειμενικά να επιφέρει την απώλεια αυτοελέγχου και να κρίνεται επίσης αντικειμενικά ότι κάθε λογικός άνθρωπος, ευρισκόμενος σε τέτοια κατάσταση, θα έπραττε όπως έπραξε ο Κατηγορούμενος.

Η υπόθεση Πισκόπου (ανωτέρω) ήταν περίπτωση στην οποία ο εφεσείων, ο οποίος αντιτίθετο στον γάμο της θυγατέρας του, τη χαστούκισε και όταν αυτός αμέσως δέχθηκε κτύπημα από τον υποψήφιο γαμπρό του και ακολούθως ενεπλάκη σε αλληλοκτυπήματα, ανέσυρε σουγιά, μαχαιρώνοντας τον στον λαιμό. Η πράξη του κατέστησε το θύμα τετραπληγικό. Το Εφετείο ανέφερε πως: «Η θέση μας είναι ότι, ερωτικός δεσμός μεταξύ ενηλίκων νέων μπορεί να προκαλέσει τις αντιδράσεις των γονιών τους, ποτέ, όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόκληση, με την έννοια πράξης ικανής να διεγείρει αντιδράσεις βίας εις βάρος των νέων. Τέτοια θεώρηση θα συνιστούσε απαράδεκτο συμβιβασμό με τη βία».

 

Περαιτέρω, προωθείται με την αιτιολογία ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το ποιόν της παραπονούμενης.

 

Ασφαλώς και το ποιόν της παραπονούμενης, ό,τι και να εννοεί η εφεσείουσα με τη φράση αυτή, δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως θέμα αρχής, εφόσον δυνάμει του Άρθρου 28 του Συντάγματος προβλέπεται ότι πάντες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχουν ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως.

 

Τέλος, με την αιτιολογία προβάλλεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη επαρκώς άλλοι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο, όπως η ηλικία της εφεσείουσας η οποία είναι 50 ετών. Μελετήσαμε με κάθε προσοχή τη διεργασία συνεκτίμησης των ελαφρυντικών παραγόντων από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Δεν διαπιστώνουμε να ευσταθεί το παράπονο της εφεσείουσας.

 

Αν μάλιστα μπορούσε κάτι να αναφερθεί είναι ότι επιπλέον των όσων έλαβε υπόψη το πρωτόδικο Δικαστήριο, υφίσταται και ως επιβαρυντικός παράγοντας το ότι στην THEOFILOU ν. REPUBLIC, (1984) 2 CLR 114 έχει λεχθεί ότι αδικήματα τα οποία παραβιάζουν ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να καταδικάζονται με τρόπο που να επιφέρει τον παραδειγματισμό. Μάλιστα, σημειώθηκε ότι στις κατάλληλες περιπτώσεις προσβολή ανθρώπινου δικαιώματος δύναται να επιφέρει και τη μέγιστη ποινή φυλάκισης ή πλησίον της μέγιστης όταν πλήττεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Εν προκειμένω, ήταν πασιφανής η παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής της παραπονούμενης η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 15 του Συντάγματος.

 

Η τελευταία αυτή παρατήρησή μας απαντά και στην έντονη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εφεσείουσας κυρίου Ν. Χατζηιωάννου ενώπιόν μας, ο οποίος υποστήριξε ότι δεν κατανοεί την αυστηρότητα της ποινής για μια υπόθεση αντιζηλίας μεταξύ δύο γυναικών. Παραγνωρίζει η θέση αυτή τα πιο κάτω λεχθέντα στην THEOFILOU (ανωτέρω):

 

«…the Courts of the land are duty bound to uphold human rights and condemn in an exemplary manner every act calculated to diminish human dignity.»

 

Εν όψει των ανωτέρω, κανένα έρεισμα δεν βρίσκει ο πρώτος λόγος έφεσης ο οποίος απορρίπτεται.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προσβάλλεται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να μην αναστείλει την ποινή φυλάκισης.

 

Το Εφετείο προέβη προσφάτως σε μια επισκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα της αναστολής στην ΑΡΤΖΑΝΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 3/2026, ημερομηνίας 22.6.2026. Λέχθηκαν τα εξής:

 

«Σύμφωνα με το Άρθρο 3 (2) του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιστάσεις Νόμου του 1972, Ν.95/1972, αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διατάσσεται αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΤΖΙΑΟΥΧΑΡΗ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 161).

Σύμφωνα με την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 168/2016, ημερομηνίας 19.4.2018:

«Η απόφαση για αναστολή της ποινής ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στην απουσία δε οποιουδήποτε λάθους αρχής δεν δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου».

Ως εξηγείται στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537:

«Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938‑939:

“Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.”

Το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι μετριαστικοί όμως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής και του ύψους της δεν μπορούν να είναι ταυτόσημοι και να αποτελούν ταυτόχρονα και αιτιολογία για την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Το σύνολο των περιστάσεων μαζί με τα προσωπικά περιστατικά του παραβάτη θα πρέπει να αναδύουν μία εικόνα που να δικαιολογεί την απόφαση για αναστολή. Όπως για παράδειγμα η απόφαση στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου Πολ. Έφεση Αρ. 137/2015, ημερομηνίας 23.6.2018, όπου μετά την ανατροπή της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης, προσμέτρησαν ως ιδιαίτεροι παράγοντες για αναστολή της επιβληθείσας από το Εφετείο ποινής η μεγάλη πάροδος του χρόνου και η ύπαρξη νέων δεδομένων όπως ο αρραβώνας και ο προγραμματισμός γάμου και η απόκτηση παιδιού στο μεταξύ.»

(βλ. επίσης, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΑΛΛΙΚΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 268/2022, ημερομηνίας 30.9.2025).

Μόλις στις 4.6.2026, στην ΣΠΥΡΟΥ V. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 300/2025, ημερομηνίας 4.6.2026, είχαμε την ευκαιρία να πραγματευτούμε το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης επιβληθείσας ποινής φυλάκισης σε όμοιας φύσης υπόθεση, παραπέμποντας στην ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ κ.ά. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 449.

Καθίσταται προφανές ότι το τι έχει σημασία σε τέτοιες περιπτώσεις είναι οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και του κατηγορούμενου ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον δικαιολογείται η κρίση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στη βάση των πιο πάνω αρχών

 

Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, εξετάσαμε τον δεύτερο λόγο έφεσης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην αιτιολογία στις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος με αναφορά στις λεπτομέρειες της «αντιζηλίας» μεταξύ παραπονούμενης και εφεσείουσας. Για τους λόγους που αναπτύξαμε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου έφεσης δεν θεωρούμε ότι αποτελούν περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της αναστολής. Το αντίθετο, θα λέγαμε. Επίσης, έμφαση δόθηκε στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της εφεσείουσας. Διαπιστώνουμε ότι όπως αυτές τέθηκαν πρωτοδίκως, λήφθηκαν δεόντως υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο συνεκτιμώντας τις στο ορθό πλαίσιο, έκρινε δικαιολογημένα και αιτιολογημένα, ότι σε περίπτωση αναστολής της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αυτή δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για το συγκεκριμένο αδίκημα και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα τόσο στην εφεσείουσα όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά στις συνέπειες διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Τόσο η προσέγγιση όσο και η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου μας βρίσκει σύμφωνους και ουδέν  λόγο επέμβασής μας εντοπίζουμε. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

Ι. ΣΤΥΊΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο